Wednesday, June 17, 2009

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΙΙ

Κύριοι κυματοθραύστες τής Σελτζουκικής πλημμυρίδος στάθηκαν κατ’αρχήν οί υποτελείς επαρχίες τής Αρμενίας καί τής Ιβηρίας(Γεωργία). Τό 1045μχ διερχόμενες Σελτζουκικές δυνάμεις πάτησαν γιά πρώτη φορά σέ αυτοκρατορικά εδάφη καί καταενίκησαν τίς τοπικές Βυζαντινές δυνάμεις στήν περιοχή τής Άνω Μηδίας. Αυτή ή αναγνωριστική μάχη έδωσε τό έναυσμα στούς Τούρκους γιά νέες επιδρομές, σέ μία χώρα πού τό λαμπρό στρατιωτικό της παρελθόν ήταν ικανό από μόνο του νά σταματήση τούς επίδοξους εισβολείς. Ή πρώτη οργανωμένη εξτρατεία έγινε τό 1048μχ μέ επικεφαλής τόν Ασάν ανηψιό τού Σουλτάνου. Ό Ασάν έπεσε σέ ενέδρα τών αυτοκρατορικών ιπποτών καί συνετρίβη. Τό επόμενος έτος ή εισβολή θά επαναληφθεί μέ τό ίδιο τέλος γιά τούς βαρβάρους. Τά γεγονότα αυτά έφεραν μία εικοσαετία Τουρκικών επιδρομών, πού έπληξαν όλο τό ανατολικό τμήμα τής αυτοκρατορίας. Ή Μελιτήνη, ή Καισάρεια καί τό Ικόνιο καί άλλες φημισμένες πόλεις εξανδραποδίζονται. Τό 1068μχ τά Τουρκικά φύλα είχαν βρεθεί μία ανάσα από τό Αιγαίο.Τό 1054μχ επήλθε σχίσμα μεταξύ του Πάπα τής Ρώμης καί τού Πατριάρχου Κων/πολεως, οί οποίοι αφώρισαν αλλήλους. Νέες Επιδρομές βαρβάρων υπό πέραν του Ίστρου οικούντων Πατσινάκων, διαρκέσασαι 6 έτη καί ετέρα υπό τών Ρώσων κατά τής Κων/πόλεως επελθόντων μετά απειροπλήθους στόλου καί στρατού 100000 ανδρών. Ή μεγάλη όμως αυτή εξτρατεία τών Ρώσων απέτυχε ολοσχερώς. Τό μέν ένεκα τής τρικυμίας έν Βοσπόρω, τό δέ έκ τών καταστροφών από τό υγρό πύρ καί τής ανωτέρας ικανότητος τών Ελλήνων. Μέγα μέρος τού Ρωσικού στόλου διεσκορπίσθη. Ό Κων/νος Θ΄ απέθανε τήν ίδια χρονιά καί ή εξουσία εδόθη στήν Θεοδώρα, αφού ή Ζωή είχε ετελευτήση πρότερον. Ή Θεοδώρα αφού εκυβέρνησε γιά 2 έτη επέθανε τό 1056μχ. Μή υπάρχοντος νομίμου διαδόχου, ήροζον δύο μερίδες.Ή πρώτη ήθελε τόν Μιχαήλ Γ΄τόν γηραιόν καί η δέυτερη τόν Ισαάκιον τόν Κομνηνόν. Τελικώς γιά λίγους μήνες εκυβέρνησε ό Μιχαήλ Γ΄καί μετά γιά δύο έτη ό Κομνηνός. Στά δύο αυτά έτη πολέμησε επιτυχώς κατά τών Ούγγρων καί τών Πατσινάκιων. Διάδοχος αυτού ήτο ό Κων/νος Δούκας, όστις εφάνη ανίκανος νά υπερασπίση τό κράτος. Ή χήρα τού Κων/νού Ι΄καί επίτροπος τών τρειών παιδιών της Ευδοκία, κατέστησε σύζυγο αυτής καί Βασιλέα τόν Ρωμανόν Δ΄Διογένην, όστις επολέμησε ηρωικώς εναντίον νέων εχθρών έξ ανατολής, τών Σελτζούκων Τούρκων γιά τρία έτη. Πρώτο μέλημα τού νέου Αυτοκράτορος ήτο ή αναδιοργάνωση τού στρατού. Τήν άνοιξη τού 1071μχ έφθασε μέ μία μεγάλη στρατιά στήν Αρμενία όπου βρίσκονταν οί Τούρκοι μέ όλη τήν δύναμίν των. Ή αποφασιστική μάχη θά γινόταν στήν πόλι τού Μαντζικέρτ κοντά στήν λίμνη Βάν. Ό Ρωμανός κατενίκησε τού Τούρκους καί τούς κατεδίωξε. Όμως μία εντολή υποχωρήσεως χωρίς γνώση τού αυτοκράτορος, από τόν εκλεκτό τής πολιτικής φατρίας Ανδρόνικο Δούκα, ήταν αρκετή γιά νά σπείρη τόν πανικό στό στρατό καί νά οδηγήση στήν καταστροφή τού Ελληνικού στρατού. Ή προδοσία αυτή ήταν τό μοιραίο πλήγμα στήν πλάτη τής Αυτοκρατορίας. Μολονότι ό Ρωμανός κατόρθωσε νά απωθήση τούς Μογγόλους στό Μαντζικέρτ, μετά τήν επέμβαση τού Δούκα καί πάνω στήν σύγχιση ό Ρωμανός τραυματισθείς συνελήφθη έκ τών βαρβάρων. Έτσι ηναγκάσθη νά συνομολογήση ειρήνη προκειμένου νά τόν αφήση ελεύθερο ό Σουλτάνος. Κατόπιν τούτο ό Κων/νος Ι΄Δούκας (τής πολιτικής Φατρίας) καί οί πολιτικοί καί στρατηγοί, τόν εκήρυξαν έκπτωτο καί ανέβασαν είς τόν θρόνο τόν πρεσβύτερον αδελφό Κων/νου Ι΄, Μιχαήλ Ζ΄Παραπινάκιον. Έν τώ μεταξύ οί Τούρκοι απαλλαγέντες από τήν ειρήνη κατέλαβαν πλείστο μέρος τής Μ.Ασίας καί κατέστησαν τήν Νίκαιαν πρωτεύουσα τού Σελτζούκικου κράτους. Στήν Πόλιν εξερράγη επανάστασις κατά τού Μιχαήλ Ζ΄όστις τό 1078μχ αποθέσας τό στέμμα απεχώρησεν είς μοναστήριον. Τό 1081μχ τόν θρόνο κατέλαβε ό ανηψιός του Ισαακίου ό Αλέψιος ό Κομνηνός, όστις εγένετο πραγματικός ιδρυτής τής δυναστείας τών Κομνηνών, οί οποίοι επί έναν ολόκληρο αιώνα ηγωνίσθησαν γενναίως ίνα προστατεύσουν τό κράτος από τούς έξ ανατολών εχθρούς καί παρέδωσαν είς τήν Ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία τήν τελευταία αίγλη της. Ότε ήλθε είς τόν θρόνον ό Αλέξιος Α΄, έν ανατολή οί Σελτζούκοι είχον σχεδόν άπασα τήν Μ.Ασία. Έκ δυσμών οί Νορμανδοί ορμηθέντες έξ Ιταλίας κατέλαβον τήν Κέρκυρα καί ώρμισαν είς τήν κατάκτησιν όλης τής Ελληνικής χερσονήσου. Περί τό Δυρράχιον ενίκησαν τόν Αλέξιο καί κατέλαβαν τήν Ήπειρον καί μέρος τής Μακεδονίας καί Θεσσαλίας, καί απείλουν καί αυτήν ταύτην τήν Κων/πολιν. Παρά ταύτα ό Αλέξιος συνέχισε καί συγκροτήσας νέο στρατό έδωσε νέες μάχες όπου κατάφερε νά εκδιώξη έξ Ελλάδος τούς Νορμανδούς τό 1083μχ καί μετά στραφείς κατά τών Σελτζούκων Τούρκων, ανέκτησε τήν Νικομήδεια καί τήν Σινώπη. Κατόπιν αυτού νέοι έκ δυσμών εχθροί εμφανίσθησαν, οί Σταυροφόροι Χριστιανοί μεταβαίνοντας έξ Ευρώπης είς τούς αγίους τόπους ίνα ελευθερώσουν αυτούς έκ τών Μωαμεθανών. Ό Αλέξιος γνωρίζοντας τόν κίνδυνο, συμπεριφέρθηκε πρός αυτούς μέ σπάνια συνένεση καί κατώρθωσε ού μόνον νά αποτρέψη τόν κίνδυνον, αλλά νά επωφεληθή κατά τών Σελτζούκων καί νά ανακτήση πολλάς έν Μ.Ασία περιοχάς. Πρωτότοκον τέκνο τού Αλεξίου ήτο ή Άννα Κομνηνή, ή οποία εγεννήθη τό 1083μχ. Ή Άννα ή Κομνηνή ή σύζυγος τού Νικηφόρου Βρυέννιου, ετιμήθη μέ τό υψηλόν αξίωμα τού Καίσαρος. Συνέγραψε τήν ιστορία τού πατρός της, υπό τόν τίτλον «Αλεξιάς», έργο τό οποίο αποτελείτο από 15 βιβλία πού καλύπτουν τά γεγονότα από τό 1069-1118μχ. Είς τό 10ον βιβλίον περιγράφεται ή Α΄σταυροφορία. Ό Αλέξιος απέθανε τό 1118μχ. Τούτον διαδέξατο ό υιός αυτού Ιωάννης. Αυτός πολέμησε εναντίον τών Σελτζούκων καί αφήρεσεν απ’αυτών αξιόλογον τμήμα τής Μ.Ασίας καί Παφλαγονίας, ένθα ανέκτησεν καί τήν Κασταμώνα, κοιτίδα τού οίκου τών Κομνηνών. Εξστρατεύσας δέ είς Συρία ένθα κατείχον ικανάς πόλεις οί Φράγκοι σταυτοφόροι, ηνήγκασε αυτούς νά αναγνωρίσουν τήν κυριαρχία του Έλληνος Βασιλέα. Ό Ιωάννης Κομνηνός ετελεύτησε τό 1143μχ καί κατέλιπεν τήν Βασιλεία του είς τόν υιό αυτού Εμανούήλ. Μόλις αυτός ανήλθε είς τόν θρόνο επολέμησε κατά Πατσινάκων, Ούγγρων, Σέρβων, Δαλματών, Νορμανδών κ.α.. Τό 1147μχ οί Νορμανδοί είχαν φθάσει έως τήν Θήβα. Ό Εμανουήλ εξεδίωξε αυτούς διά δυσχερών αγώνων. Έφθασε δέ έως τήν Ιταλία όπου κατέκτησε πολλά φρούρια τών Νορμανδών, τά οποία όμως απώλεσε πάλι, αλλά κράτησε τά εδάφη Ηπείρου καί τήν Κέρκυρα. Τελικώς τό 1155μχ σύναψε ειρήνη μετ’αυτών. Μετά ό Εμανουήλ εστράφη κατά τών Σελτζούκων, έκ τών οποίων ανέκτησε πολλάς χώρας έν Μ.Ασία. Έν τώ μεταξύ έκ δυσμών έρχονταν οί σταυροφόροι γιά δέυτερη φορά, οί οποίοι καί περιήλθον είς εχθρικάς σχέσεις πρός τούς Έλληνας. Ό Εμανουήλ κατώρθωσε όπως ό Αλέξιος καί υπερνίκησε αυτά τά προβλήματα. Τό 1174μχ εξεστράτευσε κατά τών Σελτζούκων καί πολέμησε κατ’αυτών επί 6 έτη, χωρίς όμως νά νικήση κάποιος έκ τών δύο αντιπάλων. Τελικώς ό πόλεμος έπαυσε μέ τόν θάνατο τού Εμανουήλ τό 1180μχ. Τόν θρόνο ανέλαβε ό υιός του Αλέξιος επιτροπευμένος υπό τής μητρός του Μαρίας, τής οποίας ό βίος ήγαγε μεγάλας δυσαρέσκειας. Ό Ανδρόνικος ό Κομνηνός εξάδελφος τού Αλεξίου βρήκε τήν ευκαιρία νά καταλάβη τήν αρχή ώς κηδεμών καί επίτροπος Αλεξίου. Ούτος ήγαγε δεινότατον διωγμό κατά τών Λατίνων. Οί Νορμανδοί επέστρεψαν έξ Ιταλίας καί κατέλαβον τό Δυρράχιο, τήν Μακεδονία καί έφθασαν στήν Θεσσαλονίκη. Ό στόλος των (200 πλοία) κατέλαβε τάς νήσους τών Ιονίων καί μετά εκινήθη πρός τήν Πόλιν. Συγχρόνως στήν Κων/πολιν είχε ξεσπάσει επανάσταση κατά τού Ανδρονίκου,πού κατέληξε στήν πτώση αυτού καί τόν θάνατό του. Είς τόν θρόνο ανήλθε ό Ισαάκιος Β΄ Άγγελος, ό οποίος κατενίκησε καί απήλαξε τήν χώρα από τούς Νορμανδούς διά τού γενναίου στρατηγού Βρανά. Ηνάγκασε αυτούς νά αποχωρήσουν από όλα τά ειλημμένα εδάφη. Κατόπιν καί μετά από αρκετά χρόνια οί Βούλγαροι θέλησαν νά ιδρύσουν δικό των κράτος. Αποστασίες εγένοντο πολλές εκείνη τήν περίοδο. Ταύτης καταστάσεως επωφεληθείς ό αδελφός τού Ισαάκιου, Αλέξιος Άγγελος εξέβαλε αυτόν διά συνωμοσίας έκ τού θρόνου καί ενέκλεισεν αυτόν είς φυλακή τό 1195μχ. Αλλά καί επί τών ημερών αυτού ή κατάσταση εξηκολούθησε νά είναι ή ίδια. Ό υιός του Ισαάκιος Αλέξιος διέφυγε στήν δύση ίνα ζητήση βοήθεια υπέρ τού έκπτωτου πατρός αυτού καί εναντίον τού σφετεριστού τού θρόνου. Τό 1203μχ ή Δ΄ Σταυροφορία ερχόταν αλλά αυτή τήν φορά ό κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος. Ό Ερίκος Ντάντολο έν συνεργασία με τόν Πάπα Σίξτο τόν Γ΄, αντί γιά τήν Παλαιστίνη επήγαν στήν Κων/πολίν. Ήταν ή ευκαιρία τών Δυτικών νά μοιράσουν τήν Ελλάδα. Τό 1203μχ ό στόλος εφάνη καί τά στρατεύματα εστρατοπέδευσαν μακράν τών ανακτόρων τών Βλαχερνών. Στίς 17 Ιουλίου εγένετο μεγάλη έφοδος από στεριά καί θάλασσα ήτις απέτυχε. Ό Αλέξιος Γ΄πτοηθείς έφυγε διά νυκτός μέ τούς θησαυρούς. Τότε οί πολίτες απεφυλάκησαν τόν Ισαάκιον. Οί σχέσεις Ισαακίου καί Δυτικών ήσαν καλές, αλλά όχι μέ τόν λαό. Ό λαός οργιζόμενος κατά τού Ισαακίου καί τής φιλίας πού έδειχνε στούς Φράγκους, εξέβαλε αυτόν από τήν εξουσία καί ανεβίβασε τόν Νικόλαο Καναβόν. Ό Αλέξιος Μουρτζούφλος όμως φόνευσε διά δόλον τόν Καναβόν καί τόν υιό Ισαακίου Αλέξιο, καί κατέλαβε τήν εξουσία. Οί Φράγκοι επετέθησαν στίς 9 απριλίου 1204μχ εναντίον τής πόλεως ανεπιτυχώς, αλλά ό Αλέξιος Ε΄έφυγε. Οί Φράγκοι θέσαντες πύρ καί έν τώ μέσω τής επελθούσης συγχύσεως τών κατοίκων, εγένοντο κύριοι τής Πόλεως καί υπό τό φώς τής ημέρας διέπραξαν φοβεράς ωμότητας, σφαγάς, λεηλασίας, ατιμώσεις, βεβηλώσεις καί άλλα εγκλήματα. Οί Φράγκοι μετά τήν απ’αυτών άλωση διένειμαν τό Ελληνικό κράτος πρός αλλήλοις, αλλά δέν κατόρθωσαν νά καταλάβουν πάσας τάς χώρας, διότι αμέσως μετά τήν πτώση τής πόλεως ιδρύθηκαν πολλά Ελληνικά κράτη. Έν Βιθυνία ίδρυσε κράτος ό Θεόδωρος Λάσκαρης (είχε ανηγορευθή Βασιλέας λίγο πρίν τήν άλωση, αλλά μετά διέφυγε στήν Μ.Ασία). Έν Τραπεζούντι ίδρυσε κράτος Ελληνικό ό Αλέξιος Κομνηνός, εγγονός τού Ανδρόνικου. Έν Ήπειρο έως τήν Στερεά ίδρυσε κράτος ό Άγγελος Κομνηνός, εξάδελφος τού Ισαάκιου Β΄καί Αλέξιου Γ΄. Είς Θήβα, Άργος καί Ναύπλιο ίδρυσε κράτος ό Λέων Σγουρός. Έκ τών νέων κρατών τό τής Νίκαιας εθεωρείτο ή συνέχεια τού Βυζαντίου. Ό Θεόδωρος Λάσκαρης ήταν ό Αυτοκράτωρ από τό 1204-1222μχ. Οί Φράγκοι εξεπλάγησαν βλέποντας τό ακραιφνώς Ελληνικό Εθνικό στοιχείο τόσο δυνατό. Ότι καί άν είχαν κάνει βάρβαροι, Χριστιανοί, Πατριάρχες καί αυτοκράτορες, ή Ελληνική γή συνέχιζε νά βγάζει Έλληνες. Πάσαι λοιπόν αί στρατειαί τών Φράγκων πρός κατάληψιν τής Νίκαιας καί τών άλλων χωρών απέτυχον.
Ή εισβολή τών σταυροφόρων στά Ελληνικά εδάφη τό 1204μχ είχε ώς μοναδικό στόχο νά κατακτήσουν τήν Κων/πολιν καί νά εξαφανίσουν τούς άπιστους Δωδεκαθεϊστές Έλληνες. Τό ύπουλο αυτό χτύπημα τών Δυτικών, θά επιταχύνει τήν οριστική κατάληψη τής ενδοχώρας από τούς Τούρκους. Ακόμα καί μέ τήν επανάκτηση τής πόλεως από τούς Φράγκους, δέν υπάρχει καμία δυνατότητα μεταστροφής αυτής τής καταστάσεως. Οί προσπάθειες τών Παλαιολόγων θά αποτελέσουν τά τελευταία γεγονότα στήν χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, προσφέροντας τόν Θρύλο πού θά έδιδε δύναμη είς τούς Έλληνες τά δύσκολα επόμενα χρόνια. Ή αποτυχία τής γενοκτονίας τού 1204μχ, έκανε τόν Ιννοκεντίνο Γ΄νά πή δημοσίως τό 1209μχ «σφάχτε τους όλους». Από τότε καί όπου διατηρήθηκε Φραγκοκρατεία οί Έλληνες υπέφεραν χειρότερα από ότι υπέφεραν επί Τουρκοκρατίας. Γνωστό ακόμα τής βαρβαρότητος τών Φράγκων ήταν τό έθιμο πού επέβαλαν στά ζευγάρια πού παντρέυονταν : Prima Nocte. Οί Ρωμαιοκαθολικοί προσεπάθησαν νά εξαφανίσουν τούς Έλληνες σέ συνεργασία μέ τούς Οθωμανούς. Ή Ιερά εξέταση σκότωνε Έλληνες επειδή μιλούσαν καί μόνο τήν πανάρχαια αρχαϊκή γλώσσα. Κυνηγήθηκαν μέ συστηματικό τρόπο από τήν ιερά εξέταση καί ειδικά στήν Κρήτη, Μονεβασιά, Ιονίους νήσους, Ναύπλιο καί αλλού. Ή Δ΄ Σταυροφορία άρπαξε από τήν Ελλάδα ότι είχε μείνει από αγάλματα, παπύρους, μνημεία, χειρόγραφα κτλ. Βέβαια οί Έλληνες κυνηγήθησαν καί από τό Πατριαρχίο καί τούς Τούρκους σέ άγαστη συνεργασία μέ τά γνωστά φιρμάνια καί τούς αφορισμούς. Στήν Ελλάδα οί ιεροεξεταστές ήρθαν μέ τά τάγματα τών Γενουατών καί τούς σταυροφόρους. Ό Ζαμπέλιος αναφέρει μέ λεπτομέρειες τά βασανιστήρια πού διέπρατταν οί Ορθόδοξοι μαυροχίτωνες καί οί Καθολικοί καλογεροι : Τό βασανιστήριο τού Ιούδα, τό κόψιμο μελών, ή γκαρότα, ή κρεμάλα, τό ανάποδο κρέμασμα, ή τριχοκρεμάλα, ό τανυσμός, τό Κωλομπάμ, ή φοράδα καί άλλα, είναι όλα δείγματα τής θρησκείας τής αγάπης. Τά αρχεία τών βασανιστηριών βρίσκονται σήμερα στήν βιβλιοθήκη τής Βενετίας καί φύλακας αυτών είναι ό Αλβίζε Ζώρζος. Χιλιάδες Ελληνίδες κάηκαν καί άνθρωποι πού δίδασκαν τό αρχαίο Πνεύμα βασανίστηκαν, επειδή κρατούσαν στήν οικία των παπύρους, αγάλματα, καί διάφορα αρχαία αντικείμενα. Κάηκαν άτομα μόνο καί μόνο επειδή μιλούσαν τήν γλώσσα τήν αρχαία ή επειδή ήταν πιστοί στόν Δία, τόν Διόνυσο καί τόν Απόλλωνα.

Σταυροφορίες

Οι εκστρατείες που διεξήγαγαν οι χριστιανικοί λαοί της Ευρώπης, έπειτα από υποκίνηση της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους μουσουλμάνους.
Ο όρος εμφανίστηκε στα μεσαιωνικά λατινικά κείμενα, γύρω στα μέσα του 13ου αι., και προέρχεται από τη λέξη crucesignati, δηλαδή μαχητές υπό το έμβλημα του Σταυρού. Οι σταυροφορίες διάρκεσαν περίπου δύο αιώνες (1095-1270).
Οι σταυροφορίες αρχικά εμφορούνταν από θρησκευτικό πνεύμα, αλλά σταδιακά η θρησκευτική έμπνευση παραχώρησε τη θέση της στη δίψα για νέα εδάφη, λόγω του υπερπληθυσμού στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, και στον τυχοδιωκτισμό ιπποτών και πληβείων, που περίμεναν να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη από τη συμμετοχή τους σε αυτές τις εκστρατείες. Σε αυτά τα στοιχεία προστέθηκε και το επιχειρηματικό πνεύμα των εμπόρων, που διέβλεπαν νέες αγορές και φτηνές πρώτες ύλες στις χώρες της Εγγύς Ανατολής.
Τον 11ο αι. ο πάπας επηρέαζε τις εξελίξεις στην Ευρώπη ως εκπρόσωπος του Θεού επί Γης. Οι λαοί της Ευρώπης θεωρούσαν ότι, ανεξάρτητα από φυλή και γλώσσα, αποτελούσαν έναν ενιαίο χριστιανικό λαό. Η κατάληψη των Αγίων Τόπων από το χαλίφη Αλ Χακίμ (1078) προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση στο χριστιανικό πληθυσμό, την οποία ο πάπας φρόντισε να οξύνει υπενθυμίζοντας ότι πλησίαζε η συμπλήρωση της χιλιετίας από τη Σταύρωση του Χριστού. Οι χριστιανοί της Ευρώπης δε σταμάτησαν να πραγματοποιούν προσκυνήματα στους Αγίους Τόπους και όσο πλησίαζε η συμβολική χιλιετία τόσο τα προσκυνήματα αυξάνονταν μαζί με την εχθρότητα προς τους άπιστους, την ίδια στιγμή που βρισκόταν σε εξέλιξη ένας «χαμηλής έντασης» πόλεμος ανάμεσα στον ισλαμικό και το χριστιανικό κόσμο, που εκδηλωνόταν σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου.
Ο πάπας υποκινούσε τους λαούς της Ευρώπης σε κοινό πόλεμο εναντίον των άπιστων μουσουλμάνων, Αράβων και Σελτζούκων Τούρκων, οι οποίοι είχαν καταλάβει τα Ιεροσόλυμα και άρχισαν να παρεμποδίζουν τους χριστιανούς να εκπληρώνουν το προσκύνημά τους στους Αγίους Τόπους. Η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση, από τη στιγμή μάλιστα που οι Σελτζούκοι βρίσκονταν στο απόγειο της ισχύος τους. Η μάχη που επιχειρούσαν οι χριστιανοί κατά των μουσουλμάνων, δίχως συντονισμό και ομόνοια, ήταν ανεπαρκής και σε αυτό συνέτεινε και το εκκλησιαστικό σχίσμα. Παρ’ όλα αυτά, ο πάπας Ουρβανός Β’ δραστηριοποιήθηκε έντονα όταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός ζήτησε τη βοήθεια της χριστιανικής Ευρώπης για να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη απειλή των Τούρκων.
Α’ σταυροφορία (1096-1099). Ο πάπας Ουρβανός είχε πιστέψει ότι η ώρα του «ιερού πολέμου» κατά των απίστων είχε φτάσει. Σε σύνοδο που συγκάλεσε στην Πιατσέντζα της Ιταλίας (Μάρτιος 1095), ενώπιον της βυζαντινής αντιπροσωπείας που είχε ζητήσει τη βοήθεια της χριστιανοσύνης της Δύσης, διακήρυξε την ανάγκη να αποσταλεί βοήθεια στους δοκιμαζόμενους χριστιανούς της Ανατολής. Το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, στη δεύτερη σύνοδο του Κλερμόν της Γαλλίας, ο Ουρβανός συγκέντρωσε 14 αρχιεπισκόπους, 250 επισκόπους, 400 ηγούμενους και πλήθος ιπποτών. Ο πάπας τους εξιστόρησε τα δεινοπαθήματα των προσκυνητών και των χριστιανών της ανατολής και εξέθεσε την άποψη ότι ο ιερός πόλεμος είναι ένα καθήκον για κάθε συνεπή χριστιανό. Τελείωσε το λόγο του με τα λόγια του Χριστού, όπως τα αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος: «όποιος θέλει να έλθει πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθήσει». Το πλήθος συγκινήθηκε και με την ιαχή «Ο Θεός το θέλει» ορκίστηκε να πάρει το σταυρό. Ως ορατή απόδειξη του όρκου τους, οι εθελοντές κέντησαν στα ενδύματά τους ένα σταυρό από κόκκινο ύφασμα, σύμβολο όχι μόνο της πίστης αλλά και σημάδι ότι ανήκαν πλέον σε μια κοινότητα ένοπλων προσκυνητών.
Αρχηγός της εκστρατείας ορίστηκε ο επίσκοπος του Πουί Αντεμάρος του Μοντέιγ και στο κήρυγμα του πάπα απάντησε θετικά η αριστοκρατία της Γαλλίας. Ο πιο ένθερμος κήρυκας του πολέμου έγινε ο μοναχός Πέτρος ο Ερημίτης ή Κουκούπετρος, όπως τον ονομάζει η βυζαντινή ιστοριογράφος Άννα Κομνηνή. Ο μοναχός αυτός μιλούσε φλογερά και ξεσήκωνε τους φτωχούς, τονίζοντάς τους ότι είχε δει με τα μάτια του τα βάσανα των χριστιανών. Συγκέντρωσε περίπου 50.000 άντρες και γυναίκες, νέους και γέρους, που πούλησαν όλη την περιουσία τους και ξεκίνησαν για την Ιερουσαλήμ. Μαζί του μια μεγάλη λαϊκή μάζα, έμποροι που αναζητούσαν το κέρδος, δουλοπάροικοι που προσπαθούσαν με ανδραγαθήματα να κερδίσουν την ελευθερία τους, τυχοδιώκτες που δεν είχαν τίποτα να χάσουν. Η «σταυροφορία των κουρελήδων», όπως ονομάστηκε, πέρασε το Ρήνο, ενώθηκε με άλλους Γερμανούς σταυροφόρους που είχαν πληροφορηθεί τα νέα, ξεχύθηκε σε Ουγγαρία, Σερβία, Βουλγαρία και έφτασε κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Στην πορεία τους λεηλατούσαν κτήματα, σπίτια, εκκλησίες, αρπάζοντας ό,τι έβρισκαν, αλλά αποδεκατίστηκαν από αρρώστιες, την πείνα και τις επιθέσεις βαρβάρων. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός δεν είχε άλλη επιλογή παρά να τους βοηθήσει να διαπεραιωθούν στη Μ. Ασία, όπου τους κατέσφαξαν, κοντά στη Νίκαια, οι Σελτζούκοι Τούρκοι. Μόνο 3.000 μαζί με τον Πέτρο Ερημίτη ξέφυγαν τον όλεθρο και επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη.
Στο μεταξύ, στις 15 Αυγούστου, ξεκίνησαν και οι ιππότες της Ευρώπης από τέσσερα διαφορετικά σημεία, χωρίς όμως να έχουν συντονίσει τις ενέργειές τους και να έχουν ενιαία διοίκηση. Ο Ραϊμόνδος της Τουλούζης οδηγούσε τους ιππότες της νότιας Γαλλίας, ο Γοδεφρείδος ντε Μπουγιόν και ο αδελφός του Βαλδουίνος της Φλάνδρας τους ιππότες από τη βόρεια Γαλλία και ο Βοημούνδος τους Νορμανδούς της Ιταλίας.
Οι σταυροφόροι, οι οποίοι ανέρχονταν συνολικά σε 500.000, στις αρχές του 1097 συναντήθηκαν κάτω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Αλέξιος για να τους βοηθήσει να περάσουν στη Μικρά Ασία έθεσε ως όρο να του ορκιστούν ότι θα παραδώσουν στη βυζαντινή διοίκηση τις επαρχίες που θα καταλάμβαναν. Η απαίτησή του έγινε δεκτή από τους σταυροφόρους, που πραγματικά κυρίεψαν τη Νίκαια της Μ. Ασίας και την παρέδωσαν στο στρατό του Βυζαντινού αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού.
Κατόπιν διέσχισαν τη Μ. Ασία μέσα σε τρομερές δυσκολίες και τελικά έφτασαν, μετά από οκτώ μήνες, στην Αντιόχεια της Συρίας. Η πόλη, έπειτα από ολιγόμηνη πολιορκία, έπεσε στα χέρια τους. Την 1η Ιουλίου 1099, τρία δηλαδή χρόνια ύστερα από την αναχώρησή τους, οι σταυροφόροι κατόρθωσαν να αντικρίσουν από μακριά την Ιερουσαλήμ. Σε δέκα μέρες ο στρατός των σταυροφόρων μπήκε νικηφόρα στην ιερή πόλη και διέπραξε μια τρομερή σφαγή. Στη συνέχεια οι σταυροφόροι ίδρυσαν το φραγκικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ με βασιλιά το Γοδεφρείδο ντε Μπουγιόν. Οι έμποροι Βενετοί, Γενοβέζοι και άλλοι πήραν τα λιμάνια Γιάφα, Πτολεμαΐδα και Βηρυτό. Τέλος, ο αντιπρόσωπος του πάπα διορίστηκε πατριάρχης της Αγίας Πόλης και αρχηγός όλου του κλήρου.
Β’ σταυροφορία (1147-1149). Αφορμή της στάθηκε η κατάκτηση της φραγκικής ηγεμονίας της Έδεσσας (1144) από τον Τούρκο ηγεμόνα της Μοσούλης Ζεγκί, που έδειξε ότι οι σταυροφόροι δεν είχαν τη δύναμη να κρατήσουν τις κτήσεις τους στην Ανατολή. Η Β’ σταυροφορία οργανώθηκε από τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Κορράδο Γ’ και το βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ’, που τέθηκαν επικεφαλής ο καθένας καλά οργανωμένου στρατού 70.000 περίπου ανδρών. Ο Κορράδος όμως ηττήθηκε στο Δορύλαιο και ο Λουδοβίκος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τμήμα του στρατού του και να επιβιβαστεί, μαζί με τους ιππείς του, σε πλοία για την Ιερουσαλήμ. Οι δύο βασιλιάδες τελικά συναντήθηκαν στην Ιερουσαλήμ (1048) αλλά εγκατέλειψαν το πεδίο μάχης μόλις αντιλήφθηκαν ότι ερχόταν μουσουλμανικός στρατός. Η σταυροφορία αυτή τελικά αποδείχτηκε ένα πυροτέχνημα. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού εξολοθρεύτηκε σε διάφορες μάχες με τους Τούρκους στη Μ. Ασία και τη Συρία και οι αρχηγοί του γύρισαν στην Ευρώπη άπρακτοι.
Γ’ σταυροφορία (1189-1190). Το 1187 ο σουλτάνος της Αιγύπτου Σαλαδίν κυρίεψε την Ιερουσαλήμ. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αιτία της Γ’ σταυροφορίας. Τη σταυροφορία αυτή οργάνωσαν ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Α’ Μπαρμπαρόσα, ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος-Αύγουστος και ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος Β’ ο Λεοντόκαρδος. Ο Φρειδερίκος, αφού κυρίεψε το Ικόνιο (1190), πνίγηκε στον ποταμό Καλύκανδο και ο στρατός του διαλύθηκε. Ο Φίλιππος-Αύγουστος ήρθε σε ρήξη με το Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο, αν και προηγουμένως οι δύο τους είχαν καταλάβει την Άκκρα. Τελικά ο Γάλλος βασιλιάς επέστρεψε στη χώρα του και ο Ριχάρδος απέμεινε μοναδικός αρχηγός της σταυροφορίας. Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε την Κύπρο και έγινε βασιλιάς της (1192). Νίκησε το Σαλαδίνο δύο φορές, αλλά δεν κατάφερε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ. Έτσι συνήψε τριετή ανακωχή με το Σαλαδίνο που προέβλεπε εγγυήσεις για την ασφάλεια των χριστιανών προσκυνητών και μετά κατέκτησε το μεγαλύτερο μέρος της Συρίας. Η Ιερουσαλήμ έμεινε στα χέρια των «απίστων» και η Γ’ σταυροφορία είχε χαρακτήρα περισσότερο στρατιωτικό, παρά θρησκευτικό.
Δ’ σταυροφορία (1202-1204). Μετά την τρίτη σταυροφορία οι επόμενες έχασαν το θρησκευτικό τους χαρακτήρα και δεν ήταν τίποτα περισσότερο από στρατιωτικά εγχειρήματα, που απέβλεπαν σε οικονομικά και εδαφικά οφέλη. Η τέταρτη σταυροφορία, που ξεκίνησε για τα Ιεροσόλυμα και κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαπίστωσης αυτής.
Υποκινούμενη από τον πάπα Ιννοκέντιο Γ’, στη σταυροφορία συμμετείχαν Γάλλοι και Ιταλοί ευγενείς. Αρχηγός της αναγνωρίστηκε ο Ιταλός μαρκήσιος του Μομφεράτου Βονιφάτιος και υπαρχηγός ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος. Για να αποφύγουν τις μεγάλες περιπέτειες της πορείας από την ξηρά, ζήτησαν από το δόγη της Βενετίας Δάνδολο να τους μεταφέρει με πλοία. Ο τελευταίος συμφώνησε με αντάλλαγμα τη βοήθεια των σταυροφόρων για να καθυποτάξει την δαλματική πόλη Ζάρα που είχε επαναστατήσει κατά των Βενετών. Η παρέκκλιση της σταυροφορίας και η επίθεση εναντίον της χριστιανικής Ζάρα προκάλεσε τριβές ανάμεσα στους σταυροφόρους και ο πάπας αφόρισε τους Βενετούς.
Στη Ζάρα εμφανίστηκε στους σταυροφόρους αρχηγούς ο Αλέξιος Δ’ Άγγελος, που είχε ανατραπεί από την εξουσία, και πρότεινε στους σταυροφόρους να τον βοηθήσουν να ανακτήσει το θρόνο του, υποσχόμενος μεγάλα οικονομικά ανταλλάγματα και την ένωση των Εκκλησιών. Η πρόταση έγινε αποδεκτή, οι σταυροφόροι επιτέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και κατάφεραν να την εκπορθήσουν. Ο πατέρας του Αλέξιου Ισαάκιος ανέκτησε το θρόνο του, αλλά δεν τήρησε τις συμφωνίες του γιου του. Μια λαϊκή εξέγερση που οδήγησε στην ανατροπή του Ισαάκιου και στην ανάρρηση του Αλέξιου Ε’ σήμανε την επίθεση των σταυροφόρων κατά της Πόλης και στις 13 Απριλίου 1204 εισήλθαν στην Κωνσταντινούπολη και μέσα σε ανήκουστες σφαγές και λεηλασίες, μέσα σε καταστροφές πολύτιμων έργων τέχνης και βεβηλώσεις ιερών τόπων, ανέβασαν στο θρόνο το Βαλδουίνο της Φλάνδρας. Στη θέση της ελληνικής Βυζαντινής αυτοκρατορίας ίδρυσαν δικό τους λατινικό κράτος. Φυσικά η σταυροφορία στα Ιεροσόλυμα μετά τις εξελίξεις αυτές ξεχάστηκε. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι η καθολική Εκκλησία δεν αναγνώρισε τη σταυροφορία αυτή.
Ε’ σταυροφορία (1217-1221). Ξεκίνησε και αυτή με υποκίνηση του πάπα Ιννοκέντιου Γ’. Ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Ανδρέας Β’ και ο δούκας της Αυστρίας Λεοπόλδος Ζ’ ήταν οι αρχηγοί της με κύριο σκοπό τους την κατάληψη της Αιγύπτου. Παρά τον αξιόλογο στρατό τους, δεν κατόρθωσαν τίποτα και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν άπρακτοι στην Ευρώπη.
ΣΤ’ σταυροφορία (1228-1229). Είχε περισσότερο διπλωματικό χαρακτήρα και αρχηγός της ήταν ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Β’. Ο Φρειδερίκος κατόρθωσε, ύστερα από συνθήκη με τους Άραβες, να καταλάβει την Ιερουσαλήμ και να στεφτεί βασιλιάς της. Η καθολική εκκλησία δεν αναγνώρισε τη σταυροφορία αυτή. Το 1244 οι Άγιοι Τόποι ανακαταλήφθηκαν από τους Άραβες και ποτέ πια οι χριστιανοί δεν κατάφεραν να τους αποσπάσουν από το σκήπτρο τους.
Ζ’ σταυροφορία (1248-1254) και Η’ σταυροφορία (1270). Τις δύο αυτές σταυροφορίες διεξήγαγε ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος Θ’ ο Άγιος. Ο Γάλλος βασιλιάς κατά την Ζ’ σταυροφορία αποβιβάστηκε με το στρατό του στην Αίγυπτο. Πιάστηκε όμως αιχμάλωτος και πλήρωσε πολλά λύτρα για να αφεθεί ελεύθερος. Κατά την Η’ σταυροφορία πολιόρκησε την Τύνιδα, πέθανε όμως κατά την πολιορκία της από πανούκλα.
Δύο περίπου αιώνες διάρκεσαν οι σταυροφορίες, που αποτελούν μια μεγάλη κίνηση των λαών της Δύσης προς την Ανατολή. Ο πρωταρχικός στόχος τους, η απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, δεν επιτεύχθηκε. Από την άποψη αυτή, οι σταυροφορίες απέτυχαν. Εντούτοις, από πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική άποψη οι σταυροφορίες αποτελούν ένα γεγονός θεμελιώδους σημασίας για την ευρωπαϊκή και όχι μόνο ιστορία.
Από πολιτική σκοπιά οι σταυροφορίες συνέβαλαν κατά πολύ στη συγκράτηση της μουσουλμανικής απειλής, αφού απασχολώντας τις σημαντικότερες στρατιωτικές δυνάμεις τους εξαφάνισαν την προοπτική της προώθησή τους προς την Ευρώπη. Το πλήγμα που επέφεραν οι σταυροφορίες όμως στη Βυζαντινή αυτοκρατορία ήταν θανάσιμο, αφού αποστέρησαν από το κράτος την οικονομική του υπόσταση, αρπάζοντας από την Πόλη το χρυσό και κάθε είδους πολύτιμα αντικείμενα.
Με την ίδρυση των φεουδαρχικών κρατιδίων στην Ανατολή, η ιπποσύνη της Δύσης βρήκε ένα νέο πεδίο για να δοκιμαστεί. Η αστική τάξη και οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις είδαν τα όπλα των σταυροφόρων να τους ανοίγουν νέους ορίζοντες για την ανάπτυξη του εμπορίου και των επικοινωνιών. Αυτές που επωφελήθηκαν περισσότερο από τις συνέπειες των σταυροφοριών ήταν οι ναυτικές δημοκρατίες, όπως η Μασσαλία, η Γένοβα, η Πίζα και ιδιαίτερα η Βενετία. Οι πόλεις αυτές παρουσίασαν τεράστια αύξηση στην εμπορική κίνηση από τα λιμάνια τους, αλλά και στη κίνηση των προσκυνητών. Δύο φορές το χρόνο χιλιάδες προσκυνητές ξεκινούσαν για τους Αγίους Τόπους με τα πλοία τους. Οι πόλεις αυτές έγιναν σημαντικά ναυτικά κέντρα. Επιπλέον, οι πόλεις αυτές εξασφάλισαν εμπορικές βάσεις, προνόμια, μονοπώλια και συνοικίες, διευκολύνσεις και αποθήκες σε όλη την Ανατολή, την ώρα που το Βυζάντιο αποσυρόταν όλο και περισσότερο από το ιστορικό προσκήνιο.
Οι στρατιωτικές και εμπορικές σχέσεις συνοδεύονταν από πολιτισμικές σχέσεις. Μαζί με τα εμπορεύματα της Ανατολής στη Δύση μεταφέρονταν αρκετοί κώδικες με ελληνικά και αραβικά κείμενα, στα οποία φυλάσσονταν άγνωστες για τους Ευρωπαίους γνώσεις. Σημαντικό ήταν το εύρος των νέων γεωγραφικών γνώσεων και η επιθυμία περαιτέρω αύξησής τους. Για τους βασικούς αυτούς λόγους, αλλά και για πολλούς άλλους, οι σταυροφορίες, πέρα από τις διαθέσεις των πρωταγωνιστών τους ήταν φορείς γόνιμων ερεθισμάτων για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής κοινωνίας στο σύνολό της και συνεπώς αποτελούν μια ουσιαστική συνιστώσα της κοινωνίας της.

Τόν Θεόδωρον Λάσκαρη τόν διαδέχθη ό Ιωάννης Βατατζής (1222-1253μχ)όστις επιμελήθη τής στρατιωτικής δυνάμεως τού κράτους καί τής αυξήσεως ταύτης διά συμμαχιών. Αυτόν διαδέχθη ό υιός Ιωάννης Δ΄. Εκείνος λόγω τού νεαρού τής ηλικίας του είχε επίτροπο τόν Μιχαήλ Παλαιολόγο. Ό Μιχαήλ μέ τόν Αλέξιο Στρατηγόπουλο ηγούμενο μικρής στρατιωτικής δυνάμεως επήγε κατά τών Φράγκων. Πολλοί Έλληνες εθελοντές ενίσχυσαν τόν Μιχαήλ. Κατόπιν σκληρού αγώνος ό Παλαιολόγος μπήκε είς τήν Κωνσταντινούπολιν στίς 15 Ιουλίου τού 1261μχ καί ή πόλις ανεκτήθη. Ή Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήτο πάλι Ελληνική μετά από 60 περίπου χρόνια. Διά τής ανακτήσεως τής Πόλεως τό παραδοσιακό κέντρο ενισχύεται πάλι, αλλά ό έν Μ. Ασία Ελληνικός πληθυσμός αφίετο στήν τύχη. Ό Μιχαήλ μετά τήν ανάκτησιν, αναγκάζεται νά πολεμά συνέχεια καί κατά παντώς εχθρού: Φράγκων, Σέρβων, Βουλγάρων κ.α. Μετά τήν μεγαλειώδη επέμβαση τών Ελλήνων καί τήν απελευθέρωση τής πόλεως, ό Παλαιολόγος αντί νά στηριχθή στίς Ελληνικές δυνάμεις, στίς οποίες όφειλε τόν θρόνο καί τήν Πόλιν, προτίμησε νά κάνη συνθήκη μέ τούς Δυτικούς καί απέβαλε από τό στράτευμα τόν Πρίγκιπα τών Λακώνων Αλέξη Στρατηγόπουλο. Τό γεγονός αυτό άρεσε στούς Χριστιανούς τής δύσεως, οί οποίοι προόριζαν τόν Βαδγουίνο Β΄γιά τόν θρόνο. Ό Κάρολος Α΄πρίγκιπας τής Γαλλίας, κατόπιν διπλωματικών συμμαχιών μέ Αλβανούς, Μογγόλους καί Σέρβους, ετοίμαζε μία εξτρατεία κατά τής Κων/πόλεως. Οί βάρβαροι θά προκαλούσαν ανησυχίες στήν Πόλιν, ενώ εκείνος μέ τόν στόλο καί μισθοφόρους θά επιτίθετο από τήν Απουλία. Ό Παλαιολόγος έντρομος αμέσως ανανέωσε τήν συνθήκη τού Νυμφαίου, μέ μία ακόμα πιό ταπεινωτική, πού αφορούσε τίς σχέσεις Γενουατών εμπόρων στήν Πόλιν, στούς οποίους προσέφερε τό μονοπώλειο όλων τών εξαγωγών καί εισαγωγών τής Αυτοκρατορίας. Στίς 24 Ιουνίου 1274μχ έφθασε στήν Λυών ή Ορθόδοξη αντιπροσωπεία όπου τήν περίμενε ό Πάπας. Ό Γεώργιος Ακροπολίτης παρέδωσε στόν Πάπα επιστολή τού Αυτοκράτορος. Ό Γρηγόριος ετέλεσε στά Λατινικά καί στά Ελληνικά τήν λειτουργία καί ό Μποναβεντούρα εκήρυξε τήν ένωσιν. Οί Λατίνοι ήθελαν τήν υποταγή τών Ελλήνων και ό όρκος τού Ακροπολίτου στήν Ρωμαιοκαθολική εκκλησία έδειξε ότι τό πέτυχαν. Μέ αυτήν τήν συνθήκη τής Λυών οί δύο εκκλησίες ενώνονται,αλλά ό λαός ήταν φανατικά αντίθετος.Ό Βασιλέας έβλεπε τήν πράξη πολιτική, αφού ήθελε νά αποτρέψη τή εισβολή τού Καρόλου στό Βυζάντιο καί αυτό τό είχε τονίση στόν Πατριάρχη Ιωσήφ Α΄καί στούς πρώτους τής πόλεως. Μικρό μόνο μέρος τού ανώτερου κλήρου κατάλαβε πώς ή ένωση επιβαλλόταν γιά τήν σωτηρία τής πατρίδος. Οί άλλοι όμως πού αποτελούσαν πλειοψηφία καί όλος ό κατώτερος κλήρος μαζί μέ τούς μοναχούς ήταν τελείως αντίθετοι. Προέβαλλον τό επιχείρημα πώς είναι προτιμότερη ή απώλεια τής πατρίδος παρά τής θρησκευτικής καθαρότητος. Ό Παλαιολόγος στήν συνέχεια λοιδωρείται καί χαρακτηρίζεται ώς Λατινόφρων. Οί μαυρόχλαινοι παρότρυναν τόν λαό σέ απείθεια εναντίον τού Βασιλέα, ενώ ή αδελφή του Ευλογία καί ό Φραγκόπουλος προσεπάθησαν νά συνωμοτήσουν κατά τού Μιχαήλ. Οί αναταραχές πού ακολούθησαν μεταξύ ενωτικών καί ανθενωτικών ήταν αιματηρές, αλλά τά οφέλη από τήν ένωση ήταν μεγαλύτερα από τήν εσωτερική αναταραχή πού προκάλεσε.
Ό Πάπας Γρηγόριος Ι΄παρεμπόδισε τίς Ανδεγαυϊκές δυνάμεις τού Καρόλου νά επιτεθούν κατά κράτους πιστού στήν Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, καί έτσι τό Βυζαντινό κράτος διετηρήθη γιά 170 χρόνια ακόμα.
Αυτοί οί μαυρόχλαινοι, οί μοναχοί ήταν ένα έκ τών ισχυρών οργάνων τής Χριστιανικής επιβολής. Κατέστρεφαν κάθε τί τό παλαιό. Κοινοβιάτες ή ερημίτες μοναχοί, όλοι αυτοί οί σεμνοί στρατιώτες τού «Ιησού» ζούσαν καί ανέπνεαν γιά τήν καταστροφή. Τά θεμέλια τής αρχαίας κοινωνίας έχουν πλέον ανατραπεί ριζικά. Ό Ασκητισμός πού απέβλεπε στήν σωτηρία τής ψυχής καί ανεπτύχθηκε στήν έρημο, εξελίχθηκε σέ κοινόβιο μηχανισμό, πού πήρε διαστάσεις καί κύρος στίς πόλεις. Από τότε ή έρημος έρρεπε ακατάσχετα πρός τήν πόλι. Τά κτήματα καί οί αγροί τών μοναστηρίων αυξήθηκαν καί ό αριθμός τών μονών πολλαπλασιάσθηκε υπερμέτρως. Τά λείψανα οσίων καί μαρτύρων μαζί μέ τίς «θαυματουργές εικόνες» δημιουργούν μία επικερδή βιομηχανία Χριστοκαπηλείας πού γίνεται καί σήμερα. Ή κατώτερη τάξη τής εκκλησίας ήσαν άσχετοι περί σοφίας καί τά τού Χριστού διδάγματα, ενώ ή ανώτερη τάξη τής εκκλησίας σαγηνευόταν από τήν εξουσία, τό χρυσάφι καί τίς ηδονές. Οί εκτροπές τού κλήρου παρέσυραν καί αυτοκράτορες, ώστε ό Κων/νος νά είναι αιρετικός, ό Ιουλιανός Έλλην, οί Ζήνων καί Αναστάσιος μονοφυσίτες, οί Κώνστας καί Ηράκλειος μονοθελητές, οί Λέων ό Ίσαυρος, ό Μιχαήλ Τραυλός, ό Θεόφιλος καί τά παιδιά των εικονομάχοι κλπ. Ό Μαυρίκιος(582-602μχ) εξέδωσε ειδικό διάταγμα, πού απαγόρευε στούς υπαλλήλους τού κράτους νά γίνονται μοναχοί ή νά κλείνονται σέ μοναστήρια.
Ό Ηράκλειος, πού από τήν εποχή τού οποίου οί αυτοκράτορες φέρουν Ελληνικά ονόματα, έντρομος διαπίστωσε τό μέγεθος τής εξαπλώσεως αυτής τής «επιχειρήσεως». Εξέδωσε μάλιστα νόμο μέ τόν οποίον περιέστειλε τίς καταχρήσεις τού κλήρου καί περιόρισε τόν αριθμό ιερέων πού λειτουργούσαν στήν Πόλιν. Τήν παρακμή καί τήν αμάθεια τών κληρικών ελεεινολογεί ακόμα καί ό θρησκόληπτος Αλέξιος Κομνηνός στήν «περί ψήφων καί κληρικών διάταξη νόμου». Επίσης ό Νικηφόρος Φωκάς περιέστειλε τήν επέκταση τών μοναστηρίων καί θέσπισε τήν ακτημοσύνη τών ευαγών ιδρυμάτων. Οί μελανόχλαινοι στρατιώτες τού «Ιησού» εγλίχοντο τότε κτημάτων καί χρημάτων, εθυροκόπουν τούς οίκους τών πλουσίων, εθήρευον τήν άνεσιν καί εξηγόρευον χρησμούς πολιτικούς. Αφού λοιπόν οί μοναχοί απομυθοποίησαν τόν σεμνό μυστηριακό χαρακτήρα τού ασκητισμού, ή ιερή γή τής ερήμου μεταβάλλεται σέ Ισλαμική αμμοθύελλα. Ό Μωάμεθ θεωρεί τόν Εβραϊσμό καί τόν Χριστιανισμό ανεπαρκείς, πού πρέπει νά μεταρρυθμιστούν ή νά εκλείψουν. Γιαυτό τούς Εβραίους τούς απορρίπτει καί τούς Χριστιανούς τούς ονομάζει ειδωλολάτρες,αλλά τόν Ιησού τόν χαρακτηρίζει αξιοσέβαστο προφήτη τού Ισλάμ. Πολύ γρήγορα αυτός ό Μουσουλμανισμός προσπαθεί νά σκεπάση τήν Ευρώπη, όμως αντί μέσου τής Πόλεως νά βαδίση εναντίον τής Ευρώπης, μετά τήν βαριά ήττα τό 626μχ, επέστρεψε κακήν κακώς στήν έρημο. Οί Βυζαντινοί εόρτασαν αυτά τά επινίκεια μέ ύμνους πρός τήν Θεοτόκο, τόν Αυτοκράτορα καί μέ ιπποδρομίες. Τά κατορθώματα τού Ηρακλείου απαίτησαν μεγάλα χρηματικά ποσά πού εξοικονομήθησαν από τίς κατασχέσεις στά μοναστήρια καί τής εκκλησιαστικής περιουσίας. Τό μεγάλο αυτό σόκ πού εδέχθη τό Βυζάντιο μέ τόν επτάχρονο Ισλαμικό πόλεμο, ήταν αδύνατο νά περάση ετσι χωρίς συνέπειες. Από τότε τρέχει τήν ραχοκοκαλιά τού Βυζαντίου ένας αδιόρατος σπινθήρας, πού γρήγορα μεταβάλλεται σέ πολιτική καί θρησκευτική μεταρρυθμιστική πυρκαϊά. Ή προσπάθεια αναχαίτισης αυτής τής φωτιάς γέννησε ανωμαλία. Από τό 685μχ καί επί 30 χρόνια πέρασαν από τό Βυζάντιο επτά αυτοκράτορες. Ό Ιουστινιανός Β΄προκειμένου νά κατασκευάση αποβάθρα στόν Δήμο τών Βενετών, γκρέμισε τό εκκλησάκι τής Θεοτόκου. Ό Στρατηγός Λεόντιος συνέλαβε τόν Ιουστινιανό μέ προτροπή τού ιερατίου, τόν ρινοτομεί, τόν γλωσσοκόπτει καί αφού τόν εξορίζει, γίνεται αυτοκράτορας(695-698μχ). Άλλος στρατηγός ό Αψίκαρος θεωρεί τόν Λεόντιο δυσεβή επειδή δέν αναστήλωσε τόν ναό, καί αφού τόν ρινοτομεί, αναγορεύεται εκείνος αυτοκράτορας μέ τό όνομα Τιβέριος Β΄(698-705μχ). Κατόπιν Ό Ιουστινιανός επανέρχεται από τήν εξορία, συλλαμβάνει τόν Αψίκαρο καί τόν Λεόντιο καί τούς καρατομεί. Τό 711μχ άλλος ένας θεοσεβής στρατηγός, ό Φιλιππικός(711-713μχ) συλλαμβάνεται από τόν Ιουστινιανό μαζί μέ τόν υιό τού Τιβέριου, τούς οποίους κατασφάζει καί ανεβαίνει στόν αυτοκρατορικό θρόνο. Ό Φιλιππικός διέταξε τήν αποκαθήλωση τών εικόνων από τούς ναούς πού απεικόνιζαν τίς έξι προηγούμενες οικουμενικές συνόδους, μέ τήν αιτιολογία ότι αυτοί είχαν αγιοποιηθεί καί ώς έκ τούτου δέν ήταν δυνατόν νά γίνονται αντικείμενα λατρείας. Κατόπιν συνελήφθη καί αφού τόν τύφλωσαν, τόν έσφαξαν. Μέ τήν βοήθεια τού Στρατού, φοράει τό στέμμα ό στρατηγός Αρτέμιος, υπό τό όνομα Αναστάσιος Β΄ (713-715μχ), ό οποίος ανατρέπεται από τόν Θεοδόσιο Γ΄(715-717μχ), γιά νά εκδιωχθή καί αυτός μέ τήν σειρά του από τόν θρησκόληπτο λαό. Αυτοί οί δύο οί τελευταίοι αρνήθηκαν νά αναστείλουν τά αντιμοναχικά μέτρα τού Ηρακλείου καί νά αποδώσουν τήν εκκλησιαστική περιουσία πού είχε κατασχέσει ό Ηράκλειος στήν μεγάλη τού σταυροφορία εναντίον τού Ισλάμ. Καί οί δύο αυτοί γιά νά γλιτώσουν εγκατέλειψαν τόν θρόνο καί έγιναν μοναχοί. Από τό 717-741μχ έρχεται ό Λέων ό Ίσαυρός καί ή περίοδος εικομαχίας.
Ό Λέων διέταξε τό άγαλμα τού Ιουστινιανού τού πρώτου, τό οποίο έδειχνε μέ τεντωμένο τό δεξί χέρι τήν Περσία, νά τό γυρίσουν καί νά δείχνη τήν Μέκκα, υποδηλώνοντας έτσι τίς πολεμικές διαθέσεις τού Χριστιανικού κόσμου πρός τό Ισλάμ. Επί Λέοντος είχαν διαμορφωθεί δύο πολιτικές τάσεις : Τών σοφολογιωτάτων Αττικιστών, στήν οποία συμπεριλαμβάνονταν καί οί αιρασιάρχες, καί ή άλλη τάση τών θεολόγων, οί οποίοι επέμεναν στίς εκκλησιαστικές παραδόσεις τής Ορθοδοξίας. Εάν ό αυτοκράτορας ήθελε νά χαρακτηρισθή ευσεβής έπρεπε νά προστατεύη τήν τάξη τής θεολογίας καί νά καταδιώκη τήν αρχαία φιλοσοφία καί τίς αιρέσεις, ενώ διαφορετικά τόν θεωρούσαν ασεβή καί βρισκόταν αντιμέτωπος μέ τήν εκκλησία. Οί Αττικιστές απέρριπταν τήν ανάμιξη τής εκκλησίας στήν πολιτική καί ονειρεύονταν τήν επάνοδο τού Χρυσού Αιώνος τού Περικλέους. Ό Λέων απέρριπτε τούς Αττικιστές, διότι οδηγούσε σέ ανεδαφικό παρελθόν, όπως καί τήν Ορθοδοξία, διότι μιλούσε γιά μία αβέβαιη ουράνια πολιτεία, ή οποία δέν εξασφάλιζε τήν επί τής γής διαμονή τών πολιτών από τήν βέβαιη Μουσουλμανική καταιγίδα. Γιαυτόν υπήρχε μία τρίτη οδός. Ήθελε μία ανεξιθρησκεία καί τόν χωρισμό τής εκκλησίας από τό κράτος. Ή μεταρρύθμιση πού ήθελε νά φέρει έλεγε πώς ή εκκλησιαστική περιουσία θά πάει στό κράτος, αφού οί άγιοι πατέρες πρέπει νά πάνε στόν παράδεισο καί οί μυριάδες μοναχοί πού δέν είναι γέροι θά αποσχηματισθούν γιά νά τεκνοποιήσουν, προκειμένου νά ενισχυθή ό πληθυσμός καί ειδικά ό στρατός. Μία μεταρρύθμιση πού έθιγε τεράστια συμφέροντα, διότι χτύπαγε καίρια τήν οκνηρία καί τήν θρησκοληψία. Τσάκιζε τό εμπόριο τών Χριστιανοκάπηλων, τών λειψανοπωλητών καί σκοταδιστών. Ή εκκλησία δέχθηκε ισχυρό ράπισμα καί ό Ορθοδοξία από άνδρο συμμορίας αποκτά άλλη οντότητα. Στόν πολιτικό τομέα κηρύσσεται ισονομία καί ισοπολιτεία καί εξαγγέλεται ή κατάργηση τής δουλείας γιά τούς Χριστιανούς. Ή έντεχνη διαρροή τών μέτρων πρός τόν λαό προκάλεσε αναστάτωση σέ όλη τήν Αυτοκρατορία.
Εκτός τών άλλων ή προσπάθεια ερμηνείας τών γραφών, δημιούργησε μία από τίς πλέον δυναμικές αιρέσεις, τών Παυλικιανών, πού είχε ιδρύσει ό Παύλος Σαμοσατέα. Αυτοί έβγαλαν τό συμπέρασμα ότι ό Ιησούς δέν έχει καμία σχέση μέ τόν Γιαχβέ καί γιαυτό αποκήρυξαν τήν παλαιά διαθήκη. Ό Χριστιανισμός είχε γίνει θρησκεία ανάξια κάθε λογικής καί ελευθερίας τού ανθρώπου καί μάλιστα όταν ό Ιησούς είχε σταυρωθεί γιά τόν θρίαμβο τής αληθείας. Οί Παυλικιανοί απέρριψαν εικόνες, άγια λείψανα, λειτουργικά σκεύη, ιερά άμφια, σταυρούς, θρησκευτικά σύμβολα κ.α. Ή τού Λέοντος μεταρρύθμιση όμως ήθελε νά φέρει τήν ισορροπία μεταξύ θρησκείας καί πατρίδας. Λίγους μήνες μετά ή σύζυγός του Μαρία στέφεται Αυγούστα καί ό Λέων καταφθάνει στόν ναό τού Τρικλινίου Αυγούστου, κρατώντας τόν υιό αυτού, τόν οποίον καί βαπτίζει. Τό μωρό όμως λέρωσε τήν κολυμβήθρα καί από τότε ονομάσθηκε Κωνσταντίνος Κοπρώνυμος. Ό Πατριάρχης Γερμανός όμως τό θεώρησε κακό σημάδι, καί μέ αυτήν τήν δικαιολογία κινήθηκε συνομωτικά. Αμέσως πλούσιοι Κων/πολίτες μέ επικεφαλής τόν Μάγιστρο Νικήτα κινητοποιούνται ανατρεπτικά. Προτρέπουν τόν πρώην αυτοκράτορα Αναστάσιο σέ επανάσταση. Ό Λέων προνοητικός, παίρνει τόν υιό του καί τόν στέφει διάδοχο τού θρόνου, αποκλείοντας τό ενδεχόμενο ανατροπής του. Έν τώ μεταξύ ένας κάτοικος τής Συρίας πήγε στόν Χαλίφη Αζίζ καί τού ανήγγειλε ότι θά εγεμόνευε επί τριάντα χρόνια, εάν αφαιρούσε μέ νόμο από τίς εκκλησίες τίς εικόνες. Ό Αζίζ πείσθη καί μέ ειδικό διάταγμα χαρακτηρίζει τήν λατρεία εικόνων ώς ειδωλολατρία. Ένας άλλος Χριστιανός από τήν Συρία, φθάνει στήν Κων/λιν καί προπαγανδίζει κατά τών εικόνων. Καί τότε δειλά δειλά εμφανίζονται οί πρώτοι επίσημοι εικονομάχοι. Τό 724μχ στίφη Σαρακινών κυκλώνουν τήν Νίκαια καί οί σφαγές καί οί εμπρησμοί αποδίδονται στήν αμαρτία τής ειδωλολατρίας. Τό 725μχ ό Λέων συγκαλεί Σελέντιο στό Τριβουνάλιο, στό οποίο βρίσκεται ό οικομενικός Πατριάρχης Γερμανός, γιά νά προετοιμασθή ή κοινή γνώμη καί νά δεχθή τήν μεταρρύθμιση τού Λέοντος. Οί Χριστιανοί μαζεύονται έξω από τά ανάκτορα, τήν Αγία Σοφία καί τόν Ιππόδρομο, ουρλιάζοντας καί απαιτώντας τήν πάταξη τής ειδωλολατρίας. Ό Λέων μέ κόκκινα γράμματα υπέγραψε τήν μεταρρύθμιση καί ό Γερμανός παραιτήθη. Ό Σύγκελλος τότε Αναστάσιος ανέλαβε αυτός Πατριάρχης καί πλέον παρά τίς αντιδράσεις, ή μεταρρύθμιση ξεφεύγει από τό θεωρητικό καί μπαίνει στήν εφαρμοσμένη πράξη. Οί εικολάτρες δέχθηκαν χωρίς αντίσταση καί στωικά τήν νέα αυτή μεταρρύθμιση. Δυστυχώς όμως οί εικονολάτρες εδιώχθησαν μέ τρόπο παρόμοιο μέ αυτόν τών Εθνικών. Κυνηγήθηκαν άγρια, τυφλώθηκαν, εξορίσθηκαν ή θανατώθηκαν δημόσια από τόν όχλο. Πρώτο θύμα ή Θεοδοσία, μία νεαρή θρησκόληπτη πού είδε ένα στρατιώτη νά ξεκρεμά από δημόσιο κατάστημα έναν σταυρό καί αμέσως επήγε καί τράβηξε τήν σκάλα, μέ συνέπεια νά γκρεμιστή καί νά βρή τραγικό θάνατο ό στρατιώτης. Αυτήν λοιπόν είναι ή Θεοδοσία ή οποία ανακηρύχθη αγία από τούς Χριστιανούς καί εορτάζεται στίς 29Μαϊου. Μέ ποίο λοιπόν κριτήριο αγιάζει ή Θεοδοσία, μία κοινή εγκληματίας καί όχι ό Νικηταράς καί ό Παπαφλέσσας. Περισσότερο από κάθε άλλη επαρχία διέπρεψαν κατά τού Ιουδαιοχριστιανισμού οί περιοχές τών Κυκλάδων, ή Βοιωτίας καί ή Πελοποννήσου. Οί εκεί Τελευταίοι Εθνικοί Έλληνες θέλησαν νά εκμεταλευτούν τήν εικονομαχία. Ό Θεοφάνης στό έργο του (σελ.339) διέσωσε μία Ελληνική Ελληνικότατη επανάσταση, ή οποία είναι πρωτοφανής γιά τήν έκτασίν της, τήν αυθάδεια καί τήν ανδρεία τών τών αρχηγών της. Οί Πελοποννήσιοι, οί νησιώτες καί οί Θηβαίοι, μέ κοινή συμφωνία απέρριψαν τό εικονομαχικό ψήφισμα, αποκήρυξαν τόν Λέοντα καί στήν θέσιν του αναγόρευσαν αυτοκράτορα κάποιον Κοσμά. Συγκρότησαν στόλο καί στρατό καί ένα ωραίο πρωί βρέθηκαν στήν Πόλιν. Αρχηγοί τής εξτρατείας ήτο ό Αγαλλιανός καί Στέφανος, άριστοι στρατιωτικοί αλλά πολύ ριψοκίνδυνοι. Ή θρασύτατη αυτή πολεμική ενέργεια έχει τεράστια σημασία, διότι μετά από διωγμούς αιώνων ακόμα υπήρχαν Έλληνες μέ Εθνική συνείδηση, πού μπορούσαν νά χτυπήσουν τήν ίδια τήν Βασιλεύουσα. Ή Βυζαντινή καινοτομία εκείνων τών χρόνων είναι τό τέλος μίας εποχής καί ή αρχή μίας νέας. Καί τούτο διότι τό εικονομαχικό γεγονός τού 8ου αί.μχ κατατάσσεται όχι στήν εκκλησιαστική, αλλά στήν πολιτική ιστορία τού μεσαιωνικού Ελληνισμού. Ή εικονομαχία ασφαλώς καί είναι μία ψευδεπίγραφη ονομασία μίας περιόδου κατά τήν οποία σημειώνεται ή ένοπλη συνάντηση τού Ισλάμ μέ τόν Χριστιανισμού. Δύο δηλαδή θρησκείες πού αλληλομάχονται γιά τήν κυριαρχία τού κόσμου. Δέν πρόκειται φυσικά γιά μία δογματική αντιπαράθεση, αλλά περί ενός πραγματικού πολέμου, κατά τόν οποίον τά στίφη τών Αράβων προσβάλλουν τήν σάρκα καί τό πνεύμα τού Δυτικού πολιτισμού. Ό Μωάμεθ συγκρότησε ένα τεράστιο θρησκευτικό στρατό, στόν οποίον όφειλε νά αντιπαραταχθή ή Βυζαντινή οικουμενική σύνοδος. Ή εικονομαχία στόχευε στήν ενεργοποίηση καί τόν πατριωτισμό τών Βυζαντινών υπηκόων, τόν οποίον είχε ναρκώσει ό μοναχισμός καί ή θρησκοληψία. Στόχευε στήν εύρεση χρημάτων γιά τόν αγώνα, χρήματα τά οποία θά μαζεύονταν από τούς ναούς καί τά μοναστήρια. Ή εικονομαχία μπορεί νά κτύπησε αλύπητα τό τυπικό τής κοινής λατρείας, όμως δέν παρέβη ούτε ένα άθρο τής Α΄οικουμενικής συνόδου, ούτε συζήτησε δογματικά θέματα. Καί όχι μόνον αυτό αλλά διαχώρησε τήν θέσιν της από τούς Μονοθελήτες, τών οποίων ή δράση συμπίπτει μέ τήν μεταρρύθμιση. Ή εικονομαχία ήταν ένας δρόμος κοινωνικής αλλαγής καί πειραματισμού. Ή εικονομαχία σηματοδοτεί τό έναυσμα τών κοινωνικών επαναστάσεων στήν Δυτική Ευρώπη καί τήν θυελλώδη είσοδο τού Ελληνικού κλασσικού πολιτισμού. Οί Ίσαυροι κατανάλωσαν τόν βίο των αμυνόμενοι τής Ισλαμικής λύσσας καί πολεμώντας τόν σκοταδισμό τών ρασοφόρων, τήν θρησκοληψία καί τήν απληστία των. Ό Λέων ήτο ό Βασιλεύς τών Γραικών, αφού αυτός πρώτα κατήργησε τά επίσημα Λατινικά καί έφερε τά Ελληνικά, μαζί μέ Ελληνικά νομίσματα πού δέν έγραφαν πλέον Caesar, Augustus κλπ, αλλά Βασιλεύς. Ό Λέων Ίσαυρος ό πρωτεργάτης τής μεγάλης εικονομαχικής μεταρρυθμίσεως, δέν είχε υπολογίσει ότι άνοιγε τόν κρουνό τού αίματος γιά τά επόμενα 100χρόνια. Ό Κων/νος(741-775μχ) διάδοχος τού Λέοντος θέλησε νά παντρεύση τόν υιό του Λέοντα Δ΄ μέ παρθένα, αντάξια τών αυτοκρατορικών προσδοκιών. Έκρινε φρόνιμο νά στρέψη τό βλέμμα του στήν Αθήνα. Ή εκλογή του ήταν ή κόρη τού Σοφιστή Σαραντάπηχου, ενός έκ τών τελευταίων πού αρνούνταν νά ζήσουν στό παρόν καί επέμεναν νά ζούν στήν ανάμνηση τού παρελθόντος. Ή Ειρήνη έφθασε στήν Κων/λιν, χωρίς συγγενείς, πατρικίους καί φίλους. Ούτε προίκα κουβάλαγε, ούτε κάν νυφικό είχε. Ό μόνος πλούτος πού έφερνε ήταν ότι έσερνε τήν μεγάλη κληρονομιά τής πατρίδος της, εκτός βέβαια από τήν εκτυφλωτική ομορφιά της πού εξέπληξε ακόμα καί «αγίους». Ό γάμος έγινε στά 770μχ. Στά πέντε χρόνια πού μεσολάβησαν ή Ειρήνη κατάλαβε τήν μυστικές συνωμοσίες, όλων όσων έχασαν από τήν μεταρρύθμιση. Σέ αυτήν τήν αντιπολίτευση τών κληρικών, τίς μηχανορραφίες τών Ορθοδόξων αρχόντων καί τό ευμετάβλητο τού όχλου, προστέθησαν καί οί λόγιοι. Καί επειδή ή μεταρρύθμιση κατήργησε πολλά μονοπώλια, δέν άφησε ανενόχλητο τόν πατροπαράδοτο λογιοτισμό. Οί Ίσαυροί πίστευαν πώς αυτή ή στείρα παιδεία οδηγούσε τό κράτος σέ ευνουχισμό. Γιαυτό καί έντεχνα κατηγορήθηκαν ότι δήθεν εκείνοι ήσαν πού καταδίωκαν τά γράμματα καί περιέκοπταν τούς μισθούς τών καθηγητών καί άλλα πολλά. Λίγο μετά τόν γάμο τής Ειρήνης πέθανε ό Λέων Δ΄καί ανέβηκε στήν θρόνο αυτή ώς επίτροπος τού ανήλικου διαδόχου. Ή Ειρήνη έστειλε πρεσβεία στήν Γαλλία, απαρτιζόμενη από τόν Κων/νο Σακελάριο καί Μάμαλη τόν Πριμικήριο, προκειμένου νά ζητήσουν γιά νύφη τού ανήλικου υιού της Κων/νου ΣΤ΄ τήν κόρη τού Καρλομάγνου Ρωθρούδα καί επί τό Ελληνικότερο Ερυθρώ. Ό αρραβώνας έγινε στήν Ρώμη διά αντιπροσώπων, ιερουργούντος τού ιδίου τού Πάπα.


Ό Ελισσαίος, έκ τών πλέον μορφωμένων τής εποχής, ηγούμενος πολυανθρώπου αποστολής πηγαίνει στό Παρίσι όπου εγκαθίσταται κοντά στήν βασιλική μνηστή, προκειμένου νά τής διδάξη τής γλώσσα τών Γραικών. Από αυτόν τόν χρόνο 782μχ, αρχίζει ή εκπολιτιστική εποποιϊα τής Ευρώπης τού Καρλομάγνου. Μία στρατειά μηχανικών, πολεοδόμων, ανθρώπων τών γραμμάτων καί τής τέχνης, κατακλύζει τήν χώρα τών Φράγκων, οί οποίοι τούς δέχονταν μέ ανοιχτές αγκάλες. Ό Ελισσαίος μαζί μέ τόν Ισπανό Ελληνιστή Θεόδουλφο, αναδεικνύονται σέ πρωτεργάτες τούς Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ό Καρλομάγνος τόν χειμώνα τού 782μχ γνωρίζεται μέ τόν Άγγλο δάσκαλο καί Ελληνιστή Αλκουίνο, από τόν οποίον διδάσκεται ρητορική, διαλεκτική κ.α. Ή φιλομάθεια τού Καρλομάγνου δημιουργεί στήν αυλή του έναν κύκλο διανοούμενων : Ελισσαίος, Θεόδουλφος, Αλκουίνο, Πώλ Ντιάκρ καί Πέτρο τής Πίζας. Ονόματα Ελλήνων φιλοσόφων καί ποιητών, πρωταγωνιστούν στά ενδιαφέροντα αυτά συμπόσια. Ή Ειρήνη κόβει τό πρώτο καθαρό Ελληνικό νόμισμα, μετά τόν Μόμμιο καί Σύλλα. Τήν εποχή αυτή, οί Δυτικοί αναγνωρίζουν τούς Έλληνες μέ τό όνομα Γραικοί, καί τήν χώρα όπου ή Ειρήνη κυβερνά Γραικία. Ή Ειρήνη αφού ταξινόμησε τά εξωτερικά θέματα, έστρεψε τήν προσοχή της στήν εικονομαχία. Νέος Πατριάρχης στήν θέσι τού Παύλου, γίνεται ό Ταράσιος πού ήταν μυστικοσύμβουλος τού παλατιού. Ό Ταράσιος ώς όρο προκειμένου νά αποδεχθή τό αξίωμα, βάζει τήν αναστήλωση τών εικόνων. Τόν Αύγουστο τού 786μχ στόν ναό τών αγίων Αποστόλων συγκαλείται σύνοδος, στήν οποία συνέρχονται όλοι αδιακρίτως, Επίσκοποι καί Ηγούμενοι. Έν τούτοις ή Ειρήνη τό 787μχ συγκαλεί νέα σύνοδο μακριά από τήν Κων/πολιν, στήν Βιθυνία, μέ τήν προστασία ισχυρής δυνάμεως στρατού. Αυτή ήταν ή έβδομη καί τελευταία οικουμενική σύνοδος τού Χριστιανισμού. Εκεί στήν αγία Σοφία στήν Νίκαια, όπου είχε γίνει τό 325μχ ή πρώτη οικουμενική σύνοδος, αποφασίζεται οριστικά ή αναστήλωση τών εικόνων. Έτσι μέσα σέ δύο χρόνια γίνονται δύο σύνοδο, όπου στήν μέν πρώτη Κων/λεως νικά ή εικονομαχία, ενώ στήν δεύτερη στήν Νίκαια νικά ή εικονολατρεία. Στά 800μχ γιά πρώτη φορά επαναλειτούργησε ή Ακαδημία Πλάτωνος, γιά νά κλείση τό 802μχ μέ τόν θάνατο τής Ειρήνης στήν Λέσβο, όπου καί εξορίσθη. Ή Ειρήνη είναι αυτή πού εισήγαγε τόν Ελληνικό πολιτισμό στήν Ευρώπη, μεταφέροντας στό Παρίσι όχι μόνο τόν κάπως γνωστό Αριστοτέλη, αλλά κυρίως τόν Πλάτωνα. Γι’αυτό καί σωστά οί ιστορικοί τού Ευρωπαϊκού πολιτισμού θεωρούν τόν Καρλομάγνο καί τήν Ειρήνη ώς σημεία αφετηρίας τού πολιτισμού τής Δυτικής Ευρώπης. Ή Ειρήνη μέ τό εικονόφιλο πνεύμα τών Ελλήνων, τόλμησε μέ τήν έβδομη οικουμενική σύνοδο νά αναστηλώση τυπικά τίς εικόνες καί νά σταματήση τήν μεγάλη θρησκευτική διαμάχη, πού στοίχισε στούς Έλληνες πολύ αίμα. Ή εικονομαχία υποχρέωσε χιλιάδες Μακεδόνες νά βρούν καταφύγιο κοντά στούς Σλάβους. Ικανή μερίδα τών σημερινών «Σλαβομακεδόνων» άγουν τήν καταγωγή των από τότε. Καί χρειάσθηκε νά εμφανισθή μία άλλη εστεμένη Ελληνίδα γιά νά αποκαταστήση μετά από λίγα χρόνια πλήρως τίς εικόνες.
Μετά τόν θάνατο τής Ειρήνης καί έως τό 829μχ, όπου τόν θρόνο τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατακτά ό Θεόφιλος ακολουθεί μία σειρά εικονομάχων, πιστών στήν θρησκευτική καί πολιτική μεταρρύθμιση. Τόν επόμενο χρόνο, ή μητριά τού Θεοφίλου ή Ευφροσύνη, θέλοντας νά διαλέξη νύφη, διοργάνωσε καλλιστεία στά οποία έλαβαν μέρος οί πιό όμορφες καί έξυπνες τής Αυτοκρατορίας. Ανάμεσά τους ξεχώρισαν δύο καλλονές, οί οποίες ήταν καί οί επικρατέστερες. Ή Κασσιανή, ή οποία καταγόταν από τήν γενιά τών Κασσίων ιερέων τού Κασσίου Διός. Ή άλλη Ελληνίδα ήταν πρώην θεατρίνα από τήν Παφλαγονία, ή Θεοδώρα. Ή φοβερή μόρφωση της τήν έφεραν μαζί μέ τήν Κασσιανή στίς δύο τελικές θέσεις. Ό Θεόφιλος πλησιάζει τήν Κασσιανή καί τής λέγει: «έκ γυναικός πηγάζει τά φαύλα!». Οί Θεολόγοι πιστεύουν πώς ενοούσε τήν Εύα, ενώ ή εκκλησία έλεγε πώς ενοούσε τήν Αφροδίτη. Ατάραχη ή Κασσιανή, κατάλαβε τό υπονοούμενο, καρφί στήν Ελληνική παιδεία της, καί απήντησε: «Ναί, αλλά καί έκ γυναικός πηγάζει τά κρείττω», ή σοφία τής Αθηνας δηλαδή, αλλά οί Θεολόγοι θέλουν νά ομιλούν περί Παναγίας. Ή απάντηση τάραξε τόν αυτοκράτορα καί τήν έκλεισε σέ μοναστήρι. Ή Θεοδώρα παντρεύτηκε τόν Θεόφιλο στά 830μχ καί έμελλε νά είναι αυτή πού αναστείλωσε τίς εικόνες. Εκείνη τήν εποχή οί δύο μεγάλοι μελωδοί, ό Άνθιμος πού υποστήριζε τίς αποφάσεις τής συνόδου τής Χαλκηδόνος(451μχ) εναντίον τού Μονοφυσιτισμού καί ό Τιμοκλής πού τίς απέρριπτε, βρέθηκαν σέ δύο στρατόπεδα ενός αμείλικτου πολέμου. Ό Άνθιμος διεύθυνε ολονύχτιες τελετές, όπως παλαιότερα έκαναν πρός τιμήν τής Αφροδίτης, Ίσιδος καί Μίθρα, όπου Oρθόδοξη χορωδία σέ απρόσιτες σπηλιές, έψελναν τήν θεανθρώπινη φύση τού Ιησού. Οί φανατικοί διώκτες των, αφού τούς έβρισκαν, τούς διαπόμπευαν καί τούς έκλειναν φυλακή. Όσοι δέ επέμεναν στήν «ειδωλολατρική» ολονυχτία, τούς παρέδιδαν στήν άγρια εκδίκηση τού όχλου. Ό Θεόφιλος, εικονομάχος έκ πεποιθήσεως, κυνήγησε καί βασάνισε πολύ κοσμο, όπως τούς αδελφούς Θεόδωρο καί Θεοφάνη, στά πρόσωπα τών οποίων κέντισε (τατουάζ) ιαμβικούς ύμνους. Ή Θεοδώρα σοφίζεται κάτι πού κάνει ευκολότερη τήν αντιγραφή τής αρχαίας Ελληνικής γραμματείας. Τά κείμενα μέχρι τότε γράφονταν στά κεφαλαία, καί ή Θεοδώρα δίπλα σέ κάθε κεφαλαίο γράμμα βάζει ένα μικρό, δημιουργώντας μία φιλολογική επανάσταση. Τό παλαιότερο αντίγραφο μέ μικρογράμματα είναι τού 836μχ καί βρίσκεται στήν αγία Πετρούπολιν. Οί διωγμοί τών θεατρίνων σταμάτησαν καί σιγά σιγά εισήλθε ή φιλοσοφία στά Πανεπιστήμια. Ό Λέων ό Σοφός, ό Φώτιος, ό Μεθόδιος, ό Κύριλλος, ό Λέων ό Χοιροσφάκτης καί άλλοι διαμόρφωσαν έναν άλλο πολιτισμό. Αντιπροσωπεύουν τήν τελευταία εικονομαχική περίοδο. Τό 842μχ πεθαίνει ό Θεόφιλος καί Βασιλείς ανακηρύσσονται ή Θεοδώρα καί ό ανήλικος υιός της Μιχαήλ Γ΄.Βασιλικοί επίτροποι ήσαν δύο : Θεόκιστος ό πατρίκιος καί ό πρωτομάγιστρος Μανουήλ. Σύμβουλοι τού θρόνου τοποθετήθηκαν τά αδέλφια της Θεοδώρας, Βάρδας καί Πατρωνάς μαζί μέ τόν θείο των μάγιστρο Νικητιάτων. Μετά τήν στέψη καί κατά τό συμπόσιο πού ακολούθησε, ό Βασιλικός επίτροπος Μανουήλ προσεβλήθη από μία μυστηριώδη αρρώστια πού τού έφερε υψηλό πυρετό καί νεκρική χλωμάδα. Φαίνεται πώς ή Θεοδώρα σοφίστικε κάτι ακόμα καλλίτερο. Κάποιοι μοναχοί Στουδίτες, πιστοί φίλοι τής Θεοδώρας, επισκέφτηκαν τόν Μανουήλ, δήθεν γιά νά τόν εξομολογήσουν. Μόλις ό Μανουήλ άνοιξε τά μάτια του καί τούς είδε, οί μοναχοί τού είπαν: «άν υποσχεθής στόν Θεό ότι θά φροντίσεις νά αναστηλωθούν οί εικόνες, εμείς σέ βεβαιώνουμε ότι θά σού χαρίση τήν ζωή». Ό Μανουήλ έντρομος επήγε στήν Θεοδώρα καί τής ζήτησε νά αναστηλώση τίς εικόνες. Εκείνη έξυπνη, είπε ότι δέν μπορούσε νά χαλάση τήν μεταρρύθμιση. Τότε ό Μανουήλ κινήθηκε απειλητικά, καί εκείνη εδέχθη. Ή Θεοδώρα είχε θριαμβεύσει. Μέ προτροπή τού πρωτομαγίστρου Μανουήλ, κλείνει γιά πάντα τό μεγάλο κεφάλαιο τής εικονομαχίας. Καθαιρούνται καί διώκονται όλοι οί εικονομάχοι, ιερείς, αξιωματούχοι κ.α. Ό Ιωάννης Ζ΄εξορίσθη καί καταδικάσθηκε σέ τύφλωση. Ακόμη εκτοξεύθηκαν αναθέματα όπως :

«Ούκ έδει σε, ώ παράνομε, ονομάζεσθαι ταύτην τήν κλήσιν, μάλλον δέ Πυθαγόραν καί Κρόνου καί Απόλλωνα ή τινά τών άλλων Θεών ών τού βίου εζηλώσας τερπόμενοις ταίς ασελγείας αυτών».

Στά αναθέματα εναντίον τού Ιωάννη ή Ιάννη ενσωματώθηκε καί μία σειρά αναθεμάτων εναντίον τών Ελλήνων. Αυτό τό όνειδος, αυτές οί ύβρεις πού διαβάζονται από τούς αισχρούς Ορθοδόξους κατά τήν διάρκεια τού Τριωδίου, δείχνουν άν μή τί άλλο, τό μίσος τής μαυροφορεμένης Χάρυβδης εναντίον τών Ελλήνων.
Τήν αναστήλωση τών εικόνων ακολούθησε διωγμός καί εναντίον όλων τών αιρέσεων. Ή θρησκεία τής αγάπης κατα τ’άλλα, μέ ή χωρίς εικόνες είναι τό ίδιο σκληρή, ανελέητη καί αιματοβαμμένη. Ή αναστήλωση όμως τών εικόνων ικανοποίησε τούς Χριστοκάπηλους καί επανέφερε τίς μετάνοιες καί γονυκλισίες μπροστά στά τέμπλα τών «θαυματουργών» ελαιογραφιών. Μοναχοί καί κοινοβιάτες επεδόθηκαν μέ μανία στήν χρυσοφόρο ενασχόληση τής αγιογραφίας. Επίσης κάθε λίγο καί λιγάκι κάποιοι χριστόφιλοι απατεώνες μοναχοί, έβρισκαν μετά από αρκετό σκάψιμο ή ψάξιμο, μία μεγαλοπρεπή εικόνα τής παναγίας ή τού Ιησού.
Κατόπιν ακολουθούσε επίδειξη τής εικόνας στούς πιστούς, λιτανείες, κωδωνοκρουσίες καί «Κύριε ελέησον ..Κύριε ελέησον..». Σήμερα οί εικόνες αποτελούν τό πλέον προσοδοφόρο μέσον κερδοσκοπίας. Διάφοροι περιοδεύοντες ιεροί θίασοι εκθέτουν κάποιο θαυματουργικό «τοτέμ ή ξόανο» γιά μαζέψουν χρήμα, χρήμα πού πηγαίνει σέ ιερές τσέπες μοναχών, κληρικών, Αρχιμανδριτών, Αρχιεπισκόπων καί Πατριαρχών. Ή «Ιεροσολυμίτισσα» γιά παράδειγμα μάζεψε 1,5δις δρχ γιά τόν πανάγιο τάφο, τό ίδιο γίνεται στήν Τήνο καί σέ διάφορα μοναστήρια. Ποτέ όμως δέν έγινε σοβαρή αξιοποίηση αυτών τών κερδών υπέρ τών πιστών, εκτός ελαχίστων τοπικών εξαιρέσεων.

Νίκαιας αυτοκρατορία

Ελληνικό κράτος της Μ. Ασίας, το οποίο ιδρύθηκε από το Θεόδωρο Α' Λάσκαρι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δ' σταυροφορίας (1204) και διατηρήθηκε ως την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1261). Με την αυτοκρατορία της Νίκαιας ως διαδόχου της Βυζαντινής αυτοκρατορίας διασώθηκε ο ελληνισμός και η ορθοδοξία και πραγματοποιήθηκε η εκδίωξη των κατακτητών από τα κατεχόμενα εδάφη και η ανασύνταξη του βυζαντινού κράτους.
Στη Νίκαια βασίλεψαν κατά σειρά οι εξής: Θεόδωρος Α΄ Λάσκαρις (1204-1222), Ιωάννης Γ' Δούκας Βατατζής (1222-1254), Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις (1254-1258), Ιωάννης Δ' Λάσκαρις (1258) και Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (1258-1261).
Όταν οι σταυροφόροι κυρίεψαν την Κωνσταντινούπολη και ίδρυσαν τη Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, το βυζαντινό κράτος διαιρέθηκε σε μεγάλες αυτόνομες φεουδαρχίες. Οι Έλληνες όμως δεν υπέκυψαν, αλλά κατόρθωσαν να δημιουργήσουν στο χώρο της αυτοκρατορίας τρία ελληνικά κράτη, τρεις ισχυρές εστίες αντίστασης: το Δεσποτάτο της Ηπείρου, την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και την αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η τελευταία ιδρύθηκε από το Θεόδωρο Α' Λάσκαρι και είχε πρωτεύουσα τη Νίκαια. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας αρχικά περιλάμβανε τη Βιθυνία (στο βορειοδυτικό τμήμα της Μ. Ασίας) και συγκεκριμένα την περιοχή μεταξύ του ποταμού Μαίανδρου, της Προποντίδας, των ακτών του Εύξεινου Πόντου και του Αιγαίου. Η στέψη του Θεόδωρου Α' Λάσκαρι έγινε το 1208 από τον πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Δ’ Αυτωρειανού, ο οποίος είχε καταφύγει στη Νίκαια. Σημαντικές πόλεις της αυτοκρατορίας, εκτός της Νίκαιας, ήταν η Προύσα, το Νυμφαίο, η Έφεσος, η Σμύρνη και η Μαγνησία. Οι πόλεις αυτές γνώρισαν σημαντική κοινωνική και οικονομική, καθώς και πολιτιστική, ανάπτυξη. Μεγάλη συμβολή στην ανάπτυξη αυτή είχαν οι λόγιοι και οι διανοούμενοι που προέρχονταν ως επί το πλείστον από την Κωνσταντινούπολη, ενώ και τα κρατικά στελέχη (αξιωματούχοι, διοικητές, γραφειοκράτες κ.ά.) προσπάθησαν να προσαρμοστούν στις συνήθειες και τα ήθη των ντόπιων μικρασιατικών πληθυσμών, που αποτέλεσαν ένα, ετερόκλητο μεν, αλλά δυναμικό πυρήνα, για να κυβερνήσουν και να οργανώσουν τη νέα αυτοκρατορία. Οι λόγιοι της εποχής αυτής του «Ελληνισμού της εξορίας» συνέβαλαν αποφασιστικά στη διατήρηση –ακόμη και στην άνοδο– του πολιτιστικού επιπέδου των Βυζαντινών, η οποία συνεχίστηκε μετά το 1261, με τη λεγόμενη Παλαιολόγεια Αναγέννηση.
Οι πολεμικοί αγώνες της αυτοκρατορίας ήταν πολυμέτωποι, γιατί αντιμετώπιζε πολλούς εχθρούς ταυτόχρονα· τους Τούρκους, τους Φράγκους, τους Βούλγαρους και το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Ο Θεόδωρος Α' Λάσκαρις αγωνίστηκε με επιτυχία εναντίον όλων των εχθρών και κυρίως εναντίον των Φράγκων, των Μεγάλων Κομνηνών της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας και των Τούρκων του Ικονίου.
Ο διάδοχός του, Ιωάννης Γ' Δούκας Βατάτζης, ο σημαντικότερος αυτοκράτορας, πολέμησε εναντίον των Φράγκων και των δεσποτών της Ηπείρου. Οι τελευταίοι αγωνίζονταν και αυτοί για την ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και αποτελούσαν τους σπουδαιότερους πολιτικούς αντιπάλους του.
Ο Ιωάννης Βατάτζης κυρίεψε τη Θεσσαλονίκη (1246), τη Θράκη, την περιοχή της Μακεδονίας από τη Θεσσαλονίκη ως τα Σκόπια και τα νησιά του Αιγαίου Σάμο, Χίο, Λέσβο, Ρόδο, Ικαρία και Κω, επεκτείνοντας τα σύνορα του κράτους του. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Θεόδωρος Β' Λάσκαρις, ο οποίος νίκησε τους Βουλγάρους και το Δεσποτάτο της Ηπείρου και ενσωμάτωσε στο κράτος του τα ηπειρωτικά εδάφη ως τη σημερινή Βόρεια Αλβανία.
Έτσι στα χρόνια του τελευταίου αυτοκράτορα της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, του στρατηγού Μιχαήλ Παλαιολόγου, που είχε παραμερίσει το νόμιμο διάδοχο Ιωάννη Δ’, η Κωνσταντινούπολη ήταν σχεδόν περικυκλωμένη και το όνειρο των προκατόχων του, η κατάληψη δηλαδή της πρωτεύουσας και η ανασύσταση του βυζαντινού κράτους, ήταν πραγματοποιήσιμο. Ο Μιχαήλ ανέπτυξε για το σκοπό αυτό μεγάλη διπλωματική και πολεμική δραστηριότητα. Το 1259 ο στρατός του συνέτριψε στη μάχη της Πελαγονίας τις ενωμένες δυνάμεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου και των Φράγκων. Τέλος, τον Αύγουστο του 1261 ο στρατηγός της Νίκαιας Αλέξιος Στρατηγόπουλος κατέλαβε αιφνιδιαστικά την Κωνσταντινούπολη και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος έγινε αυτοκράτορας της επανιδρυμένης Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος.
Από τό 1448μχ Αυτοκράτωρ Κων/πόλεως ήταν ό Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ΄. Ό Τουρχάν ηττάται στήν Πελοπόννησο από τόν Ματθαίο, αλλά ό Μωάμεθ ξεκινά τήν πολιορκεία τής Κων/πόλεως. Ή παρακμή σέ όλους τούς τομείς τής Αυτοκρατορίας κάνουν τήν πτώση νά είναι ή μόνη πραγματικότητα. Παρά ταύτα οί Έλληνες αγωνίζονται μέ αρετή αντάξια τής Ιστορίας των. Ό Κωνσταντίνος από τό 1449μχ δεσπότης τού Μυστρά καί 4ος υιός τού Μανουήλ Παλαιολόγου, θά ήταν ό τελευταίος Αυτοκράτωρ. Τό 1438μχ στήν Φερράρα διεξάγεται σύνοδος γιά τήν ένωση τών εκκλησιών. Ό Παλαιολόγος κάνει τήν ύστατη προσπάθεια νά σώση τήν Πόλιν.
Οί Δυτικοί όμως ζητούν νά ισχύση ή προηγούμενη κατάστασις προκειμένου νά βοηθήσουν. Ή Αθήνα καί Θήβα νά δοθούν στούς Ντελαρός, ή Θεσσαλονίκη στούς Μποντουέν, ή Πελοπόννησος στούς Βιλαρδουϊνους. Ό Πλήθων καί τό κίνημα τού Μυστρά στό οποίο ανεπτύχθη ό Παλαιολόγος δέν δύναντο νά δεχθούν τόν εκβιασμό. Ή πολιορκία τής πόλεως άρχισε στίς 7 Μαϊου 1453μχ. Ό Μωάμεθ αριθμούσε 258000 Μογγόλους καί 420 πλοία, ενώ ό Παλαιολόγος αριθμούσε 6973 άνδρες, πολλοί έκ τών οποίων ήσαν ξένοι φιλέλληνες (περί 2000) έκ Βενετίας καί Γένοβας (Γένουας). Τήν ίδια στιγμή πού ό Παλαιολόγος προσπαθούσε νά συγκεντρώση λίγο στρατό, δεκάδες χιλιάδες άνδρες ήταν μοναχοί γιά νά αποφύγουν τόν πόλεμο. Ή Βυζαντινή συνείδησις ή οποία επί χιλιάδες χρόνια εκαλλιεργείτο είς τούς λαούς τής Αυτοκρατορίας μέ μόνον συνδετικόν κρίκον τό Ορθόδοξο δόγμα, κατέπεσεν μαζί μέ τήν Πόλιν σάν χάρτινος πύργος. Τό 1379μχ καί 1390μχ ή κυβέρνησις δέν κατόρθωσε νά πείση τούς πολίτες τής, πώς ό θάνατος γιά τήν πατρίδα είναι γλυκός.

Ό Ουέλς γράφει :

«αί σχέσεις μεταξύ Οθωμανών καί Βυζαντινών υπήρξαν μοναδικές
είς τά παγκόσμια χρονικά τών Χριστιανικών καί Μουσουλμανικών λαών».

ό Δομήνικος Τραβεζάνος ισχυριζόταν τό 1554μχ, πώς :

«ενώ τό παιδομάζωμα ήταν ή μεγαλυτέρα συμφορά,
τώρα εθεωρείτο εξαιρετικόν ευτύχημα».

Αυτή ήταν ή περίοδος τής παρακμής πού έζησε ό Πλήθων, μία εποχή πού θά ήταν τό κύκνειον άσμα τού Ελληνισμού, εάν τό τέλος δέν είχε χαρακτήρα ηρωικό καί επικό όπως τού Παλαιολόγου. Ό Κωνσταντίνος μέ τόν θάνατό του θά αναστήσει είς τόν Έλληνα τό πρότυπο ζωής τού Αχιλλέως, τού Ηρακλέους, τού Ήρωως καί Ημιθέου
Στήν Θράκη ή 1Η Απριλίου τού 1453 αντηχούσε από τούς ήχους ενός μεγάλου στρατού. Τό πρώτο εχθρικό απόσπασμα έγινε ορατό από τά τείχη τής Πόλεως στίς 2 Απριλίου. Αμέσως μία μικρή ομάδα υπερασπιστών επιτέθηκε καί σκότωσε πολλούς από τήν εμπροστοφυλακή τών Τούρκων. Σιγά σιγά όμως όλο καί περισσότεροι εχθροί πλησίαζαν, ώστε ή μικρή ομάδα Ελλήνων αποσύρθηκε μέσα στήν πόλιν. Ό Αυτοκράτωρ διέταξε νά καταστραφούν οί γέφυρες τής τάφρου καί νά κλείσουν οί πύλες τής Πόλεως. Στίς 5 Απριλίου όλος ό Τουρκικός στρατός είχε φθάσει έχω από τά τείχη. Οί Έλληνες Ιππότες παίρνουν θέσεις μάχης. Ό Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μέ τούς καλλίτερους Έλληνες στρατιώτες στέκεται στό Μεσοτείχιον. Ό Τζιουστινιάνη καί οί Γενοβέζοι τού στέκονται λίγο μακρύτερα στό ένα πλευρό τού Αυτοκράτορα. Οί αδελφοί Οκιάρντοι καί οί άνδρες τους παίρνουν θέσεις από τό άλλο πλευρό, ενώ ό Βενετός Βάελος, ό Μινότο εγκαταστάθηκε μέ τούς άνδρες του στά Αυτοκρατορικά ανάκτορα. Ό Αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος μέ τούς αδελφούς Λανκάσκο εγκαταστάθηκαν πίσω από τήν τάφρο. Ό Καταλέο μέ τούς Γενοβέζους πήρε θέσι μαζί μέ τόν Θεόφιλο Παλαιολόγο στήν Πύλη τών Πηγών. Ό Γενοβέζος Εμανουήλ στέκεται πίσω από τήν χρυσή πύλη. Τήν Αρχιστρατηγία στήν θάλασσα είχε ό Δημήτριος ό Κατακουζινός. Από τούς Τούρκους ό Σαχανός Πασάς εγκαθιστά τόν στρατό του απέναντι στούς Γενοβέζους. Ό Καρατζάς Πασάς μέ τά Ευρωπαϊκά στρατεύματα στέκεται από τήν άλλη πλευρά μέ μεγάλο αριθμό βαρέων κανονιών. Ό Ισάκ Πασάς μέ τά τακτικά στρατεύματα τής Ανατολίας πηγαίνει από τήν πλευρά τής Προποντίδος, ενώ ό Μωάμεθ στέκεται μπροστά από τόν Έλληνα Αυτοκράτορα καί όπως ήθελε τό Μουσουλμανικό δίκαιο έστειλε τό τελευταίο τελεσίγραφο στό Αυτοκράτορα. Ό Μωάμεθ προτείνει στόν Αυτοκράτορα νά τού παραδόση τήν πόλιν καί είς αντάλαγμα εκείνος θά τόν άφηνε ελεύθερο νά κυβερνά στόν Μυστρά.

Ό Αυτοκράτωρ απήντησε :

« Τό δέ τήν πόλιν σύ δούνε ούκ εμόν εστί. Κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν καί ού φεισόμεθα τής ζωής ημών».



Από τίς 6 Απριλίου μέχρι τίς 21 Απριλίου τίποτα σπουδαίο δέν είχε καταφέρει ό Μωάμεθ. Όλες οί επιθέσεις του είχαν τσακιστεί επάνω στά τείχη τής Κων\λεως. Οί 258000 Τούρκοι καί τά 420 πλοία γιά 16 ημέρες δέν είχαν καταφέρει ουδεμία πρόοδο είς τήν πολιορκία, παρά τούς ισχυρούς βομβαρδισμούς. Στίς 22 Απριλίου ή πολιορκία από θάλασσα καί ξηρά γίνεται πολύ στενή. Ό Βενετσιάνικος στόλος πού τόσο περίμενε ό Παλαιολόγος δέν θά έρθει ποτέ, παρά τίς υποσχέσεις τού Μινότο. Οί Βενετοί είχαν κάνει πίσω. Παρά ταύτα ό Αυτοκράτωρ συγκεντρώνει τούς άνδρες πρός εμψύχωση λέγοντας :

«ημείς εσμέν απόγονοι Ελλήνων καί λαός Κυρίων
καί αφέντε αυτών τών αγριογούρουνων πού έχομε νά πολεμήσουμε,
ιδιαιτέρως τόν αλητήριο Σουλτάνο των».

Ή πολιορκία έχει φθάσει τίς 7 εβδομάδες. Τό πρωϊνό τής 28 Μαϊου τού 1453μχ θά είναι ή τελευταία Ελληνική ημέρα τής Μεγάλης Πόλεως. Οί 6973 Έλληνες καί Ξένοι σύμμαχοι ήταν έτοιμοι νά πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. Αυτές ήταν οί συνθήκες μέ τίς οποίες οί Έλληνες έπρεπε νά πολεμήσουν. Άπ’ τήν άλλη οί Τούρκοι ετοιμάστηκαν γιά τήν ύστατη επίθεση από στεριά καί θάλασσα. Οί Φωνές καί οί κρότοι ανέβαιναν έως τούς Ουρανούς. Πολλοί από τούς υπερασπιστές άρχισαν νά τά χάνουν. Ό Παλαιολόγος πάνω στό άλογο προσπαθούσε νά κρατήση τό ηθικό. Ό Θεόφιλος Παλαιολόγος καί ό Κατακουζινός ορμούν πρώτοι στήν μάχη καί εκδιώχνουν τό πρώτο κύμα τών Αγαρινών. Κατά μήκος τών τειχών οί Τούρκοι ανεβαίνουν στά τείχη. Ακολουθούν τειχομαχίες φοβερές. Ό Αυτοκράτωρ φωνάζει : «Νικάμε Νικάμε», πράγματι οί Τούρκοι υποχωρούν καί όσοι από αυτούς δέν σκοτώθηκαν στήν μάχη επνίγησαν στήν τάφρο. Ό Μωάμεθ διατάσσει ομοβροντία κανονιών. Μέρη τού τείχους καταρρέουν καί αμέσως δεύτερο κύμα 50000 ανδρών επιτίθεται. Οί Έλληνες τούς απωθούν, αλλά εναντίον αυτών έρχονται καί οί Γεννήτσαροι. Ειδικές μονάδες Ελλήνων ιπποτών βοηθούν καί καταπνίγουν αυτούς στήν τάφρο. Οί Καμπάνες τής Πόλεως χτυπούν. Όλοι οί Έλληνες στα τείχη καί πρώτος ό Αυτοκράτωρ πού πολεμά ώς λέων. Οί Τούρκοι χτυπούν μέ ότι έχουν, βαρύ πυροβολικό, ελαφρύ, καταπέλτες κτλ. Σέ κάποια σημεία τό τείχος κατέρρευσε ολοσχερώς. Ό Χασάν ό πρώτος Τούρκος πού πάτησε μέσα από τά τείχη θάβεται ζωντανός στά χαλάσματα από τούς Έλληνες.

Όλο τό πρωί τής 29ης Μαϊου βρίσκει τούς Έλληνες νά αμύνονται σέ εσωτερικά μικρότερα τείχη καί στά χαλάσματα. Ή μάχη είναι τρομερά. Οί Έλληνες πετούν καυτό λάδι, πέτρες καί ότι βρίσκουν. Ό Τζιουστινιάνη χτυπιέται καί αποχωρεί από τήν μάχη μέσα σέ ποτάμι από αίματος. Ό Παλαιολόγος τόν παρακαλεί νά μείνη στά τείχη μόνο καί μόνο γιά εμψύχωση τών ανδρών. Εκείνος όμως δέν αντέχει καί πεθαίνει λίγο αργότερα. Ό Μωάμεθ (χάρη στήν οργάνωσιν Γκαρέμπια καί τού Μοσέ Χαμάμ) εισβάλλει από τήν Κερκόπορτα , τήν οποία είχαν ανοίξει. Αμέσως Έλληνες τρέχουν νά προλάβουν. Τό μέτωπο διασπάται, οί δυνάμεις διαχωρίζονται καί οί Τούρκοι αρχίζουν νά μπαίνουν από παντού. Οί Έλληνες ιππότες πολεμούν μέχρι ενός, κανένας δέν παραδίδεται. Ή μάχη άνιση, σέ κάθε Έλληνα αντιστοιχούν 40-50 Τούρκοι. Δέν υπάρχει πλέον καμία ελπίδα, αλλά ή μάχη συνεχίζεται τώρα μόνο καί μόνο γιά τήν τιμή.

Ό Αυτοκράτωρ φωνάζει : «ή πόλις πέφτει καί εγώ ακόμα ζώ» καί ρίχνεται στό πλήθος τών εχθρών μέ τό πύρινο βλέμμα του πού σκορπούσε τρομάρα καί μέ τό σπαθί του πού σκορπούσε θάνατο. Οί Μογγόλοι ήτο δεκάδες, αλλά δέν μπορούν νά τόν λυγίσουν.

Εκεί μπροστά στήν Πύλη τού Ρωμανού,
πρώτος ανάμεσα σέ ίσους,
στρατιώτης ανάμεσα σέ στρατιώτες,
ό πολεμιστής καί άγιος τού Έθνους,
πίπτει αγωνιζόμενος με Σπαρτιατική αρετή καί θάρρος.
Φρίξε Ήλιε , Στέναζε Γή
Ή Πόλις Εάλω

Τά στίφη μπαίνουν μέσα στίς γεμάτες εκκλησίες από ανθρώπους πού περίμεναν ένα θαύμα, καί τίς μετατρέπουν σέ κολαστήρια νεκροταφία. Θαύμα δέν έγινε, οί λειτουργίες έμειναν στήν μέση. Τό απόλυτο τέλος ήρθε στίς 29 Μαϊου 14:30 ημέρα Τρίτη.

Οί Τούρκοι μέ άγρια μανία σφάζουν, λεηλατούν, βιάζουν. Οί δρόμοι γεμίζουν πτώματα ακόμα καί βρεφών. Ομάδες Μογγόλων βιάζουν μάνες μπροστά στά παιδιά τών, ενώ αιχμάλωτοι καθώς σέρνονται στρέφουν τό βλέμμα των νά δούν γιά τελευταία φορά τό σπίτι καί τούς δικούς των. Ή κτηνωδία δέ είχε όρια. Ό ίδιος ό Νοταράς είδε τόν Μωάμεθ νά τού ζητά νά ασελγήση στά παιδιά του, προκειμένου νά τούς χαρίση τήν ζωή. Ή απάντηση ήλθε από τόν μικρό Νοταρά, ό οποίος έφτυσε τόν Μωάμεθ(ό Μωάμεθ κατόπιν τούς έκοψε τά κεφάλια).Τά πρώτα χρόνια τής κατοχής μόνο οί αγίοι Ανάργυροι καί ή Αγία Σοφία έγιναν τζαμιά. Οί υπόλοιπες εκκλησίες δέν καταστράφησαν.

Δέν πειράχθηκε ή Εβραϊκή συνοικία, ενώ όλες οί άλλες συνοικίες καταλεηλατήθησαν.



Περί τών 60 χιλιάδων Έλλήνων, έκ τών οποίων καί ό Φρατζής επουλήθησαν ώς δούλοι, όχι όμως από τούς Τούρκους, αλλά από Εβραίους. Γεγονός ήταν πώς κάποιοι ωφελήθησαν, καί ανάμεσα σέ αυτούς πού ωφελήθησαν βρίσκονται οί ένοχοι πού άνοιξαν τήν κερκόπορτα. Αυτοί μπορεί νά είναι Εβραίοι πού δέν ήθελαν νά ρισκάρουν τά πλούτοι των, ή είχαν οικονομικά προηγούμενα μέ τά οικονομικά μέτρα τού Παλαιολόγου (Σουλτανικό κείμενο τού 1604μχ αναφερόμενο στά Εβραϊκά προνόμια, λέγει πώς είχαν περιορισθή. Υπογραμίζει τήν παροχή υπερεσιών κατά τού Κων/νου, εφόσον οί Οθωμανοί θά δεσμεύονταν πώς οί συναγωγές θά έμεναν απείραχτες).
Ό Εβραίος Eliajah Capsali υμνεί τόν Μωάμεθ ώς ελευθερωτή καί προστάτη τών Εβραίων. Τό ίδιο εγένετο στούς έξ Ισπανίας εκδιωχθέντες, στούς οποίους προσέφερε καταφύγιο ό Οθωμανός αυτοκράτωρ, τοποθετώντας τους είς τήν Θεσσαλονίκη.
Μπορεί όμως νά είναι μοναχοί ή Χριστιανοί εκείνοι πού άνοιξαν τήν κερκόπορτα, αφού θεωρούσαν υπεύθυνο τόν Παλαιολόγο γιά τήν ενωτική συμφωνία τής Φερράρας.



Ό Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ΄
διά τής θυσίας του,
έθηκε έν αυτώ
καί τήν ασφαλή κρηπίδα τής Αναγεννήσεως
τού γένους καί τής αενάου πορείας
τής φυλής.


Ή Αθήνα στά Βυζαντινά χρόνια

Στους πρώιμους χρόνους του Βυζαντίου η Αθήνα διατήρησε τη φήμη της ως πνευματικού κέντρου, που την όφειλε κυρίως στις φιλοσοφικές σχολές της. Σ’ αυτή τη φήμη χρωστούσε την ακμή της στα μέσα του 4ου αιώνα μ.Χ. Όλος ο ελληνικός κόσμος έστελνε τότε στην Αθήνα τους πνευματικούς του ανθρώπους για να διδάξουν, και σ’ αυτή συγκεντρώνονταν και όλοι εκείνοι οι νέοι που ήθελαν να αποκτήσουν μια ξεχωριστή μόρφωση.
Την ίδια όμως εποχή ο χριστιανισμός θριάμβευε. Στην Αθήνα χτίζονται οι πρώτοι χριστιανικοί ναοί πλάι στους ειδωλολατρικούς. Εκείνο όμως που άρχισε να αλλοιώνει την παλιά παραδοσιακή μορφή της πόλης ήταν το αυστηρό μέτρο που επέβαλε το 437 ο Θεοδόσιος Β΄, δηλαδή η μετατροπή των ειδωλολατρικών ναών σε χριστιανικούς ναούς. Ξηλώθηκαν τότε από τα βάθρα τους τα αγάλματα των αρχαίων θεών και στη θέση τους στήθηκαν εικόνες αγίων. Και η διαρρύθμιση των ναών δεν έμεινε απείραχτη, όταν το απαιτούσαν οι λειτουργικές ανάγκες της εκκλησίας. Από τους πρώτους μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο και το «Θησείο». Ακόμη και το Ωρολόγιο του Κυρρήστου, οι γνωστοί «Αέρηδες», και η Βιβλιοθήκη του Αδριανού μετατράπηκαν σε ναούς.
Το μεγαλύτερο όμως πλήγμα το δέχτηκε η Αθήνα στα 529 από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, ο οποίος με αυτοκρατορικό διάταγμα έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές της και οι σοφοί της αναγκάστηκαν να αφήσουν την πόλη της Αθηνάς και να διασκορπιστούν στα πέρατα του κόσμου, έξω από τα όρια του βυζαντινού κράτους, που τους κατέτρεχε. Στη συνέχεια η Αθήνα πέφτει στην αφάνεια. Σπανιότατα την αναφέρουν πια οι ιστορικοί.
Η Εκκλησία της αρχικά υπάγεται στην επισκοπή Ιλλυρικού. Το 857 προάγεται σε αρχιεπισκοπή και το 867 σε μητρόπολη, με κέντρο το ναό της Θεοτόκου στην Ακρόπολη. Στα 1019 την επισκέπτεται ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος. Από την εποχή αυτή χρονολογούνται οι περισσότερες βυζαντινές εκκλησίες της περιοχής. Στα τέλη του 12ου αιώνα μητροπολίτης Αθηνών είναι ο Μιχαήλ Χωνιάτης. Από αυτόν μαθαίνουμε ότι η Αθήνα υπέφερε πολύ από τις επιδρομές των πειρατών, τις σιτοδείες και τους λοιμούς. Ο ίδιος θρηνεί για την ολοκληρωτική κατάπτωση της πόλης και τον εκβαρβαρισμό των ηθών. Στα 1147 η Αθήνα καταλαμβάνεται από τους Νορμανδούς της Σικελίας, για να ακολουθήσει στις αρχές του 13ου αιώνα η φραγκοκρατία.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) η Αθήνα κληρώθηκε στο βασιλιά της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιο το Μομφερατικό, ο οποίος την παραχώρησε, μαζί με τη Βοιωτία και τα Μέγαρα, ως φέουδο, στο Βουργούνδιο Όθωνα ντε λα Ρος. Ο Όθων μετέτρεψε την Ακρόπολη σε κατοικία του και αντικατέστησε την ορθόδοξη αρχιεπισκοπή της Αθήνας με λατινική. Στα 1260 ο Γκι ντε λα Ρος πήρε τον τίτλο του δούκα των Αθηνών.
Ο οίκος των ντε λα Ρος εξουσίασε την Αθήνα περίπου έναν αιώνα. Το 1311 όμως ο φραγκικός στρατός του δουκάτου νικήθηκε στη μάχη του Κηφισού από τους Καταλανούς, που ίδρυσαν δικό τους κράτος με έδρα την Αθήνα. Το καταλανικό κράτος διαρκεί ως το 1388, οπότε καταλύθηκε από το Φλωρεντινό βαρόνο Νέριο Ατσαγιόλι, τον ηγεμόνα της Κορίνθου και της Βοστίτζας. Ο Ατσαγιόλι μετέφερε την έδρα του κράτους του από τη Θήβα, που είχαν για πρωτεύουσα οι προηγούμενοι Φράγκοι ηγεμόνες, στην Αθήνα. Ο οίκος των Ατσαγιόλι είναι ο τελευταίος που κυβερνά την Αθήνα ως την κατάκτηση της πόλης από τους Τούρκους.
Κατά τους δυόμισι αιώνες της φραγκοκρατίας η Αθήνα μόνο καταστροφές και λεηλασίες γνώρισε. Οι Φράγκοι δεν αισθάνονταν καμιά συγκίνηση για τα αρχαία μνημεία της ούτε έδειχναν το παραμικρό ενδιαφέρον για την πόλη. Οι Αθηναίοι για πρώτη φορά ένιωθαν πραγματικά υποδουλωμένοι. Γι’ αυτό προτιμούσαν να αφήνουν την πόλη τους και να στρέφονται προς τους δήμους της Αττικής, όπου η ζωή ήταν λιγότερο καταπιεστική, καθώς οι Φράγκοι αδιαφορούν για την ύπαιθρο. Έτσι, η πόλη περιορίστηκε σε μια μικρή περιοχή γύρω από την Ακρόπολη και ο αριθμός των σπιτιών της δεν ξεπερνούσε τα 1.000. Μόνο για τα οχυρωματικά έργα ενδιαφέρονταν οι Φράγκοι. Ο φράγκικος πύργος στη δεξιά πτέρυγα των Προπυλαίων της Ακρόπολης, που γκρεμίστηκε το 1875, ήταν ένα από τα έργα εκείνα. Καμιά άλλη οικοδομική δραστηριότητα δεν παρατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της φραγκοκρατίας. Μόνο ο Νέριο Ατσαγιόλι, που αποκατέστησε την ορθόδοξη Εκκλησία στην Αθήνα, φρόντισε να επισκευαστούν και μερικοί ναοί της.
Ο τελευταίος Ατσαγιόλι που κυβέρνησε την Αθήνα ήταν ο γιος του Αντωνίου Β΄ Φράγκος.


Τό Αιγαίο στά Βυζαντινά χρόνια

Κατά την πρώτη βυζαντινή περίοδο τα νησιά ανήκαν σε δύο επαρχίες: στην «Επαρχία της Ελλάδας» και στην «Επαρχία των Νήσων». Το 10ο αιώνα αποτέλεσαν το «Θέμα του Αιγαίου πελάγους». Από τον 7ο αιώνα άρχισαν οι επιδρομές των Αράβων. Το 653-654 λεηλατήθηκε η Ρόδος, το 821 και το 881 η Λέσβος κ.ά. Μεγάλες λεηλασίες υπέστησαν τα νησιά κατά το πέρασμα του αραβικού στόλου προς την Κωνσταντινούπολη, όταν πολιορκήθηκε για δεύτερη φορά (717). Ο Νικηφόρος Φωκάς απελευθέρωσε την Κρήτη και έδιωξε τους Σαρακηνούς από το Αιγαίο (961). Το 1027 ξανάρχισαν οι επιδρομές των Σαρακηνών. Οι Σαρακηνοί πειρατές κατέλαβαν τότε πολλές πόλεις και τα νησιά Χίο, Λέσβο, Σάμο και Ρόδο και τα κράτησαν μέχρι το 1092. Το 1171 λεηλατήθηκαν από τους Βενετούς η Εύβοια, η Χίος, η Λέσβος, η Λήμνος και η Σκύρος. Ακολούθησαν οι Φράγκοι (12ος και 13ος αι.), οι Γενοβέζοι και οι Βενετοί. Τότε ιδρύθηκε το «Δουκάτο της Νάξου και του Αιγαίου πελάγους», που παραχωρήθηκε στο Βενετό ευπατρίδη Μάρκο Σανούτο. Στο δουκάτο ανήκαν τα νησιά Άνδρος, Αντίπαρος, Πάρος, Σίφνος, Κίμωλος, Μήλος, Σαντορίνη κ.ά. Ύστερα ήρθαν οι Τούρκοι και σταδιακά κυριάρχησαν στο Αιγαίο.

Ή Κρήτη στά βυζαντινά χρόνια

Στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. η Κρήτη αποτέλεσε θέμα του Ιλλυρικού. Με τη διαίρεση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έγινε τμήμα του Δυτικού Βυζαντινού κράτους στην αρχή και έπειτα του Ανατολικού. Από τα μέσα του 7ου αι. άρχισαν καταστροφικές επιδρομές των Αράβων, οι οποίοι το 824 κατέλαβαν ολοκληρωτικά το νησί. Με αρχηγό τους τον Απόχαψη (Αμπού Χαψ Ομάρ) Άραβες Σαρακηνοί από την Ισπανία, έπειτα από άγρια επιδρομή στο εσωτερικό του νησιού, πέτυχαν να το καταλάβουν εύκολα, εκτός από μια σοβαρή αντίσταση που συνάντησαν στη Γόρτυνα, την οποία και κατέστρεψαν τελικά. Ίδρυσαν τότε καινούρια πρωτεύουσα, το Χάνδακα.
Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Β’ Τραυλός άρχισε τις προσπάθειες για την ανακατάληψη του νησιού, που όλες όμως είχαν αρνητικά αποτελέσματα. Κάθε εκστρατεία των Βυζαντινών έληγε με μια καταστροφική ήττα. Τα ίδια αποτελέσματα είχαν και οι προσπάθειες των διαδόχων του Μιχαήλ Β’. Οι Σαρακηνοί είχαν εδραιώσει την κυριαρχία τους στην Κρήτη.
Το 960 επί αυτοκρατορίας του Ρωμανού Β’ προετοιμάστηκε μια καινούρια μεγάλη εκστρατεία για την ανάκτηση της Κρήτης, που έμελλε να απαλλάξει το νησί από 136 χρόνων αραβοκρατία. Αρχηγός της εκστρατείας ήταν ο Νικηφόρος Φωκάς. Έπειτα από μια συνδυασμένη επίθεση του βυζαντινού στρατού και στόλου και μετά από πολύμηνη πολιορκία, κυριεύτηκε ο Χάνδακας, η πρωτεύουσα των Σαρακηνών. Από τότε και ως το 1204 η Κρήτη πέρασε μια περίοδο γαλήνης και ευημερίας. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) η Κρήτη παραχωρήθηκε στο Βονιφάτιο το Μομφερατικό, ο οποίος την πούλησε στους Ενετούς. Δύο χρόνια αργότερα (1206) έγιναν κύριοι όλου του νησιού και εγκατέστησαν φρουρές σε επίκαιρα σημεία. Μια επίθεση των Γενουατών, οι οποίοι απέβλεπαν στην κατάκτηση του νησιού, προκάλεσε τον πανικό των Ενετών φρουρών και την παράδοσή τους. Η κατάσταση όμως αυτή κράτησε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Πολυάριθμος στρατός και στόλος των Ενετών ανάγκασε τους Γενουάτες να τους παραδώσουν το νησί. Έτσι οι Ενετοί εδραίωσαν την κυριαρχία τους στην Κρήτη. Διαίρεσαν το νησί σε 4 τμήματα-επαρχίες (Σητείας, Χάνδακα, Ρεθύμνου, Χανίων), σε καθένα από τα οποία είχε την έδρα του ένας υποδιοικητής. Ο διοικητής έδρευε στο Χάνδακα, που παρέμεινε η πρωτεύουσα της Κρήτης. Η ορθόδοξη θρησκεία των κατοίκων και τα μοναστήρια τους διατηρήθηκαν, ο μητροπολίτης όμως αντικαταστάθηκε από αντιπρόσωπο του πάπα. Επίσης, για να ενισχυθεί η ενετική κυριαρχία, εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη Ενετοί άποικοι, που πήραν μεγάλες εκτάσεις κρητικής γης.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις των Κρητικών κατά των Ενετών. Άρχισε έτσι μια σειρά από επαναστάσεις, στις οποίες για να αντεπεξέλθουν οι Ενετοί αναγκάστηκαν επανειλημμένα να ζητήσουν τη βοήθεια των Ναξίων. Τελικά, παρ’ όλες τις προσπάθειες των Κρητικών να αποτινάξουν την ενετική κυριαρχία, οι Ενετοί πέτυχαν να κρατήσουν την Κρήτη ως το 17ο αι., οπότε την κυρίεψαν οι Τούρκοι (1669). Παρ’ όλες τις επαναστάσεις όμως και τις ταραχές στα χρόνια της ενετοκρατίας, δημιουργήθηκε στην Κρήτη και ένα μεγάλο κίνημα ανάπτυξης στον τομέα του πολιτισμού. Η τέχνη και η λογοτεχνία έδωσαν θαυμάσια δείγματα της συνύπαρξης του κρητικού-βυζαντινού πνεύματος και των ιδεών της ιταλικής αναγέννησης. το 16ο αι. ακμάζει στην Κρήτη η λεγόμενη κρητική σχολή και στον τομέα της ζωγραφικής, αλλά και της λογοτεχνίας.

Ή Ήπειρος στά Βυζαντινά χρόνια

Από τό 330μ.χ. μπαίνουμε στήν εποχή τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ό Κωνσταντίνος γεννηθείς τό 274μ.χ. έν Ναϊσώ τής Μοισίας ύψωσε τό κράτος τού Βυζαντίου είς μεγίστην παρά πάσι τοίς λαοίς περιωπήν καί δόξαν. Εξτρατεία επραγματοποίησε εναντίον τών Βαρβάρων τού βορρά καί τότε μόνον οί Ιλλυριοί βρήκαν τήν ηρεμία των. Στίς 21 Μαϊου τού 337 ό Κωνσταντίνος απέθανε έν Νικομηδεία καί από τότε ήρχισε ή τελμάτωσις τού Ιλλυρικού κράτους. Οί Βυζαντινοί αυτοκράτορες περιορίζονταν συνήθως στήν άμυνα τής γραμμής Δυρράχιο – Θεσσαλονίκη, ενώ τάς υπολοίπους περιοχάς εγκατέλειπαν έρμαια τών Γότθων, Αβάρων καί Σλάβων. Από τόν 6ον αιώνα μ.χ. αρχίζει ή Κάθοδος καί εγκατάστασις τών Σλαβικών πληθυσμών είς όλη τήν έκτασιν τής Βορείου Ιλλυρίας καί Μακεδονίας. Τόν 7ον αιώνα ιδρύεται τό Σερβικό κράτος, ενώ καί Ούγγροι αρχίζουν νά πιέζουν τούς Ιλλυριούς από τά βόρεια καί Ενετοί από τά παράλια. Τό όνομα Ιλλυρία από τόν 6ον αιώνα ατόνησε στά νότια, ενώ έσβησε εντελώς στά βόρεια. Όταν ό Ιουστινιανός (καταγόταν από τήν Ιλλυρία) εγένετο αυτοκράτωρ, απελευθέρωσε τήν Ιλλυρία από τούς βαρβάρους. Τό 1081 οί Νορμανδοί κατέλαβαν τό Δυρράχιο μετά από σφοδρά αντίστασις τών Ελλήνων. Ή Νορμανδική κατοχή κράτησε έως τό 1109 οπότε καί ή Βόρειος Ήπειρος απανήλθε στό Βυζάντιο επί Αλεξίου Α΄Κομνηνού. Τό 1204 ή Βόρειος Ήπειρος ενσωματώθηκε στό Δεσποτάτο τής Ηπείρου πού ιδρύθηκε τότε. Τό 1259 τό Βεράτιο, τά Κάνινα, τό Δυρράχιο μεταβιβάσθηκαν στόν Μανφρέδο τής Σικελίας. Μετά τόν φόνο τού Μανφρέδου τό 1266 στήν Μάχη τού Μπενεβέντο οί περιοχές τής Ηπείρου τού οίκου τής Νεαπόλεως περιέχονται στόν Γαλλικό οίκο τής Ανδεγαβίας, ό οποίος κυβερνούσε τότε τήν Κάτω Ιταλία. Ό Αρχηγός τού οίκου αυτού Κάρολος ιδρύει τό 1271 τό πρώτο κράτος στήν Βόρειο Ήπειρο μέ τό όνομα «Βασίλειο τής Αλβανίας». Τό όνομα Αλβανία αναφέρεται γιά πρώτη φορά τόν 2ον αιώνα μ.χ. από τόν Έλληνα Γεωγράφο Πτολεμαίο στό έργο του «Χάρτης τής Ελλάδος». Ό Χάρτης εκδόθηκε στό Στρασβούργο τό 1525. Εκείνος λοιπόν ονομάζει τήν Ιλλυρία γιά πρώτη φορά Αλβανία.
Ό Μιχαήλ Άγγελος Β΄δεσπότης τής Ηπείρου αντιστέκεται στό κράτος αυτό πού ίδρυσε ό Κάρολος. Μετά τόν θάνατο τού Μιχαήλ, ό Υιός του Νικηφόρος παραχωρεί τό 1272 στό Βασίλειο τής Αλβανίας τό Δυρράχιο. Τό 1273 τό Βεράτιο καί τό 1279 ανεγνώρισε τήν επικυριαρχία τών Βασιλέων τών δύο Σικελών. Κατόπιν άρχισε αγώνας μεταξύ Σέρβων βασιλέων καί τού Φιλίππου (Πρίγκιπα Τάραντος καί Νεαπόλεως γιά τήν διατήρηση τών Αλβανικών κτήσεων). Τήν εποχή αυτοί οί Παλαιολόγοι επανένταξαν τήν Βόρειο Ήπειρο στήν Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ή επιτυχία αυτή όμως ήταν προσωρινή, γιατί τό 1346 ό Βασιλέας τής Σερβίας κατέλαβε ολόκληρη τήν Βόρειο Ήπειρο καί τό «Βασίλειο τής Αλβανίας», εξαφανίσθη. Τό 1389 εισβάλλουν οί Τούρκοι στήν Βόρειο Ελλάδα. Ό Σουλτάνος Βαγιαζήτ καί οί άλλοι Σουλτάνοι πού τόν διαδέχθησαν κατέλαβαν έως τό 1468 τά Σκόδρα καί 10 χρόνια μετά τήν Κροία. Τόν 15ον αιώνα οί Τούρκοι κατέλαβαν όλη τήν έκτασιν τής βορείου Ηπείρου καί τής Αλβανίας. Πολλοί βορειοηπειρότες εγκαταλέιπουν τήν πατρίδα των γιά νά αποφύγουν τόν μαζικό εξισλαμισμό.
Τό 1405 στήν Κρούγια τής Νέας Ηπείρου γεννήθηκε ό Σκερτέμπεης, υιός τού Ιωάννη Καστριώτη, Φεουδάρχου τής περιοχής. Στό βόρειο τμήμα τής περιοχής υπήρχαν τά φέουδα τού Μπλάσα, τού Ντουκαγκίνη, τού Ζαχαρία, τού Γουνίνη, τού Σπανού καί τού Δούσμανη. Νοτιότερα υπήρχαν τά φέουδα τών Τόπια, Μουζάκη, Αριανίτη, Καστριώτη, μέ κέντρα τό Δυρράχιο, τό Μπεράτι, τό Βελιγράδι, τήν Κρούγια, τό Ελμπασάν καί νοτιότερα τό φέουδο τού Γκίν Ζενεμπίση καί Μαυρίκιου Μπούα. Τό φέουδο τού πρώτου ήταν στήν περιοχή τού Αργυροκάστρου, ενώ τού δευτέρου στήν περιοχή τής Άρτας. Οί πιό πολλοί φεουάρχαι υπέκυψαν καί έγιναν φόρου υποτελείς στόν Σουλτάνο. Υπήρχαν καί φεουδάρχαι πού εγκατέλειψαν τόν τόπο, όπως ό Ζενεμπίσης, ό Μπούας καί ό Μπλάσας. Ό Πατέρας τού Καστριώτη παρά τήν αρχική αντίδραση πού προέβαλε, υπότάχθηκε τελικά στήν νέα κατάσταση. Μεταξύ τών Ιτς – ογλάν (γενίτσαροι) ήταν καί ό υιός τού Καστριώτη, Γεώργιος ή Γκέργκι. Ό Γεώργιος σέ ηλικία 18 ετών στήν Ανδριανούπολιν έμαθε εκτός από Ελληνικά καί Αρβανίτικα, Τουρκικά, Αραβικά καί Ιταλικά. Ό Γεώργιος προκαλούσε τόν θαυμασμό τών Τούρκων, οί οποίοι γιά τά χαρίσματά του, τού απέδωσαν τό όνομα Σκερτέμπεη (Σκεντερ – Μπέη, δηλαδή Ισκεντέρ- μπέη) δηλαδή Αλέξανδρος. Ό Σουλτάνος Μουράτ Β έχοντας αναγνωρίσει τήν γενναιότητά του τόν είχε στείλει μέ στρατεύματα στά μέτωπα τών Βαλκανίων καί Μ Ασίας. Τό 1438μχ ό Σκερτέμπεης υπηρέτησε ώς Σούμπασης στό Βιλαέτι τής Κρούγιας, ώς αρχηγός τής Επαρχίας. Τό 1440 απομακρύνθηκε από τήν Κρούγια καί ανέλαβε Σαντζάκμπεης στήν Ντίμπρα, δηλαδή τήν Δίβρη, πού ανήκε στό Βιλαέτι τού Μοναστηρίου. Τό 1439-1442 οί Ούγκροι έφεραν σέ δύσκολη θέσι τούς Τούρκους. Όταν λοιπόν τό 1443μχ οί Ούγκροι νίκησαν τούς Τούρκους, ό Καστριώτης βρήκε ευκαιρία γιά νά θέση σέ εφαρμογή. Κυριέυει τήν Κρούγια καί υψώνει Βυζαντινή ερυθρά σημαία μέ τόν Δικέφαλο, ή οποία ήτο καί οικόσημο τών Καστριωτήδων καί ή οποία επεβλήθη στίς αρχές τού 20ου αιώνα ώς εθνικό σύμβολο τής Αλβανίας, μίας χώρας πού εφηύραν αί Μεγάλαι δυνάμεις. Οί Χειμαρριώτες στάθηκαν στό πλευρό τού Καστριώτη, όπως καί οί φάρες τού Ανδρούτσου καί τού Μπότσαρη, οί οποίες όταν πέθανε ό Καστριώτης κατέβηκαν στά απρόσιτα όρη τού Σουλίου.


Σύμφωνα μέ τόν Στρατηγό Νότη Μπότσαρη αρχηγό τού σώματος εθελοντών εντοπίων Ηπειρωτών κατά τό 1912-1913
«θανόντος τού Σκερτέμπεη, οί Μποτσαραίοι μαχόμενοι μέ Τούρκους καί
Τουρκαλβανούς κατήλθαν πρός τήν Δράγανη.
Ή εξέργεση τής Ηπείρου εξέπληξε τούς Ευρωπαίους ηγεμόνες. Τό 1444 συνήλθαν όλοι οι Φεουδάρχες καί ό Τσερνογιεβιτς ώς αντιπρόσωπος Μαυροβουνίου, καί εκεί ανακηρύχθηκε ό Καστριώτης Γενικός αρχηγός καί όλοι ορκίστηκαν αντίσταση κατά τών Τούρκων. Οί Ούγκροι διέβησαν τόν Δούναβη καί έφθασαν στήν Βάρνα της Βουλγαρίας. Οί δυνάμεις τούς Καστριώτη μέ επικεφαλή τόν Αριανίτη εισήλθαν στήν Μακεδονία. Ό Ούγκρος Βασιλέας Βλαδισλάος σέ μάχη μέ τόν Σουλτάνο πληγώθηκε θανάσιμα. Ό Σουλτάνος εξαγριώθηκε καί συγκέντρωσε όλον τόν στρατό Ασίας καί Ευρώπης καί μαζί μέ τόν διάδοχο Μωάμεθ Β εισήλθε στήν Βόρεια Ήπειρο καί μέσου Γενουσού ποταμού έφθασε στήν Κρούγια. Μέχρι νά φθάσει όμως, ό στρατός του είχε υποστεί τόσες καταδρομικές ενέργειες από τόν Καστριώτη πού ό χρονογράφος Ντουρσούν Μπέης γράφει :
«μόνον οί δαίμονες , όπως οί κάτοικοι τών μερών εκείνων μπορούν εξοικειωμένοι μέ τά όρη των , οί κατηραμένοι αυτοί άπιστοι, νά κτυπούν μέ δηλητηριώδη βέλη».
Ή πολιορκία απέτυχε καί ό Μουράτ Β΄αποχώρησε ηττημένος γιά νά πεθάνει ντροπιασμένος λίγο αργότερα στήν Ανδριανούπολιν. Τό 1451 ό Καστριώτης υπογράφει συμμαχία μέ τόν Βασιλέα Νεαπόλεως Αλφόνσο, ό οποίος ήθελε να ιδρύση Μεσογειακή Αυτοκρατορία. Τό 1452 καί 1453 ό Καστριώτης απέκρουσε δύο εκστρατείες τού Μωάμεθ Β, λίγο πρίν τόν υπερ πάντον αγώνα τού Κων\νου Παλαιολόγου στήν Κων\λιν. Τό 1464 πέθανε ό Πάπας Πίος Β΄ό οποίος ματαίως προσπαθούσε νά ενώση τίς διηρημένες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ό Μωάμεθ επιτέθει ξανά στόν Καστριώτη τό 1464 τόν Αύγουστου, αλλά ό Σκερτέμπεης κατακερμάτισε τίς Τουρκικές δυνάμεις. Τό 1465 άλλες τέσσερεις εκστρατείες καθοδηγούμενες από αρβανίτες εξωμότες αποτυγχάνουν. Τό 1466 ό ίδιος ό Μωάμεθ μέ πάνω από 150000 άνδρες εμφανίζεται στήν Κρούγια. Ό χρονογράφος Κριτόβουλος γράφει : «οί Ηπειρώτες αγωνιστές όταν εδιώκοντο από τούς Τούρκους προτιμούσαν νά γρεμίζονται από τά βράχια παρά νά παραδίδονται. Τελικά ό Καστριώτης άντεξε τήν πολιορκία καί σέ καταδρομική επίθεση στό στρατόπεδο τού Σουλτάνου, σκοτώθηκε ό εξωμότης Μπαλαμπά πασά. Ό Καστριώτης παρόλο πού έμεινε πιστός στά συμφωνηθείσα μεταξύ Βατικανού καί Παλαιολόγων (αυτός είναι ένας από τούς λόγους πού αγνοήθηκε από τό επίσημο Ιουδαϊκόχριστιανικό Κράτος) έλαβε βοήθεια από τόν Πάπα μόνον 3000 τάλιρα, γεγονός πού ονομάσθη ατιμία τών χριστιανικών δυνάμεων. Τελευταία νίκη τού Σκερτέμπεη ήταν τόν Ιανουάριο τού 1468 όπου νίκησε γιά άλλη μία φορά τόν Μωάμεθ. Ή κατάσταση τής υγείας του όμως χειροτέρευσε καί στία 17 Ιανουαρίου 1468 πέθανε στό Αλέσιο, όπου καί ετάφη στόν καθεδρικό ναό τού Αγίου Νικολάου. Λέγεται πώς ήταν μυημένος στίς ιδέες τού Πλήθωνος τού Γεμιστού, στήν Πολιτεία τού οποίου αίτημα ήταν νά ξεχωρίσουν οί πολεμιστές από τούς Γεωργούς. Οί υπερασπισταί τού Μεσολογγίου τόν θεωρούσαν δικό τους , ώστε σέ ένα από τά κανόνια είχαν δώσει τό όνομα Σκερτέμπεης, όπως είχαν κάνει μέ τόν Δρακούλη καί τόν Κανάρη. Από τούς Οθωμανούς Αλβανούς καθοδηγούμενος καί από τίς ξένες δυνάμεις γεννήθηκε τό Αλβανικό κράτος, όχι μέ Ηπειρωτική συνείδηση, αλλά μέ Αλβανική καί Ανθελληνική, κάνοντας μάλιστα ήρωα τόν Γεώργιο Καστριώτη καί εθνικό των σύμβολο τόν δικέφαλο αετό.

Ή Μακεδονία στά Βυζαντινά χρόνια

Στο τέλος του 4ου αι. διάφορα βαρβαρικά φύλα από το βορρά προξένησαν στη χώρα μεγάλες καταστροφές με τις επιδρομές τους.
Στα βυζαντινά χρόνια ο όρος Μακεδονία διευρύνεται για να περιλάβει στα όριά του συχνά και ολόκληρη τη Θράκη (μαζί με την Ανατολική Ρωμυλία), τη σημερινή Βουλγαρία, τη Βόρεια Ήπειρο και την Αλβανία. Στις αρχές του 6ου αι. είχε ιδρυθεί η επαρχία Ιλλυρικού, στην οποία ήταν ενσωματωμένη και η Μακεδονία με 32 πόλεις (Δίο, Βέροια, Πέλλα, Έδεσσα, Σέρρες, Αμφίπολη κ.ά.). Αργότερα, όταν η αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε θέματα, η Μακεδονία μοιράστηκε σε τρία θέματα, της Θεσσαλονίκης με τις πόλεις Πελαγονία, Σέρβια, Δίο, Στόβους κ.ά., του Στρυμόνα, με πόλεις το Βιδίνιο, την Τριαδίτσα, το Μελένικο κ.ά., και της Μακεδονίας (με πόλεις της Στενήμαχο, την Αδριανούπολη, την Αγχίαλο, τη Μεσήμβρια, το Δορύστολο κ.ά.). Αργότερα στα «θέματα» της Μακεδονίας συμπεριλαμβάνονται και περιοχές άλλες, όπως η Θεσσαλία, και τμήματα της Στερεάς. Επί Βασιλείου Β’, λόγω των βουλγαρικών επιδρομών, αλλάζει πάλι η διοικητική μορφή της χώρας και πολλές πόλεις της Μακεδονίας διοικούνται από στρατηγούς. Τον 11ο αι. αναφέρεται θέμα Μακεδονίας και Θράκης, ενώ αργότερα η περιοχή κατακερματίζεται σε μικρότερα θέματα.
Στη βυζαντινή εποχή, αν και ο Ιουστινιανός φρόντισε να προστατέψει την περιοχή με μια σειρά από αμυντικά φρούρια που επεκτείνονταν από την Ήπειρο ως την Κωνσταντινούπολη, οι ασταμάτητες επιδρομές των βαρβαρικών λαών δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα. Ιδιαίτερα επικίνδυνοι ήταν οι Βούλγαροι, οι οποίοι εμφανίστηκαν στα Βαλκάνια στο τέλος του 7ου αιώνα και νικήθηκαν από το Βασίλειο Β’ Βουλγαροκτόνο (10ος-11ος αι.). Στο τέλος του 11ου αι. οι Νορμανδοί κυρίεψαν ένα σημαντικό μέρος της περιοχής. Διώχτηκαν σύντομα από τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό, για να επιστρέψουν όμως έναν αιώνα αργότερα και να προχωρήσουν ως τη Θεσσαλονίκη, την οποία και κυρίεψαν για λίγο έπειτα από επίθεση από ξηρά και θάλασσα.
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204), η Μακεδονία δόθηκε στο Βονιφάτιο το Μομφερατικό, που έκανε πρωτεύουσά του τη Θεσσαλονίκη. Εσωτερικές θρησκευτικές διενέξεις των Φράγκων και συχνές επιδρομές Βουλγάρων και Σέρβων έφεραν το κράτος σε χαώδη κατάσταση. Ο Βονιφάτιος κράτησε απέναντι σ’ αυτές τις δυσκολίες μια πολύ χαλαρή στάση, όπως και ο διάδοχός του Δημήτριος (13ος αι.). Εκμεταλλευόμενος τις καταστάσεις αυτές ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός κυρίεψε ένα τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας στην αρχή (1215) και έπειτα ολόκληρη τη Μακεδονία και την προσάρτησε στο βασίλειο της Ηπείρου (1222). Ανάμεσα στο τελευταίο αυτό και στην αυτοκρατορία της Νίκαιας άρχισε τότε μια σειρά από αγώνες για την κατοχή της Μακεδονίας, που έληξε το 1246 με την επικράτηση του Ιωάννη Βατάτζη, αυτοκράτορα της Νίκαιας, ο οποίος την έκανε επαρχία του κράτους του.
Μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από το Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, η Μακεδονία προσαρτήθηκε στη Βυζαντινή αυτοκρατορία (1261). Αλλά και πάλι η Μακεδονία συνέχισε να ταλαιπωρείται, αυτή τη φορά από τους εμφύλιους δυναστικούς αγώνες που γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη και που έδωσαν την ευκαιρία στους γειτονικούς λαούς να αρχίσουν μια σειρά από νέες επιδρομές εναντίον της.
Ως το 1430, που η Μακεδονία καταλήφθηκε από τους Τούρκους, διάφορες περιοχές της λεηλατήθηκαν κατά καιρούς από Καταλανούς, Σέρβους και Βουλγάρους. Ακόμη δημιουργήθηκαν πολλές ταραχές εσωτερικές από τις έριδες των Ζηλωτών κ.ά. Παρ’ όλα αυτά ο 14ος αι. υπήρξε για τη Θεσσαλονίκη περίοδος μεγάλης ακμής, όπως επίσης και για τα άλλα μακεδονικά κέντρα. Ήταν ο «Χρυσός αιώνας» της Θεσσαλονίκης.
Η τουρκοκρατία άρχισε με τη σταδιακή κατάληψη των διάφορων περιοχών της Μακεδονίας. Η αρχή έγινε με την κατάληψη της Αδριανούπολης (1361) και έπειτα της Φιλιππούπολης (1363), για να ολοκληρωθεί το 1430 με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Αρχικά στο χώρο της Μακεδονίας σχηματίστηκε το βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Αργότερα τα σαντζάκια της Μακεδονίας υπάχθηκαν στη διοικητική περιφέρεια Ρούμελης. Σε κατοπινή διοικητική μεταβολή, η χώρα διαιρέθηκε στα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου και στο μουτασεριφλίκι Κοζάνης και Σερβίων.

Ή Πελοπόννησος στά Βυζαντινά χρόνια

Προς τα τέλη του 4ου αι. η Πελοπόννησος οδηγείται σε ακόμη μεγαλύτερη παρακμή. Το 375 ένας μεγάλος σεισμός προκαλεί μεγάλες καταστροφές. Είκοσι χρόνια αργότερα Γότθοι επιδρομείς με αρχηγό τους τον Αλάριχο καίνε την Κόρινθο και καταλαμβάνουν το Άργος και τη Σπάρτη πριν ηττηθούν, τελικά, στη Φολόη. Το 393 καταργούνται οι Ολυμπιακοί αγώνες. Το 395 διαιρείται η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε ανατολικό και δυτικό κράτος και η Πελοπόννησος περιλαμβάνεται στο πρώτο.
Στις καταστροφές από τις επιδρομές Βανδάλων και Ούννων στα τέλη του 5ου και τις αρχές του 6ου αιώνα προστίθενται και άλλες από σεισμούς. Η Κόρινθος μέσα σε 30 χρόνια καταστρέφεται δυο φορές από σεισμό (522 και 551). Οι επιδρομές και η εγκατάσταση Σλάβων στην Πελοπόννησο προς τα τέλη του 6ου αι. ερμηνεύτηκαν παλιότερα από το Φαλμεράιερ ως εκσλαβισμός της Πελοποννήσου και ολόκληρης της Ελλάδας. Οι έρευνες των ιστορικών κατά το 19ο και 20ό αι. ερμήνευσαν διαφορετικά τα γεγονότα. Η αποστασία των Σλάβων και η εύκολη καταστολή της δύο φορές μέσα στον 9ο αι. (805 και 842) αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα της βυζαντινής διοίκησης στην Πελοπόννησο που θα πρέπει να είχε και την υποστήριξη μέρους τουλάχιστον του πληθυσμού.
Κατά τον 9ο και 10ο αι. η Πελοπόννησος υπέφερε από τις επιδρομές των Βουλγάρων και των Αράβων. Τον 11ο αι., που ήταν σχετικά ήρεμος, ακολούθησαν οι επιδρομές των Νορμανδών, οι οποίοι, με αρχηγό το Ρογήρο Β', λεηλάτησαν την Κόρινθο (1147).
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, δημιουργήθηκε στην Πελοπόννησο το φραγκικό πριγκιπάτο της Αχαΐας, το οποίο διαιρέθηκε σε 12 βαρονίες: Καλαμάτας, Άκοβας, Καρύταινας, Πάτρας, Βοστίτζας, Καλαβρύτων, Χαλανδρίτσας, Βελιγόστης, Ναυπλίου, Γρίτσανης, Γερακιού και Πασσαρά. Οι βαρονίες διαιρέθηκαν κατόπιν σε φέουδα, τα οποία μοιράστηκαν σε ιππότες και Λατίνους κληρικούς. Το ελληνικό κράτος που ιδρύθηκε γύρω από το Μυστρά, γνωστό ως δεσποτάτο του Μωρέως, κυβερνήθηκε από τους Καντακουζηνούς αρχικά (1348-1384) και τους Παλαιολόγους στη συνέχεια (1384-1460). Ωστόσο, η χώρα δε βρήκε τον τρόπο να συνέλθει.
Οι τουρκικές επιδρομές των αρχών του 15ου αιώνα ολοκληρώθηκαν με την εκστρατεία του Μεχμέτ Β' του πορθητή το 1458-1460 και την κατάληψη ολόκληρης της Πελοποννήσου εκτός από τις βενετικές κτήσεις. Οι προσπάθειες των Τούρκων να καταλάβουν και αυτές προκάλεσαν τους τρεις βενετοτουρκικούς πολέμους: τον α' (1463-1477), το β' (1499-1502), κατά τον οποίο κυριεύτηκαν από τους Τούρκους τα φρούρια της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναβαρίνου, και τον γ' (1537-1540), κατά τον οποίο οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Μονεμβασία και το Ναύπλιο.
Ό Μυστράς, ήτο μεσαιωνική πόλη, χτισμένη στις ανατολικές πλαγιές του Ταΰγετου, κοντά στην πόλη της Σπάρτης. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους της Δ' σταυροφορίας, το 1204, ιδρύθηκαν στο χώρο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας διάφορα φραγκικά κράτη, ένα από τα οποία ήταν το πριγκιπάτο του Μορέως ή της Αχαΐας. Ο ηγεμόνας του Γουλιέλμος Α΄ Βιλλαρδουίνος, για να ελέγχει την περιοχή της Λακωνίας, έχτισε το 1249 στην κορυφή του το φρούριο που σώζεται ως σήμερα. Το όνομα Μυστράς προήλθε ίσως από το σχήμα του λόφου, που μοιάζει με μυζήθρα, ή από κάποιον τοπάρχη που βρήκαν εκεί οι Φράγκοι, Μυζηθρά στο όνομα ή το επάγγελμα. Οι συχνές προστριβές και εκστρατείες Βυζαντινών και Φράγκων δημιουργούσαν στους κατοίκους της περιοχής αίσθημα ανασφάλειας και για το λόγο αυτόν άρχισαν να εγκαθίστανται στους πρόποδες του λόφου. Το 1262 ο Μυστράς παραδόθηκε από το Βιλλαρδουίνο στους Βυζαντινούς και έγινε έδρα Βυζαντινού στρατηγού, ο οποίος είχε τον τίτλο «κεφαλή», με διάρκεια θητείας αρχικά ένα χρόνο και από το 1308 και ύστερα με απεριόριστο χρόνο θητείας.
Στα μέσα του 14ου αιώνα ο Μυστράς γίνεται πρωτεύουσα του δεσποτάτου του Μορέως και διορίζεται ανώτατος άρχοντας με τίτλο «Δεσπότης» και με ισόβια εξουσία. Πρώτος δεσπότης του Μυστρά υπήρξε ο Μανουήλ Καντακουζηνός (1348-1380), δευτερότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ'. Το 1443 στέφεται δεσπότης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (τελευταίος αυτοκράτορας στη συνέχεια του Βυζαντίου), τον οποίο διαδέχονται οι μικρότεροι αδελφοί του Θωμάς και Δημήτριος, για να κλείσουν την ένδοξη περίοδο του δεσποτάτου με την παράδοση της πόλης το 1460 στους Τούρκους.
Την τελευταία περίοδο της ελεύθερης ζωής του ο Μυστράς ήταν το διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο της Πελοποννήσου. Είναι τα χρόνια που έζησε εδώ και έδωσε το έργο του ο γνωστός λόγιος Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων.

Ο Πόντος στά Βυζαντινά χρόνια

Από τις απαρχές ίδρυσης της μεσαιωνικής Ελληνικής Αυτοκρατορίας (Βυζαντίου) ο Πόντος, χωρισμένος στις επαρχίες του Πολεμωνιακού Πόντου (κέντρα: Νεοκαισάρεια, Τραπεζούντα, Κερασούντα, Πολεμώνιο, Κόμανα) και του Ελενοπόντου (κέντρα: Αμάσεια, Ζήλα, Άνδραπα, Αμισός, Σινώπη), αποτελούσε το ΒΑ άκρο της εκτενούς διοίκησης της Ανατολής (Dioecesis Orientis), η οποία με τη σειρά της αποτελούσε τμήμα της αχανούς επαρχίας της Ανατολής (Praefectura Praetorio per Orientem). Αρχικά, μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού Α', τον 6ο αι., ποντιακό κέντρο ήταν η πόλη της Νεοκαισάρειας (σημ. Νικσάρ), ενώ επίσης η Ευδοκιάς (Τοκάτ) αναφέρεται ως ακμάζον κέντρο. Και η Τραπεζούντα όμως, σύμφωνα με το Ζώσιμο, αποτελούσε το άκρο της εξουσίας της αυτοκρατορίας επί Μ. Κωνσταντίνου, οπότε διορίστηκαν εκεί ως διοικητές (ανθύπατοι) οι Αγρίκολας και Λυσίας, καθώς επίσης και ο ανιψιός του αυτοκράτορα, ο Αννιβαλιανός, ο οποίος έγινε χριστιανός και παντρεύτηκε την κόρη του Μ. Κωνσταντίνου, Φλαβία Ιουλία, χωρίς όμως αυτό να επιβεβαιώνει τη μεταγενέστερη εσφαλμένη παράδοση, η οποία συνδυάζει τον Αννιβαλιανό με την ανέγερση του μητροπολιτικού ναού της πόλης, της Παναγίας Χρυσοκεφάλου. Ήδη όμως από τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αι. κάνουν έντονη την παρουσία τους οι εκκλησιαστικοί ηγέτες του Πόντου: το 325 στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας ο επίσκοπος Δόμνος, το 451 στη Δ' Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας ο επίσκοπος Ατάρβιος (από τον 5ο αι. ο «Συνέκδημος» του Ιεροκλή αναφέρει την Τραπεζούντα ως μητρόπολη), το 518 σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη κατά του Μονοφυσιτισμού ο Αντίπατρος· το 680/81 στην ΣΤ' Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης ο Θεόδωρος (ως προεδρεύων) και το 787 στην Ζ' Σύνοδο της Νικαίας κατά των Εικονομάχων ο Χριστόφορος. Στην πολιτική διοίκηση εξάλλου μερικές δεκαετίες μετά τον Αννιβαλιανό, κατά τη βασιλεία του Θεοδόσιου Α' (379-395), αναφέρεται ως διοικητής Τραπεζούντας ο «αυγουστάλιος» Κουρτίκιος, τον οποίο μεταγενέστερες πηγές αποκαλούν πρώτο χριστιανό βασιλιά της Κολχίδας, Λαζικής, Τσανίκων και Περατείας. Την ίδια περίπου περίοδο, τέλος, μεταφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, στον Πόντο από δύο Αθηναίους μοναχούς, το Βαρνάβα και το Σωφρόνιο, η εικόνα της Παναγίας Σουμελά (γνωστή και ως Παναγία Αθηνιώτισσα), οπότε χτίστηκε η φημισμένη μονή της Παναγίας Σουμελά του Πόντου.
Σημαντικότερη και καθοριστική υπήρξε η ανάπτυξη του Πόντου –και ιδιαίτερα της Τραπεζούντας– την εποχή της βασιλείας του Ιουστινιανού Α' (527-565). Έχοντας διαβλέψει ορθά τη μεγάλη στρατιωτική σημασία της περιοχής (ήδη από τον 5ο αι. έδρευε στον Πόντο η πρώτη ποντιακή λεγεώνα (λατ. Legio Prima Pontica) ο αυτοκράτορας με ειδική «Νεαρά» (Novella), την αρ. 31 της 18ης Μαρτίου 536, κατάργησε τον παλαιό χωρισμό του Πολεμωνιακού Πόντου (και της παλαιάς Αρμενίας Α') ενώνοντας τα μέρη του σε μια κοινή Αρμενία Α' με έδρα-πρωτεύουσα την Τραπεζούντα, που στο εξής αντικαθιστά τη Νεοκαισάρεια ως ποντιακή πρωτεύουσα. Η σημαντική αυτή διοικητική αναδιοργάνωση, για τον εντοπισμό της οποίας βασική παραμένει η συμβολή του Ρώσου βυζαντινολόγου Α. Βασίλιεφ, έφερε την πόλη του Αγίου Ευγενίου στο πολιτικό, στρατιωτικό, πνευματικό και οικονομικό προσκήνιο της ιστορίας του μεσαιωνικού ποντιακού Ελληνισμού. Στο «Περί Πολέμων» έργο του ο Προκόπιος αναφέρει τη μεγάλη σημασία που απέκτησε η Τραπεζούντα (μαζί με την ανατολικά της κείμενη οχυρή πόλη της Ριζούντας) ως στρατιωτική βάση και λιμάνι προώθησης του πολύχρονου αγώνα με το Σασσανιδικό βασίλειο των Περσών γύρω από την ανατολικά κείμενη περιοχή της Λαζικής, στη σημερινή Δυτική Γεωργία. Με τις δύο μεγάλες συνθήκες του 532 και του 561/2 (που έκλεισε τον πόλεμο Ιουστινιανού-Περσών) η Καυκασία και η Λαζική παρέμειναν στη βυζαντινή ζώνη επιρροής. Ο στρατηγός Πέτρος και ο Βελισάριος πολέμησαν για μεγάλο διάστημα κατά των Περσών στα ποντιακά εδάφη. Κατά την παραμονή του μάλιστα στην Τραπεζούντα ο τελευταίος έχτισε το ναό του Αγ. Βασιλείου με ζωγραφισμένο στην έξω πόρτα του το πορτρέτο του ως έφιππου (δε σώζεται). Παράλληλα, τα αλλεπάλληλα κτίσματα του Ιουστινιανού στην περιοχή (ιδιαίτερα επιδιορθώσεις τειχών, ανέγερση και επισκευή πλήθους εκκλησιών στην Τραπεζούντα με τη συμμετοχή του τοπικού επισκόπου Ειρηναίου) αναφέρονται λεπτομερώς από τον Προκόπιο στο «Περί Κτισμάτων» έργο του, όπου τονίζει ιδιαίτερα το σπουδαίο υδραγωγείο, που αφιέρωσε στη μνήμη του Αγ. Ευγενίου ο μεγάλος αυτοκράτορας, το 542, στη νέα ποντιακή πρωτεύουσα. Τέλος, θα πρέπει ιδιαίτερα να τονιστεί η πολιτική εκχριστιανισμού ποικίλων λαών της αρχαίας Κολχίδας (Λαζικής) και του Καύκασου που ανέλαβε ο Ιουστινιανός, όπως των Αβασγών, Λαζών, Μόσχων και Τζάννων (η Καυκασία ήταν ήδη από τους 3ο-4ο αι. μία από τις πλέον πυκνοκατοικημένες περιοχές της αυτοκρατορίας).Για την ποντιακή ιστορία του 7ου αι. είναι βασική και η συμβολή του Ρώσου ιστορικού Α. Βασίλιεφ. Ο αυτοκράτορας Ηράκλειος Α' (610-641) χρησιμοποίησε επίσης την Τραπεζούντα ως χειμερινό κατάλυμα, ναυτική-στρατιωτική βάση και λιμάνι προώθησης των αγώνων του κατά των Σασσανιδών την περίοδο 622-627, έχοντας παράλληλα στο πλευρό του τους εκχριστιανισμένους πλέον λαούς του Καύκασου και της Λαζικής. Η συνεχής επιλογή της Τραπεζούντας υπήρξε εύλογη, αφού ήταν το μοναδικό ελληνικό λιμάνι στον Εύξεινο που βρισκόταν κοντά στο πολεμικό μέτωπο.
Στην πόλη αυτή επίσης γεννήθηκε ο Ηράκλειος-Κωνσταντίνος ή Ηρακλωνάς, ο γιος του Ηράκλειου Α' από τη δεύτερη σύζυγό του Μαρτίνα. Οι ποντιακές περιοχές, και ιδιαίτερα η Λαζική, θα γίνουν θέατρο συγκρούσεων από τα μέσα του 7ου αι. ανάμεσα στην αυτοκρατορία και τη νέα μεγάλη δύναμη στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, το Ισλάμ· το 653/4 ενωμένα στρατεύματα Αρμενίων και Μουσουλμάνων επιτίθενται και λεηλατούν την Τραπεζούντα και τα περίχωρά της. Τέλος, για τον 6ο και 7ο αιώνα πρέπει να γίνει μνεία της Τραπεζούντας ως ονομαστού πνευματικού κέντρου και έδρας της περίφημης σχολής μαθηματικών και αστρονομίας, την οποία ίδρυσε ο σπουδαίος διδάσκαλος Τυχικός (γενν. περί το 560), γνώστης μεταξύ άλλων και της αρμενικής γλώσσας, καθώς και διδάσκαλος του σημαντικού Αρμένιου ιστοριογράφου, Ανανία του Σιρακηνού, που στην «Αυτοβιογραφία»του τον αποκαλεί «άνδρα πλήρη σοφίας».
Ο 8ος αι., δηλαδή ο πρώτος της λεγόμενης μεσοβυζαντινής περιόδου, είναι ελάχιστα γνωστός, αν και πολύ λίγες αμφιβολίες υπάρχουν ότι ο Πόντος θα δέχτηκε τότε αλλεπάλληλα κύματα αραβικών επιθέσεων την εποχή της Ισαυρικής δυναστείας. Στις αρχές του 9ου αι. όμως συνέβη μια μεγάλη στρατιωτικο-διοικητική μεταβολή, καθώς μαρτυρεί στο «Περί των θεμάτων» του έργο ο λόγιος αυτοκράτορας του 10ου αι., Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος. Το αρχικά τεράστιο θέμα των Αρμενιάκων (ιδρύθηκε το 667) άρχισε σταδιακά να υποδιαιρείται σε μικρότερες θεματικές ενότητες: το 824 (ή 823) πρωτοαναφέρεται το θέμα Χαλδίας με έδρα του την Τραπεζούντα, το 863 το θέμα Κολωνίας με έδρα τη Νικόπολη, ενώ παράλληλα η δυτική έπαλξη του Πόντου, η Παφλαγονία, γίνεται και αυτή ιδιαίτερο θέμα από το 826. Έτσι, το παλαιό θέμα Αρμενιάκων περιορίζεται πλέον στην περιοχή με κέντρα της την Αμάσεια, την Αμισό και τη Σινώπη.
Το θέμα της Χαλδίας διατήρησε τη μεγάλη του στρατιωτική σημασία στον αγώνα κατά των Αράβων, που συνεχίστηκε και μετά τη μεγάλη βυζαντινή νίκη στον ποταμό Λαλακάοντα, το 863, κατά του εμίρη της Μελιτηνής Ομάρ, που την ίδια χρονιά είχε καταλάβει την Αμισό. Η μεγάλη του απόσταση από την Κωνσταντινούπολη υποχρέωσε τους Βυζαντινούς ηγεμόνες να αναγνωρίσουν σημαντικό ποσοστό αυτονομίας στους εκεί διοικητές, τους «δούκες Χαλδίας», αρκετοί από τους οποίους προσπάθησαν σε στιγμές δύσκολες για την αυτοκρατορία να καταστούν εντελώς αυτόνομοι σε μεταγενέστερες εποχές. Την εποχή της Αμοριανής (Φρυγικής) δυναστείας (820-867), αλλά κυρίως επί Μακεδόνων αυτοκρατόρων (867 και εξής), η έδρα του θέματος Χαλδίας θα καταστεί κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου των μουσουλμανικών πόλεων της Ανατολής, διαμέσου της οποίας ποικίλα προϊόντα από τη Μ. Ασία («Ρουμ») μεταφέρονταν στη Δαμασκό, Βαγδάτη κ.ά. μεγάλες πόλεις, καθώς μαρτυρούν οι αφηγήσεις των Μουσουλμάνων συγγραφέων Μπαλαντούρι, Μασούντι και Ιστάχρι. Μαζί με τα άλλα ποντιακά κέντρα (Κερασούντα, Σινώπη κτλ.) η Τραπεζούντα θα αποκτήσει φήμη για τις πλούσιες εμποροπανηγύρεις της.
Κατά το 10ο αι. το θέμα Χαλδίας περιλαμβάνει πλέον όλη σχεδόν την περιοχή της σημερινής επαρχίας Τραπεζούντας (Τραμπζόν ιλί), ως τον ποταμό Φάση, καθώς επίσης και μεγάλο τμήμα της επαρχίας Θεοδοσιούπολης (Ερζερούμ ιλί) με ευρύ μέτωπο προς τον Εύξεινο.
Η περίοδος 9ου-11ου αι. αποτελεί σταθμό στην πνευματική ζωή του Πόντου. Και πρώτα από όλα αυτό αφορά το ακριτικό έπος, που είναι αναμφίβολα ποντιακής προέλευσης· ακριτικά τραγούδια διασώθηκαν σε μεγάλο αριθμό και σε πολύ πλούσια θεματολογία, σε διάφορες παραλλαγές, στις περιοχές του Πόντου (αρκεί να αναφερθεί το τραπεζουντιακό χειρόγραφο του έπους του Διγενή Ακρίτα). Τρεις μεγάλες πνευματικές προσωπικότητες του 10ου-11ου αι. ήταν ποντιακής καταγωγής: ο Όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» (πέθανε περί το 998), ένας από τους πιο ένθερμους ιεραποστόλους της διάδοσης του χριστιανισμού, που έγινε τελικά προστάτης άγιος της Σπάρτης, ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης (πέθανε περί το 1004), πνευματικός αδερφός του αυτοκράτορα Νικηφόρου Β' Φωκά και ιδρυτής του πρώτου μεγάλου αγιορείτικου μοναστηριού της Μεγίστης Λαύρας το 963, και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Η' Ξιφιλίνος (1064-1075), γόνος επιφανούς οίκου, που διακρίθηκε ιδιαίτερα στον πνευματικό τομέα κατά τον 11ο αι., και συγγραφέας ο ίδιος σημαντικού τμήματος της εγκωμιαστικής αγιολογίας περί των κατορθωμάτων του αγίου Ευγενίου και των συμμαρτύρων του στα τέλη του 3ου αι.
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά στα πλαίσια της βυζαντινής αντεπίθεσης στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας μετά το θρίαμβο του Λαλακάοντα (863) υπήρξε η σταδιακή προσάρτηση των αρμενικών ενδιάμεσων κρατιδίων της περιοχής. Οι χρονικογράφοι Σκυλίτζης και Κεδρηνός κάνουν λόγο για τις πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στο στρατηλάτη-αυτοκράτορα Βασίλειο Β' Βουλγαροκτόνο (976-1025) και στο Γεωργιανό μονάρχη Γεώργιο Α' (1014-1027), κατά τις οποίες η Τραπεζούντα χρησιμοποιήθηκε και πάλι ως σταθμός και κύριο στρατόπεδο του τελικά νικητή αυτοκράτορα (1022). Η τελική ενσωμάτωση όμως του Βασπουρακάν την ίδια αυτή χρονιά, όπως επίσης και οι μελλοντικές ενσωματώσεις των αρμενικών βασιλείων-κρατιδίων του Ανί (1047) και του Καρς (1064), συνοδεύτηκαν εντελώς κοντόφθαλμα και από εξόντωση πολλών ηγετικών στελεχών των Αρμενίων, καθώς και από εξανδραποδισμούς και βίαιες μεταφορές αρμενικών πληθυσμών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να ευνοηθεί η συστηματική (από τα μέσα του 11ου αι.) εισβολή και κατάκτηση μεγάλου τμήματος της μικρασιατικής χερσονήσου από τα νεοφερμένα τουρκόφωνα φύλα, τους Σελτζούκους και τους ημινομάδες Τουρκομάνους. Παρά την ηρωική προσπάθεια του τελευταίου εκπροσώπου της δυναστείας των Κομνηνο-Δουκών, του Ρωμανού Δ' Διογένη (1067-1071, πέθανε το 1072) να τους αντιμετωπίσει, τελικά η βυζαντινή συντριβή στο Ματζικέρτ (19/26 Αύγ. 1071) σφράγισε την τύχη της Μ. Ασίας και η τουρκική προέλαση πήρε πλέον φρενήρη ρυθμό. Μέσα σε μια δεκαετία μετά το Ματζικέρτ μεγάλο τμήμα της χερσονήσου είχε κατακλυστεί από τους νέους εισβολείς και αργά αλλά σταθερά άρχισε ο σταδιακός εξισλαμισμός της μέχρι πρότινος «σπονδυλικής στήλης του Βυζαντίου», όπως αποκάλεσε τη Μ. Ασία ο Ρώσος βυζαντινολόγος Γκ. Οστρογκόρσκι. Η ίδρυση του σελτζουκικού σουλτανάτου του «Ρουμ» (δηλ. των πρώην «ρωμαϊκών» = βυζαντινών κτήσεων στη Μ. Ασία) πρώτα στη Νίκαια και κατόπιν στο Ικόνιο, καθώς επίσης και η ίδρυση του εμιράτου των Ντανισμεντιδών με έδρα την ποντιακή Νεοκαισάρεια, χάρασσε με ενάργεια τη μελλοντική τύχη της ελληνικής Μ. Ασίας.
Οι Σελτζούκοι Τούρκοι πάντως συνάντησαν σφοδρή αντίσταση στον Πόντο και ιδιαίτερα στο θέμα Χαλδίας. Είναι η εποχή που στο προσκήνιο εμφανίζεται η πιο ονομαστή ίσως ανάμεσα στις μεσαιωνικές ελληνικές οικογένειες του Πόντου, οι Γαβράδες ως «δούκες Χαλδίας», με χρόνους μεγάλης ακμής την εποχή της δυναστείας των Κομνηνών στο Βυζάντιο. Οι Σελτζούκοι κατόρθωσαν να καταλάβουν προσωρινά την έδρα του θέματος, Τραπεζούντα (περίπου 1071), αλλά το 1075 ο πρώτος σημαντικός Γαβράς, ο «δουξ» Θεόδωρος (Α'), οργάνωσε την αντίσταση και τους εκδίωξε, πετυχαίνοντας μάλιστα να επεκτείνει την κυριαρχία του ανατολικά σε βάρος των νεοφερμένων Τουρκομάνων μέχρι τη Βαϋβερδώνα (Πάιπερτ) και την Κολωνία. Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός του Βυζαντίου είχε να αντιμετωπίσει τον άμεσο νορμανδικό κίνδυνο και δεν μπόρεσε να απασχοληθεί με τη Μ. Ασία· έτσι ο Θεόδωρος Α' άρχισε σταδιακά να ανεξαρτητοποιείται αντιμετωπίζοντας με επιτυχία, λίγο αργότερα, επικίνδυνη εισβολή από το Γεωργιανό μονάρχη Δαβίδ Γ’ (1089-1125). Όταν το 1095/6 ο Αλέξιος Α' ευκαίρησε να ασχοληθεί με τη Μ. Ασία και τον Πόντο, βρήκε στο πρόσωπο του Θεοδώρου Α' έναν ημιαυτόνομο τοπάρχη· οι μεγάλες του στρατηγικές αρετές και η άκρα αποφασιστικότητά του για επίτευξη των στόχων του τονίζονται χαρακτηριστικά στην «Αλεξιάδα» της Άννας Κομνηνής, που έγραφε ότι, αφού έγινε (ο Γαβράς) κύριος της Τραπεζούντας, την κράτησε σαν να ήταν ιδιωτική του περιουσία. Πάντως η κυριαρχία της σημαντικής αυτής μορφής δεν κράτησε για πολύ ακόμη, αφού ο Θ. Γαβράς τελικά συνελήφθη και εκτελέστηκε από τον εμίρη των Τουρκομάνων της Θεοδοσιούπολης και Βαϋβερδώνας, τον Αλή («Αμιράλη»), αρνούμενος να ασπαστεί το ισλάμ, στις 2 Οκτωβρίου 1098, ημέρα κατά την οποία αργότερα θεσπίστηκε ο εορτασμός της μνήμης του αγιοποιημένου ήρωα του μεσαιωνικού ποντιακού ελληνισμού.
Τα κινήματα αποστασίας στον Πόντο συνεχίστηκαν και στο πρώτο μισό του 12ου αι., αφού οι διάδοχοι του Θεοδώρου Α' αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία της Κωνσταντινούπολης. Ο «δουξ» Γρηγόριος Γαβράς-Ταρωνίτης, ίσως γιος του αγ. Θεοδώρου Α', κήρυξε την ανεξαρτησία της περιοχής του την περίοδο 1103-1105/6 ή 1106/7, αλλά τελικά νικήθηκε σε μάχη στην Κολωνία από τις δυνάμεις του Αλεξίου Α' και μεταφέρθηκε δέσμιος στην Κωνσταντινούπολη· πολύ σύντομα, όμως, το 1107/8 ο Αλέξιος Α' τον ξαναδιόρισε «δούκα Χαλδίας», γεγονός που δείχνει αφενός τη μεγάλη αξία του Γρηγορίου, αφετέρου την αδυναμία του Βυζαντινού αυτοκράτορα να επιβάλει αυστηρή πειθαρχία στον Πόντο. Μετά το 1119/20 εμφανίζεται και ο τρίτος ανάμεσα στους κυριότερους Γαβράδες, ο Κωνσταντίνος, γιος ή αδερφός του Γρηγορίου, άρα απευθείας απόγονος του θρυλικού άγιου Θεοδώρου Γαβρά. Είχε μόλις απελευθερωθεί αντί μεγάλων λύτρων από τον Ντανισμεντίδη εμίρη Γκιουμουστεγκίν και, μερικά χρόνια αργότερα, ανεξαρτητοποιήθηκε και αυτός από το νέο Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιωάννη Β' Κομνηνό (1118-1143)· η αποστασία του Κωνσταντίνου χρονολογείται ανάμεσα στα χρόνια 1123 ή 1124/26 και 1138/40, γεγονός που σημαίνει ότι για περισσότερα από 15 χρόνια το Βυζάντιο είχε χάσει και πάλι τον έλεγχο της περιοχής, κάτι που κατόρθωσε να κάνει ο Ιωάννης Β' μόλις λίγα χρόνια πριν από τον θάνατό του, με οργανωμένη εκστρατεία. Έκτοτε, κατά τη μακρόχρονη βασιλεία του Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180) η Τραπεζούντα, και γενικότερα η Χαλδία, παρέμεινε σε γενικές γραμμές υπό την επικυριαρχία της Κωνσταντινούπολης μετά τη σταδιακή παρακμή και παραγκώνιση της ημιανεξάρτητης δυναστείας των Γαβράδων, αν και συχνά οι ποντιακές επαρχίες γνώρισαν μεγάλες αναταραχές λόγω των τουρκικών επιδρομών, όπως κατ' επανάληψη μαρτυρούν οι ιστοριογράφοι Κίνναμος και Νικήτας Χωνιάτης.
Τελευταίος «δουξ Χαλδίας», μέχρι τη μεγάλη αλλαγή του 1204, διορίστηκε την περίοδο 1165-1170 ο Νικηφόρος Παλαιολόγος.
Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η σύνδεση με τον Πόντο, στο β΄ μισό του 12ου αι., του περιβόητου Ανδρόνικου (Α') Κομνηνού, εξαδέρφου και αντιπάλου του Μανουήλ Α' για την εξουσία στο Βυζάντιο. Οι δραματικές περιπέτειές του τον έφεραν περί το 1170 στην Ιβηρία (Γεωργία) και στον Πόντο, όπου εγκαταστάθηκε για λίγο καιρό σε τουρκομανική περιοχή ανατολικά της Τραπεζούντας. Όταν όμως ο «δουξ» Νικηφόρος Παλαιολόγος συνέλαβε τη γυναίκα και το γιο του Ανδρόνικο, ο ίδιος παραδόθηκε στο Μανουήλ Α', που λίγο αργότερα τον συγχώρησε και του εμπιστεύθηκε τη διοίκηση της ποντιακής Οινόης (Οιναίου, τουρκ. Ουνιέ). Όσο ζούσε ο Μανουήλ Α΄, ο Ανδρόνικος παρέμεινε στην Οινόη και τη Σινώπη, αλλά μετά το 1180 αποφάσισε να γίνει κύριος του θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Η λεπτομερής αφήγηση του Νικήτα Χωνιάτη παρακολουθεί τις επιχειρήσεις του με «Παφλαγόνες μισθοφόρους» κατά του ανήλικου Αλεξίου Β' Κομνηνού και της λατινόφιλης κυβέρνησής του, το 1182, οπότε μετά την είσοδό του στη Βασιλεύουσα ξέσπασε η μεγάλη σφαγή των Λατίνων της βυζαντινής πρωτεύουσας (Μάιος 1182), για να ακολουθήσει το 1183 η δολοφονία του «συμβασιλέως» Αλεξίου Β'. Η μεγάλη επανάσταση του Σεπτεμβρίου 1185, που ανέτρεψε τον Ανδρόνικο Α' και ξεκλήρισε μεγάλο τμήμα του οίκου του, συνδέεται άμεσα με τα προεόρτια των απαρχών της αυτοκρατορίας των Μεγαλοκομνηνών της Τραπεζούντας.
Ανάμεσα στους συγγενείς του κατακρεουργημένου Ανδρόνικου, που συνελήφθηκαν και τυφλώθηκαν, ήταν και ο μεγάλος του γιος, Μανουήλ· τα δύο αγόρια του τελευταίου όμως, Αλέξιος και Δαβίδ, φυγαδεύτηκαν σε νηπιακή ηλικία και έφθασαν στη Γεωργία, όπου είχε μεταβεί ο Ανδρόνικος Α΄ γύρω στο 1170 επισκεπτόμενος το βασιλιά Γεώργιο Γ΄ (1156-1184). Τον τελευταίο είχε από το 1184 διαδεχτεί η Θάμαρ (1184-1212/13), η οποία και υποδέχτηκε τα δύο νήπια στην αυλή της στην Τιφλίδα λίγο μετά το Σεπτέμβριο του 1185, όπου έμελλαν να παραμείνουν ως το 1204, παίρνοντας μεικτή ελληνογεωργιανή μόρφωση, διατηρώντας όμως τον ελληνικό τους χαρακτήρα. Νεότερες έρευνες έχουν προωθήσει το πρόβλημα των δυναστικών σχέσεων ανάμεσα στους δύο μικρούς Κομνηνούς, που έμελλαν να ιδρύσουν τη μεσαιωνική Ελληνική Αυτοκρατορία του Πόντου, και στην ιβηρική (γεωργιανή) βασιλική οικογένεια και τονίζουν ότι η περίφημη φράση του χρονικογράφου των Μεγάλων Κομνηνών, Παναρέτου, ότι η Θάμαρ ήταν «προς πατρός θεία» των Αλεξίου και Δαβίδ, έχει ισχύ μόνο υπό την προϋπόθεση της αποδοχής του αναφερόμενου από γεωργιανές πηγές ότι ο πατέρας τους, Μανουήλ Κομνηνός, είχε παντρευτεί Γεωργιανή πριγκίπισσα.
Η ίδρυση του κράτους της Τραπεζούντας έγινε από συγκεκριμένη αφορμή, την οποία παραδίδουν γεωργιανές πηγές που ανέλυσε ο M. F. Brosset. Σύμφωνα με αυτές, η Θάμαρ είχε αποστείλει στο Βυζάντιο πλούσια δώρα προοριζόμενα για μοναστήρια του Αιγαίου και της Βόρειας Συρίας, αλλά ο φιλάργυρος αυτοκράτορας Αλέξιος Γ’ Άγγελος (1195-1203) τα είχε αυθαίρετα κατάσχει στην Κωνσταντινούπολη. Η Γεωργιανή ηγεμονίδα περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να πάρει την εκδίκησή της, κάτι που παρουσιάστηκε με την άφιξη της Δ' Σταυροφορίας στο Βυζάντιο (1203-1204). Ενώ η δυναστεία των Αγγέλων κατέρρεε κάτω από τα χτυπήματα των δυτικών ιπποτών και η Κωνσταντινούπολη γνώριζε την πρώτη άλωσή της, οι νεαροί Αλέξιος (Α') και Δαβίδ οι Μεγαλοκομνηνοί πολιόρκησαν την Τραπεζούντα, μάλλον λίγο πριν από την προαναφερόμενη πτώση του Βυζαντίου (12-13 Απρ. 1204), πιθανώς περί τα τέλη Μαρτίου, και την κατέλαβαν ενισχυόμενοι από τα γεωργιανά στρατεύματα που τους είχε παραχωρήσει η Θάμαρ. Ο Βυζαντινός «δουξ Χαλδίας» Νικηφόρος Παλαιολόγος, που για σαράντα περίπου χρόνια προσπαθούσε να διατηρήσει τη φλόγα της βυζαντινής επικυριαρχίας στην περιοχή, αναγκάστηκε να παραδώσει χωρίς αντίσταση την πόλη. Η απαρχή της εγκαθίδρυσης του μεσαιωνικού ελληνικού κράτους στον Πόντο, που έμελλε να αντέξει την οθωμανική λαίλαπα για οκτώ χρόνια περισσότερο από την Κωνσταντινούπολη (1453-1461), είχε επιτελεστεί.
Όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των σταυροφόρων της Δ' σταυροφορίας, το 1204, ο Αλέξιος Α', ο επονομαζόμενος Μέγας, και ο αδελφός του Δαβίδ (εγγονοί του Ανδρόνικου Α' Κομνηνού), που είχαν καταφύγει στην αυλή της συγγένισσάς τους Θάμαρ, βασίλισσας της Γεωργίας, στη σύγχυση που ακολούθησε την άλωση της Βασιλεύουσας, κατέλαβαν ολόκληρη σχεδόν την παραλιακή ζώνη του Εύξεινου Πόντου, με τη στρατιωτική βοήθεια της βασίλισσας Θάμαρ. Στο ίδιο χρονικό διάστημα ιδρύθηκαν και άλλα δύο αντίπαλα ελληνικά κράτη, στη Νίκαια και την Ήπειρο, αλλά τα πράγματα έδειχναν αρχικά ότι ο 22χρονος Αλέξιος ήταν εκείνος, που, λόγω καταγωγής τουλάχιστον, θα αναδεικνυόταν ο πιθανότερος διεκδικητής του θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου ο Θεόδωρος Λάσκαρης της Νίκαιας αποδείχτηκε ο ισχυρότερος. Οι δύο αδερφοί Κομνηνοί, για να τον αντιμετωπίσουν, ζήτησαν ακόμη και τη βοήθεια των Λατίνων της Βασιλεύουσας, αλλά απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημά τους. Περί το 1214 (ο Δαβίδ είχε ήδη πεθάνει το 1212/13) τα πράγματα ξεκαθάρισαν και το κράτος της Νίκαιας απόκτησε δίοδο στον Εύξεινο, ενώ ο Σελτζούκος σουλτάνος του Ικονίου, Καϊκαούσης Α', κατάκτησε τη Σινώπη.
Ορισμένοι υποθέτουν ότι η φυγή από τη Βασιλεύουσα των Αλεξίου και Δαβίδ έγινε το 1185, αμέσως μετά τη στάση του Σεπτεμβρίου, που είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του Ανδρόνικου Α' και την άνοδο στην εξουσία της δυναστείας των Αγγέλων. Ο Α. Βασίλιεφ π.χ. χρονολογεί την ίδρυση του κράτους των Μεγάλων Κομνηνών το 1202, δύο χρόνια πριν από την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με άλλους, οι δύο αδελφοί κατέφυγαν στη Γεωργία το 1202 ή στα τέλη του 1203 ή στις αρχές του 1204. Πάντως, σύμφωνα με το χρονικογράφο της αυλής των Μεγάλων Κομνηνών, Μιχαήλ Πανάρετο, τον Απρίλιο του 1204 οι Αλέξιος και Δαβίδ κατέλαβαν την Τραπεζούντα, δίχως να προβάλει αντίσταση ο κυβερνήτης-δούκας της πόλης, Νικηφόρος Παλαιολόγος. Ήδη επί Αλεξίου Α' Κομνηνού (1081-1118), το θέμα Χαλδίας είχε ξεφύγει από τον έλεγχο των κεντρικών οργάνων της αυτοκρατορικής εξουσίας, με τον άγιο Θεόδωρο Γαβρά να ελευθερώνει (περί το 1075) την Τραπεζούντα από τους Τούρκους και να διοικεί την πόλη και την περιοχή της ως «ίδιον λάχος», κατά την Άννα Κομνηνή. Η ανεξαρτησία της περιοχής εξακολούθησε και επί των απογόνων του, Γρηγορίου Γαβρά-Ταρωνίτη, Κωνσταντίνου Γαβρά κ.ά., ώσπου ο Ιωάννης Β' Κομνηνός αποκατέστησε την κυριαρχία του Βυζαντίου στην περιοχή. Η χαλάρωση των δεσμών μεταξύ της Βασιλεύουσας και της περιφέρειας Τραπεζούντας ευκόλυνε ουσιαστικά την κατάληψή της από τους δύο αδελφούς και την εδραίωση ενός ιδιαίτερου κράτους, η ύπαρξη του οποίου ικανοποίησε τις χωριστικές βλέψεις των εντοπίων.
Στα 1214 το ελληνικό κράτος της Τραπεζούντας εκτεινόταν από το χώρο ανατολικά της Σινώπης ως τη μυθική Κολχίδα, έπειτα από το θάνατο του Δαβίδ Κομνηνού και την αποτυχία του να προσαρτήσει στην ηγεμονία του αδελφού του την Ποντοηράκλεια, την Άμαστρη και τη Σινώπη. Κέντρα της αυτοκρατορίας ήταν οι παλιές ελληνικές αποικίες Οίναιον/Οινόη, Λίμνια, Κερασούς, Τρίπολις, Τραπεζούς και Ρίζαιον, πόλεις που επικοινωνούσαν μεταξύ τους κυρίως μέσω της θάλασσας, γεγονός που σημαίνει ότι η εξουσία του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας δεν επεκτάθηκε ουσιαστικά ποτέ πέρα από τις Ποντικές Άλπεις, ή ότι έφτανε σε βάθος μόλις τα 65-70 χλμ. από την ακτή του Ευξείνου. Στο κράτος των Μεγάλων Κομνηνών ωστόσο περιλαμβάνονταν και τα υπολείμματα του παλαιού θέματος της Χερσώνας, που οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας προσάρτησαν στα εδάφη της με το όνομα Περατεία, δηλαδή η πέρα από τη θάλασσα χώρα. Η επικράτειά τους περιλάμβανε, με άλλα λόγια, περιοχές των πρώην θεμάτων Χαλδίας, Κολωνίας, Χερσώνος και Αρμενιάκων. Σε ορισμένες περιστάσεις και κατά καιρούς οι Μεγάλοι Κομνηνοί εξουσίασαν επιπλέον και κάποιες πόλεις του εσωτερικού του Πόντου, όπως τη Λαοδίκεια (Λαντίκ), την Παϋράη, την Αμάσεια, την Κολωνία, τη Νεοκαισάρεια και τη Βαϋβερδώνα. Η αναφορά στον τίτλο τους της Ιβηρίας αποτελούσε αναγνώριση μιας ελπίδας περισσότερο, αλλά και αντανάκλαση του γεγονότος ότι κάποτε έλεγχαν ένα μέρος της.
Οι αυτοκράτορες πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας αρχικά διεκδίκησαν και το θρόνο και τον τίτλο του «πιστού βασιλέως και αυτοκράτορος Ρωμαίων». Οι Παλαιολόγοι, όμως, ήθελαν την αποκλειστικότητα, ιδιαίτερα αφού αυτοί ήταν εκείνοι που ανακατέλαβαν τη Βασιλεύουσα και έδιωξαν τους Λατίνους. Έτσι, ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος έστειλε δύο πρεσβείες στην Τραπεζούντα, για να πείσει τον Ιωάννη Β' να παραιτηθεί από τον τίτλο του «αυτοκράτορα των Ρωμαίων», με αντάλλαγμα το γάμο με την κόρη του Ευδοκία Παλαιολογίνα. Στη συνέχεια οι δύο αυτοκρατορίες συνυπήρξαν, δίχως να απειλούν η μία την άλλη, λιγότερο ως γειτονικά κράτη και περισσότερο ως συγγενείς. Ωστόσο, ο κάθε φορά «πιστός εν Χριστώ τω θεώ βασιλεύς και αυτοκράτωρ Πάσης Ανατολής, Ιβήρων και Περατείας ο Μέγας Κομνηνός» μπορούσε να υπογράφει με κόκκινη μελάνη χρυσόβουλα και να ζει στο αυτοκρατορικό παλάτι, που κατά την έκφραση του Βησσαρίωνα ήταν σκαρφαλωμένο στην κορυφή της ακρόπολης της Τραπεζούντας, περιβαλλόμενο από διαδρόμους και εξώστες, ώστε οι ένοικοί του να απολαμβάνουν το δροσερό αέρα και τη θαυμάσια θέα της θάλασσας και των βουνών.
Μετά το 1258, όταν οι Μογγόλοι κατέλαβαν και κατέστρεψαν τη Βαγδάτη, ο δρόμος των καραβανιών μετατοπίστηκε από τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου προς τον Εύξεινο, και πρώτοι οι Γενουάτες –και στη συνέχεια οι Βενετοί– άρχισαν να εμπορεύονται μέσω Τραπεζούντας με την αυτοκρατορία των Μογγόλων φτάνοντας συχνά ως την Κίνα του Κουμπλάι Χαν. Και το εμπόριο αυτό διεξαγόταν με νομίσματα τραπεζουντιακά, η πρώτη ύλη των οποίων ήταν το ασήμι των ορυχείων της Παϊπούρτης/Βαϋβερδώνας, που τα έλεγχαν οι αυτοκράτορες. Τα «άσπρα» των Μεγάλων Κομνηνών ήταν γνωστά και εκτιμώμενα πολύ πέρα από τα όρια του κράτους της Τραπεζούντας.
Μοναδική ήταν και η γεωγραφική θέση της αυτοκρατορίας εξάλλου, γιατί της παρείχε το δικαίωμα να ενεργεί ως οικονομικός διάμεσος τόσο στα σουλτανάτα και τα εμιράτα του εσωτερικού της Μ. Ασίας, όσο και στον εκάστοτε εκπρόσωπο της Γένουας. Στα δυτικά της υπήρχε το ανεξάρτητο εμιράτο της Σινώπης, που γειτόνευε με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, μετά το 1261. Νοτιοανατολικά της Σινώπης βρισκόταν το ισχυρό σελτζουκικό κράτος/σουλτανάτο του Ικονίου (Ρουμ). Στα νοτιοανατολικά της αυτοκρατορίας βρισκόταν μια σειρά από ημιανεξάρτητα ή ανεξάρτητα τουρκομανικά κρατίδια, ενώ στην Κιλικία υπήρχαν ορισμένα αρμενικά κράτη, που άλλαζαν κάθε τόσο διαστάσεις ανάλογα με τις διαθέσεις των Μογγόλων.
Επιπλέον, η Τραπεζούντα αποτελούσε το απαραίτητο πέρασμα για τις πρεσβείες από και προς το κράτος των Μογγόλων ή τις έδρες των διάφορων Σελτζούκων και Τουρκομάνων ηγεμόνων. Τέτοια ήταν η φύση του ταξιδιού του Κλαβίχο ή της αγγλικής πρεσβείας στα χρόνια του Εδουάρδου Α', που πέρασε από την Τραπεζούντα στα 1292 κατευθυνόμενη προς την Ταυρίδα (Ταμπρίζ), στην αυλή του Χαν.
Οι Μεγάλοι Κομνηνοί της Τραπεζούντας υπήρξαν η μακροβιότερη βυζαντινή δυναστεία απ' όλες. Κυριάρχησαν επί 257 χρόνια και στα μέλη της οικογένειας που ηγεμόνευσαν συγκαταλέγονταν αυτοκράτορες διάφορων κλίσεων. Το Μανουήλ Α' χαρακτήρισαν, π.χ. οι σύγχρονοί του ως «στρατηγικώτατον». Τον Αλέξιο Β΄ γενναίο όπως το Σαμψών, ήμερο όπως το Δαβίδ, όμορφο σαν τον Ιωσήφ, σοφό όπως το Σολομώντα και φιλόξενο σαν τον Αβραάμ. Ο ικανότατος όλων πάντως υπήρξε ο Αλέξιος Γ’. Στα 1223 οι Τραπεζούντιοι με τη βοήθεια του Αγ. Ευγενίου απέκρουσαν τις δυνάμεις του Σελτζούκου σουλτάνου Καϊκοβάδη Α', αλλά η αυτοκρατορία σύντομα έγινε φόρου υποτελής στους Σελτζούκους και λίγο αργότερα, το 1253, στους Μογγόλους. Μετά το θάνατο του Ιλχανίδη Μογγόλου ηγεμόνα Χουλαγκού, ωστόσο, η Τραπεζούντα απόλαυσε μια σύντομη περίοδο πλήρους ανεξαρτησίας.
Επί Ιωάννη Β΄ η αυτοκρατορία ήρθε σε συνεννόηση με την Κωνσταντινούπολη και ο γιος του αυτοκράτορα κρατήθηκε στη βυζαντινή πρωτεύουσα ως όμηρος, γεγονός που ίσως σημαίνει ότι το κράτος των Μ. Κομνηνών έγινε υποτελές στους Παλαιολόγους. Την ίδια περίοδο οι Γενουάτες αποκτούσαν μόνιμη εγκατάσταση στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και ο Αλέξιος Β' τους παραχώρησε προνόμια παρόμοια με αυτά που απολάμβαναν ήδη στη Βασιλεύουσα. Στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν μεταξύ Τραπεζουντίων και Γενουατών μια σειρά επεισοδίων, που κατέληξαν σε μάχες στην πόλη και τη θάλασσα. Το 1349 οι Γενουάτες πυρπόλησαν την Κερασούντα σε αντίποινα της καταστροφής της παροικίας τους στην Τραπεζούντα, ένα χρόνο νωρίτερα. Η λύση της φιλονικίας επήλθε με την ταπείνωση των Μ. Κομνηνών, οι οποίοι σε αντίποινα προς τους Γενουάτες προσκάλεσαν τελικά τους Βενετούς να εγκαταστήσουν μια δική τους παροικία στην Τραπεζούντα. Το άνοιγμα των Μ. Κομνηνών προς τους Ιταλούς είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε τους τελευταίους μήνες της ύπαρξης της αυτοκρατορίας διεξάγονταν διαπραγματεύσεις με τους Φλωρεντινούς, για να εξεταστούν οι πιθανότητες εγκατάστασής τους στην Τραπεζούντα.
Σε όλη τη διάρκειά της, σχεδόν, η αυτοκρατορία γνώρισε τη διαμάχη δύο μερίδων, των Σχολάριων, εκπροσώπων μιας πολιτικής που προσέβλεπε στη φιλική συνεργασία με την Κωνσταντινούπολη, και των ντόπιων αυτοκρατόρων του Μεσοχαλδίου. Οικογένειες παρατάσσονταν πότε με τη μια και πότε με την άλλη μερίδα, αυτοκράτορες ανατρέπονταν (μόνο στο πρώτο μισό του 14ου αι. εννέα αυτοκράτορες κάθισαν στο θρόνο των Μ. Κομνηνών διαδεχόμενοι ο ένας τον άλλον) στην εξέλιξη εμφύλιων πολέμων. Οι Τζανιχίτες, οι Σχολάριοι, οι Καβαζίτες, οι Δωρανίτες, οι Καμαχηνοί κυβερνούσαν το κράτος, ενώ ο εκάστοτε αυτοκράτορας απλώς βασίλευε. Η αποκατάσταση της ηρεμίας ήταν κυρίως έργο του Αλεξίου Γ’, ενός αυτοκράτορα που ηγεμόνευσε επί 45 χρόνια αμέσως μετά τη δεκαετή περίοδο των εμφύλιων ρήξεων. Το όνομα του ίδιου αυτοκράτορα συνδέεται επίσης, εκτός από τον εκβυζαντινισμό της αυτοκρατορίας, και με την υπερίσχυση της φιλοκωνσταντινουπολιτικής μερίδας, και με τη δημιουργία ή τη στήριξη διάφορων μονών (όχι αποκλειστικά στο χώρο του Πόντου).
Ο Αλέξιος Γ΄ ίδρυσε τη μονή Διονυσίου στο Αγ. Όρος, επισκέφθηκε και βοήθησε τη Σουμελά, ίδρυσε τη μονή του Αγ. Γεωργίου Χουτουράς και ενίσχυσε πολλά άλλα μοναστήρια.
Ο Αλέξιος Γ' επιπλέον ξεκίνησε την πολιτική των επιγαμιών με τους Τουρκομάνους εμίρηδες και σουλτάνους, Ασπροπροβατάδες και Μαυροπροβατάδες. Από το 1349 ως την πτώση της αυτοκρατορίας περί τα 15 θηλυκά μέλη της οικογένειας των Μεγάλων Κομνηνών παντρεύτηκαν με ξένους ηγεμόνες, κυρίως μουσουλμάνους, καθώς και με δύο αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, ένα βασιλιά της Ιβηρίας του Καύκασου, ένα Σέρβο ηγεμόνα και έναν από τους Γατελούζους της Μυτιλήνης. Οι κόρες των Μ. Κομνηνών ήταν ξακουστές για την ομορφιά τους. Όταν το 1386 μετά τη χηρεία της, η Ευδοκία Κομνηνή πήγε στην Κωνσταντινούπολη να παντρευτεί το βασιλόπαιδα Μανουήλ, ο ηλικιωμένος αυτοκράτορας πατέρας του, Ιωάννης Ε', παρασυρμένος από την ομορφιά της ζήτησε να τη συζευχθεί εκείνος και όχι ο γιος του. Ο Γάλλος περιηγητής Μπορντιέ επίσης βλέποντας τη Μαρία Κομνηνή, σύζυγο του Ιωάννη Η', το 1432, σημείωσε ότι ήταν όμορφη, αλλά χρησιμοποιούσε πολλά καλλυντικά, τα οποία δεν τα είχε ανάγκη.
Η Τραπεζούντα των Μεγάλων Κομνηνών αποτελούσε κέντρο καλλιέργειας των ελληνικών γραμμάτων παράλληλα με τη Βασιλεύουσα και το Μυστρά. Στην αυλή των αυτοκρατόρων σύχναζαν αρκετοί λόγιοι και συγγραφείς, όπως ο Μιχαήλ Πανάρετος, ο ιστορικός της δυναστείας, λογοτέχνες και επιστήμονες σαν τον Κωνσταντίνο Λουκίτη, το Στέφανο Σγουρόπουλο, το Γρηγόριο Χιονιάδη, τον Ιωάννη Ευγενικό, ή η πόλη είχε μητροπολίτες όπως τον Ιωάννη-Ιωσήφ Λαζαρόπουλο. Άλλα τέκνα της Τραπεζούντας επίσης έδρασαν περισσότερο στο εξωτερικό, όπως για παράδειγμα ο καρδινάλιος Βησσαρίων ή ο Γεώργιος Τραπεζούντιος. Στις μονές της Τραπεζούντας υπήρχαν βιβλιοθήκες με πολύτιμα έγγραφα και μια εξίσου με αυτές καλή βιβλιοθήκη πρέπει να βρισκόταν στο παλάτι των Μ. Κομνηνών, ενώ σε μοναστήρια του περίγυρου της πρωτεύουσας γίνονταν μαθήματα αστρονομίας ή συζητήσεις θεολογικές. Ας σημειωθεί ότι στη βιβλιοθήκη της Σουμελά εντοπίστηκε πρώτα το χειρόγραφο του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα, ενός έπους που ίσως απαγγελλόταν και στο παλάτι.
Τραπεζούντιοι ήταν πολλά από τα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας το 1438/9, στην οποία συμμετείχαν και οι μητροπολίτες Τραπεζούντας και Κερασούντας, όπως και ο Βησσαρίων και ο Αμιρούτζης, ενώ ο Ιωάννης Δ' αλληλογραφούσε σχετικά με την εκπόρευση του Αγ. Πνεύματος με το Γεώργιο Σχολάριο και για την ενότητα των εκκλησιών με τον πάπα Ευγένιο Δ'.
Η αυτοκρατορία επέζησε οκτώ χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, αφού έγινε πρώτα υποτελής στο Μωάμεθ Β'. Ο τελευταίος αυτοκράτοράς της, ο Δαβίδ Α΄, διαδέχτηκε τον αδερφό του Ιωάννη Δ΄ το 1458 (ή κατ' άλλους το 1460) με πλήρη συνείδηση των δυσκολιών που αντιμετώπιζε.
Ο ίδιος αλληλογράφησε με ορισμένους δυτικούς ηγεμόνες, όπως το δούκα της Βουργουνδίας, γυρεύοντας μάταια τη βοήθειά τους, ώστε να μπορέσει να σώσει το κράτος του. Έστειλε επιπλέον μια πρεσβεία του στον πάπα Πίο Β'. Στα τέλη του καλοκαιριού του 1461 ο Μωάμεθ έφτασε με το στρατό του έξω από την Τραπεζούντα και κατέλαβε την πόλη σχεδόν δίχως αντίσταση, με τη βοήθεια του Γεωργίου Αμιρούτζη, εκπροσώπου του αυτοκράτορα στις συνομιλίες για την παράδοση της πόλης. Σε επιστολή του προς το Βησσαρίωνα αργότερα ο Αμιρούτζης προσπάθησε να δικαιολογήσει τη στάση του. Ο ίδιος πάντως δύο χρόνια αργότερα έδειξε στο σουλτάνο επιστολή της Θεοδώρας Κομνηνής (Δέσποινας Χατούν) προς το Δαβίδ Α΄ και ο Οθωμανός μονάρχης υποπτευόμενος συνωμοσία διέταξε τη θανάτωση του πρώην αυτοκράτορα και των γιων του, που εκτελέστηκαν ξημερώματα της Κυριακής, 1ης Νοεμβρίου του 1463, αφού προηγουμένως αρνήθηκαν να εξισλαμιστούν για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Αυτό ήταν το τέλος του τελευταίου των Μεγάλων Κομνηνών.


Ακρίτες. Φύλακες των συνόρων (άκρων) του βυζαντινού κράτους. Οι Ακρίτες αντικατέστησαν τους «λιμιτάνεος», τους στρατιώτες δηλαδή που είχαν τοποθετήσει οι Ρωμαίοι στα σύνορα της απέραντης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, για να την προφυλάγουν από τις εχθρικές επιδρομές. Το σύστημα αυτό της άμυνας τελειοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς ιδιαίτερα τον 7ο αιώνα. Ακολουθώντας τη ρωμαϊκή παράδοση οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες παραχωρούσαν στους στρατιώτες αυτούς εκτάσεις γης, για να τις καλλιεργούν και να τις καρπώνονται οι ίδιοι. Τους είχαν μάλιστα απαλλάξει από τους φόρους και τους έδιναν μισθό καθώς και άλλα πλούσια δώρα. Οι Ακρίτες ήταν υποχρεωμένοι να φρουρούν άγρυπνοι τα όρια του κράτους και να τα προστατεύουν από τις συνεχείς επιδρομές των εχθρών και ιδίως των Σαρακηνών και των ληστών. Οι συνεχείς αγώνες των Ακριτών και η γεμάτη κινδύνους ζωή τους συντέλεσαν στη δημιουργία ενός κύκλου επικών τραγουδιών με θέμα τα κατορθώματά τους, του ακριτικού κύκλου.
Αλληλέγγυον. Βασικός φορολογικός νόμος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τον επέβαλε ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ το 1001 και υποχρέωσε τους μεγάλους γαιοκτήμονες να πληρώσουν και τους φόρους των μικροκαλλιεργητών, σύμφωνα με την αρχή, κατά την οποία όλοι οι Βυζαντινοί έπρεπε να μεριμνούν για το κράτος «αλληλεγγύως». Ο θεσμός του αλληλεγγύου προϋπήρχε του Βασιλείου Β΄ και, πιθανόν, τον καθιέρωσε πρώτος ο Νικηφόρος Α΄ (802-811). Κατ’ άλλους ερευνητές, το αλληλέγγυον καθιέρωσε ο Ρωμανός Α΄ (920-944). Το μέτρο αυτό προκάλεσε επανειλημμένα την αντίδραση των ισχυρών γαιοκτημόνων και της Εκκλησίας. Καταργήθηκε οριστικά από το Ρωμανό Δ΄ (1028-1034).
Εικονομαχία. Σφοδρή διαμάχη γύρω από το θέμα των εικόνων, που άρχισε στο Βυζάντιο στις αρχές του 8ου αι. και ταλαιπώρησε την αυτοκρατορία περισσότερο από έναν αιώνα.
Οι πρώτες μεταρρυθμιστικές ενέργειες έγιναν από τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ' τον Ίσαυρο, ο οποίος το 726 διέταξε να σηκωθούν οι εικόνες σε πιο ψηλά σημεία των ναών, ώστε να είναι αδύνατη η προσκύνησή τους από τους πιστούς. Παράλληλα απέβλεπε να μειώσει τη δύναμη των μοναχών. Ο πατριάρχης Γερμανός, ο οποίος αντιτάχτηκε στην απόφαση του αυτοκράτορα, αντικαταστάθηκε από τον Αναστάσιο. Το 730 ο Λέοντας Γ' έβγαλε διάταγμα για την καταστροφή των εικόνων. Παράλληλα λήφθηκαν μέτρα που απλούστευαν το εκκλησιαστικό τυπικό. Η Θεία Λειτουργία συντομεύτηκε και άλλες ακολουθίες καταργήθηκαν, καθώς και οι νηστείες και οι γιορτές. Η περιουσία των μονών δημεύτηκε, ο αριθμός των ιερέων και των μοναχών περιορίστηκε και η εκλογή των επισκόπων επικυρωνόταν από το αυτοκρατορικό συμβούλιο. Ο θόρυβος που προκλήθηκε ήταν τρομερός. Ο λαός χωρίστηκε σε δύο αντιμαχόμενες μερίδες, τους συντηρητικούς ή εικονόφιλους ή εικονολάτρες και τους μεταρρυθμιστές ή εικονομάχους ή εικονοκλάστες. Οι ανώτεροι κληρικοί του Βυζαντίου δέχτηκαν τις απόψεις του αυτοκράτορα. Αλλά ο πάπας της Ρώμης Γρηγόριος Ε' τάχτηκε εναντίον του και τον καταδίκασε ως αιρετικό. Ο γιος και διάδοχος του Λέοντα Γ', Κωνσταντίνος Ε', πήρε πιο αυστηρή και πιο τολμηρή θέση στο εκκλησιαστικό ζήτημα. Το 754 συγκάλεσε Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη με αποφάσεις της οποίας καταδικάζονταν οι εικονολάτρες και λαμβάνονταν αυστηρά μέτρα κατά των μοναχών. Η Σύνοδος αυτή δεν αναγνωρίστηκε από τον πάπα της Ρώμης και τους πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Τις αντιδράσεις που σημειώθηκαν από τους εικονόφιλους ο Κωνσταντίνος τις αντιμετώπισε με βιαιότητα, βασανιστήρια, θανάτους και δήμευση μοναστικών περιουσιών. Ο διάδοχός του Λέοντας Δ', χαρακτήρας αδύνατος, επηρεάστηκε από τη γυναίκα του Ειρήνη την Αθηναία και ανακάλεσε πολλές από τις διατάξεις των προηγούμενων αυτοκρατόρων. Μετά το θάνατό του (780) την εξουσία ανέλαβε ουσιαστικά η Ειρήνη ως κηδεμόνας του ανήλικου γιου της και διαδόχου. Με δική της ενέργεια έγινε το 787 Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια που αναίρεσε τις αποφάσεις της Συνόδου του 754 και αποφάσισε την αναστήλωση των εικόνων. Με τη Σύνοδο αυτή, που αναγνωρίστηκε από την Εκκλησία ως Ζ' Οικουμενική Σύνοδος, έληξε η πρώτη φάση της εικονομαχίας. Θεολογική βάση για τις αποφάσεις της Συνόδου αποτέλεσε η διδασκαλία του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού για τις εικόνες, που συνόψισε την παλιότερη διδασκαλία της Εκκλησίας.
Το θέμα των εικόνων ανακινήθηκε το 813 με την άνοδο στον αυτοκρατορικό θρόνο του Λέοντα Ε'. Στα χρόνια της βασιλείας του (813-820) ο αγώνας ανάμεσα στους εικονομάχους και στους εικονολάτρες πήρε πάλι οξύτατη μορφή. Ο διάδοχος του Λέοντα, Μιχαήλ Β' Τραυλός (820-829), προσπάθησε να δώσει μια συμβιβαστική λύση, αλλά ο γιος και διάδοχός του Θεόφιλος (829-842) αναδείχτηκε ένας από τους πιο βίαιους εικονομάχους αυτοκράτορες. Το θέμα της εικονομαχίας έληξε τελικά μετά το θάνατό του, όταν την εξουσία είχε η γυναίκα του Θεοδώρα, κηδεμόνας του τρίχρονου γιου της. Με δικές της ενέργειες αποκαταστάθηκε οριστικά η αναστήλωση των εικόνων στις 11 Μαρτίου 843 και έτσι δόθηκε τέλος στη μεγάλη θρησκευτική κρίση που συντάραξε το βυζαντινό κράτος. Θρησκευτικοί πρωταγωνιστές της δεύτερης αυτής περιόδου ήταν ο Θεόδωρος Στουδίτης, ηγούμενος της μονής Στουδίου στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος ανέπτυξε τη διδασκαλία της Εκκλησίας για την προσκύνηση των εικόνων, και ο πατριάρχης Μεθόδιος ο Ομολογητής.
Η αναστήλωση των εικόνων γιορτάζεται από την ορθόδοξη Εκκλησία την πρώτη Κυριακή της Μ. Σαρακοστής, με το όνομα Κυριακή της Ορθοδοξίας (Α' των Νηστειών).
«Στάση τού Νίκα». Εξέγερση του λαού της Κωνσταντινούπολης, στην οποία πρωτοστάτησαν οι «δήμοι» των Πράσινων και των Βένετων, δηλαδή οι μεγάλες φατρίες του ιπποδρόμου της βυζαντινής πρωτεύουσας. Εκδηλώθηκε τον Ιανουάριο του 532, κράτησε έξι μέρες και προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην πόλη. Ονομάστηκε στάση του «νίκα», γιατί οι στασιαστές χρησιμοποίησαν ως σύνθημα την κραυγή «νίκα», με την οποία παρότρυναν τους αρματοδρόμους στον ιππόδρομο.
Οι αρματοδρομίες εξακολουθούσαν και στην Κωνσταντινούπολη, όπως και στην αρχαία Ρώμη, να είναι ένα θέαμα ιδιαίτερα αγαπητό στο λαό. Τους αγώνες παρακολουθούσαν και οι αυτοκράτορες, για τους οποίους υπήρχε ξεχωριστό θεωρείο με ιδιαίτερη είσοδο από το παλάτι. Οι θεατές είχαν σχηματίσει καλά οργανωμένες φατρίες οπαδών, τους «δήμους», που καθεμιά υποστήριζε τους δικούς της αρματοδρόμους και είχε τα δικά της χρώματα, από τα οποία έπαιρνε και το όνομά της. Οι «δήμοι» αυτοί σταδιακά είχαν εξελιχθεί σε ένα είδος πολιτικών οργανώσεων, που είχαν έναν ιδιαίτερο πολιτικό, κοινωνικό, ακόμη και θρησκευτικό, χαρακτήρα. Ήταν διαρθρωμένοι σε τμήματα πολιτικά (τους «πολιτικούς»), που έπαιρναν μέρος στην κατασκευή δημόσιων έργων, στη συντήρηση των κήπων, στην επιδιόρθωση των τειχών και γενικά φρόντιζαν για την πόλη, και σε στρατιωτικά (τους «περατικούς»), που βοηθούσαν στην αντιμετώπιση των εχθρικών επιδρομών, αποτελώντας έτσι ένα είδος πολιτοφυλακής.
Η παρουσία των «δήμων» στον ιππόδρομο ήταν και μια πολιτική παρουσία. Εκεί ο λαός αποκτούσε φωνή, καθώς εκεί επιδοκίμαζε την εκλογή του νέου αυτοκράτορα, εκεί με επιτροπές των «δήμων» διατύπωνε τα παράπονά του ή και μαζικά αποδοκίμαζε αυτοκρατορικές ενέργειες. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ιστορικός Κ. Άμαντος, οι «δήμοι» αποτέλεσαν «στοιχείον συστατικόν της πολιτείας».
Στον 6ο αι., την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, οι μεγάλοι αντίπαλοι «δήμοι» του ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης ήταν δύο: οι Βένετοι (γαλάζιοι) και οι Πράσινοι, που είχαν πάρει τα ονόματά τους από το χρώμα της στολής των αρματοδρόμων που υποστήριζαν. Στους πρώτους ήταν ενταγμένοι όσοι ανήκαν στα ευπορότερα στρώματα των κατοίκων της βυζαντινής πρωτεύουσας και διακρίνονταν για την αυστηρή προσήλωσή τους στην ορθοδοξία. Στους Πράσινους ήταν ενταγμένοι πολίτες από τις λαϊκότερες τάξεις, που έδειχναν ανοχή ως και συμπάθεια προς το μονοφυσιτισμό. Οι δύο αυτοί μεγάλοι «δήμοι», παραμερίζοντας προσωρινά τις διαφορές τους, συνεργάστηκαν και πρωτοστάτησαν στη στάση του «νίκα».
Το βασικό αίτιο της εξέγερσης ήταν η γενική δυσαρέσκεια και η αγανάκτηση που υπήρχε για τις βαριές φορολογίες και για τις αυθαιρεσίες, τη σκληρότητα και τη διαφθορά πολλών ανώτατων κρατικών λειτουργών. Η λαϊκή οργή στρεφόταν ιδιαίτερα εναντίον δύο υπουργών και συμβούλων του αυτοκράτορα Ιουστινιανού: του Τριβωνιανού και του ιδιαίτερα μισητού Ιωάννη Καππαδόκη. Σ' αυτό το βασικό αίτιο θα πρέπει να προστεθεί και η αντίδραση των μονοφυσιτών Πρασίνων στην αυτοκρατορική θρησκευτική πολιτική κι ακόμη οι ενέργειες των ανιψιών του προηγούμενου αυτοκράτορα Αναστασίου (491-518), που είχαν βλέψεις στο θρόνο.
Την αρχή έκαναν οι Πράσινοι που διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον ιππόδρομο προς τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό, στις 11 Ιανουαρίου του 532, ημέρα ιπποδρομιών, διατυπώνοντας παράπονα εναντίον ορισμένων κρατικών αξιωματούχων. Ο Ιουστινιανός τους αντιμετώπισε με αυστηρότητα και εκείνοι έφυγαν από τον ιππόδρομο και ξεσήκωσαν το λαό της πόλης. Κάποιες συλλήψεις που έγιναν είχαν ως αποτέλεσμα να εκτραχυνθεί ακόμη περισσότερο η κατάσταση και να ενωθούν με τους Πράσινους και οι Βένετοι και στις 13 Ιανουαρίου η εξέγερση γενικεύτηκε και απλώθηκε σε ολόκληρη την πόλη. Οι αρχές καταλύθηκαν και το εξαγριωμένο πλήθος ξέσπασε σε εμπρησμούς και βιαιοπραγίες. Τότε καταστράφηκαν πολλά γνωστά δημόσια κτίρια και ανάμεσά τους και ο παλιότερος ναός της Αγίας Σοφίας. Ο Ιουστινιανός τότε προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα απομακρύνοντας από τα αξιώματά τους τον Τριβωνιανό και τον Ιωάννη Καππαδόκη, εναντίον των οποίων είχε στραφεί αρχικά η οργή των στασιαστών. Η ενέργεια όμως αυτή έγινε αργά και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Αντίθετα οι εξεγερμένοι ανακήρυξαν στον ιππόδρομο αυτοκράτορα τον ανιψιό του Αναστασίου Υπάτιο. Μια απόπειρα του στρατηγού Βελισάριου να αντιμετωπίσει με στρατό τους επαναστάτες δεν είχε επιτυχία. Όλη η πόλη βρισκόταν πια στα χέρια των στασιαστών, εκτός από την περιοχή του παλατιού.
Ο Ιουστινιανός, όπως και πολλοί σύμβουλοί του, είχε αποθαρρυνθεί. Σ' ένα συμβούλιο που έγινε στο παλάτι κυριάρχησε αρχικά η σκέψη να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη και να καταφύγουν στην Ηράκλεια της Θράκης. Αντέδρασε όμως, σύμφωνα με την παράδοση, αποφασιστικά η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, που αρνήθηκε να φύγει και δήλωσε ότι προτιμούσε να πεθάνει ως βασίλισσα. Η περήφανη αυτή στάση της έδωσε θάρρος στον Ιουστινιανό και αποφασίστηκε τελικά να μείνουν και να αντιμετωπίσουν δυναμικά την εξέγερση.
Ήδη ο Ναρσής, ανώτατος αυλικός αξιωματούχος τότε και μετέπειτα νικητής των Οστρογότθων της Ιταλίας, είχε κατορθώσει, με τις γνωριμίες του και με άφθονο χρυσάφι που διέθεσε σε δωροδοκίες, να διασπάσει τους στασιαστές και να πάρει ένα τμήμα των Βένετων με το μέρος του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Έτσι, όταν οι εξεγερμένοι συγκεντρώθηκαν στον ιππόδρομο, συγκρούστηκαν πρώτα μεταξύ τους και στη συνέχεια οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος όρμησαν μέσα από διαφορετικές πύλες με πιστά στρατιωτικά τμήματα και άρχισε μια ανελέητη σφαγή του εγκλωβισμένου πλήθους, που πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να φύγει. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού Προκόπιου εκείνη την ημέρα, 18 Ιανουαρίου του 532, σφάχτηκαν πάνω από 30.000 άνθρωποι. Έτσι τελείωσε η στάση του «νίκα», που είχε διαρκέσει έξι μέρες.
Την επόμενη μέρα εκτελέστηκε ο Υπάτιος, που οι στασιαστές τον είχαν ανακηρύξει αυτοκράτορα, καθώς και ορισμένοι συγκλητικοί, που είχαν πάρει το μέρος των εξεγερμένων. Οι περιουσίες τους δημεύτηκαν. Ο Ιουστινιανός εδραίωσε τη θέση του και μπόρεσε, απαλλαγμένος από εσωτερικούς περισπασμούς, να επιδοθεί στην προσπάθεια για την πραγματοποίηση των οραμάτων του, που ήταν η επανάκτηση των εδαφών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη Δύση. Ενισχύθηκε επίσης η ιδεολογία της απόλυτης μοναρχίας. Αντίθετα, η δύναμη των «δήμων» της Κωνσταντινούπολης μειώθηκε και ο ρόλος τους περιορίστηκε αισθητά.
Φραγκοκρατία. Όρος που χαρακτηρίζει την περίοδο της ελληνικής ιστορίας η οποία αρχίζει το 1204, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Ακριβέστερα πρόκειται περί λατινοκρατίας γιατί, εκτός των Φράγκων, κτήσεις κατείχαν οι Βενετοί και άλλοι Λατίνοι.
Οι Σταυροφόροι κατακτητές αποφάσισαν την ίδρυση αυτοκρατορίας όμοιας με αυτήν που καταλύθηκε και αμέσως προχώρησαν στην εκλογή αυτοκράτορα, ενώ στη συνέχεια μοίρασαν τα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Αυτοκράτορας ορίστηκε ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας, και στέφθηκε στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης.
Τα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μοιράστηκαν ως εξής: Η Κωνσταντινούπολη μοιράστηκε μεταξύ Βαλδουίνου και Δάνδολου, δόγη της Βενετίας. Ο πρώτος πήρε επίσης περιοχή της Ν. Θράκης, τα τμήματα από τις δύο πλευρές της Προποντίδας, τα νησιά Λέσβο, Χίο, Σάμο και άλλα μικρότερα. Η Θεσσαλονίκη με τη γύρω περιοχή της και τη Βόρεια Θεσσαλία δόθηκαν στο Βονιφάτιο Μομφερατικό. Τα νησιά του Ιονίου, τα περισσότερα του Αιγαίου, η Κρήτη και οι παράλιες πόλεις της Πελοποννήσου, όπως η Μεθώνη, η Κορώνη, η Πύλος, αλλά και της Θράκης, όπως η Αίνος, δόθηκαν στη Βενετία. Η Αθήνα μαζί με τη Θήβα και άλλα μέρη της Βοιωτίας καταλήφθηκαν από το Βονιφάτιο το Μομφερατικό και δόθηκαν στο Γάλλο Όθωνα Ντελαρός, ο οποίος πήρε τον τίτλο του δούκα των Αθηνών και των Θηβών. Τέλος, η Πελοπόννησος καταλήφθηκε από τους Γάλλους ιππότες Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλαρδουίνο και Γουλιέλμο Σαμπλίτ, οι οποίοι ίδρυσαν το πριγκιπάτο του Μορέως (ή της Αχαΐας) με αρχηγό το δεύτερο.
Ωστόσο, η λατινική κατάκτηση δεν υπήρξε ολοκληρωτική, γιατί μετά το 1204 υπήρχαν τρία ανεξάρτητα ελληνικά κράτη. Αυτά ήταν η Αυτοκρατορία της Νικαίας, το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.
Αποτέλεσμα της φραγκοκρατίας ήταν η μεταφύτευση του φεουδαρχικού συστήματος της Δύσης στη βυζαντινή επικράτεια. Οι ελληνικοί πληθυσμοί υποχρεώθηκαν να ζουν ως υπήκοοι δεύτερης κατηγορίας, κάτω από πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς ξένο και εχθρικό προς αυτούς. Βασική διαφορά κατακτητών και κατακτημένων ήταν το δόγμα. Έτσι, η ελληνική πλευρά ήταν εκτεθειμένη όχι μόνο στην αποικιοκρατική πολιτική της λατινικής μειονότητας, αλλά και του λατινικού κλήρου, στον οποίο επίσης είχαν παραχωρηθεί γαίες. Όλα αυτά δεν έκαμψαν το φρόνημα του φραγκοκρατούμενου ελληνισμού, ο οποίος με κάθε τρόπο εκδήλωνε την αντίθεσή του, ακόμα και με ένοπλα κινήματα, κυρίως στην Κύπρο και στην Κρήτη.
Η φραγκοκρατία καταλύθηκε σταδιακά. Η Κωνσταντινούπολη επανήλθε στα χέρια των Ελλήνων το 1261, στην Πελοπόννησο δημιουργήθηκε το ελληνικό δεσποτάτο του Μοριά, ενώ η Μακεδονία, η Θεσσαλία και η Θράκη ελέγχονταν από το δεσπότη της Ηπείρου και τον Έλληνα αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, το 1453, ακολούθησε βαθμιαία κατάλυση της φραγκοκρατίας. Συγκεκριμένα τα νησιά του Θρακικού πελάγους καταλήφθηκαν από τους Τούρκους το 1456, η Μυτιλήνη το 1462, το δουκάτο της Αθήνας το 1456, η Εύβοια το 1470. Ακολούθησε η πτώση της βενετικής Ναυπάκτου το 1499, της Μεθώνης, της Κορώνης και της Πύλου το 1500, και της Ρόδου, που κατείχαν οι Ιωαννίτες Ιππότες, το 1522. Τα φιλοβενετικά καθεστώτα Λατίνων ηγεμόνων των νησιών του Αιγαίου καταλύθηκαν και αυτά το 1537-1538, το 1540 έπεσε το Ναύπλιο και η Μονεμβασία, η Χίος το 1566 και η Κύπρος το 1570-1571. Μετά την πτώση του Χάνδακα (Ηρακλείου) της Κρήτης (1669) ουσιαστικά καταλύθηκε οριστικά η φραγκική κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο.
Άκοβα. Ισχυρό φρούριο της εποχής της Φραγκοκρατίας (13ος αι.) στη δυτική Πελοπόννησο. Βρισκόταν στη Γορτυνία, κοντά στο χωριό Βυζίνη, όπου διατηρούνται ερείπιά του, και αρχικά ήταν φέουδο του βαρόνου Γκοτιέ ντε Ροζιέρ. Παρέμεινε στους διαδόχους του –κυρίως γυναίκες– ως το 1458, οπότε το κυρίεψαν οι Τούρκοι.
Αδριανούπολη. Οι Έλληνες την ονόμαζαν Ορεστειάδα, γιατί, σύμφωνα με μια μεταγενέστερη παράδοση, την είχε ιδρύσει ο γιος του Αγαμέμνονα Ορέστης. Στις αρχές του 2ου αώνα μ.Χ. ονομάστηκε Αδριανούπολη, προς τιμή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού, που την ανοικοδόμησε.Η εξαιρετικά επίκαιρη θέση της Αδριανούπολης είχε ως συνέπεια να εξελιχθεί γρήγορα η πόλη σε σημαντικό συγκοινωνιακό και στρατηγικό κέντρο. Για το λόγο αυτό έγιναν στην περιοχή της πολλές πολεμικές αναμετρήσεις. Το 312 ο Λικίνιος νίκησε το συνάρχοντά του Μαξιμίνο, το 324 ο Κωνσταντίνος νίκησε το συναυτοκράτορά του Λικίνιο και έγινε μονοκράτορας και το 378 οι Γότθοι κατανίκησαν τα ρωμαϊκά στρατεύματα του αυτοκράτορα Ουάλη, που σκοτώθηκε στη μάχη. Το 586 οι Άβαροι πολιόρκησαν την Αδριανούπολη και προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς επιτυχία· το 813, το 914 και το 923 την κατέλαβαν οι Βούλγαροι και το 1189 οι σταυροφόροι της Γ’ Σταυροφορίας. Τέλος, το 1361 την κατέλαβαν οι Τούρκοι και ο σουλτάνος Μουράτ Α΄ (1359-1389) την έκανε πρωτεύουσα του κράτους του. Η Αδριανούπολη εξακολούθησε να είναι έδρα των σουλτάνων ως την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, οπότε η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε εκεί. Συνέχισε όμως να είναι πολύ σημαντική πόλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Κωνσταντινούπολη. Η Κωνσταντινούπολη είναι χτισμένη στη θέση του Βυζαντίου, αποικίας των Μεγαρέων. Ο Σεπτίμιος Σεβήρος εξωράισε και τείχισε την πόλη, η οποία είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά κατά τη διάρκεια πολιορκίας και της έδωσε το όνομα της Αυγούστας Αντωνίνας (τέλη 2ου αι. μ.Χ.). Στην πόλη αυτή οχυρώθηκε τον Ιούλιο του 324 ο Λικίνιος μετά την ήττα του στην Αδριανούπολη. Το Σεπτέμβριο του 324 κυρίεψε την πόλη ο Κωνσταντίνος και τον ίδιο χρόνο αποφάσισε να την κάνει πρωτεύουσά του. Πολλοί ήταν οι λόγοι που κίνησαν τον Κωνσταντίνο στη μεταφορά της πρωτεύουσας. Από τη μια δε συμπαθούσε τη Ρώμη, που ήταν κέντρο της ειδωλολατρίας, από την άλλη ήθελε να βρίσκεται στην Ανατολή, την οποία απειλούσαν οι εχθροί του κράτους, Γότθοι και Πέρσες. Ακόμα εκτίμησε την εξαίρετη θέση της νέας πόλης που βρισκόταν στο πιο ακραίο σημείο της Ευρώπης και απέναντι στην Ασία και αποτελούσε κόμβο για τους χερσαίους δρόμους και το θαλάσσιο από τον Εύξεινο Πόντο προς το Αιγαίο.
Η νέα πρωτεύουσα άρχισε να ανοικοδομείται το 325 και σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα έγιναν τα εγκαίνιά της (11 Μαΐου του 330). Ο Κωνσταντίνος την ονόμασε «Νέα Ρώμη», αργότερα όμως ονομάστηκε «Πόλη του Κωνσταντίνου», «Κωνσταντινούπολη» ή απλώς «Πόλη». Υλικά και έργα τέχνης συγκεντρώθηκαν απ’ όλα τα μέρη του ρωμαϊκού κράτους, ώστε η πόλη έγινε σύντομα μουσείο θησαυρών του ελληνορωμαϊκού κόσμου.Μετά τη διαίρεση του ρωμαϊκού κράτους σε Ανατολικό και Δυτικό, η Κωνσταντινούπολη έγινε πρωτεύουσα του Ανατολικού κράτους και εξακολούθησε να είναι ως την πτώση της το 1453.Ο Θεοδόσιος επέκτεινε τον περίβολο των τειχών το 413 που, όπως φαίνεται, εκτείνονταν από την παραλία της Προποντίδας ως το Παλάτι του Έβδομου στον Κεράτιο Κόλπο. Τα τείχη αυτά, που ήταν χερσαία και το μήκος τους έφτανε τα 7 χλμ., αποτελούνταν από τρεις σειρές τειχών που είχαν κατά διαστήματα πύργους. Εμπρός από κάθε σειρά υπήρχε τάφρος. Εκτός των χερσαίων τειχών υπήρχαν και τα παραθαλάσσια, μήκους 12 χλμ., μιας σειράς.Δυνατός σεισμός τα γκρέμισε το 446, αλλά επισκευάστηκαν επανειλημμένα ως το 1453.
Η περίοδος του Ιουστινιανού άφησε τη σφραγίδα του στην Πόλη, με τα λαμπρά μνημεία που χτίστηκαν στα χρόνια του. Κορωνίδα της οικοδομικής αυτής δραστηριότητας ήταν ο ναός της Αγίας Σοφίας.Τον 8ο αι. η Πόλη αντιμετώπισε νικηφόρα τις επιθέσεις Αβάρων, Περσών και Αράβων και τον ίδιο καιρό γνώρισε τις διαμάχες και συγκρούσεις των εικονομάχων και των εικονολατρών.
Η εποχή των Μακεδόνων (867-1057) λάμπρυνε για άλλη μια φορά την πρωτεύουσα του Βυζαντίου με καινούργια παλάτια, εκκλησίες και μοναστήρια.
Την εποχή των Κομνηνών (1057-1185) ιδρύθηκε το παλάτι των Βλαχερνών στα νοτιοδυτικά της πόλης, που αποτέλεσε το νέο κέντρο της διοικητικής ζωής της πρωτεύουσας. Παράλληλα διαμένουν την εποχή αυτή στην Κωνσταντινούπολη Λατίνοι (Γενουάτες, Πισάτες, Βενετοί) χάρη στα εμπορικά προνόμια που τους δόθηκαν.
Το 1204 η Κωνσταντινούπολη λεηλατήθηκε από τους σταυροφόρους της δ’ σταυροφορίας και οι θησαυροί της πλημμύρισαν τη Δύση. Ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας ίδρυσε το λατινικό βασίλειο της Κωνσταντινούπολης, ενώ η βυζαντινή αριστοκρατία κατέφυγε στη Νίκαια. Το 1261 ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος κατόρθωσε να ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη και να της δώσει την τελευταία δυναστεία των Παλαιολόγων. Στα χρόνια αυτά η Κωνσταντινούπολη γνώρισε θαυμαστή πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση, παρά τις κοινωνικές και θρησκευτικές έριδες που συγκλόνιζαν το κράτος, τον οικονομικό και στρατιωτικό μαρασμό, τους εξωτερικούς εχθρούς, και κυρίως τους Τούρκους, που περισφίγγανε το Βυζάντιο. Η κατάληψη της Πόλης από το Μωάμεθ Β’ στις 29 Μαΐου του 1453 σήμανε και το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η Κωνσταντινούπολη έγινε πρωτεύουσα των Τούρκων σουλτάνων, το κέντρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο σε όλη τη διάρκεια των κατοπινών αιώνων. Την περίοδο 1918-1923 την πόλη κατείχαν οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί. Το 1923 η πρωτεύουσα της Τουρκίας μεταφέρθηκε στην Άγκυρα. Το 1930 άλλαξε το όνομα της πόλης σε Ισταμπούλ.
Η Κωνσταντινούπολη χωρίς να είναι το πολιτικό κέντρο της Τουρκίας, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό οικονομικό και πνευματικό κέντρο της χώρας.

1 comment:

  1. Θα ήθελα να γνωρίσω τη πηγή αυτού του κειμένου παρακαλώ πολύ.

    ReplyDelete