Tuesday, June 16, 2009

ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ & ΑΡΧΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Δεν σώθηκαν μνημειώδη γλυπτά. Από τα ειδώλια όμως που ανακαλύφθηκαν φαίνεται πως η κρητική σχολή γλυπτικής, που κατά την παράδοση ιδρύθηκε από το Δαίδαλο, γι’ αυτό λέγεται και δαιδαλική, είχε δεχτεί σημαντική επίδραση και από την τεχνική της Αιγύπτου.
Αρχαϊκή περίοδος (8ος αι.-5ος αι. π.Χ.). Μετά την εσωτερική συγκρότηση που πραγματοποιήθηκε στα γεωμετρικά χρόνια, οι Έλληνες αρχίζουν από τα μέσα του 8ου αι. π.Χ. τη μεγάλη τους αποικιακή εξόρμηση (β΄ αποικισμός). Ως τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. είχαν απλωθεί σ’ όλη την περίμετρο της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου και ξαναπήρα την κυριαρχία στη θάλασσα. Η ανάπτυξη του ναυτικού εμπορίου και της βιοτεχνίας έφερε την αντίστοιχη ανάπτυξη της αστικής τάξης μέσα στις πόλεις και το γεγονός αυτό με τη σειρά του επιτάχυνε τις κοινωνικοπολιτικές μεταβολές, που οδήγησαν στην εξέλιξη των πολιτευμάτων από τη βασιλεία στη δημοκρατία. Παράλληλα εδραιώθηκε ο θεσμός της πόλης-κράτους και ξεχώρισαν στην κυρίως Ελλάδα δυο δυνάμεις, η Αθήνα και η Σπάρτη, που θα διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια.
Στα πρώτα χρόνια της αρχαϊκής περιόδου σημειώνεται η μεγαλύτερη άνθηση της δαιδαλικής πλαστικής. Στον Πρινιά, στην Ελεύθερνα, στη Γόρτυνα, στη Δρήρο, στην Αξό βρέθηκαν τέτοια δείγματα. Από τα πιο εντυπωσιακά είναι οι καθιστές θεές και η ανάγλυφη πομπή των ιππέων-πολεμιστών στον Πρινιά, ο πώρινος κορμός της Ελεύθερνας, η πήλινη σίμη υδρορροής του Παλαίκαστρου, τα χάλκινα σφυρήλατα ειδώλια της Ακρόπολης της Δρήρου (με έντονη την παρουσία ανατολικών μορφών). Αυτά είναι ουσιαστικά και τα τελευταία δείγματα της ακμής της κρητικής τέχνης. Η δωρική αυστηρότητα στον τρόπο ζωής προκάλεσε σιγά σιγά τη διακοπή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η κρητική τέχνη σβήνει και στη θέση της παρουσιάζονται μόνο απομιμήσεις ελλαδικής τεχνοτροπίας. Ο μόνος κλάδος που διατήρησε κάπως το παλιό του επίπεδο είναι η χρυσοχοΐα.
Στήν Κρήτη, όπου οί Μινωίτες, οι δημιουργοί του λαμπρού πολιτισμού,τους τρεις τελευταίους αιώνες της χαλκοκρατίας, γύρω στην αρχή της μετανακτορικής περιόδου, έφτασαν σε πυκνά κύματα οι πρώτοι Αχαιοί, που απλώνονται προς όλες τις κατευθύνσεις στο νησί, καταλαμβάνοντας τα παλιά μινωικά κέντρα (όπως φανερώνουν οι μινωικού-αχαϊκού χαρακτήρα εγκαταστάσεις στην Αγία Τριάδα, στην Τύλισο, τη Φαιστό κ.α.) ή ιδρύονται νέα κέντρα. Οι Δωριείς, που μεταναστεύουν αργότερα, όπως και οι Μάγνητες, προέρχονται από τις περιοχές της Όσσας και του Πηλίου και συμπληρώνουν το μωσαϊκό του πληθυσμού. Αχαιοί, Δωριείς, Μάγνητες, Ετεόκρητες (οι απόγονοι των Μινωιτών), Κύδωνες είναι τώρα οι κάτοικοι της Κρήτης. Ως προς την ακριβή θέση και το χρόνο άφιξης των τελευταίων αυτών έχουν δημιουργηθεί πολλά προβλήματα, χωρίς κανένα από αυτά να έχει λυθεί ικανοποιητικά.
Οι Δωριείς επέβαλαν στην Κρήτη ένα πολιτειακό σύστημα, που είχε πάρα πολλά κοινά με το σπαρτιατικό. Οι κάτοικοι χωρίστηκαν σε Περίοικους, Μινωίτες και Κλαρώτες ή Αφαμιώτες. Οι περίοικοι είναι όσοι δέχτηκαν τους εισβολείς Δωριείς χωρίς σοβαρή αντίσταση. Ζούσαν στα περίχωρα των πόλεων και μπορούσαν να κρατήσουν την περιουσία τους, αν πλήρωναν ορισμένους φόρους και αν έπαιρναν μέρος στους πολέμους στό πλευρό των Δωριέων. Μπορούσαν ακόμα να ζουν σύμφωνα με τους παλιούς θεσμούς τους, αρκεί να μην έρχονταν αυτοί σε αντίθεση με τους δωρικούς νόμους. Γενικά βρίσκονταν σε καλύτερη θέση από τους Περίοικους άλλων δωρικών πόλεων. Οι Μινωίτες ήταν όσοι αντιστάθηκαν σοβαρά στους Δωριείς. Τα χωράφια τους είχαν περιέλθει στους Δωριείς, τα καλλιεργούσαν όμως οι ίδιοι και θεωρούνταν άνθρωποι του δημοσίου (δημόσιοι εργάτες). Οι Αφαμιώτες ή Κλαρώτες βρίσκονταν στη χειρότερη από όλους θέση. Επειδή αντέταξαν τη σοβαρότερη αντίσταση στους Δωριείς.
Ο βασιλιάς αντικαταστάθηκε από μια ομάδα αιρετών αρχόντων, τον κόσμο. Ο αριθμός των μελών των κόσμων διέφερε από πόλη σε πόλη από 3-10 άτομα. Τα άτομα αυτά εκλέγονταν μόνο από ορισμένα γένη, από την τάξη των ιππέων –των διασημότερων από τους Δωριείς ελεύθερους πολίτες– και η εξουσία τους διαρκούσε ένα χρόνο. Οι κόσμοι διατήρησαν πολλές από τις αρμοδιότητες των βασιλιάδων και κυρίως την πολεμική ηγεσία. Οι δικαστικές αρμοδιότητες πέρασαν σε ειδικούς άρχοντες, που βρίσκονταν όμως κάτω από την εποπτεία των κόσμων. Οι τελευταίοι αυτοί πάλι είχαν την υποχρέωση να προβαίνουν σε ακριβή απολογισμό της διαχείρισής τους σε άλλους άρχοντες που λέγονταν τίται ή λογισταί. Η επανεκλογή των κόσμων απαγορευόταν για ένα διάστημα από 3 ως 10 χρόνια. Σε μεταγενέστερα κάπως χρόνια εμφανίζονται οι Βουλές και οι Εκκλησίες του δήμου. Τις Βουλές αποτελούσαν μέλη που προέρχονταν από τους πρώην κόσμους και ήταν ισόβια και ανεξέλεγκτα. Οι εκκλησίες του δήμου αποτελούνταν μόνο από τους αριστοκράτες ή και τους γαιοκτήμονες. Οι πολίτες χωρίζονταν σε εταιρείες που αποτελούσαν τμήματα φυλών. Γενικά υπήρχαν πολλές αντιστοιχίες ανάμεσα στην πολιτειακή και κοινωνική οργάνωση των Κρητικών και των Σπαρτιατών. Οι κόσμοι αντιστοιχούσαν με τους εφόρους, οι Βουλές με τη Γερουσία. Εξάλλου υπήρχαν πολλές ομοιότητες ως προς την αγωγή των παιδιών και την κοινή συμβίωση των ενηλίκων.
Το ψηλότερο σημείο μιας πόλης που συνήθως είναι φυσικό και τεχνητό οχυρό. Από τους πανάρχαιους χρόνους τη χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι των γύρω οικισμών ως καταφύγιο σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής. Οι οχυροί αυτοί χώροι στην προελληνική εποχή φαίνεται ότι ονομάζονταν «λάρισσαι». Η λέξη αυτή είναι πανάρχαια και κατάλοιπο μιας εποχής κατά την οποία, στην κυρίως Ελλάδα, ζούσαν Πελασγοί, Λέλεγες καί άλλα πανάρχαια ελληνικά φύλα. Παρέμεινε κατόπιν ως τοπωνύμιο ελληνικών πόλεων της ιστορικής περιόδου. Από τη νεολιθική ακόμη περίοδο έχουμε ακροπόλεις. Στη δημιουργία τους συντέλεσε και η διαμόρφωση του ελληνικού εδάφους με τους συχνούς χαμηλούς λόφους. Περίφημες ήταν οι ακροπόλεις του Σέσκλου, του Διμηνίου, της Τροίας, της Αθήνας, του Αγίου Ανδρέα στη Σίφνο κτλ. Ιδρύονταν πάνω σε λόφους στη μέση μιας πεδιάδας και οι αλλεπάλληλοι περίβολοί τους ήταν χτισμένοι με μικρές και πλακωτές πέτρες. Υπήρχαν όμως και εγκάρσια χωρίσματα στους περιβόλους έτσι ώστε, αν οι εχθροί κυρίευαν τον εξωτερικό περίβολο, θα ήταν υποχρεωμένοι, πριν φτάσουν στο κέντρο, να δώσουν αρκετές μάχες στο στενό και περίκλειστο χώρο μεταξύ δύο περιβόλων. Γενικά, η οχυρωματική εμπειρία των ανθρώπων της εποχής εκείνης, που μόλις είχαν αρχίσει να γνωρίζουν τα μέταλλα, ενώ τα όπλα και τα εργαλεία τους ήταν από πέτρες, ξύλα και οστά, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη.
Η γενική διάταξη των ακροπόλεων αυτών θυμίζει κάπως τις μυκηναϊκές, οι οποίες είναι το χαρακτηριστικότερο και ασφαλώς το πιο εντυπωσιακό δημιούργημα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής. Στην εποχή αυτή η ακρόπολη ήταν η οχυρωμένη με ισχυρά κυκλώπεια τείχη περιοχή, όπου βρίσκονταν τα ανάκτορα των βασιλιάδων και τα σπίτια των μεγιστάνων. Αποτελούσε επίσης τον τόπο διαμονής των υπόλοιπων κατοίκων της περιοχής και των ζώων τους σε ώρα κινδύνου. Αυτό αποτελεί και την ουσιαστική διαφορά από τη σημασία που είχε η ακρόπολη στη νεολιθική εποχή. Για πολύ χρόνο οι μυκηναϊκές ακροπόλεις είχαν μείνει χωρίς πραγματικές οχυρώσεις· ορισμένες μάλιστα, όπως της Πύλου, παρέμειναν μέχρι τέλους ατείχιστες. Η κατασκευή οχυρώσεων σε μεγάλη κλίμακα και μάλιστα εξαιρετικά ισχυρών, σχεδόν ταυτόχρονα στα διάφορα κέντρα, αποδεικνύει ότι είχαν αλλάξει οι συνθήκες ασφάλειας. Σημαντικές ήταν οι ακροπόλεις Μυκηνών, Τίρυνθας, Μιδέας, Άργους, Αθήνας, Βραυρώνας, Θηβών, Γλα Κωπαΐδας. Τα τείχη των ακροπόλεων, επιβλητικά και ογκώδη, είχαν πάχος που έφτανε τα 17 μ. (ανατολικό και νότιο τμήμα της Τίρυνθας). Ο μέσος όρος ήταν 7,50 μ. στην Τίρυνθα, 5,50 μ. στο Γλα και 5 μ. στις Μυκήνες. Τα τείχη ήταν κατά κανόνα σε κορυφές βράχων και σε υψώματα από τη φύση τους οχυρά αλλά και κατάλληλα για κατοίκηση. Η διαδρομή των τειχών καθοριζόταν από το φρύδι του υψώματος και ακολουθούσε όλες τις αλλαγές κατεύθυνσής του, πράγμα που δημιουργούσε μια ανώμαλη καμπύλη γραμμή.
Ο οχυρωμένος λοιπόν χώρος κάθε ακρόπολης ήταν συνάρτηση της έκτασης που είχε η κορυφή του υψώματος. Τα τείχη διακόπτονταν κατά αραιά διαστήματα από ανοίγματα, διαρρυθμισμένα σε πύλες άνισων διαστάσεων και σημασίας. Οι πύλες ήταν χτισμένες με υλικά «κανονικότερα» από τα υπόλοιπα και μία τουλάχιστον, η Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες, ήταν διακοσμημένη με ανάγλυφο εντοιχισμένο πάνω από το υπέρθυρό της. Μεγαλύτερη προσοχή είχε δοθεί και στη διαμόρφωσή τους, ώστε να είναι όχι μόνο μεγαλοπρεπείς, αλλά και ιδιαίτερα οχυρές. Για το λόγο αυτό ο εξωτερικός χώρος των πυλών, που είχε πάντοτε τη μορφή ανηφορικής ανάβασης, διαμορφωνόταν σε στενή αυλή ανάμεσα σε δύο σκέλη του τείχους ή ανάμεσα στο τείχος και σε έναν επίτηδες χτισμένο πύργο ή ανάμεσα σε δύο πυργοειδείς προμαχώνες. Έτσι, οι επιτιθέμενοι δεν κατόρθωναν να τις πλησιάσουν παρά με κομμένη ορμή, εξαιτίας του ανήφορου, και σε μικρές ομάδες. Η τακτική όμως αυτή απαιτούσε τη συγκέντρωση και την άνετη κυκλοφορία πολλών υπερασπιστών, πράγμα που εξηγεί όχι μόνο γιατί το τείχος ήταν παχύτερο κοντά στις πύλες και στα ευπρόσβλητα σημεία της οχύρωσης, αλλά και γιατί το πάχος τους ήταν γενικά μεγαλύτερο από 1,50-2 μ., όσο δηλαδή επιβάλλουν καθαρά στατικοί λόγοι για τείχη του ύψους και της κατασκευής των κυκλώπειων. Εκτός από τις πύλες, τα τείχη της Τίρυνθας και των Μυκηνών είχαν κατά διαστήματα μικρά στενά ανοίγματα, που διευκόλυναν την επικοινωνία σε περίοδο ειρήνης και φράζονταν εύκολα σε περίπτωση πολιορκίας. Τα ανοίγματα αυτά βρίσκονται σε σχετικά μεταγενέστερα τμήματα της οχύρωσης.
Οι ακροπόλεις της Τίρυνθας, των Μυκηνών και της Αθήνας είχαν επιπλέον και εγκαταστάσεις με μορφή κλιμακωτών σηράγγων, που οδηγούσαν από το εσωτερικό του τείχους σε υπόγειες πηγές ή δεξαμενές ή φλέβες νερού και εξασφάλιζαν έτσι την ασφαλή και άνετη ύδρευση του φρουρίου σε περίπτωση πολιορκίας. Τα τείχη με τη στερεή μεγαλιθική κατασκευή τους και με το μεγάλο σχετικά πάχος τους ήταν ικανά να αντέξουν και στις ισχυρότερες επιθέσεις με τις δυνάμεις που υπήρχαν τότε και το χρησιμοποιούμενο οπλισμό. Βέβαια, η οχυρωματική τέχνη εξελισσόταν ανάλογα με την εξέλιξη της τέχνης και των μέσων του αγώνα. Αυτό είναι φανερό από τις βαθμιαίες προσθήκες, ενισχύσεις και αντικαταστάσεις τμημάτων των τειχών. Στο σημείο αυτό είναι ενδεικτικοί οι διαδοχικοί περίβολοι των τειχών της Τροίας. Έπρεπε περισσότερο να ενισχύονται τα αδύνατα και ευαίσθητα σημεία, στα οποία κυρίως θα ξεσπούσε η επίθεση των εχθρών. Στις απόκρημνες πλευρές δεν υπήρχε κανένας λόγος ενίσχυσης. Χαρακτηριστικό είναι το ότι ως τειχισμένες πόλεις αναφέρονται στον Όμηρο εκείνες οι οποίες διακρίνονταν για την ισχύ των οχυρώσεων, όπως για παράδειγμα η Τίρυνθα. Οι ακροπόλεις όμως έπρεπε να εξασφαλίζονται και για τις συνηθισμένες τότε περιπτώσεις πολιορκιών και γι’ αυτό ήταν αναγκαίος ο εφοδιασμός τους με τροφές, κυρίως σιτηρά, που προληπτικά τοποθετούσαν σε ειδικές αποθήκες. Στις ακροπόλεις κατοικούσαν μόνιμα οι βασιλιάδες με το αυλικό τους περιβάλλον και ορισμένοι ανώτατοι άρχοντες καθώς επίσης οι βασιλικοί φρουροί και η φρουρά της ακρόπολης. Πιστευόταν ότι κατοικούσε μέσα στην ακρόπολη και η θεότητα που την προστάτευε, και η παρουσία της πολλές φορές έπαιρνε υλική υπόσταση στη μορφή του Παλλαδίου, του οπλισμένου δηλαδή ξόανου. Γι’ αυτό πίστευαν ότι μια ακρόπολη έμενε ανυπεράσπιστη, αν έχανε το Παλλάδιό της. Χαρακτηριστικό είναι το ότι στην ακρόπολη των Μυκηνών, στην προχωρημένη ύστερη μυκηναϊκή περίοδο, περιλήφθηκαν με επέκταση του τείχους οι τάφοι των προγόνων βασιλιάδων, όχι μόνο για να προστατευτούν, αλλά και για να προστατεύσουν την ακρόπολη. Γι’ αυτό ο χώρος τους οργανώθηκε ως τόπος λατρείας. Αργότερα, με την εμφάνιση δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης, η ακρόπολη έγινε το επίσημο θρησκευτικό κέντρο των πόλεων. Τα βασιλικά ανάκτορα τα αντικατέστησαν τώρα ναοί αφιερωμένοι στους θεούς της πόλης και η ακρόπολη πήρε ιερό χαρακτήρα, χωρίς να πάψει όμως να είναι καταφύγιο των πολιτών σε περιόδους πολέμου. Στην ακμή του ελληνικού πολιτισμού οι ακροπόλεις έμειναν ιεροί δημόσιοι χώροι, ιεροί τόσο για τις σεβάσμιες παλιές παραδόσεις, όσο και για τους ναούς των θεών και για τις τελετές της πολιτείας.
Ακροπόλεις των ιστορικών χρόνων έχουμε σ’ όλες τις χώρες όπου απλώθηκε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και όπου επεκτάθηκε το κράτος των Ελλήνων, στην ηπειρωτική Ελλάδα, στα νησιά, στη Μ. Ασία κ.α. Ο Παυσανίας θεωρεί αρχαιότερη την ακρόπολη της Λυκόσουρας στην Αρκαδία. Είναι επίσης γνωστές της Σπάρτης, Μεσσήνης, Κορίνθου (Ακροκόρινθος), Μυτιλήνης, Σάμου, Θάσου, Κέρκυρας, η περίφημη της Αθήνας κ.ά. Την παράδοση των αρχαίων ακροπόλεων συνεχίζουν αργότερα τα μεσαιωνικά κάστρα, που εξυπηρετούσαν τους ίδιους μ’ εκείνες αμυντικούς σκοπούς και πολλές φορές χτίζονταν στις ίδιες ακριβώς θέσεις.
Μετά τήν Καταστροφή τού Μυκηναϊκού Κόσμου καί τόν συνδιασμό γεγονότων, πολιτικών διαμαχών, πολέμων κτλ, ή Ελλάς περιήλθε στήν περίοδο τών «σκοτεινών αιώνων». Οί Αυτοκρατορίες καί οί Πολιτισμοί πού ανέπτυξαν κατέρρευσαν. Ή εποχή αυτή ονομάζεται από τούς ιστορικούς Αρχαϊκή. Είναι ή εποχή τού Σιδήρου καί Γεωμετρική εποχή. Οί Έλληνες όμως έπρεπε νά επιβιώσουν έναντι τών εχθρών των. Αυτή τήν περίοδο λοιπόν εμφανίζεται τό φαινόμενο τής πόλεως Κράτος. Έπαυσαν τά καμπυλωτά σχέδια τά οποία εζωγραφούντο. Τά νέα σχήματα είναι γεωμετρικά (τρίγωνα, ρόμβοι κτλ). Οί τεχνίτες προσπαθούν νά δώσουν είς τά γυμνά σχήματα τήν έκφραση τού ψυχικού πόνου. Κατά τήν νέαν εποχή δέν υπάρχουν οχυρώσεις μέ τόν κυκλώπειο τρόπο. Οί Πόλεις περιτειχίζοντο μέ απλούν πρωτόγονον τείχος. Τήν ίδια απλότητα βλέπομεν καί είς τήν αρχιτεκτονική αυτής τής εποχής. Οί πρώτες πόλεις κράτη δημιουργήθηκαν στήν Μ.Ασία. Τήν διακυβέρνηση τών πόλεων είχαν οί Ευγενείς, ενώ ή Βασιλεία διετηρήθη ισχυρά πάντοτε, μόνον είς τήν Μακεδονία, Ήπειρο καί βέβαια στήν Σπάρτη. Κέντρο τής κάθε πόλεως ήταν ή Ιερά Εστία, ή οποία ένωνε τούς πολίτες. Πλησίον τής Εστίας υπήρχον τά δημόσια οικοδομήματα (όπως τό Πρυτάνειον όπου έμενε ή Κυβέρνησις).
Ή συνέλευσις τών πολιτών εγένετο στήν αγορά (καί σέ πόλεις μέ Βασιλεία) όπου εχρησίμευε καί γιά εμπορικές κινήσεις. Κάθε πόλις είχε τήν δική της αυτονομία. Συγχρόνως έχουμε μέ τά χρόνια ανάπτυξη τού εμπορίου καί ταξείδια πρός παλαιές καί νέες αποικίες. Μέ κάποιες από τίς πρώτες είχαν αποκοπεί οί σχέσεις λόγω τής παρακμής πού είχαν περιπέσει οί Έλληνες. Τό μαντείο τών Δελφών απέκτησε μεγάλη πολιτική σπουδαιότητα καί έγινε τό κέντρο όπου συνήρχοντο κατ’έτος οί Αμφικτύονες αντιπρόσωποι τών Ελληνικών πόλεων Κρατών. Οί πόλεις ήσαν ηνωμέναι καί έστελνον κάθε άνοιξη είς τούς Δελφούς δύο αντιπροσώπους τούς Ιερομνήμονας. Αργότερα τό Αμφικτυονικό συνέδριο απέκτησε μεγαλύτερη σημασία καί απεφάσιζε καί διόρθωνε σπουδαία πολιτικά ζητήματα τών πόλεων. Σέ αυτήν τήν περίοδο ή γνώση πλέον μεταφερόταν σέ όσους εμυούντο είς τά μυστήρια.
Στά αρχαία Ελληνικά μυστήρια, όπως τά Ελευσίνια, ελάμβανον γνώση περί ζωής καί θανάτου. Σέ εορτές όπως τά Ολύμπια, Ίσθμια, Νέμεα καί άλλα εγίνοντο αγώνες μεταξύ Ελλήνων αθλητών από κάθε πόλι. Ό αγών ήτο οί σπουδαιοτέρα αρετή. Ή πειθαρχία, ή αποφασιστικότητα, ή περιφρόνηση πρός τόν θάνατο, ή καρτερία είς τόν πόνο καί τήν στέρησιν, ήταν τά προτερήματα ενός ανδρός πού χαρακτηριζόταν από αρετή. Από τόν 9ον έως τόν 6ον αιώνα τό Ελληνικό έθνος εξαπλωθέν διά τών αποικιών από τίς στήλες τού Ηρακλέους έως τήν Γεωργία καί από τίς Άλπεις έως τήν Αίγυπτον. Ό Ελληνικός πληθυσμός ανήρχετο σέ 20 εκατομμύρια.
Αί αποικίαι πολιτικώς ήσαν ανεξάρτητες όπως καί οί μητροπόλεις, αλλά διετήρουν μετ’αυτών ηθικήν σχέσιν, σεβασμόν καί κοινή λατρεία τών πατρώων Θεών. Ή σπουδαιοτέρα πόλις τής εποχής ήταν αί Αθήναι.
Στρατός. Οργανωμένο, ιεραρχημένο και αυστηρά πειθαρχημένο σύνολο ένοπλων ανθρώπων, εφοδιασμένων με τα κατάλληλα μέσα και υλικά, που βρίσκεται στη διάθεση του κράτους για τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων. Το σύνολο αυτό μπορεί να είναι αποσπασμένο από το υπόλοιπο σώμα της κοινωνίας, αλλά από την άλλη είναι οργανικά συνδεδεμένο μαζί της, αφού υπερασπίζεται τα συμφέροντά της από εξωτερικές –αλλά όχι μόνο– επιβουλές.
Στη σύγχρονη εποχή ο στρατός –οι ένοπλες δυνάμεις μιας χώρας– είναι έννοια ταυτόσημη με το κράτος και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κρατικής μηχανής. Η ύπαρξή του ανιχνεύεται από τότε που οι ανθρώπινες κοινωνίες οργανώθηκαν στη βάση της διαφοροποίησης των καθηκόντων και του καταμερισμού της εργασίας.
Οργανωμένη ανθρώπινη κοινωνία σημαίνει ύπαρξη ενός μηχανισμού με αποκλειστικό καθήκον την προστασία της κοινωνίας και του πλούτου που παράγει. Οι πρώτοι οργανωμένοι στρατοί εμφανίστηκαν στήν Ελλάδα. Στους στρατούς αυτούς υπήρχε σημαντική διαφοροποίηση ανάμεσα στους ευγενείς και τους φτωχότερους από άποψη οπλισμού και καθηκόντων. Τα κείμενα του Ομήρου προσφέρουν μια πρώτη πλήρη εικόνα του στρατού κατά την μυκηναϊκή εποχή και φαίνεται πως ο στρατός των Ελλήνων και των Τρώων –που δεν είχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους– αντανακλούν τη στρατιωτική οργάνωση σχεδόν όλων των Ελλήνων της εποχής.
Οι σχηματισμοί των οπλιτών στην Ελλάδα δεν ήταν στρατιωτικά σώματα με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά περισσότερο ένοπλα λαϊκά τμήματα, αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το κοινωνικό σύνολο και σε άμεση σχέση με αυτό. Σε καμιά περίπτωση, εκτός από λίγες σχετικά εξαιρέσεις μισθοφορικών σωμάτων ή ανακτορικών φρουρών, ο οπλιτικός στρατός δεν ήταν ανεξάρτητος κοινωνικά από το σύνολο του λαού. Στην αρχαία Ελλάδα οι πολεμιστές και οι στρατηγοί δεν είχαν τον πόλεμο ως κύριο επάγγελμά τους, αλλά επέστρεφαν στις ειρηνικές ασχολίες τους μετά το τέλος του πολέμου. Στην αρχαία Αθήνα ο στρατηγός ήταν πολιτικό αξίωμα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στη Σπάρτη ο στρατός ταυτίζεται με το κράτος και το ίδιο συμβαίνει με τις έννοιες του πολίτη και του οπλίτη.
Άγημα. Στρατιωτικό τμήμα που συγκροτείται για ένα ορισμένο σκοπό (π.χ. αποβατικό άγημα, άγημα παρέλασης). Η λέξη είναι δωρικής προέλευσης και στην αρχαία Σπάρτη σήμαινε γενικά τμήμα στρατού. Για τους αρχαίους Μακεδόνες σήμαινε επίλεκτη μονάδα σωματοφυλακής επίσημων προσώπων. Στη ναυτική ορολογία υποδηλώνει ομάδα αντρών πολεμικού σκάφους που προορίζεται να εκτελέσει σε ορισμένο χρόνο μια ειδική αποστολή.
Όπλο. Οποιοδήποτε μέσο που χρησιμεύει για να προκαλέσει το θάνατο ενός (ή περισσότερων) αντίπαλου ή να τον καταστήσει ακίνδυνο με την πρόκληση σωματικής βλάβης ή τη χρησιμοποίηση απλώς απειλής θανάτου.
Όπλα υπάρχουν από τότε που υπάρχει και ο άνθρωπος. Τα πρώτα όπλα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν προφανώς πέτρες ή ξύλα, τα οποία χρησίμευαν για το σπάσιμο του σκληρού περιβλήματος μερικών καρπών, αλλά, κυρίως, για άμυνα εναντίον άγριων ζώων και ίσως εχθρικών φυλών, καθώς και για το φόνο ζώων που θα χρησίμευαν ως τροφή. Όσο προχωρούσε η εξέλιξη του ανθρώπου, τα πρωτόγονα όπλα δέχονταν μια υποτυπώδη κατεργασία με σκοπό την αύξηση της απόδοσής τους. Αργότερα, όταν ο άνθρωπος έμαθε να κατεργάζεται την πέτρα, εμφανίστηκαν τα πρώτα υποτυπώδη τσεκούρια, σφυριά, λόγχες. Το τσεκούρι και το σφυρί αποτελούνταν από μια ξύλινη λαβή που στο ένα άκρο της κατέληγε σε ένα κομμάτι πέτρας κατεργασμένης ανάλογα με την περίπτωση (αιχμηρή π.χ. στο τσεκούρι). Η λόγχη στο άκρο της κατέληγε σε μακρόστενη αιχμή που ήταν σε θέση να τρυπήσει το σώμα του αντίπαλου και να προκαλέσει το θάνατό του. Είναι μάλλον βέβαιο ότι από τότε άρχισε να αναπτύσσεται ένας ορισμένος φετιχισμός του όπλου, τουλάχιστο στους κυνηγετικούς και πολεμικούς λαούς, που απέδιναν σε αυτό ορισμένες υπερφυσικές ιδιότητες. Έννοιες επίσης όπως η τιμή ή το θάρρος του πολεμιστή, φαίνεται ότι χρονολογούνται από την περίοδο της παλαιολιθικής εποχής, έστω και σε εμβρυϊκή μορφή.
Με την εποχή του μετάλλου (που χωρίζεται στις εποχές του χαλκού, του ορείχαλκου και του σιδήρου) εμφανίστηκαν τα τμητικά και τα νυκτικά αγχέμαχα όπλα (σπαθιά, λόγχες, βέλη κ.ά.) στη μορφή που, σε γενικές γραμμές, είναι γνωστά και στη σύγχρονη εποχή. Η εφεύρεση της εκσφενδονιζόμενης λόγχης, και ιδίως του τόξου και του βέλους, έδωσε τη δυνατότητα χτυπήματος του στόχου από μακριά (αγχέμαχα όπλα), χωρίς άμεση επαφή με τον εχθρό. Την ίδια εποχή έκανε την εμφάνισή της και η πανοπλία, που αποτελούνταν από το θώρακα και το κράνος, καθώς και από δευτερεύοντα μέρη, που προστάτευαν το σώμα του πολεμιστή από τα εχθρικά όπλα. Η πανοπλία πρέπει να ήταν αρκετά αποτελεσματική, δεδομένου ότι τα χάλκινα και ορειχάλκινα όπλα δεν είχαν την απαιτούμενη σκληρότητα για να διαπεράσουν μια προστατευτική επιφάνεια μεταλλική ή και δερμάτινη ακόμη. Η πανοπλία έχασε την αρχική της σπουδαιότητα μετά την έναρξη της χρησιμοποίησης του σιδήρου για την κατασκευή όπλων και, στα τέλη του μεσαίωνα, ενισχύθηκε σε βαθμό που σκέπαζε ολόκληρο το σώμα του πολεμιστή με βαριά σιδερένια φύλλα έτσι ώστε τον έκανε εξαιρετικά δυσκίνητο. Το μόνο πραγματικά αποτελεσματικό μέρος της πανοπλίας παρέμεινε η ασπίδα, που είχε αρκετό πάχος για να είναι αδιαπέραστη από τα αντίπαλα όπλα.
Τα όπλα της αρχαιότητας παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Υπήρχαν οι βαριά οπλισμένοι πολεμιστές με ισχυρή πανοπλία που χρησιμοποιούσαν κυρίως το ξίφος και το δόρυ, και οι ελαφρά οπλισμένοι, που συνήθως δε φορούσαν καθόλου πανοπλία και χρησιμοποιούσαν το τόξο ή τη σφεντόνα και πολεμούσαν από μακριά. Επιπλέον υπήρχαν οι ιππείς και τα άρματα. Η κοινωνική τάξη του πολεμιστή καθόριζε και το είδος των όπλων που θα είχε (οι βαριά οπλισμένοι οπλίτες της αρχαίας Ελλάδας ανήκαν στις εύπορες τάξεις) για οικονομικούς λόγους κυρίως, φαινόμενο που πήρε την ακρότατη μορφή του την περίοδο του μεσαίωνα. Στα αμυντικά όπλα μπορούμε κατ' επέκταση να περιλάβουμε και τις οχυρώσεις, τα φρούρια δηλαδή της αρχαιότητας και του μεσαίωνα, που προστάτευαν κάθε πόλη εκείνης της εποχής. Ως την εφεύρεση της πυρίτιδας το τείχος ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό, γεγονός που φαίνεται και στην Ιλιάδα, σύμφωνα με την οποία η Τροία. Οι διάφορες πολιορκητικές μηχανές που επινοήθηκαν κατά τους αιώνες της αρχαιότητας, όπως ο καταπέλτης, που εκσφενδόνιζε πέτρες εναντίον του τείχους, ή ο κριός, που χρησίμευε στην παραβίαση της πύλης του φρουρίου από τους πολιορκητές, δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματικές.
Ασπίδα. Αμυντικό όπλο των πολεμιστών όλων των λαών, που χρησιμοποιήθηκε από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι την εμφάνιση των πυροβόλων όπλων και υπάρχει ακόμη σε μερικούς πρωτόγονους λαούς. Ήταν έλασμα από διάφορα υλικά και είχε ποικίλα σχήματα, που με την πάροδο του χρόνου άλλαζαν, όπως και οι διαστάσεις του, για την αποτελεσματικότερη προστασία των πολεμιστών. Έτσι, υπήρχαν ασπίδες από δέρμα βοδιού, από χαλκό ή και από τα δύο μαζί συνδυασμένα, από ξύλο, από πλέγμα κλαδιών που ήταν σκεπασμένο με δέρμα, από σιδερένιο σκελετό κ.ά. Ήταν σε σχήμα τετραγώνου ή παρόμοιου με τον αριθμό «8» (μυκηναϊκές), στρογγυλές, ωοειδείς (γεωμετρικής και κλασικής εποχής), ελλειψοειδείς με εντομές στα πλάγια (βοιωτικές), ορθογώνιες (σαμνιτικές - ρωμαϊκές), τριγωνικές (νορμανδικές, των σταυροφόρων), σαν μισοφέγγαρο (θρακική) κτλ. Οι μυκηναϊκές και οι αιγυπτιακές ήταν μεγάλες και κάλυπταν όλο το σώμα, από το λαιμό ως τα πόδια. Η κλασική ασπίδα είχε ύψος ένα μέτρο και η βυζαντινή έφτανε στο 1,60 μ. Η μικρή ασπίδα «πάρμη» χρησιμοποιόταν από τους ιππείς και τους ελαφρά οπλισμένους πεζούς, ενώ οι πελταστές είχαν την ελαφριά «πέλτη».
Στο εσωτερικό η ασπίδα είχε δερμάτινο λουρί στη μέση της, τον «πόρπακα», και στην περιφέρεια μια λαβή, τον «τελαμώνα», που αργότερα αντικαταστάθηκε από το «όχανον». Ο πολεμιστής περνούσε το αριστερό χέρι μέσα από το λουρί –ώστε αυτό «έπεφτε» στη μέση του μπράτσου– και κρατούσε την ασπίδα με το χέρι από τη λαβή. Έτσι πολεμούσε με ελεύθερο το δεξί χέρι του. Κατά τις πορείες οι πολεμιστές χρησιμοποιούσαν την ασπίδα από το λαιμό τους. Στην εξωτερική επιφάνεια, που είχε κάποια κυρτότητα για να διώχνει τα βέλη, υπήρχε μια προεξοχή («ομφαλός») στο κέντρο, για να αποκρούονται πιο εύκολα τα χτυπήματα με ξίφη. Για να εμπνέουν φόβο στον αντίπαλο οί Έλληνες, κάλυπταν τίς ασπίδες με παραστάσεις από φίδια, λιοντάρια, κεφάλι μέδουσας κτλ., που με τον καιρό έγιναν διακοσμητικά στοιχεία και χρησίμευαν ως σύμβολα ή εμβλήματα και, επομένως, ως σημεία αναγνώρισης μεταξύ συμπολεμιστών.
Μετά τήν Γεωμετρική καί Αρχαϊκή περίοδο, η ασπίδα είχε ύψος μόνο 1 μέτρο, έτσι επινόησαν ένα συμπλήρωμά της, που προσαρμοζόταν στο κάτω μέρος της ασπίδας, σαν ποδιά (από δέρμα) που κάλυπτε τον πολεμιστή μέχρι τα πόδια.Ή ασπίδα των τελευταίων μεσαιωνικών χρόνων, χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα και ως επιθετικό όπλο (ενώ υπήρξε το αρχαιότερο από τα αμυντικά) με τη μετατροπή του «ομφαλού» σε αιχμή.
Η ασπίδα αποτελούσε σύμβολο ανδρείας για τον αρχαίο Έλληνα πολεμιστή και η απώλειά της χαρακτηριζόταν ως πράξη ατιμωτική (ρίψασπις = δειλός) ΤΑΝ Η ΕΠΙ ΤΑΣ.
Αργότερα κατασκεύαζαν ασπίδες ειδικά για το σκοπό αυτό από μέταλλο και τις διακοσμούσαν ανάλογα. Τέτοιο σπουδαίο εύρημα είναι οι 10 αναθηματικές ασπίδες του Ιδαίου άντρου της Κρήτης (από ανασκαφές το 1885), από σφυρήλατο χαλκό, κατασκευασμένες τον 7ο και 6ο π.Χ. αι.
Φάλαγγα. Τακτικός σχηματισμός πεζών σε αλλεπάλληλους ζυγούς, με ανάπτυξη της παράταξης σε έκταση και σε βάθος. Αυτή υπήρξε η αρχική φάλαγγα, η οποία εμφανίστηκε στις ελληνικές πόλεις κυρίως τών Μινύων καί Μυκηναίων,της κυρίως Ελλάδας. Ο Όμηρος, όταν αναφέρεται σε φάλαγγα, εννοεί παρατεταγμένο στράτευμα.
Φάλαγγα σημαίνει κάθε διάταξη στρατεύματος, του οποίου τα στοιχεία είναι παρατεταγμένα το ένα πίσω από το άλλο.
Η διαμόρφωση της φάλαγγας των οπλιτών συνέπεσε με τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές που σημειώθηκαν στήν Γεωμετρική καί Αρχαϊκή περίοδο.
Η οικονομική ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων επέτρεψε στους γεωργούς και σε άλλους πολίτες να αγοράζουν το βαρύ οπλισμό του οπλίτη και να προασπίζονται μαζί με τους ευγενείς την πόλη τους. Παράλληλα, τον ατομικό αγώνα αντικατέστησε ο ομαδικός, στηριγμένος στην τάξη, στην πειθαρχία και στην ισότητα των οπλιτών.
Όσον αφορά τη συγκρότηση της φάλαγγας, αποτελούνταν συνήθως από 8 ως 12 ζυγούς, που είχαν την ικανότητα να κινούνται σε σχηματισμό και να ελίσσονται κατά τη μάχη ως συμπαγής όγκος πολεμιστών χωρίς να διασπώνται. Ο βηματισμός της φάλαγγας επιτυγχανόταν με το ρυθμό που έδινε ο αυλητής.
Ο οπλισμός των οπλιτών της φάλαγγας αποτελούνταν από την ασπίδα, το θώρακα, το κράνος, τις κνημίδες (αμυντικά όπλα), το δόρυ και το ξίφος (επιθετικά όπλα).
Η Φάλαγγα ώς τακτική μάχης χρησιμοποιήθηκε πρώτα από τόν Αχιλλέα. Οί Μυκηναίοι καί Δωριείς πολεμούσαν μέ κάποια παρόμοια τακτική, ενώ ό Λεωνίδας, ό καί άλλοι στρατηγοί τελειοποιούσαν συνέχεια αυτήν τήν μέθοδο μάχης. Γνωστή ως μακεδονική φάλαγγα δημιουργήθηκε από το Φίλιππο Β΄ και τελειοποιήθηκε από το Μ. Αλέξανδρο. Την αποτελούσαν πεζοί πολεμιστές, που παρατάσσονταν σε 16 συνήθως αλλεπάλληλους ζυγούς. Κυριότερη καινοτομία στον εξοπλισμό των πολεμιστών ήταν το δόρυ σάρισα, μήκους 4 ως 7 μέτρων.
Ως ιδρυτής του Κράτους των Μακεδόνων αναφέρεται ο Περδίκκας Α’. Αυτός στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ. αι. εγκατέστησε την πρωτεύουσά του στις Αιγές, τη σημερινή Βεργίνα. Από εκεί οι Μακεδόνες άρχισαν να απλώνονται στην Εορδαία, έπειτα προς τη Βοττιαία, την Πιερία και την Αλμωπία. Ο γιος του Περδίκκα Α’ Αργαίος (7ος αι. π.Χ.), καθώς και οι διάδοχοί του Φίλιππος Α’ (7ος-6ος αι. π.Χ.) και Αέροπος (6ος αι. π.Χ.), απέκρουσαν συχνές επιδρομές Ιλλυριών κ.ά. βαρβάρων. Στη συνέχεια βασίλεψαν ο Αλκέτας (6ος αι. π.Χ.) και ο Αμύντας Α’ (6ος-5ος αι. π.Χ.). Τότε οι Μακεδόνες περνώντας τον Αξιό έφτασαν ως τα όρια της Χαλκιδικής. Οι κατακτήσεις του Αλέξανδρου Α’ στις πρώτες δεκαετίες του 5ου αι. π.Χ. διεύρυναν περισσότερο τη Μακεδονία. Ο Αλέξανδρος Α’ ήταν εκείνος που πληροφόρησε στις Πλαταιές τους Έλληνες του Νότου για τα σχέδια του Ξέρξη, παρόλο που αναγκάστηκε να τον ακολουθήσει στην εκστρατεία του κατά των Ελλήνων. Για το λόγο αυτόν οι τελευταίοι του έστησαν και ανδριάντα στους Δελφούς. Ο ίδιος έλαβε μέρος και στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Περδίκκας Β’ (5ος αι. π.Χ.) συμμάχησε με τους Αθηναίους κατά της Αμφίπολης. Γενικά, η βασιλεία του Περδίκκα Β’ ήταν γεμάτη ταραχές. Από τη μια οι δυσχέρειες που του δημιουργούσαν οι διάφοροι άρχοντες της Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και ο αδερφός του Φίλιππος, σχετικά με τον προσδιορισμό της εξουσίας και από την άλλη ο ανταγωνισμός μεταξύ Μακεδονίας και Αθηνών για τον έλεγχο της περιοχής του κάτω Στρυμόνα έφεραν στο κράτος μια γενική αναταραχή, που αποδεικνύεται και από την ελάττωση της κοπής νομισμάτων. Ο νόθος γιος και διάδοχος του Περδίκκα Β’ Αρχέλαος Α’ (τέλη 5ου-αρχές 4ου αι. π.Χ.), δε συνάντησε τις δυσκολίες του πατέρα του, τουλάχιστον ως προς τις σχέσεις του με τους Αθηναίους έπειτα από την καταστροφή των τελευταίων στις Συρακούσες. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του αντιμετώπισε μια αποστασία της Πύδνας, εύκολα όμως κατάφερε να την καταπνίξει. Έπειτα από πρόσκληση των Αλευαδών αναμείχτηκε στα πράγματα της Θεσσαλίας καταφέρνοντας έτσι να αυξήσει την επιρροή του και σ’ αυτήν την περιοχή. Ο Αρχέλαος προχώρησε σε μια πλατιά μεταρρύθμιση: χώρισε τη χώρα σε περιφέρειες πόλεων. Μετέφερε την πρωτεύουσα στην Πέλλα, που τότε επικοινωνούσε με τη θάλασσα, και τη διακόσμησε με μεγαλόπρεπα οικοδομήματα. Επίσης οργάνωσε στρατιωτικά το κράτος του περισσότερο από κάθε άλλον προκάτοχό του. Γενικά, ο Αρχέλαος έδωσε στο μακεδονικό βασίλειο μια εκπληκτική για την εποχή εκείνη λάμψη, έπραξε περισσότερα «ή ξύμπαντες οι άλλοι βασιλείς αυτών οι προ αυτού γενόμενοι», όπως γράφει ο Θουκυδίδης. Μετά τη δολοφονία του άρχισε μια περίοδος όλο ταραχές, που κράτησε ως τα χρόνια της βασιλείας του Φίλιππου Β’ (4ος αι. π.Χ.), που οδήγησε στο μεγαλείο της Μακεδονίας. Ο Φίλιππος Β’ δημιούργησε ενιαίο μακεδονικό κράτος και ανέπτυξε θαυμαστή στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα έβαλε σκοπό της ζωής του να ενώσει όλες τις ελληνικές πόλεις και έπειτα να εκστρατεύσει εναντίον των Περσών. Κυρίεψε χωρίς μάχη τη Θεσσαλία και τη Φωκίδα. Η Αθήνα και η Θήβα, που αντιστάθηκαν, νικήθηκαν στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ. Το 337 π.Χ. ο Φίλιππος ίδρυσε στην Κόρινθο το Κοινό των Ελλήνων. Ενώ όμως ονειρευόταν να γίνει αρχιστράτηγος όλων των Ελλήνων, δολοφονήθηκε (336 π.Χ.). Στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο γιος του Αλέξανδρος Γ’, που μέσα σε 13 χρόνια έφτασε αήττητος στα βάθη της Ασίας, ίδρυσε πόλεις, διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό, άλλαξε την πορεία της ιστορίας. Ο πρόωρος θάνατός του ανέκοψε το έργο του. Οι εμφύλιοι πόλεμοι ανάμεσα στους διαδόχους και ύστερα στους επιγόνους εξασθένησαν το μακεδονικό κράτος, που έτσι έγινε εύκολη λεία στις ρωμαϊκές λεγεώνες.
Αργεάδες Μακεδόνες. Ονομασία της μακεδονικής δυναστείας, μέλη της οποίας ήταν ο Μ. Αλέξανδρος και ο πατέρας του Φίλιππος Β’. Προήλθε από κάποιον πρόγονό τους ο οποίος καταγόταν ή από το Ορεστικό Άργος ή από το Άργος της Πελοποννήσου. Πιο πιθανό θεωρείται το δεύτερο. Ο Περδίκκας Α’ θεωρείται ο πρώτος βασιλιάς της δυναστείας αυτής. Ακολουθούν ο Αργαίος, ο Φίλιππος Α’, ο Αέροπος Α’, ο Αλκέτας, ο Αμύντας Α’, ο Αλέξανδρος Α’ ο Φιλέλλην, ο Περδίκκας Β’, ο Αρχέλαος. Μετά ακολούθησαν οι Ορέστης, Αέροπος Β’, Αμύντας Β’ ο Μικρός, Παυσανίας, Αμύντας Γ’, Αλέξανδρος Β’, Πτολεμαίος και Περδίκκας Γ’. Ο Φίλιππος Β’ και ο Μέγας Αλέξανδρος βασίλευσαν στη συνέχεια. Ο τελευταίος μαζί με το Φίλιππο Γ’ και τον Αλέξανδρο Δ’ ήταν οι τελευταίοι βασιλείς της μακεδονικής αυτής δυναστείας.









Μ Ε Γ Α Λ Ε Σ Π Ο Λ Ε Ι Σ Τ Η Σ Α Ρ Χ Α Ι Ο Τ Η Τ Α Σ

Αιγαίο πέλαγος. Η θαλάσσια περιοχή με τις εκατοντάδες νησιά, που ενώνει τη Μ. Ασία με την Ελλάδα και την Ασία με την Ευρώπη. Ιστορικά υπήρξε το γεωγραφικό κέντρο του ελληνικού πολιτισμού.
Παρά τις διάφορες προσπάθειες των αρχαίων να εξηγήσουν την ονομασία του Αιγαίου πελάγους με μυθολογικά δεδομένα, πιθανότερη φαίνεται η άποψη των σύγχρονων γλωσσολόγων, οι οποίοι ετυμολογούν τη λέξη Αιγαίο από το θέμα αιγ-, που δηλώνει τις πηγές, τα νερά και την ορμητική κίνηση των κυμάτων. Επομένως, η λέξη «Αιγαίο» είναι επίθετο που προσδιορίζει το ουσιαστικό «πέλαγος» και σημαίνει θάλασσα με ορμητικά κύματα.
Το Αιγαίο απλώνεται από τη Θράκη και τη Μακεδονία μέχρι την Κρήτη και τη Ρόδο και από την ηπειρωτική Ελλάδα ως τη Μ. Ασία. Το μήκος του είναι περίπου 640 χλμ. και το πλάτος 320 χλμ. Η συνολική του επιφάνεια φτάνει τα 220.000 τ. χλμ. Τα μεγαλύτερα βάθη τα συναντούμε κοντά στην Κάρπαθο (2.466 μ.). Η θέση του έχει μεγάλη στρατηγική και οικονομική σημασία στη Μεσόγειο, γιατί με τα στενά του Ελλησπόντου, της Προποντίδας και του Βοσπόρου επικοινωνεί με τον Εύξεινο Πόντο και ευρύτερα συνδέει την Ευρώπη με την Ασία και την Αφρική.
Στον ευρύτερο χώρο του Αιγαίου διακρίνονται:
α) Πελάγη και θάλασσες:
Μυρτώο πέλαγος: Βρίσκεται μεταξύ του Σουνίου και των Κυθήρων.
Ευβοϊκή θάλασσα: Είναι αυτή που περιβρέχει την Εύβοια.
Θρακικό πέλαγος: Βρίσκεται μεταξύ Θάσου, Σαμοθράκης και θρακικών ακτών.
Ικάριο πέλαγος: Απλώνεται από την Ικαρία μέχρι την Κω.
Καρπάθιο πέλαγος: Απλώνεται από την Κρήτη ως τις μικρασιατικές ακτές.
Κρητικό πέλαγος: Απλώνεται στα βόρεια της Κρήτης.
β) Κόλποι: Αργολικός, στην ανατολική Πελοπόννησο. Σαρωνικός, μεταξύ Πελοποννήσου και Αττικής. Ευβοϊκός, μεταξύ Εύβοιας και Στερεάς Ελλάδας. Παγασητικός, στη Θεσσαλία. Θερμαϊκός, στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ Πιερίας και Χαλκιδικής. Τορωναίος ή Κασσάνδρας και Σιγγιτικός ή Αγίου Όρους στη Χαλκιδική. Ορφανού ή Στρυμονικός, στις εκβολές του Στρυμόνα Καβάλας. Μέλας ή Ξηρού, στην Αν. Θράκη. Αδραμυττηνός ή Κυδωνιών, στη Μ. Ασία, μεταξύ Λέσβου και ασιατικής ακτής. Ερμαίος ή Σμύρνης, στη Μ. Ασία. Εφέσου ή Κουσάντασι, μεταξύ Σάμου και μικρασιατικής ακτής. Κω ή Κεραμεικός, απέναντι από την Κω, στη Μ. Ασία. Αλμυρού, Μιραμπέλλου, Χανίων, Κισσάμου, στην Κρήτη.
γ) Τα σπουδαιότερα λιμάνια: Ερμούπολη, στη Σύρο. Ραφήνα, στην Αν. Αττική. Ελευσίνα, στη Δυτ. Αττική. Πειραιάς, στο Σαρωνικό. Θεσσαλονίκη, στο Θερμαϊκό. Βόλος, στον Παγασητικό. Καβάλα, στον κόλπο της Καβάλας. Ναύπλιο, στον Αργολικό. Χαλκίδα, στον Ευβοϊκό. Πόρτο Λάγος στη Δυτ. Θράκη. Αλεξανδρούπολη, στη Δυτ. Θράκη. Ιβριτζέ, στην Αν. Θράκη (κόλπος του Ξηρού). Κεμέρ, στη Μ. Ασία (Αδραμυττηνός κόλπος). Αϊβαλί ή Κυδωνίες, στον ομώνυμο μικρασιατικό κόλπο. Τσανταρλί, στον ομώνυμο μικρασιατικό κόλπο. Σμύρνη, στον ομώνυμο μικρασιατικό κόλπο. Κουσάντασι, στον ομώνυμο μικρασιατικό κόλπο. Μυτιλήνη, στο νησί Λέσβος. Χίος, Ρόδος, Άνδρος, Θάσος, στα ομώνυμα νησιά. Άγιος Νικόλαος, Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Σούδα, Χανιά, στην Κρήτη.

δ) Νησιά:
Κύθηρα, Αντικύθηρα: Νότια της Πελοποννήσου.
Κρήτη: Στο νότιο Αιγαίο.
Κυκλάδες: Απλώνονται ΝΑ της Αττικής και αποτελούνται από τα νησιά: Αμοργός, Ανάφη, Άνδρος, Αντίπαρος, Γυάρος, Δήλος, Δονούσα, Ηρακλειά, Θήρα (Σαντορίνη), Ίος, Κέα, Κίμωλος, Κουφονήσια, Κύθνος, Μακρόνησος, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Πάρος, Ρήνεια, Σέριφος, Σίκινος, Σίφνος, Σύρος, Σχοινούσα, Τήνος, Φολέγανδρος κ.ά.
Εύβοια: Ανατολικά της Στερεάς Ελλάδας.
Βόρειες Σποράδες: (Αλόννησος, Σκίαθος, Σκόπελος και Σκύρος) ΒΑ της Εύβοιας.
Θάσος: Απέναντι από την Καβάλα.
Σαμοθράκη: Απέναντι από την Αλεξανδρούπολη.
Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου: Άγιος Ευστράτιος, Ικαρία, Λέσβος, Λήμνος, Οινούσσες, Σάμος, Χίος, Ψαρά, κοντά στις μικρασιατικές ακτές.
Δωδεκάνησα: Βρίσκονται στο νοτιοανατολικό Αιγαίο και αποτελούνται από τα νησιά: Αστυπάλαια, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάσος, Κως, Λειψοί, Λέρος, Μεγίστη (Καστελόριζο),Νίσυρος, Πάτμος, Ρόδος, Σύμη, Τήλος, Χάλκη.
Νησιά Αργοσαρωνικού: Αίγινα, Πόρος, Σαλαμίνα, Σπέτσες, Ύδρα κ.ά.
Ο βυθός του Αιγαίου είναι ανάγλυφος, με τάφρους, κοιλάδες, βουνά. Τα νησιά, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί, είναι οι κορυφές των βουνών. Η θεωρία αυτή ενισχύει την άποψη πως πριν από εκατομμύρια χρόνια στην υδάτινη αιγαιακή έκταση απλωνόταν η Αιγηίδα, ξηρά που ένωνε την Ευρώπη με την Ασία.
Ή Σπουδαιοτέρα Πόλις τού Αρχαίου Κόσμου ήτο ή Αθήνα. Ή ιστορία τής Αθήνας όταν ξεδιπλώνεται στόν χρόνο, δίδει τήν εντύπωση τής τέλειας πόλεως, τής μοναδικής πόλεως, τής πόλεως πού μόνον από Θεούς θά μπορούσε νά κατοικηθεί. Οί αρχές τής Ιστορίας τής πόλεως χάνονται στίς δεκάδες χιλιάδες τών ετών. Πρώτος Βασιλέας τής πόλεως ήτο ό Κέκροπας ό οποίος έθεσε τούς νόμους καί τό δικαστήριο τού Αρείου Πάγου. Ό Κέκροπας έκτισε τήν πρώτη Ακρόπολιν καί γύρω από αυτήν δημιουργήθηκε ή πόλις. Απόγονος τού Κέκροπα ήταν ό Αμφικτύονας πού ένωσε σέ μία Αμφικτυονία – συμμαχία τούς Έλληνες. Ή σειρά τών απογόνων τού Κέκροπα φθάνει έως τόν Θησέα. Ό Πλούταρχος αναφέρεται στόν Θησέα ό οποίος κατάγεται από τόν Ερεχθέα, απόγονο Πανδίωνα, απόγονο Εριχθονίου. Ό Θησέας ήταν αυτόχθων από πατέρα, ενώ από μητέρα ήταν Πελοπίδης, δηλαδή Πελοποννήσιος. Οί Αθηναίοι απέδιδαν είς τόν Θησέα τήν ένωση τών δήμων σέ μία πόλιν, από τήν οποία αργότερα επήγασε ένας τεράστιος πολιτισμός. Από τήν εποχή αυτή όμως, βρίσκουμε δημοκρατικά στοιχεία στόν πολιτικό βίο τής Αθήνας. Ό Όμηρος μάλιστα στήν Ιλιάδα Β,547 αναφέρει στόν κατάλογο τών πλοίων μόνο τούς Αθηναίους σάν δήμο. Άν λοιπόν στά πολύ παλιά χρόνια τών Ομηρικών επών ό δήμος αναγνωριζόταν επίσημα, δέν έχουμε κανέναν λόγο νά αρνηθούμε τήν ύπαρξη δημοκρατικών στοιχείων καί δημοκρατικής συμπεριφοράς σέ προηγούμενους αιώνες. Ή Αθήνα λοιπόν από τόν λίκνο της θεμελιώθηκε μέ δημοκρατικές καταβολές πού αναπτύχθησαν καί καρποφόρησαν ύστερα από πολλές φάσεις. Κατά τόν Ισοκράτη (Πανηγ.4) καί κατά τόν Θουκυδίδη οί Αθηναίοι ήσαν Αυτόχθονες. Ή παράδοση έχει διασώσει τά ονόματα τών πρώτων αρχηγετών : Ό πρώτος Πελασγικός οικισμός λεγόταν Κραναά, από τό πετρώδες τού εδάφους. Αργότερα ονομάσθη Ακταία από τόν άρχοντα Ακταία καί κατόπιν ονομάσθη Κεκροπία από τήν Κέκροπα (Κραναά Κεκροπία). Ό Πελασγικός οικισμός στήν Πνύκα δέχθηκαν επιρροές από Κρήτες Μινωϊτες, Μινύες, Θράκες, Αχαιούς, Ίωνας. Οί Ίωνες πού ήσαν περισσότεροι από τούς άλλους μετανάστες εγκαταστάθησαν πρώτα στόν Μαραθώνα καί έπειτα ήλθαν είς τό λεκανοπέδιο τής Αττικής. Ό Πανάρχαιος Πελασγικός οικισμός απετέλεσε τόν πρώτο πυρήνα γιά τήν δημιουργία τού Αθηναϊκού κράτους. Στό πρώτο στάδιο τής δημιουργίας γίνεται ή συγχώνευση τών Ερεχθειδών καί Ιώνων. Στό δεύτερο στάδιο γίνεται ή σύγκρουση τών Ερεχθείδων μέ τούς Ευμολπίδες τής Ελευσίνος καί στό τρίτο στάδιο γίνεται ή σύγκρουση τών Ερεχθείδων μέ τούς Παλλαντίδες, παιδιά τού Πάλλαντα, αδελφού τού Αιγέα πατέρα τού Θησεία. Επίσης ύστερα από αγώνες καί αμοιβαίες υποχωρήσεις, οί συνοικισμοί τής κοιλάδας τού Κηφισού ενώθηκαν. Ίχνη τού ανακτόρου τού Βασιλέα τών συνοικισμών, πού απετέλεσαν ένα ενιαίο κράτος, βρέθηκαν κάτω από τό Ερέχθειο στήν Ακρόπολη όπου καί βρισκόταν τό κέντρο τού κράτους. Ή συνένωση τών Αθηναϊκών οικισμών συνδέεται μέ τόν Θησέα καί αυτούς μέ τούς Ίωνες, πού δείχνει καί τήν νοοτροπία αυτών, όπως συνέβει στή Ιωνία καί τόν σχηματισμό στήν Μικρά Ασία τής Ιωνικής Δωδεκάπολις. Ή συνένωση τών συνοικισμών εορταζόταν κάθε χρόνο μέ εορτές πού έφεραν τά ονόματα Συνοίκια καί Παναθήναια.
Κατά τήν Μυκηναϊκή επόχή ή Αθήνα ήταν Βασιλευομένη καί τήν περιέβαλλεν ισχυρό τείχος όπου ό Θουκυδίδης τό ονομάζει Πελασγικόν. Λεγόταν Κεκροπία είς μνήμη τού πρώτου Βασιλέως Κέκροπα. Βασιλεύς τής Αθήνας υπήρξε ό Θησεύς πού ένωσε όλους τούς κατοίκους σέ ένα κράτος. Τελευταίος βασιλεύς υπήρξε ό Κόδρος ό οποίος θυσιάστηκε γιά τήν ελευθερία τής Αθήνας. Έπειτα από τήν Βασιλεία ή εξουσία ήταν στά χέρια τών Ευπατρίδων, από τούς οποίους κάθε χρόνο εξελέγονταν οί εννέα άρχοντες. Ό πρώτος από αυτούς είχε κοινωνικοθρησκευτικά καθήκοντα, ό δεύτερος πολεμικά καί ό τρίτος ναυτικά. Οί άλλοι ασχολούνται μέ δικαστικά καθήκοντα καί ελέγονταν θεσμοθέται. Μέ αυτό τό καθεστός φθάνουμε στό 632πχ όπου ό Κύλωνας αποπειράται νά εγκαθιδρύσει τυραννίδα.
Άγος, Κυλώνειο. Με την ονομασία αυτή είναι γνωστή η ανίερη πράξη της σφαγής των «ικετών» οπαδών του Κύλωνα από τους Αθηναίους, καθώς και η κακοδαιμονία που έπληξε την Αθήνα, ως συνέπεια αυτής της πράξης.
Κατά την αφήγηση του Θουκυδίδη (Α, 126), ο Κύλων ήταν ευγενής Αθηναίος, ολυμπιονίκης, γαμπρός του τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη. Επωφελούμενος από την κοινωνικοπολιτική αναταραχή που επικρατούσε εκείνη την εποχή (β΄ μισό του 7ου αιώνα π.Χ.) στην Αθήνα, επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία και να γίνει τύραννος. Έτσι, το 632 π.Χ., με μια ομάδα οπαδών του και με ενισχύσεις που του έδωσε ο πεθερός του, κατέλαβε την Ακρόπολη. Τότε όμως όλοι οι Αθηναίοι, από την πόλη και από την ύπαιθρο, συγκεντρώθηκαν και πολιόρκησαν τους πραξικοπηματίες.
Καθώς η πολιορκία τραβούσε σε μάκρος, οι πολίτες της Αθήνας ανέθεσαν τη φρούρηση στους εννέα άρχοντες. Ο Κύλων και ο αδερφός του κατόρθωσαν να διαφύγουν και τότε οι οπαδοί τους, που πέθαιναν από την πείνα, κατέφυγαν ικέτες στο βωμό της Αθηνάς Πολιάδας. Οι πολιορκητές τούς υποσχέθηκαν, ενόρκως, ότι δε θα τους κάνουν κακό αλλά, όταν τους απέσπασαν από το βωμό, τους σκότωσαν. Σκότωσαν ακόμη κι εκείνους που προσέφυγαν ικέτες στους βωμούς των Ευμενίδων. Σύμφωνα με μια άλλη παραλλαγή της ιστορίας, ενώ οι οπαδοί του Κύλωνα κατέβαιναν από την Ακρόπολη κρατώντας ταινίες που το ένα άκρο τους ήταν δεμένο στο βωμό του ιερού των Ευμενίδων, Αθηναίοι από το γένος των Αλκμεωνιδών έκοψαν τις ταινίες, για να πάψει η «προστασία», και τους σκότωσαν.Για τη μιαρή αυτή πράξη θεωρήθηκε υπεύθυνο και εξορίστηκε για ένα διάστημα το γένος των Αλκμεωνιδών, ο ηγέτης του οποίου Μεγακλής ήταν τότε «επώνυμος άρχων». Στη συνέχεια οι Αθηναίοι κάλεσαν από την Κρήτη το σοφό Επιμενίδη, που έκανε καθαρμό και απάλλαξε την πόλη από το «άγος».
Καθώς ή δύναμη τών Ευπατρίδων μεγάλωνε οί πολίτες ζήτησαν νόμους καί εδημιούργησαν αναταραχές. Τό 624πχ ό Δράκοντας επροστάτευσε τούς πολίτες, αλλά δέν έλυσε τό πρόβλημα. Τό πρόβλημα τό έλυσε ένας Ευπατρίδης ό Σόλων τό 594πχ. ό Σόλων ενέπνευσεν ενθουσιασμό καί ορμή είς τούς Αθηναίους ακόμα καί σέ πολεμικά θέματα. Ξεσήκωσε τούς Αθηναίους νά ανακτήσουν τήν Σαλαμίνα «Ίομεν μαχησομένοι περί νήσου ιμερτής χαλεπόν τ’αίσχος απωσομένοι». Οί Αθηναίοι πολίτες εχωρήσθησαν σέ τέσσερεις τάξεις : Πεντακοσιομέδιμνους, ιππείς, ζευγίται καί θήτες. Είς τήν εκκλησία τού δήμου ελάμβανον όσοι συνεπλήρωναν τό εικοστό έτος τής ηλικίας των. Υπήρχε τό δικαστήριο τής Ηλιαίας, ή Έφεσις τών διαδίκων, τό σώμα τού Αρείου πάγου καί οί Βουλευταί. Οί βουλευταί ήσαν 400 καί εκλέγοντο γιά ένα έτος από τήν εκκλησία τού δήμου. Τό 561πχ υπήρχαν τρία κόμματα : οί Πεδικοί, οί Παράλιοι καί οί Διάκριοι μέ αρχηγόν τόν Πεισίστρατον. Ό Πεισίστρατος ανέλαβε τήν εξουσία διά τής βίας, έν τούτοις εκυβέρνησε μέ σωφροσύνην καί διετήρησε τούς νόμους τού Σόλωνος. Σύνηψε φιλικές σχέσεις μέ τήν Σπάρτη, αλλά καί μέ άλλες πόλεις. Από αυτήν τήν εποχή ή Αθήνα έγινε σοβαρά δύναμις σέ όλους τούς τομείς. Χάριν είς τήν αποικίαν Αθηναϊκήν είς τόν Ελλήσποντο καί είς τήν Καλλίπολιν από τόν Μιλτιάδη, ή Αθήνα ήλεγχε τόν Εύξεινον καί τό Αιγαίον. Ό Πεισίστρατος όρισε δικαστάς, κατασκεύασε δρόμους καί έκτισε δημόσια κρήνην. Οί Αθηναίοι εόρταζαν τά Παναθήναια, τά μεγάλα Διονύσια, όπου καί εμφανίστηκε ή τραγωδία μέ αρχή τόν Διθύραμβο. Είς τόν Πεισίστρατον καί τόν υιό αυτού Ίππαρχο οφείλουμε τήν συλλογή τών Ομηρικών Επών. Κατά τό 580πχ ό Ίππαρχος διεδέχθη τόν Πεισίστρατο. Αυτός εκάλεσε ποιητάς καί καλλιτέχνας είς τάς Αθήνας από όλη τήν Ελλάδα. Αυτοί ονομάσθησαν Πεισιστράτιδαι. Έπειτα 14 έτη ό Αρμόδιος καί Αριστογείτων δολοφόνησαν τόν Ίππαρχο.
Αρμόδιος και Αριστογείτων. Αθηναίοι πολίτες που έμειναν γνωστοί ως «Τυραννοκτόνοι», γιατί σκότωσαν τον Ίππαρχο, έναν από τους γιους του τυράννου Πεισίστρατου, ανοίγοντας το δρόμο για την κατάλυση της τυραννίδας στην Αθήνα.
Οι δύο άντρες οργάνωσαν συνωμοσία με σκοπό να σκοτώσουν τους Πεισιστρατίδες κατά τη διάρκεια της πομπής των Μεγάλων Παναθηναίων, την άνοιξη του 514 π.Χ. Μαζί με τους συνεργάτες τους έκρυψαν τα ξίφη τους σε μία δέσμη μυρσινών, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Επειδή όμως είδαν έναν από τους συνωμότες να συνομιλεί φιλικά με τον Ιππία (τον έναν Πεισιστρατίδη), νόμισαν ότι το σχέδιό τους προδόθηκε και αποφάσισαν να δράσουν αμέσως, πριν συλληφθούν. Έτσι όρμησαν και σκότωσαν τον Ίππαρχο. Αμέσως μετά, οι υπηρέτες του τυράννου σκότωσαν τον Αρμόδιο και έπιασαν τον Αριστογείτονα, που θανατώθηκε από τον ίδιο τον Ιππία, αφού προηγουμένως βασανίστηκε για να αποκαλύψει τους συνεργάτες του.
Μολονότι η συνωμοσία απέτυχε στο σύνολό της, κλόνισε τη δύναμη των τυράννων, με αποτέλεσμα μετά λίγα χρόνια, το 510 π.Χ., να εξοριστεί ο Ιππίας. Ο Θουκυδίδης υποστηρίζει την εκδοχή ότι η συνωμοσία είχε την αιτία της στο ότι ο Ίππαρχος προσπάθησε να αποπλανήσει τον Αρμόδιο, ο οποίος ήταν εραστής του Αριστογείτονα, προκαλώντας έτσι το μίσος του τελευταίου. Ανεξάρτητα πάντως από το λόγο που τους οδήγησε στην πράξη τους, οι δύο άντρες τιμήθηκαν από την αθηναϊκή δημοκρατία με ανδριάντες, ως υπέρμαχοι των δημοκρατικών ελευθεριών, και τα ονόματά τους μένουν στους αιώνες ως σύμβολα ελευθερίας και αυτοθυσίας.

Ό Ιππίας πού τόν διαδέχθη υπήρξε σκληρός. Τό 510 οί εξόριστοι συναθροίσθησαν μέ τήν βοήθεια τών Σπαρτιατών καί ηνάγκασαν τόν Ιππία νά φύγη. Έπειτα αγωνίσθησαν τά κόμματα καί νικητής αναδείχθη ό Κλεισθένης ό Αλκμεωνίδης. Τά Αθηναϊκά δικαστήρια γιά νά αποφύγουν κάθε περίπτωση δωροδοκίας κλήρωναν τούς δικαστάς λίγο πρίν από τήν δίκη. Κάθε πολίτης πού επιθυμούσε νά εκλεγή δικαστής, πήγαινε τήν αυγή στό χώρο τών κληρωτηρίων καί έρριπτε ένα χάλκινο πλακίδιο πού έφερε τό όνομά του καί τό γράμμα τού δικαστικού τμήματος όπου ανήκε στό δοχείο πού αντιστοιχούσε σ’αυτό τό τμήμα. Τά κληρωτήρια ήταν λίθινα μέ πέντε κάθετες στήλες εγκοπών καί έναν χάλκινο αγωγό από τήν μιά πλευρά μέ έναν απλό μηχανισμό. Από όλα γενικά τά δημιουργήματα τού Έλληνος, τό πραγματικά μεγαλύτερο υπήρξε τό εγχείρημα τού νά δημιουργήση Δίκαιο. Όχι όμως νά επιβάλη τό δίκαιο τού ισχυρού, αλλά νά ορθώση στόν κόσμο τών δεσποτικών καί Θεοκρατικών καθεστώτων (μέχρι καί σήμερα) τό πολίτευμα τής Ισονομίας, κατά τόν Ηρόδοτο Δημοκρατία. Οί Σοφοί Έλληνες θεμελίωσαν τούς νόμους μέ τήν σύμφωνη γνώμη τού πλήθους.
Η Αθήνα δέν υπήρξε μόνον τό κλεινόν άστυ τής πολιτισμένης αρχαιότητας. Υπήρξε αυτή ή κοιτίδα τού ανεπανάληπτου αρχαίου πολιτισμού στήν περίοδο τής ωριμότητός του. Ή Αθήνα ήταν ό κόσμος ολόκληρος. Από τήν πόλιν τής Παλλάδας πήγασαν τά κορυφαία πνευματικά δημιουργήματα τής ανθρωπότητος. Στήν αρχαία Αθήνα ή ανθρώπινη σκέψη έφθασε στήν ψηλότερη κορυφή. Ή Αθήνα έγινε σύμβολο, έγινε Θρύλος. Ή Αθήνα ανέκαθεν υπήρξε στυλοβάτιδα τών πολιτισμών πού αναπτύχθησαν στήν Ευρώπη καί όχι μόνον. Ποιητές, φιλόσοφοι, ηγεμόνες, επισκέπτονταν τήν Αθήνα μαγνητισμένοι από τήν αίγλη της, γιά νά ακούσουν τούς σοφούς, νά θαυμάσουν τά έργα τέχνης καί νά μελετήσουν στίς βιβλιοθήκες της. Ό Ιουλιανός ό Αυτοκράτωρ θά γράψει γιά τήν Αθήνα : «...Έρως Αθηνών τών πάλαι θρυλουμένων έγραψε ταύτα ταίς σκιαίς προσαθύρων καί τού πόθου τό θάλπον υπαναψύχων...».
Προϊόν τής αστικής Αθήνας ήταν ή Δημοκρατία. Ό λόγος γιά τήν δημιουργία τού Δημοκρατικού πολιτεύματος συγκεντρώθηκε στήν προσπάθεια γιά καθιέρωση τού δικαιώματος συμμετοχής όλης τής κοινωνίας στήν διακυβέρνηση τού κράτους καί τά μέσα γιά τήν πραγματοποίηση αυτής τής κατανομής τής εξουσίας. Γιά νά γίνει αυτό βέβαια αντικαταστάθη ή φεουδαρχική αντίληψη κοινωνικών σχέσεων καί καταπολεμήθη ή αμάθεια τού λαού. Κατόπιν αυτών ή Ελληνική δημοκρατία επέδειξε πολλά προτερήματα : ή ζωή καί ή περιουσία τών πολιτών βρισκόταν σέ ασφάλεια. Τά ατομικά δικαιώματα καί ή τήρηση τής τάξεως είχαν πλεόν συνειδητοποιηθή. Επίσης η έννοια τών υποχρεώσεων καί τών δικαιωμάτων έναντι τής πολιτείας κρατιόταν ψηλά. Βέβαια κάποιες ακρότητες τού ζηλόφθονου κομματισμού, οδήγησαν στίς τραγικές περιπτώσεις τού Αριστείδη, τού Κιμώνος, τού Αλκιβιάδη, τού Σωκράτη. Ωστόσο ή ικανότητα τής ισότητας καί ή διατήρηση μίας κυβερνήσεως ελευθέρων ανθρώπων, υπήρξε τό μέγιστο επίτευγμα τών Αθηναίων.
Τό Αθηναϊκό πολίτευμα μετά τήν συνένωση, διοργανώθηκε μέ βάση τό πολίτευμα τής Κρήτης. Ή παράδοση αποδίδει καί στήν νομοθεσία τού Σόλωνα Κρητική επίδραση, αφού παραδέχεται ότι ό Επιμενίδης από τήν Κρήτη ήλθε στήν Αθήνα καί καθάρισε τήν πόλιν από τό Κυλώνειο άγος. Ή πνευματική επίδραση τής Κρήτης ακόμα καί τούς αιώνες μετά τήν Μινωική Αυτοκρατορία, ήταν ζωντανή. Μέ τήν συνένωση καί τήν συρροή κόσμου από τήν Παλλήνη, Ελευσίνα καί Μαραθώνα, δημιουργήθηκε πρόβλημα χώρου. Τότε πολλοί από αυτούς κατέβηκαν στήν κάτω πόλιν καί εγκαταστάθηκαν στό Κυδαθύναιο. Στήν αγορά του συγκεντρώνονταν νά πάρουν αποφάσεις ό Βασιλέας καί οί σύνβουλοί του, ενώ στό Πρυτανείο γίνονταν οί πολιτικές συζητήσεις καί δικάζονταν όλες οί υποθέσεις, εκτός τού φόνου πού δικαζόταν στόν Άρειο Πάγο, στόν βράχο πού είναι στό δυτικό μέρος τής Ακροπόλεως. Υπήρχαν 4 Βασιλείς από τίς 4 φυλές, καί 48 Πρυτάνεις πού αντιστοιχούσαν 12 σέ κάθε Βασιλέα.
Κατά τούς Αρχαϊκούς χρόνους οί Πολιτειακές μεταβολές ήταν πολλές. Ή δύναμη τών Βασιλέων σιγά – σιγά περιορίσθη καί οί Ευγενείς πήραν στά χέρια των μεγάλη δύναμη, ή οποία καί εγένετο κληρονομική. Ή οικονομική άλλωστε δύναμη τών ευγενών δέν θά μπορούσε νά βρίσκεται γιά πολύ, κάτω από τήν εξουσία άλλων. Τήν στρατειωτική εξουσία ανέλαβε ό Πολέμαρχος, λόγω τής ανεπάρκειας πολλών Βασιλέων, πού εκλεγόταν όπως καί οί άρχοντες. Οί εκλεγμένοι άρχοντες προέρχονταν από τήν βουλή τού Αρείου Πάγου, ενώ ό Πολέμαρχος ήταν Ισόβιος. Τήν εκτελεστική εξουσία ασκούσε ισόβιος εκλεγμένος άρχοντας. Τόν 8ον αιώνα οί Ευγενείς περιόρισαν τήν θητεία τών τριών ανωτέρων αρχόντων σέ 10 έτη αντί ισιοβιότητας, ενώ τόν 7ον αιώνα ή θητεία έγινε 1 χρόνος. Μέ τήν καθιέρωση ενιαύσιας αρχής πέτυχαν καί τριπλασιασμό τού αριθμού τών αρχόντων μέ τήν προσθήκη έξη θεσμοθετών πού πήραν νομοθετική καί δικαστική εξουσία. Πολύ σημαντικό βήμα στήν εξέλιξη τού Αθηναϊκού πολιτεύματος σημειώθηκε μέ τήν εισαγωγή τής υπευθυνότητος. Καμμία αρχή δέν ήταν ανεύθυνη. Κάθε άρχοντας ώφειλε μετά τήν ενιαύσια θητεία του νά λογοδοτήσει. Μόνο μέ τήν λογοδοσία του γινόταν μέλος τής βουλής τού Αρείου Πάγου, πού αντιστοιχούσε στήν Γερουσία τής Κρήτης καί τής Σπάρτης καί τήν Σύγκλητο τής Ρώμης. Ή Βουλή αυτή διοικούσε καί κατεύθυνε τίς σοβαρότερες υποθέσεις τής πόλεως καί τιμωρούσε τίς εκτροπές. Εξέλεγε τούς εννέα άρχοντες πού μετά τήν θητεία τους θά δεχόταν στούς κόλπους της (ή Βουλή). Έτσι όλα πλέον περιστρέφονταν γύρω από τήν Βουλή τού Αρείου Πάγου καί όχι τόν Ανώτατο άρχοντα.
Κατά τόν 8 καί 7ον αιώνα ή Αθήνα χωριζόταν σέ 48 ναυκρατιάς, 12 από κάθε φυλή πού διοικούσαν 48 Πρυτάνεις. Κάθε Ναυκρατία είχε τήν υποχρέωση νά παρέχει στό κράτος μία πεντηκόντορο, δύο ιππείς, ένα πολεμικό άρμα καί οπλίτες. Μέ αυτόν τόν τρόπο ή Αθήνα συγκέντρωνε τήν ναυτική της δύναμη καί τό πεζικό της. Στά χρόνια τού άρχοντα Αρισταίχμου εμφανίζεται ό Δράκοντας πού επωμίστηκε νά γράψει τού νόμους – θεσμούς. Οί εννέα άρχοντες, οί ταμίες εκλέγονταν σύμφωνα μέ τά παραπάνω από αυτούς πού είχαν περιουσία, πού δέν ήταν υποθηκευμένη καί είχε αξία 10 μνών. Τό ίδιο καί οί στρατηγοί καί ίππαρχοι. Οί κατώτεροι άρχοντες γίνονταν από τούς Ευπατρίδες καί τούς Ζευγίτες. Τέλος οί κληρωτοί άρχοντες έβγαιναν από όλους τούς πολίτες πού είχαν περάσει τό 30ον έτος τής ηλικίας των. Στόν τομέα τής δικαιωσύνης ό Δράκων δημοσίευσε τόν κώδικα ποινικού δικαίου, πού ανέγραφε ποινές επιεικέστερες από αυτές πού επιβάλλονταν μέ βάση τό άγραφο δίκαιο. Μολαταύατα οί ποινές θεωρήθηκαν πολύ βαριές σχετικά μέ τίς επιεικείς τών επομένων αιώνων.
Ό Ρήτορας Δημάδης ερωτηθείς γιατί στά περισσότερα αδικήματα διατήρησε ό Δράκων τήν ποινή τού θανάτου, απήντησε :

«γιά τά μικρά αδικήματα ή θανατική ποινή είναι επιβεβλημένη,
γιά τά μεγάλα αδικήματα όμως δέν κατέχει μεγαλυτέρα».




Οί μεταρρυθμίσεις τού Δράκοντα δέν έθιξαν όμως βαθιά προβλήματα. Ό Δράκοντας δέν επέφερε ριζική θεραπεία. Ό Δράκων δέν βελτίωσε τήν κοινωνική θέση τών αγροτών καί γενικά δέν έθιξε κάποιο κοινωνικό πρόβλημα. Επεδίωξε κυρίως νά επιφέρει σέ κάποια αντιστοιχία ευγένεια καί πλούτοαπό τήν μία, καί αξιώματα από τήν άλλη. Στόν τομέα λοιπόν τής Κοινωνικής Πολιτικής ό Δράκων δέν έκανε τίποτα. Τήν κατάσταση γιά τήν Αθήνα χειροτέρεψε ή διχόνοια στίς πράξεις τών Ευπατρίδων. Αποτέλεσμα αυτής ήταν ή σύγκρουση τού Κύλωνος μέ τόν Μεγακλή από τήν μεγάλη οικογένεια τών Αλκμεωνίδων. Στήν δύσκολη αυτή στιγμή γιά τήν πόλιν, παρεμβάλεται ό Επιμενίδης (από τήν Κρήτη). Οί Αθηναίοι κάλεσαν τόν Επιμενίδη ό οποίος εθεμελίωσε μία καλύτερη νομοθεσία. Στήν συνέχεια και κατά τήν αρχή τού 6ου αιώνος ό Σόλων επήρε τό αξίωμα τού άρχοντα καί τά μέτρα πού πήρε άγγιξαν τό πρόβλημα τής Αθήνας στήν ρίζα του. Οί μεταρρυθμίσεις τού Σόλωνος είναι πολειτιολογικού, κοινωνικού καί σιοικητικού περιεχομένου. Ή οργάνωση τής πολιτείας έγινε μέ τρόπο τιμοκρατικό. Ένα από τά σοβαρότερα μέτρα ήταν ή σεισάχθεια, ή απαλλαγή λοιπόν όλων τών πολιτών από τά χρέη των. Τούς πολίτες ό Σόλων άφησε σέ τέσσερεις τάξεις καί καθόρισε ένα κατώτατο όριο εισοδήματος (Πεντακοσιομέδιμνοι, ιππείς, ζευγίτες καί θήτες). Από τίς δύο ανώτερες τάξεις έβγαιναν οί άρχοντες, οί εννέα άρχοντες, ενώ οί ταμίες από μία μόνο τάξη, τήν πρώτη. Άλλοι κατώτεροι άρχοντες προέρχονταν από τίς τρείς πρώτες. Σημαντική επίσης καινοτομία τού Σόλωνος ήταν ή εισαγωγή τού κλήρου γιά τήν εκλογή τών αρχών. Ή βουλή απαρτιζόταν από 400 μέλη, 100 από κάθε φυλή καί ό Άρειος Πάγος εξακολούθησε νά έχει τήν γενική εποπτεία στήν πόλιν. Από τά μέτρα αυτά τού Σόλωνος πολλοί μπόρεσαν νά ανασάνουν, ενώ οί δούλοι ανέκτησαν τήν ελευθερία τους. Σιγά σιγά ή εκκλησία τού δήμου έγινα τό κυριότερο όργανο τής πολιτείας. Έτσι κανείς δέν έμενε πλεόν έξω από τήν πολιτική ζωή τής πόλεως. Ό Σόλων μέ αυτά τά μέτρα έθεσε τίς βάσεις γιά εξέλιξη τής Αθηναϊκής δημοκρατίας καί γιά τήν συμφιλίωση τών τάξεων.
Τό 582πχ σημειώθηκε μία ανωμαλία : ό Δαμασίας πού εκλέχθηκε ώς άρχοντας δέν θέλησε νά εγκαταλείψη τήν αρχή, πού ήταν ετήσια. Κατόπιν εκδιώχθηκε μέ τήν βία, βία πού δημιούργησε μία ανώμαλη κατάσταση στήν πόλιν. Τότε ό Πεισίστρατος συγκέντρωσε τούς δυσαρεστημένους, επικράτησε τών αντιπάλων του καί έγινε τύραννος. Ο Πεισίστρατος κατόρθωσε μέ τά πνευματικά του προσόντα καί τήν ανδρεία του νά προσελκύση πολλούς καί νά καταλάβη τήν Ακρόπολιν. Εναντίον τού Πεισιστράτου συνενώθησαν οί δύο άλλες παρατάξεις μέ αρχηγούς τόν Λυκούργο καί τόν Αλκμεωνίδη Μεγακλή. Νικητής τελικά βγήκε ό Πεισίστρατος όπου καί εγκαταστάθηκε οριστικά τύραννος. Επί Πεισιστράτου εξυψώθη τό βιοτικό επίπεδο. Στήν Αθήνα έγιναν πολλά έργα. Δήμιουργήθηκε επίσης έναν Πανελλήνιο πνεύμα πού τό μαρτυρεί ή θεμελίωση τού Ολυμπίου Διός καί Πυθίου Απόλλωνος. Γενικά ό Πεισίστρατος διατήρησε τό Σολώνειο πολίτευμα.
Πεισίστρατος (περίπου 600-527 π.Χ.). Τύραννος της αρχαίας Αθήνας. Καταγόταν από τη Βραυρώνα, περιοχή της ΒΑ Αττικής, και ο πατέρας του λεγόταν Ιπποκράτης. Υπερβολικά φιλόδοξος ο Πεισίστρατος, επιδίωκε να καταλάβει την εξουσία, γι’ αυτό και προσπάθησε με κάθε τρόπο να γίνει δημοφιλής. Άρχισε να παρουσιάζεται ως ιδιαίτερα δημοκρατικός και πήρε με το μέρος του τους κατοίκους της άγονης ΒΑ Αττικής, φτωχούς γεωργούς και βοσκούς, ιδρύοντας το κόμμα των «Διακρίων». Την ίδια εποχή υπήρχαν στην Αθήνα δύο ακόμη κόμματα: των «Παραλίων», που το αποτελούσαν κυρίως ναυτικοί, με αρχηγό τους το Μεγακλή από τον οίκο των Αλκμεωνιδών, και των «Πεδιακών», που το αποτελούσαν πλούσιοι γαιοκτήμονες και ευγενείς με αρχηγό τους το Λυκούργο.Σε μια περίοδο που οι Αθηναίοι πιέζονταν από τους Μεγαρείς, τους Αιγινήτες και τους Μυτιληναίους, ο Πεισίστρατος κατάφερε να γίνει πολέμαρχος και να οδηγήσει τα αθηναϊκά όπλα σε μία σημαντική νίκη κατά των Μεγαρέων. Το γεγονός αυτό πρόσθεσε, στην ήδη μεγάλη φήμη του, και τη δόξα του νικητή, μεγαλώνοντας έτσι την επιρροή του στην αθηναϊκή κοινή γνώμη, πράγμα που εξυπηρετούσε τα σχέδια του. Ενώ λοιπόν όλα ήταν υπέρ αυτού, αφού αυτοτραυματίστηκε μία μέρα, παρουσιάστηκε στην Αγορά λέγοντας ότι μόλις ξέφυγε από μία δολοφονική επίθεση. Ζήτησε τότε από την Εκκλησία του Δήμου να βγάλει ψήφισμα, σύμφωνα με το οποίο η πολιτεία θα του παραχωρούσε ένα σώμα «κορυνηφόρων» (ροπαλοφόρων) για να τον προστατεύει τάχα από τους εχθρούς του. Μάταια ο Σόλωνας –που αν και ήταν συγγενής του Πεισίστρατου είχε καταλάβει το πραγματικό του σχέδιο– προσπάθησε να πείσει τους Αθηναίους να μη δεχτούν. Οι οπαδοί του Πεισίστρατου τον κατηγόρησαν για τρελό και η Εκκλησία ενέκρινε την αίτησή του.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Πεισίστρατος χρησιμοποιώντας τη φρουρά του κυρίεψε την Ακρόπολη (γύρω στο 561 π.Χ.) και εγκατέστησε στην Αθήνα τυραννικό καθεστώς. Αλλά οι πολίτες άρχισαν να δυσαρεστούνται από την πορεία του πολιτεύματος προς την τυραννίδα. Οι αρχηγοί των δύο άλλων κομμάτων συμμάχησαν και ανέτρεψαν τον Πεισίστρατο, ο οποίος αποσύρθηκε στη Βραυρώνα.
Δύο χρόνια αργότερα (558/557 π.Χ.) ο Μεγακλής, που εκείνο το καιρό βρισκόταν σε μεγάλη αντίθεση με το Λυκούργο, πρόσφερε τη συμπαράστασή του στον Πεισίστρατο υποσχόμενος πως θα τον ξαναφέρει στην εξουσία, αν παντρευτεί την κόρη του. Έτσι και έγινε. Αλλά ο Πεισίστρατος δεν ολοκλήρωσε το γάμο του με την κόρη του Μεγακλή, επειδή ανήκε στο γένος των Αλκμεωνιδών που βαρυνόταν με «άγος». Οργισμένος ο αρχηγός των «Παραλίων» συμμάχησε και πάλι με το Λυκούργο και ανέτρεψαν τον Πεισίστρατο. Αυτή τη φορά ο τύραννος πήγε στη Μακεδονία, όπου ίδρυσε –έπειτα από σχετική άδεια του βασιλιά της– μια πόλη στη ΒΔ Χαλκιδική και μετά αποσύρθηκε στο Παγγαίο, όπου για δέκα περίπου χρόνια εκμεταλλευόταν ορυχεία χρυσού και αργύρου, αποκτώντας έτσι πολλά πλούτη. Σ' αυτό το διάστημα απέκτησε και πολλούς φίλους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, που θα τους χρησιμοποιούσε αργότερα ως βοηθούς στο σκοπό του. Και ο σκοπός του ήταν πάντα η κατάληψη της εξουσίας στην Αθήνα.
Το 546 π.Χ. ήταν έτοιμος για την επιχείρηση που θα τον οδηγούσε στην εξουσία. Ορμητήριό του διάλεξε την Ερέτρια και βοηθοί του σ' αυτή την επιχείρηση ήταν, εκτός από τους Ερετριείς, Θηβαίοι, Αργείοι και ο Νάξιος Λύγδαμης με τους άντρες του, που πρόσφερε μόνος του τη συμπαράστασή του, για να τον βοηθήσει αργότερα και ο Πεισίστρατος στην κατάληψη της εξουσίας στη Νάξο. Από την Ερέτρια ο Πεισίστρατος αποβιβάστηκε στο Μαραθώνα και αφού ενώθηκε με τους οπαδούς του στην Αθήνα, αιφνιδίασε τους αντιπάλους του και κατέλαβε για τρίτη φορά την εξουσία. Αυτή τη φορά, όμως, σκοπός του ήταν να εδραιώσει τη θέση του. Από τους ευγενείς εξόρισε όσους ήταν αντίθετοί του ή πήρε τα παιδιά τους ομήρους. Τους υπόλοιπους κατάφερε να τους αφοπλίσει με ένα εξυπνότατο τέχνασμα. Έτσι, έμεινε μόνο με έναν ιδιωτικό στρατό, που τον αποτελούσαν Αθηναίοι οπαδοί του και μισθοφόροι από άλλες ελληνικές πόλεις ή ξένοι.
Ο Πεισίστρατος δεν κατάργησε τη νομοθεσία του Σόλωνα. Έκανε, όμως, αρκετές μεταρρυθμίσεις που δείχνουν την εξυπνάδα και τις πολιτικές του ικανότητες. Στην ουσία κυβέρνησε με μετριοπάθεια και επέδρασε δημιουργικά στην εξελικτική πορεία της Αθήνας. Η πολιτική του απέβλεπε στον περιορισμό της δύναμης των ευγενών και την ενίσχυση της αγροτικής τάξης. Παρά το ότι είχε διαμοιράσει τις εξουσίες, στην ουσία αυτός ήταν ο μόνος που αποφάσιζε, χωρίς όμως να δημιουργούνται προβλήματα και ταραχές. Η οικονομία παρουσίασε στα χρόνια του σημαντική άνοδο, γεγονός που οφείλεται βέβαια και στην ειρήνη που επικρατούσε στην Αθήνα.
Ο Πεισίστρατος υποστήριξε επίσης τις τέχνες και τα γράμματα. Αναφέρεται ότι ήταν ο πιο παλιός από τους «Έλληνες ηγεμόνες που ενδιαφέρονταν για τα βιβλία». Ανέθεσε σε λόγιους την καταγραφή (τακτοποίηση) των ομηρικών ποιημάτων, συνδέθηκε με τη θρησκευτική ζωή των Αθηναίων, ευνόησε τη διάδοση των Ελευσίνιων Μυστηρίων, για τα οποία έχτισε το «Τελεστήριο», ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, εδραίωσε στην Αθήνα τη λατρεία του Διονύσου και βοήθησε στην οργάνωση των Μεγάλων Διονυσίων. Έχτισε το «Εκατόμπεδο» στην Ακρόπολη των Αθηνών, προς τιμή της Αθηνάς, άρχισε το χτίσιμο του ναού του Ολυμπίου Διός έξω από τα τείχη της Αθήνας, έχτισε την Εννεάκρουνο κρήνη και παράλληλα συμπλήρωσε διάφορα έργα που είχαν αρχίσει να χτίζονται από την εποχή του Σόλωνα στην Αγορά.
Στην εξωτερική του πολιτική ο Πεισίστρατος διατήρησε τις φιλίες του και καλλιέργησε νέες. Η μόνη εκστρατεία που έκανε σ' όλο το διάστημα της τυραννίδας του ήταν για να ανακτήσει το Σίγειο, που το είχαν καταλάβει οι Μυτιληναίοι.
Οί Αλκμεωνίδες όμως επέμειναν καί εκδίωξαν τούς Πεισιστρατίδες μέ τήν βοήθεια όμως τού Κλεομένη, βασιλέα τής Σπάρτης. Οί Αλκμεωνίδες είναι μία μεγάλη οικεγένεια πού τήν διακρίνει ή ελευθεριότητα καί ή γενναιοδωρία. Σέ μερικά σημεία τής ιστορίας τών Αθηνών, θά μάς ήταν αδιανόητη ή ύπαρξη τής Αθήνας χωρίς τά μέλη αυτής τής σπουδαίας οικογένειας, τής σπουδαιότερης στήν Ελληνική Ιστορία. Ή αθηναϊκή αυτή οικογένεια,καταγόταν από τον Αλκμέωνα, δισέγγονο του Νέστορα της Πύλου. Τα μέλη της έδρασαν κυρίως την περίοδο μεταξύ του 6ου και του 5ου αι. π.Χ. Κατέλαβαν διαδοχικά τα ανώτατα αξιώματα και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην τύχη της Αθήνας.
Προς το τέλος του 7ου π.Χ. αιώνα ένας Αλκμεωνίδης, ο Μεγακλής, σκότωσε τους οπαδούς του Κύλωνα, οι οποίοι αποπειράθηκαν να επιβάλουν τυραννία στην Αθήνα και οι οποίοι είχαν καταφύγει ως ικέτες στην Ακρόπολη. Η οικογένεια του Μεγακλή, επειδή βαρυνόταν από αυτή την πράξη ιεροσυλίας («κυλώνειο άγος»), εξορίστηκε και βρήκε καταφύγιο στη Φωκίδα.
Ένας άλλος Αλκμεωνίδης, ο Αλκμέων, ανέλαβε τη στρατηγία των συμπολιτών του στον πόλεμο εναντίον των Κιρραίων. Ο γιος του, ο Μεγακλής, παντρεύτηκε την κόρη του τυράννου των Σικυωνίων Κλεισθένη, την Αγαρίστη, και ήταν άλλοτε αντίπαλος και άλλοτε συνεργάτης του τυράννου Πεισιστράτου. Μετά τη δεύτερη επάνοδο του τυράννου αυτού στην Αθήνα, οι Αλκμεωνίδες εξορίστηκαν για δεύτερη φορά και ήρθαν και πάλι στη Φωκίδα. Όταν όμως οι Σπαρτιάτες κατέλυσαν την τυραννία των Πεισιστρατιδών, έφεραν στην εξουσία τους Αλκμεωνίδες. Αρχηγός τους τώρα ήταν ο Κλεισθένης ο Αθηναίος νομοθέτης, που ήταν από τους γνωστούς επιφανείς άντρες των Αλκμεωνιδών. Στην οικογένεια των Αλκμεωνιδών ανήκαν ο Περικλής και ο Αλκιβιάδης.
Όταν λοιπόν οί Αλκμεωνίδες επήραν τήν εξουσία στήν Αθήνα, ό Κλεισθένης υποσκελίζοντας τόν Ευπατρίδη αντίπαλό του Ισαγόρα, ρίχθηκε στό μεταρυθμιστικό έργο του. Οί μεταρυθμίσεις του κυρίως εξυπηρετούσαν τά συμφέροντα τού δήμου. Ό Κλεισθένης πρώτα πρώτα πολιτογράφησε τούς κατοίκους στήν Αθήνα καί απέκτησε γνώση γιά τό πόσοι ήταν οί μέτοικοι, οί απελεύθεροι κτλ. Γιά νά εξαλείψη τίς αντιθέσεις μεταξύ τών Πεδιών, Παραλίων καί Διακρίων, ό Κλεισθένεις εσκέφθη νά σπάση τήν συνοχή των. Μέ τήν διάλυση τών φυλών ό Κλεισθένης δημιούργησε έναν συνεκτικότερο δεσμό τών πολιτών. Ή ψυχική ενότητα όλων τών κατοίκων τού Αθηναϊκού κράτους θά έδινε νέα δύναμη στήν ζωή τών Αθηναίων. Ό Κλεισθένης αντί τών τεσσάρων φυλών όρισε δέκα σέ κάθε μία έδωσε τό όνομα ενός προστάτη ήρωα : Ερεχθιής, Αιγηίς, Πανδιονίς, Λεοντίς, Ακαμαντίς, Οινηίς, Κεκροπίς, Ιπποθωντίς, Αιαντίς καί Αντιοχίς. Κάθε μία από τίς φυλές υποδιαιρέθηκε σέ κατώτερες μονάδες πού λέγονταν τριττύς ή δήμοι. Μέ τήν διαίρεση αυτή καί τήν ισοπολιτεία πού καθιερώθηκε χτυπήθηκαν οί ευγενείς. Ό Κλεισθένης εισήγαγε τό δεκαδικό σύστημα στήν διαίρεση τής πόλεως. Έτσι από κάθε φυλή θά εκλεγόταν ένας άρχοντας. Έβγαιναν 10 φύλαρχοι, 10 στρατηγοί, 10 ταμίες, 10 αποδέκτες, 10 λογιστές καί 10 ταξίαρχοι. Ή βάση τού πολιτεύματος ήταν δημοκρατική. Είναι δέ μέ τόση περίσκεψη καμωμένη, ώστε νά συντελή στήν ένωση καί σύσφιξη τών σχέσεων όλων. Ό Κλεισθένης γιά τήν προστασία τού πολιτεύματος θέσπισε τόν οστρακισμό. Οί αρχαιρεσίες τών εννέα αρχόντων γίνονταν μέ κλήρο καί όχι μέ χειροτονία. Από 500 πολίτες έβγαιναν οί άρχοντες, πλήν τών στρατηγών. Γιαυτούς γινόταν ανάταση τών χεριών. Μέ τήν κατάταξη όλων τών πολιτών σέ δέκα φυλές άλλαξε καί ή σύνθεση τής βουλής. Από τετρακόσια άτομα έγινε βουλή τών πεντακοσίων. Επίσης κάθε φυλή είχε τήν κυβέρνηση τής πόλεως γιά 35 ή 36 ημέρες. Οί 50 βουλευτές τής φυλής πού κυβερνούσε λέγονταν Πρυτάνεις καί ή φυλή Πρυτανεύουσα. Κυρίαρχο σώμα τής πολιτειάς ήταν ή εκκλησία τού δήμου. Ή συνάθροιση δηλαδή τού λαού πού αποφάσιζε γιά θέματα ημερησίας διατάξεως.
Στά πρώτα της βήματα ή Αθηναϊκή δημοκρατία, πού είχε ρίζες από τόν Σόλωνα, μπόρεσε νά επιβληθή καί νά στερεωθή. Τόν 5ον αιώνα γίνεται ή ολοκλήρωση τής Δημοκρατίας καί ή μεγαλύτερη ανάπτυξή της, πού θά γίνει ορατή καί ή σκιά της έως σήμερα.
Ή Δημοκρατία είναι τό αδιαφιλονίκητο εύρημα τού Ελληνικού Πολιτισμού. Συνδιασμένη μέ ποικίλα άλλα πολιτεύματα, θά αποτελέση τό βασικό γνώρισμα τού πολιτικο-κοινωνικού βίου τών Ελλήνων. Ό Αριστοτέλης τήν ανέλυσε επισταμένως στά «πολιτικά» καί στήν «Συναγωγή Πολιτειών». Τά βιβλία αυτά κάηκαν ανηλεώς από τούς Ρωμαίους, Χριστιανούς, Φράγκους καί άλλους «πολιτισμένους» λαούς. Ίσως μερικά νά είναι θαμμένα στά υπόγεια Μουσείων τού Βατικανού ή «αγίου» όρους. Στό «Αθηναίων πολιτεία» πού βρέθηκε μισοκατεστραμμένο τόν 20ον αί.μχ. περιγράφει μέ σαφήνεια ένα από τά δεκάδες δημοκρατικά μεικτά πολιτεύματα. Είναι βέβαιο οτι κάθε Ελληνική πόλις, είχε διαφορετικό πολίτευμα, πού εντασσόταν όμως στίς 6 κατηγορίες τού Αριστοτέλους. Ώς γνωστόν τό ιδιαίτερον ήταν χαρακτηριστικό τού Έλληνος.

Ή λέξις δημοκρατία είναι σύνθετη από τό Δήμος
(δαί-νυ-μι = συντρώγω), σημαίνει κοινός λαός, όχλος(Ιλιάς Β188)
καί από τό κράτος πού σημαίνει δύναμη.








Πολιτείαι

ΟΡΘΑΙ
(ευδαίμων) ΒΑΣΙΛΕΙΑ
Βασιλεύς
(νόμιμος) ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ
Άρχοντες
(συνεπής) ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Πάντες / Άξιοι
(ελεύθερος)
ΗΜΑΡΤΗΜΕΝΑΙ
(κατά παράβασιν) ΤΥΡΑΝΝΙΣ
Άρπαξ
(ανεξέλεγκτος) ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ
Πλούσιοι
(ανακόλουθος) ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Όχλος
(δούλος)

Ή Ισότητα ήτοι ισοψηφία, ισηγορία, ισονομία, ισοπολιτεία, ισοτιμία καί ισοτέλεια. Προϋπόθεση τής ισότητας ήταν ή δημιουργία ενεργών μορφωμένων πολιτών, εκπαιδευμένων πρός ανάληψη καθηκόντων, πού απολαμβάνουν πλήρη ελευθερία.Ή Μετοχή ήταν ή συμμετοχή όλων, όχι μόνον στίς αποφάσεις αλλά καί στά αξιώματα, μέ κλήρο. Ή μετοχή ήταν δικαίωμα, αλλά καί υποχρέωση τού πολίτου.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ
ΔΙΚΑΣΤΕΣ(κλήρος) 10Στρατηγοί(ψήφος) 9Άρχοντες (ψήφος) ΒΟΥΛΗ 500ων(κλήρος)
+ Γραμματεύς + 50 Πρυτάνεις
+ 1 Επιστάτης
Οί Θεσμοί ήσαν άγραφοι νόμοι. Ή δύναμή των πηγάζει από τό ήθος τών Ελλήνων. Τό ήθος είναι τρόπος ζωής, νοοτροπία μίας κοινωνίας. Τό Ελληνικό μέ βάση τό μέτρον, έχει στόχο όχι τό ζήν αλλά τό εύ-ζήν. Τά Θέσμια στήν Σπάρτη τά μάθαινων τά παιδιά τραγουδώντας τα.
Ή Μεταβολή στήν Αθηναϊκή δημοκρατία ήταν ή δυνατότητα αλλαγής γνώμης, απόφάσεων, νόμων, ηθών, ακόμα καί πολιτεύματος. Αυτή ή μεταβολή ήταν στήν δικαιοδοσία τών πολιτών. Έτσι οί αποφάσεις τού δήμου ήσαν πολλάκις αντίθετες πρός άλλες προηγούμενες ή καί σέ νόμους. Ήταν ή ακραία μορφή ελευθερίας, πού δείχνει όμως τήν ευελιξία τού δήμου σύμφωνα μέ τίς εκάστοτε συνθήκες ή γεγονότα.
Από τούς Αθηναίους πολιτιολόγους, ολίγων μόνο τά ονόματα διασώθηκαν. Οί 5 από τούς σπουδαιότερους είχαν αντιρρήσεις γιά τό τέλειον τής δημοκρατίας. Ό Ξενοφών δέχεται πώς άριστο πολίτευμα ήταν τό μεικτό, ήτοι Αριστοκρατία (Όχι οί ευγενείς πού θεωρούμε σήμερα, οί πλούσιοι δηλ., αλλά οί Άριστοι, οί Ικανοί) καί Δημοκρατία. Ό Φαλέας, ό πρώτος κομμουνιστής διαπιστώνει ότι δέν μπορεί νά υπάρξη ισότης χωρίς ίση περιουσία μεταξύ τών πολιτών. Ό Ιππόδαμος προτείνει αιρετούς άρχοντες καί όχι κληρωτούς. Ό Πλάτων πού αντιπροσωπεύει τήν ταξική κοινωνία, ήθελε άρχοντες – φιλοσόφους. Τέλος ό Αριστοτέλης ξεκάθαρα θεωρεί τήν δημοκρατία ημαρτημένη, λανθασμένο δηλαδή πολίτευμα. Λόγω τών δημαγωγών δέχεται ότι είναι δύσκολο νά μετέχουν όλοι.
Ή Αθήνα σάν αρχηγός τής Δήλιας συμμαχίας (επί Περικλέους), αλλά καί μέ τήν λάμψη τών πολιτιστικών της επιτευγμάτων, ήταν τό πρότυπο τών πλειστών Ελληνικών πόλεων. Τό αρχικό πολίτευμα τού 6ου αί. ήταν μείξις ευγενών καί δήμου. Αργότερα μετατράπηκε σέ πολίτευμα πού κυριαρχούσε ή δήμος. Ή δημοκρατία αρχίζει νά αλλοιούται από τόν Περικλή πού εκλέγεται 13 φορές στρατηγός, χειραγωγεί τήν εκκλησία τού δήμου καί έτσι αλλάζει τό δημοκρατικό πολίτευμα. Βέβαια μετά τόν Πελοποννησιακό πόλεμο οί θεσμοί επανήλθαν.

Ή βάση τής δημοκρατίας ήταν ή εκκλησία τού δήμου, πηγή τών αποφάσεων καί αρχών μέ τήν εισηγητική βουλή τούς 9 άρχοντες καί τούς 10 στρατηγούς.
Ύστερα από τήν πτώση τής Αθήνας κάθε πρακτικός πειραματισμός γιά δημοκρατικής διακυβέρνηση εξαφανίσθηκε έως τίς ημέρες μας. Σήμερα τό δημοκρατικό πολίτευμα, διά τού συστήματος τών εκλογών καί όχι διά τού κλήρου, απέχει παρασάγγας από τήν πραγματική Ελληνική δημοκρατία. Ή Αθηναϊκή δημοκρατία έδιδε είς τούς πάντας τό δικαίωμα τού άρχειν καί τού άρχεσθαι. Σήμερα οί ολίγοι άρχουν επί τετραετίαν, ενώ ή μονοετής θητεία έχει καταργηθή. Δυστυχώς οί άρχοντες δέν προέρχονται από τούς αρίστους τών πολιτών, αλλά από αυτούς πού έχουν τήν πρόσβαση είς τήν εξουσία. Ή δημοκρατία τείνει νά λάβει κληρονομικό χαρακτήρα, αφού τά τελευταία 30 χρόνια τήν Ελλάδα κυβερνούν υιοί – ανηψιοί – καί κόρες. Η κατεφημισμόν σημερινή δημοκρατία φέρει μόνον τόν απόηχον τής λέξεως καί όχι τήν ουσία της.
Προπύλαια. Είναι η μνημειώδης είσοδος της Ακρόπολης, έργο του Μνησικλή, χτισμένα στη δυτική πλευρά της και πάνω σε παλιότερα θεμέλια της εποχής του Πεισίστρατου. Το χτίσιμό τους κράτησε πέντε χρόνια (437-432 π.Χ.) και σταμάτησε με την κήρυξη του πελοποννησιακού πολέμου. Αποτελούνται από το κύριο ή μεσαίο οικοδόμημα, στο οποίο βρίσκονται οι πύλες, και από δύο πτέρυγες. Το πρώτο έχει τεράστιες διαστάσεις. Η εξωτερική στοά έχει βάθος 15 μ. και πλάτος περίπου 18 μ. Έξι κίονες δωρικού ρυθμού κοσμούν την πρόσοψη. Παλιότερα, επάνω τους υπήρχε αέτωμα χωρίς διακόσμηση. Έχει γίνει μερική αναστήλωση του μνημείου, το οποίο έπαθε καταστροφές αλλεπάλληλες, με φοβερότερη αυτή του 1656. Τότε ανατινάχτηκε από κεραυνό, που έπεσε πάνω στην πυρίτιδα, την οποία οι Τούρκοι είχαν αποθηκευμένη μέσα στο μνημείο. Και στη σημερινή όμως κατάστασή τους τα Προπύλαια αποτελούν ένα ευρύχωρο και μεγαλοπρεπές υπόστεγο πρόδομο, αντάξιο του εσωτερικού της Ακρόπολης, και συγχρόνως, όπως και στην αρχαιότητα, έναν τόπο ανάπαυσης για τον αναρριχητή του βράχου.
Το αριστούργημα αυτό του Μνησικλή θαυμαζόταν στην αρχαιότητα εξίσου με τον Παρθενώνα, με τον οποίο έχει μεγάλη ομοιότητα κατά τις αναλογίες των κιόνων και του θριγκού, τις στοές κτλ.
Ναός της Αθηνάς Νίκης. Χτίστηκε στις αρχές του πελοποννησιακού πολέμου, πιθανώς πάνω σ’ ένα παλιότερο σχέδιο του αρχιτέκτονα Καλλικράτη. Είναι ένας μικρός αμφιπρόστυλος ιωνικού ρυθμού ναός. Το εμβαδόν του σηκού του είναι 4,19 μ. Χ 3,78 μ. Για να προστατεύονται οι επισκέπτες του ναού αυτού, που ήταν χτισμένος στην άκρη απόκρημνου πύργου, κατασκευάστηκε λίγα χρόνια αργότερα ένα θωράκιο από μαρμάρινες πλάκες διακοσμημένες με ωραία ανάγλυφα.
Μέσα στο ναό οι Αθηναίοι φύλαγαν το ξύλινο άγαλμα (ξόανο) της Αθηνάς Νίκης. Ήταν χωρίς φτερά για να μην τους φύγει, όπως επικράτησε να λέγεται. Από εδώ ξεκίνησε και η λαθεμένη μεταγενέστερη ονομασία του ναού της «Απτέρου Νίκης».
Παρθενώνας. Είναι ένα από τα γνωστότερα αριστουργήματα της αρχιτεκτονικής παγκοσμίως. Χρωστά τη φήμη του στην τέλεια αρχιτεκτονική του και σ’ ένα πλήθος λεπτομερειών που αποκαλύπτουν λεπτότητα και ευαισθησία. Χτίστηκε πλάι στο παλιό «Εκατόμπεδο», προς τιμή της Παρθένου Αθηνάς, από μια επιτροπή της οποίας πρόεδρος ήταν ο Περικλής, αρχιτέκτονες ο Ικτίνος και ο Καλλικράτης και ανώτερος επόπτης ο Φειδίας. Οι εργασίες κράτησαν 15 χρόνια (447-432 π.Χ.). Τα εγκαίνια όμως του ναού και η τοποθέτηση του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς έγιναν το 438 π.Χ., ενώ συνεχίζονταν οι εργασίες, ιδίως στα αετώματα. Προτού επίσης ολοκληρωθεί ο ναός (435 π.Χ.), είχαν αρχίσει οι Αθηναίοι να τοποθετούν τους θησαυρούς στον οπισθόδομο.
Ο ναός όλος είναι χτισμένος από μάρμαρο της Πεντέλης. Είναι περίπτερος και οι διαστάσεις του είναι 69,50 μ. x 31 μ. Ο ρυθμός του είναι δωρικός. Στις στενές πλευρές του έχει οκτώ κίονες και στις μακρές δεκαεπτά. Το ύψος των κιόνων είναι 10,45 μ. και πατούν πάνω σ’ ένα κρηπίδωμα με τρεις βαθμίδες. Τον κυρίως ναό αποτελούσαν ο πρόναος ή πρόδομος, ο σηκός, μία μεγάλη αίθουσα πίσω από το σηκό, και ο οπισθόδομος. Ο σηκός είχε μήκος 100 πόδια (30 μ., περίπου) και γι’ αυτό ονομαζόταν «Εκατόμπεδο». Σώζεται το πώρινο βάθρο, πάνω στο οποίο ήταν στημένο το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, που εντυπωσίαζε εκτός από τα άλλα και με το ύψος του (12 μ.). Ο πρόναος και ο οπισθόδομος ήταν «πρόστυλοι», δηλαδή είχαν στύλους μπροστά από τις παραστάδες και έμοιαζαν γενικά μεταξύ τους στη διάταξη. Παρθενώνα, κυρίως, ονόμαζαν την αίθουσα που ήταν πίσω από το σηκό. Από αυτό πήρε το όνομα και ολόκληρός ο ναός. Σ’ αυτή την αίθουσα και στον οπισθόδομο φύλαγαν τους θησαυρούς της θεάς.
Λαμπρή και σύμφωνη με τη μεγαλόπρεπη εμφάνιση του ναού ήταν και η διακόσμηση, κυρίως γλυπτή, που τη ζωήρευαν τα χρώματα. Τα αετώματα, έργα του Φειδία και των μαθητών του, στολισμένα με γλυπτικές συνθέσεις, είναι τα τελειότερα δημιουργήματα της ελληνικής και της παγκόσμιας τέχνης. Το ανατολικό απεικόνιζε τη γέννηση της Αθηνάς, ενώ το δυτικό τη φιλονικία Αθηνάς-Ποσειδώνα. Οι 92 μετόπες, δηλαδή οι ορθογώνιες πλάκες που κάλυπταν το κενό ανάμεσα στα τρίγλυφα και από τις τέσσερις πλευρές, παρίσταναν μυθικές μάχες. Μια, που βρίσκεται ακόμη στη θέση της, στη ΝΔ γωνία του κτιρίου, παριστάνει ένα Λαπίθη να μάχεται με Κένταυρο. Το ανώτερο μέρος των τοίχων του κυρίως ναού το κοσμούσε και από τις τέσσερις πλευρές η περίφημη ζωφόρος, που στα 160 μ. της, περίπου, αναπαριστούσε την πομπή των Παναθηναίων. Σήμερα σώζεται μόνο η ζωφόρος της δυτικής πλευράς. Εκτός από το μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς υπήρχαν και άλλα πολλά αφιερώματα τοποθετημένα σ’ όλα τα σημεία του ναού. Για την ασφάλεια όλων αυτών ο πρόναος και ο οπισθόδομος ασφαλίζονταν με μετάλλινα κιγκλιδώματα.
Σ’ ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο δε χτίστηκε άλλος εφάμιλλος με τον Παρθενώνα ναός. Το έργο έμεινε μοναδικό στους αιώνες. Ο δωρικός ρυθμός τού δίνει απλότητα και σοβαρότητα, η αρμονία των αναλογιών ανάλαφρη χάρη, οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες τελειότητα και οι γλυπτές μορφές ανεπανάληπτο κάλλος.
Ερέχθειο. Ναός ιωνικού ρυθμού απέναντι από τον Παρθενώνα. Άρχισε να χτίζεται πιθανόν κατά τους χρόνους του Πελοποννησιακού πολέμου και τελείωσε το 407 π.Χ. Αρχιτέκτονας ήταν ο Φιλοκλής από το δήμο των Αχαρνών. Το Ερέχθειο ήταν ναός κοινός της Πολιάδας Αθηνάς και του Ποσειδώνα Ερεχθέωνα. Φαίνεται ότι χτίστηκε στα θεμέλια παλιότερου ναού των θεών αυτών, γιατί εδώ οι Αθηναίοι έδειχναν τα σημάδια της φιλονικίας Αθηνάς και Ποσειδώνα για την κατοχή της πόλης, δηλαδή τα ίχνη από την τρίαινα του Ποσειδώνα πάνω στο βράχο και την ιερή ελιά της Αθηνάς. Ο ναός που στέγαζε τα ιερά των δύο θεών πήρε το όνομά του από το μυθικό βασιλιά Ερεχθέα, ο οποίος, κατά την παράδοση, είχε κάποτε σ’ αυτό το σημείο το ανάκτορό του και ταυτίστηκε αργότερα με τον Ποσειδώνα. Το ασυνήθιστο σχήμα της οικοδομής οφείλεται στην ανωμαλία του εδάφους, την οποία εκμεταλλεύτηκε συμβολικά ο αρχιτέκτονας. Το ψηλότερο μέρος το παραχώρησε στην Αθηνά και το κατά τρία μέτρα χαμηλότερο στον Ποσειδώνα. Τα δύο ιερά, μέσα στο ίδιο τετράπλευρο οικοδόμημα, χωρίζονταν με ένα μεσότοιχο. Μέσα στο σηκό του πρώτου ήταν τοποθετημένο το «διιπετές ξόανον» της Αθηνάς, δηλαδή το ξύλινο άγαλμα της θεάς, που πίστευαν ότι είχε πέσει από τον ουρανό. Στον πρόδομο του δεύτερου υπήρχε η «Ερεχθηίς θάλασσα», δηλαδή το πηγάδι με το θαλασσινό νερό, που ξεπήδησε κάτω από το χτύπημα της τρίαινας του Ποσειδώνα. Στο μικρό τέμενος, δυτικά του Ερεχθείου, στο Πανδρόσιο, βρισκόταν η ιερή ελιά. Στη θέση της σήμερα υπάρχει μια ελιά που φυτεύτηκε τα τελευταία χρόνια. Το οικοδόμημα είχε τρεις εισόδους. Η μεσημβρινή από αυτές ήταν απ’ έξω στολισμένη με στοά, την περίφημη «πρόστασιν των κορών», η οποία λέγεται έτσι επειδή τη στέγη της τη στηρίζουν έξι γυναικεία αγάλματα στη θέση κιόνων. Το όνομα «Καρυάτιδες», με το οποίο είναι γνωστές σήμερα οι κόρες αυτές, είναι μεταγενέστερο.
Το ναό αυτόν τον στόλισαν οι Αθηναίοι με εξαιρετική πολυτέλεια, γιατί μέσα σ’ αυτόν φυλάγονταν πολύ σεβαστά γι’ αυτούς μνημεία. Έτσι, απέναντι από τον τελειότερο δωρικό ναό της αρχαιότητας, τον Παρθενώνα, δημιούργησαν και τον κομψότερο ιωνικό, το Ερέχθειο. Κατά τους χριστιανικούς χρόνους έγινε μετατροπή του ναού σε εκκλησία και κατά την τουρκοκρατία χρησιμοποιήθηκε ως γυναικωνίτης από τον Τούρκο φρούραρχο της Ακρόπολης. Σήμερα οι Καρυάτιδες έχουν αντικατασταθεί από αντίγραφα και τα πρότυπα έχουν μεταφερθεί στο Μουσείο της Ακρόπολης.
Το θέατρο του Διονύσου. Πλάι στο «τέμενος του Διονύσου», μέσα στο οποίο σώζονται σήμερα τα θεμέλια δύο ναών, του περίβολου και του βωμού, ιδρύθηκε τον 5ο π.Χ. αιώνα και θέατρο που έχει το όνομα του Διονύσου. Και αυτό αποτελούσε μέρος του ιερού του θεού. Οι ιεροτελεστίες που άρχιζαν στο ιερό κατέληγαν στο θέατρο, όπου έπαιρναν τη μορφή οργιαστικού λαϊκού ξεφαντώματος. Οι γιορτές αυτές, που είναι γνωστές ως «Μεγάλα Διονύσια», καθιερώθηκαν από τον Πεισίστρατο. Συνοδεύονταν από χορούς και διαλόγους, στους οποίους χρωστά τη γένεσή του το αρχαίο δράμα. Τον 5ο αιώνα π.Χ. το θέατρο του Διονύσου το αποτελούσαν δύο σταθερά μέρη: η κυκλική «ορχήστρα», όπου στεκόταν ο χορός, και το κυρίως θέατρο ή «κοίλον», όπου κάθονταν οι θεατές σε ημικυκλικές σειρές ξύλινων καθισμάτων. Μόνιμη σκηνή, για να αλλάζουν οι «υποκριταί» (ηθοποιοί) τις ενδυμασίες τους, φαίνεται ότι δεν υπήρχε. Κάθε φορά στηνόταν μια προσωρινή σκηνή, την οποία διέλυαν με το τέλος των γιορτών. Σε «κοίλο» είχαν διαμορφώσει με κατάλληλες εργασίες την πλαγιά της Ακρόπολης. Σ’ αυτή την κατάσταση ήταν το θέατρο, όταν δίδαξαν σ’ αυτό τα έργα τους οι μεγάλοι δραματικοί ποιητές Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης. Προς το τέλος του αιώνα πιθανόν, άρχισε η αντικατάσταση των ξύλινων καθισμάτων με πέτρινα.
Τον 4ο π.Χ. αιώνα όλα τα καθίσματα του θεάτρου ήταν πέτρινα· επίσης χτίστηκε και μόνιμη πέτρινη σκηνή. Το έργο αυτό το είχαν αρχίσει άλλοι, το αποπεράτωσε όμως ο ρήτορας Λυκούργος κατά την περίοδο 336-326 π.Χ., εποχή κατά την οποία διαχειριζόταν τα δημόσια οικονομικά.
Κατά την εποχή του Νέρωνα το θέατρο απέκτησε και «λογείο», μια εξέδρα δηλαδή μπροστά στη σκηνή, πάνω στην οποία «έπαιζαν» οι υποκριτές. Την πρόσοψη του λογείου αυτού στόλιζαν τέσσερις ανάγλυφες πλάκες, που αναφέρονταν στη ζωή του θεού Διονύσου.
Ωδείο Ηρώδη του Αττικού. Το έχτισε ο Ηρώδης ο Αττικός (100-175 μ.Χ.) στη μνήμη της συζύγου του Ρηγίλλης. Το ωδείο αυτό είχε το σχήμα θεάτρου της ρωμαϊκής εποχής με «λογείο» ύψους 1,10 μ., ήταν όμως στεγασμένο με ξύλινη οροφή από κέδρο. Η σκηνή ήταν τριώροφη και την πρόσοψή της προς την πλευρά του λογείου στόλιζαν κορινθιακοί κίονες και κόγχες για αγάλματα. Προοριζόταν για μουσικούς αγώνες και παραστάσεις δραματικών έργων. Αναστηλωμένο σήμερα έχει ένα κοίλο 5.000 θέσεων και χρησιμεύει για συναυλίες, παραστάσεις αρχαίου δράματος και άλλες εκδηλώσεις.
Τα τελευταία χρόνια τα μνημεία της Ακρόπολης των Αθηνών, που υπέστησαν αρκετές φθορές λόγω της αιθαλομίχλης, άρχισαν να καθαρίζονται και να αναστηλώνονται. Η αναστήλωση, ορισμένες φορές, υπήρξε σχεδόν ολοκληρωτική, αφού ολόκληρα τμήματα «ξηλώθηκαν» από τη θέση τους, συντηρήθηκαν κατάλληλα και επανατοποθετήθηκαν, απομακρύνθηκαν από αυτά «ξένα» πρόσθετα τμήματα και τοποθετήθηκαν στη θέση τους νέα (ή, σε κάποιες περιπτώσεις, έγινε αντικατάσταση ορισμένων πρόσθετων τμημάτων με αρχαία).
Δημοκρατία υπήρχε καί στήν Σπάρτη. Μάλιστα τό πολίτευμα τής Σπάρτης ήταν θαυμαστό από πολλούς (Πλάτων, Αριστοτέλης, Ξενοφών). Τό λιτό καί αυστηρό λακωνικό πνεύμα, εκφράστηκε μέ ένα πολίτευμα πού είχε πλήρη αλληλεξάρτηση καί έλεγχο. Καί εδώ ή δημοκρατία υλοποιείται μέ τήν ψήφο τού κυρίαρχου λαού τής Απέλλας, πού αποφασίζει συνεχώς καί εκλέγει τά 28 μέλη τής γερουσίας(άριστοι), τούς 5 εφόρους, ενώ οί δύο Βασιλείς είναι κληρονομικοί. Τό Πολίτευμα αυτό μέ ζωή χιλιετή, εστηρίχθη στό Σπαρτιατικό ήθος.

«Μια άλλη Σπαρτιάτισσα το γιο της που ήταν λιποτάκτης τον σκότωσε σαν ανάξιο της

Πατρίδας λέγοντας: «Αυτό δεν ήτανε δικό μου παιδί». Έγραψε δε η ίδια στον τάφο του

παιδιού της τούτα τα λόγια: «Πήγαινε στο σκοτάδι βλαστάρι κακό, που για σένα από μίσος

ο Ευρώτας δεν κυλά. Πήγαινε επιτέλους στον Άδη άθλιε σκύλε, τιποτένιε. Πήγαινε γιατί για

μένα εσένα που ήσουν ανάξιος της Σπάρτης είναι σαν να μη σε γέννησα».

...Αυτή ήταν η Σπάρτη

Σπουδαίοι Έλληνες όπως ό Πολύβιος θαύμαζαν τό πολίτευμά της. Ή διάταξις τής πολιτείας τών Λακεδαιμονίων ήτο έργο τού Λυκούργου περί τόν 9ον καί 8ον αιώνα π.χ. Οί Σπαρτιατικοί νόμοι ήσαν Δωρικαί συνήθειαι. Υπήρχε ή συνέλευσις τού λαού, ή Σπαρτιατική γερουσία καί οί δύο Βασιλείς πού αντιπροσώπευαν τά δύο παλαιά Βασιλικά γένη τών Αιγιάδων καί Ευρυποντίδων.
Αγησίλαος Α΄. Για τη ζωή και τη βασιλεία του δεν έχουμε σίγουρες πληροφορίες. Η βασιλεία του προσδιορίζεται στο 10ο με 9ο αι. π.Χ. Κατά τον Παυσανία, βασίλεψε λίγα χρόνια΄, κατά τα οποία εφαρμόστηκαν και οι νόμοι του Λυκούργου.
Σπουδαία αρχή από τά μέσα τού 8ου αιώνος π.χ. ήσαν οί πέντε έφοροι πού έγιναν τό σπουδαιότερο σώμα τής κυβερνητικής μηχανής. Οί Αχαιοί (Είλωτες) απασχολούνται είς τούς αγρούς καί αλλού, απαλλάσσοντας τούς Σπαρτιάτες από τάς ανάγκας τής ζωής. Ή όλη των προσοχή εστρέφετο είς τήν πολεμική αρετή των.
Αλκαμένης (βασ. 785-747 π.Χ.). Βασιλιάς της Σπάρτης, γιος του Τήλεκλου. Έμεινε στο θρόνο 38 χρόνια και στη διάρκεια της βασιλείας του προσπάθησε να επεκτείνει την επιρροή της Σπάρτης στις πόλεις της Αχαΐας, κάνοντας κατακτητικούς πολέμους. Ο Αλκαμένης ήταν ουσιαστικά και η αιτία της έναρξης του α΄ μεσσηνιακού πολέμου.


Ή οικονομική ζωή εγνώριζε απλότητα καί τά υλικά αγαθά ήταν κατανεμημένα είς όλους. Ό Θουκυδίδης τόν 5ον αιώνα τούς αποκαλεί ισοδίαιτους. Ή επιρροή τής Σπάρτης είς τήν Πελοπόννησον υπήρξε μεγάλη. Μέ ηγεμόνα τήν δυνατή Σπάρτη συνεκροτήθη ή Πελοποννησιακή συμμαχία. Οί Σπαρτιάται αποίκησαν τόν Τάραντα. Ξεχώρησαν καί στήν τέχνη : μουσική (Άλκμαν, Τυρταίος, Γιτιάδας), αρχιτεκτονική (από τήν αρχαϊκή εποχή ό Δωρικός ρυθμός)... κτλ.
Η ίδρυση της Σπάρτης ανάγεται σε πανάρχαια χρόνια, στο τέλος περίπου της νεολιθικής εποχής. Με την άφιξη των Δωριέων στη Λακωνία και τη δημιουργία της «πόλης των Λακεδαιμονίων», όπως ονομάστηκε επίσημα η Σπάρτη, διαμορφώθηκε εκεί ένα νέο καθεστώς: η περιοχή διαιρέθηκε στη λεγόμενη πολιτική χώρα, όπου κατοικούσαν οι κατακτητές Σπαρτιάτες χωρισμένοι σε τρεις φυλές, η καθεμιά από τις οποίες διαιρούνταν σε 9 φατρίες, και στην περιοικίδα, όπου ζούσαν οι παλιοί κάτοικοι της χώρας, οι περίοικοι, ασχολούμενοι κυρίως με τη γεωργία, αλλά και με διάφορα άλλα βιοτεχνικά επαγγέλματα. Οι περίοικοι κατοικούσαν σε χωριά και μικρές αυτόνομες πόλεις και δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Από τους παλιούς κατοίκους όσοι είχαν προβάλει στους Σπαρτιάτες ισχυρή αντίσταση έχασαν κάθε ίχνος ελευθερίας. Υποδουλώθηκαν ολοκληρωτικά και υποβιβάστηκαν σε δούλους των κατακτητών, οι οποίοι τους ονόμασαν είλωτες. Η επιτακτική ανάγκη να κρατούν σε υποταγή τους περίοικους και τους είλωτες οδήγησε τους Σπαρτιάτες σε ολιγαρχικό πολίτευμα, που διέθετε ξεχωριστή στρατιωτική οργάνωση. Το πολίτευμα της Σπάρτης αποδόθηκε στο μυθικό πρόσωπο του Λυκούργου και στην αυστηρή του νομοθεσία. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λυκούργος έζησε τον 8ο αι. π.Χ. και με τους νόμους του θέλησε να κάνει τους Σπαρτιάτες γενναίους στρατιώτες. Και πραγματικά, η Σπάρτη έγινε κράτος στρατιωτικό, το ισχυρότερο της αρχαίας Ελλάδας, και διαδραμάτισε πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία των αρχαίων χρόνων. Το πολίτευμα σταθεροποιήθηκε και διατηρήθηκε ως τα τελευταία χρόνια της αρχαίας Σπάρτης. Απέκλειε κάθε προοδευτική μεταβολή και εξέλιξη και ύψωνε ως ανώτερο ιδανικό της ζωής την πλήρη υποταγή στον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του κράτους. Οι Σπαρτιάτες συνήθιζαν τα παιδιά τους στη σκληραγωγία και τις κακουχίες και γενικά τους έδιναν τέτοια ανατροφή, ώστε να γίνουν αργότερα καλοί πατριώτες και άριστοι πολεμιστές. Τα παιδιά των Σπαρτιατών έπρεπε να σέβονται τις γυναίκες και τους γεροντότερους και να λένε λίγα λόγια, να «λακωνίζουν», όπως έλεγαν. Αλλά και οι ενήλικοι, όταν δεν ήταν στον πόλεμο, έπρεπε να γυμνάζονται και να ασχολούνται μόνο με στρατιωτικά έργα. Όλοι τους έτρωγαν σε κοινά συσσίτια το λεγόμενο μέλανα ζωμόν. Οι Σπαρτιάτες μάθαιναν πολύ λίγα γράμματα, ανάγνωση και γραφή μόνο. Αποστήθιζαν τους νόμους του Λυκούργου και τα ποιήματα του Ομήρου. Χόρευαν στρατιωτικούς χορούς και τραγουδούσαν πολεμικά τραγούδια. Δύο βασιλιάδες, με περιορισμένη εξουσία, κυβερνούσαν τη Σπάρτη μαζί με τη γερουσία, που την αποτελούσαν γέροντες μεγαλύτεροι των 60 χρονών, εκλεγόμενοι από το λαό ως ισόβιοι άρχοντες. Η συνέλευση του λαού είχε το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τις αποφάσεις που λάμβαναν για όλα τα ζητήματα οι βασιλιάδες μαζί με τη γερουσία. Παράλληλα εκλέγονταν από το λαό κάθε χρόνο οι έφοροι (πέντε), που βαθμιαία απέκτησαν τεράστια δύναμη και δίκαζαν ακόμα και τους ίδιους τους βασιλιάδες. Από τον 8ο αι. π.Χ. η εξωτερική πολιτική της Σπάρτης καθορίστηκε με βάση τις επεκτατικές επιδιώξεις της. Η υποταγή της εύφορης Μεσσηνίας στάθηκε ο πρώτος στόχος της και προκάλεσε τους τρεις μεσσηνιακούς πολέμους.
Μεγάλη Ελλάδα και Σικελία. Αρχαία ονομασία της Νότιας ή Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, η οποία δόθηκε εξαιτίας των πολυάριθμων αποικιών (αχαϊκών, δωρικών, ιωνικών) που ιδρύθηκαν εκεί από τους Έλληνες. Δεν είναι εξακριβωμένη η προέλευση της συγκεκριμένης ονομασίας, ωστόσο δηλώνεται με αυτόν τον όρο, σε γραπτές φιλολογικές μαρτυρίες, ήδη από το 2ο αι. π.Χ., από τον ιστοριογράφο Πολύβιο. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Στράβωνας (C, 253), η επικοινωνία μεταξύ των πληθυσμών της Νότιας Ιταλίας και του Αιγαίου είχε ξεκινήσει από την μυκηναϊκή εποχή καί παλαιότερα, με ανταλλαγές εμπορικών προϊόντων, ενώ δεν αποκλείεται το γεγονός να είχαν εγκατασταθεί σε αυτό το τμήμα της Ιταλίας, και κατά κύριο λόγο στα παράλια, ομάδες Μυκηναίων ήδη από το 13ο αι. π.Χ. Η Κάτω Ιταλία αποικίσθηκε από Αχαιούς της Κεντρικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου, ενώ η Σικελία από Ίωνες και Δωριείς. Η αρχαιότερη αποικία, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, είναι η Κύμη, η οποία ιδρύθηκε το 725 π.Χ. από τους Χαλκιδείς στην Καμπανία της Ιταλίας και θεωρείται ως η πρώτη αποικιακή πόλη στη Δύση. Επηρέασε τον πολιτισμό των Ετρούσκων και των άλλων ιταλικών λαών, καθώς από τους αποίκους της Κύμης διαδόθηκε στην Ιταλία το χαλκιδικό αλφάβητο, από το οποίο προήλθε το λατινικό. Οι ελληνικοί μύθοι, οι ελληνικές θρησκευτικές δοξασίες, τύποι λατρείας, ήθη και έθιμα και πολλά άλλα πολιτιστικά στοιχεία διαδόθηκαν επίσης στην περιοχή.
Από τα μέσα του 8ου αι. π.Χ., στο πλαίσιο της αποικιακής κίνησης, οι Έλληνες επέλεξαν τη Σικελία για να ιδρύσουν πολυάριθμες αποικίες, ίσως γιατί το νησί αυτό θύμιζε πολύ την Ελλάδα από άποψη φυσικού τοπίου. Οι αποικίες της Σικελίας γνώρισαν σημαντικότατη εμπορική και πολιτιστική ανάπτυξη και ανέδειξαν επιφανείς πολιτικούς, φιλοσόφους, ποιητές. Η πρώτη αποικία που ιδρύθηκε ήταν η Νάξος (735), την επόμενη χρονιά ακολούθησαν οι Συρακούσες (734) και στα μεταγενέστερα χρόνια ιδρύθηκαν πολλές ακόμα. Ισχυρότερες όλων στα πρώτα χρόνια αναδείχτηκαν η Γέλα και ο Ακράγας, ο ανταγωνισμός των οποίων δε σταμάτησε σε όλη την κλασική εποχή, αλλά μεταγενέστερα οι Συρακούσες κατέκτησαν την πρωτοκαθεδρία ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις της Σικελίας.
Στήν Κάτω Ιταλία υπήρξαν μεγάλες πόλεις όπως τό Ρήγιον όπου κυβερνήτης ήτο ό Αναξίλας, ή Ζάγκλη καί ή Μεσσήνη, ό Τάραντας κ.α. Στήν Σικελία ή Γέλα όπου κυβερνήτης ήταν ό Γέλων. Ό Γέλων επέκτηνε τήν κυριαρχία του σέ άλλες πόλεις, ακόμα καί είς αυτάς τάς Συρακούσας, τάς οποίας όρισε πρωτεύουσα. Γνωστοί τύραννοι τών Συρακουσών ήσαν ό Ικέτης, ό Ίππων, ό Ιέρων, ό Διονύσιος ό οποίος προσκάλεσε σοφούς όπως τόν Σιμωνίδη, τόν Πλάτωνα, τόν Πίνδαρο. Στόν Κρότωνα μετώκησε καί ό Πυθαγόρας όπου ίδρυσε σχολή. Οί Πυθαγόρειοι έθεσαν τίς βάσεις τής επιστημονικής ιατρικής καί τής μαθηματικής επιστήμης. Οί Πρώτοι ιατροί τού Κρότωνα ήσαν : ό Δημοκίδης, ό Αλκμαίων καί άλλοι. Μαθητές πηθαγόρειοι ήσαν ό Ολυμπιονίκης Μίλων, ό Φιλόλαος τού οποίου κατόπιν μαθητές του ήσαν οί Σιμίας καί Κέβης, πού παρευρίσκοντο μαζί μέ τούς μαθητές τού Σωκράτους, όταν εκείνος απέθνησκεν.
Οι Συρακούσες αποτέλεσαν το ελληνικό κέντρο της Σικελίας. Χτισμένη στις ανατολικές ακτές του νησιού, οι Συρακούσες, κυρίως στην περίοδο του τύραννου Διονύσιου του Πρεσβύτερου, έφτασαν στο απόγειο της πολιτικής και πολιτιστικής ακμής της. Τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα ερείπια ναών που βλέπουμε στον Ακράγαντα, στη Σελινούντα και αλλού, αλλά και οι ιστορικές μαρτυρίες τεκμηριώνουν το υψηλό βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων της Σικελίας και τη δημιουργική ζωή τους για πολλούς αιώνες.

Η φιλοσοφία και οι επιστήμες αναπτύχθηκαν και προσωπικότητες όπως ο Εμπεδοκλής, ο Ζήνωνας ο Ελεάτης, ο Αρχιμήδης το αποδεικνύουν. Με την ανάπτυξη της Ρώμης όμως και την κατάληψη της Νότιας Ιταλίας από τις ρωμαϊκές λεγεώνες η Σικελία αναπόφευκτα παράκμασε. Το 256 π.Χ. οι Ρωμαίοι υπέταξαν την καρχηδονιακή Σικελία και το 212 π.Χ. κατέλαβαν τις Συρακούσες και έτσι ολόκληρη η Σικελία αποτέλεσε τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όμως το ελληνικό στοιχείο συνέχισε να κυριαρχεί στη Σικελία και σε μεγάλο ποσοστό εξακολουθούσε να είναι «ελληνικό» νησί. Ακόμα και μετά την αφομοίωση των Σικελών από την ιταλική κουλτούρα, η μνήμη της ελληνικής παρουσίας στη Σικελία παρέμεινε ανεξίτηλη.
Ό Τάραντας, που ιδρύθηκε περίπου στα τέλη του 8ου αι. π.Χ., στον ομώνυμο κόλπο, από αποίκους οι οποίοι προέρχονταν από την ευρύτερη περιοχή της Σπάρτης. Άλλη αχαϊκή αποικία στον κόλπο του Τάραντα ήταν ο Κρότωνας και το Μεταπόντιο, οι οποίες ιδρύθηκαν στο τέλος του 7ου αι. π.Χ. Το 730 π.Χ., περίπου, αποικίσθηκε το νοτιότερο άκρο της περιοχής της Καλαβρίας, από μια ομάδα Χαλκιδέων, οι οποίοι ίδρυσαν εκεί το Ρήγιο.
Κύριο χαρακτηριστικό των περισσότερων αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας ήταν η έντονη εμπορική δραστηριότητα. Τα εμπορικά πλοία των Ελλήνων μετέφεραν τα ελληνικά εμπορεύματα σε όλα τα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, εκτοπίζοντας τους Φοίνικες, οι οποίοι ήταν οι κυρίαρχοι μέχρι τότε. Ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις δημιουργήθηκαν με τη μητρόπολη και τις ιωνικές, κυρίως, αποικίες.
Οι αποικίες αυτές εξελίχθηκαν επίσης σε αξιόλογα πολιτιστικά κέντρα. Ανεγέρθηκαν μεγαλοπρεπείς ναοί στον Ακράγαντα, την Ποσειδωνία, το Σελινούντα. Αναπτύχθηκαν ακόμη ο αθλητισμός και τα γράμματα, με σημαντικότερους εκπροσώπους τον Εμπεδοκλή και το Γοργία. Στην ποίηση ξεχώρισαν ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος (ο μεγάλος επιγραμματοποιός), ο Ίβυκος κ.ά. Άνθησαν η πυθαγόρεια και ελεατική φιλοσοφία και δημιουργήθηκαν διάφορα θρησκευτικά κινήματα. Παράλληλα οι πολιτικοί αγώνες οδήγησαν στους νομοθετικούς κώδικες του Ζάλευκου και του Χαρώνδα.
Όπως οι ελληνικές, έτσι και οι πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας είχαν έντονους πολιτικούς ανταγωνισμούς, καθώς ήταν αυτόνομες και ανεξάρτητες μεταξύ τους, χωρίς πολιτική ενότητα, με αποτέλεσμα να βρίσκονται συχνά σε κομματικές διχόνοιες που τις εξαντλούσαν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασαν ως τον πόλεμο προκαλώντας την επέμβαση της μητρόπολης. Από τις διαφορές Εγεσταίων, Σελινουντίων και Συρακουσίων προκλήθηκε η εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία και η συνέχιση του πελοποννησιακού πολέμου. Οι συνεχείς πόλεμοι, εξάλλου, των ελληνικών πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας με τους ιθαγενείς λαούς της Ρώμης και της Καρχηδόνας προκάλεσαν ως ένα βαθμό τις εκστρατείες του Αρχίδαμου, του Αλέξανδρου του Μολοσσού, του Κλεώνυμου και του Πύρρου. Από τον 3ο αι. π.Χ. άρχισε η βαθμιαία υποταγή της Μεγάλης Ελλάδας στους Ρωμαίους. Χρειάστηκαν ωστόσο δύο ολόκληροι αιώνες μέχρι να τελειώσουν οι πόλεμοι Ρώμης και Καρχηδόνας, προκειμένου να υποταχτούν οι ελληνικές αποικίες οριστικά.
Παρά την υποταγή τους οι Έλληνες των περιοχών αυτών διατήρησαν για πολλούς αιώνες τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά τους. Κατόρθωσαν παρά τη μακρά ρωμαϊκή κυριαρχία και την κατάληψή τους από τους Λομβαρδούς, τους Άραβες και τους Νορμανδούς να διατηρήσουν τη γλώσσα τους. Ακόμη και σήμερα σε πολλά χωριά της Κάτω Ιταλίας απαντώνται ελληνικά πολιτιστικά στοιχεία, καθώς και μια διάλεκτος που παρουσιάζει πληθώρα από παραφθαρμένες ελληνικές ρίζες.
Ακράγας. Αρχαία πόλη στα νοτιοδυτικά παράλια της Σικελίας απέναντι από την Καρχηδόνα. Την ονόμασαν έτσι, διότι, κατά τη μυθολογία, την ίδρυσε ο γιος του Δία και της Αστερόπης Ακράγας, ενώ στην πραγματικότητα την έχτισαν Ρόδιοι Δωριείς το 581 π.Χ. Ήταν πόλη πολυάνθρωπη και ωραία. Το 405 π.Χ. την υπέταξαν οι Καρχηδόνιοι. Το 342 π.Χ. ελευθερώθηκε χάρη στον Τιμολέοντα. Το πολίτευμα της πόλης είχε πολλές εναλλαγές (τυραννίδα, δημοκρατία, ολιγαρχία, οχλοκρατία), ώσπου έχασε την ανεξαρτησία της και υποτάχτηκε διαδοχικά στους Ρωμαίους, το 260 π.Χ., και στη συνέχεια Βανδάλους, Γότθους, Βυζαντινούς κ.ά. Σήμερα ο Ακράγας ονομάζεται Αγκριτζέντο. Έχει 52.000 κατοίκους.
Ιμέρα. Αρχαία πόλη της Σικελίας, στα βόρεια παράλια του νησιού, χτισμένη πάνω σε λόφο, κοντά στις εκβολές του ποταμού Ιμέρα. Ήταν ελληνική αποικία, που ιδρύθηκε από Χαλκιδείς της πόλης Ζάγκλης (Ίωνες) και μερικούς Συρακούσιους εξόριστους το 649-648 π.Χ.
Κρότωνας. Αρχαία πόλη της Ιταλίας, στην περιοχή της Καλαβρίας στη δυτική ακτή του κόλπου του Τάραντα. Ήταν αποικία των Αχαιών της Πελοποννήσου και χτίστηκε κατά το τέλος του 8ου αι. π.Χ. Ο αρχηγός των αποίκων της ονομαζόταν Μύσκελλος. Το λιμάνι της πόλης ήταν μικρό και όχι ασφαλισμένο, η περιοχή της όμως είχε γόνιμα εδάφη και υγιεινό κλίμα. Ο Κρότωνας ήταν μια ακμαία πολιτεία χάρη στην ευφορία της γης της και έτσι κυριάρχησε στη γύρω περιοχή. Κατείχε τη δεύτερη μετά τη Σύβαρη θέση σε έκταση, πληθυσμό και πλούτο. Η πόλη δέχτηκε ισχυρό πλήγμα, όταν νικήθηκε από τους Λοκρούς (548 π.Χ.). Στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. απέκτησε πνευματική αίγλη με την εγκατάσταση εκεί του Πυθαγόρα (530 π.Χ.) και με την ίδρυση της σχολής του. Οι οπαδοί του σχημάτισαν «εταιρεία» και πήραν την αρχή στον Κρότωνα. Έπειτα από λίγα χρόνια, το 511/510 π.Χ., οι Κροτωνιάτες νίκησαν τους Συβαρίτες και κατέστρεψαν από τα θεμέλια την πόλη τους. Τότε οι πυθαγόρειοι απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Αργότερα, όταν τα πνεύματα των κατοίκων στράφηκαν εναντίον των πυθαγορείων και τους έδιωξαν, άρχισε η παρακμή της πόλης.
Πόλεις πλησίον τού Ισθμού είναι ή Κορίνθος, όπως καί ή Σικυών καί τά Μέγαρα. Ή Τρίτη ίσως δύναμη σέ δύναμη καί οικονομία ήταν ή Κόρινθος. Ονομαζόταν καί Εφήρα (παρατηρητήριον). Τό 1000πχ ονομάσθη Κόρινθος από τόν Βασιλέα Κόρινθο. Είχε δύο λιμένες : τό Λέχιον πρός τήν δύση καί τάς Κεχρέας πρός τήν ανατολή. Τό πολυτελέστατον προάστιον τής πόλεως ήτο τό Κρανίον. Ή Κόρινθος ήτο ή μόνη Ελληνική πόλις ή οποία δέν έβαζε στούς ναούς λάφυρα τών εχθρών. Καλλιτέχνες τής πόλεως ήσαν ό Κλεόφαντος, ό Κλεάνθης (ζωγράφοι), ό Εύμολπος (Ποιητής), ό Μέγας Φύδων ό νομοθέτης καί ιδρυτής τής πολιτικής επιστήμης καί άλλοι. Τό 730πχ ίδρυσαν στίς Συρακούσες τήν ομόνυμη πόλη. Βασιλείς τής ήσαν ό Αγήμων, ό Αλέξανδρος, ό Σίσυφος, ό Αλύτης (πατέρας τού Περιάνδρου, ενός έκ τών επτά σοφών). Ό Περίανδρος ήτο άρχων τής Κορίνθου τόν 6ον αιώνα π.χ. Βελτίωσε τήν θεσιν τών πολιτών καί απαγόρευσε τήν υπερβολική πολυτέλειαν τών λίγων. Είς τήν χερσόνησον τής Παλλήνης ίδρυσαν τήν Ποτείδαιαν. Τό έργο τής διανοίξεως τής διόλκου ξεκίνησε τότε μέ έναν αύλακα, γιά νά φθάση νά γίνη διώρυγα. Ό Περίανδρος κάλεσε τόν περίφημο μουσικό Αρίωνα καί σύναψε φιλικάς σχέσεις μέ τόν Θρασύβουλον τής Μιλήτου καί τόν Αλυάτη Βασιλέα τών Λυδών. Είς τήν Κόρινθο διεμορφώθη ό Κορινθιακός ρυθμός, τόν οποίον εμπνεύσθη ό Καλλικράτης.


Περίανδρος ο Κορίνθιος (7ος-6ος αι. π.Χ.). Τύραννος της αρχαίας Κορίνθου, του οποίου η τυραννίδα τοποθετείται από το 627 ως το 586 π.Χ. ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, από το 590 ως το 550 π.Χ. Ήταν γιος και διάδοχος του τυράννου Κύψελου και θεωρούνταν ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας.
Μόλις ανέλαβε την εξουσία έδειξε ηπιότητα, ή τουλάχιστο φάνηκε ηπιότερος από τον πατέρα του. Αργότερα, όμως, έγινε σκληρός και αιμοχαρής, μη διστάζοντας να σκοτώσει και τη γυναίκα του, η οποία μάλιστα περίμενε παιδί.
Ο Περίανδρος φρόντισε να περιορίσει την επίδειξη πολυτέλειας. Επίσης, θέλοντας να υποστηρίξει τους αγρότες έβαλε όριο στην αγορά νέων δούλων από τους μεγαλοκτηματίες. Στην προσπάθειά του να αναπτύξει το εμπόριο, συνέλαβε το σχέδιο της κοπής του ισθμού της Κορίνθου, από το οποίο όμως παραιτήθηκε, μη βρίσκοντας τα κατάλληλα μέσα για να το πραγματοποιήσει. Φαίνεται, όμως, ότι στην εποχή του κατασκευάστηκε η δίολκος, από την οποία μεταφέρονταν τα πλοία από τη μια μεριά του ισθμού στην άλλη. Καθιέρωσε λαμπρές γιορτές στην Κόρινθο, την οποία εξάλλου στόλισε με πολλά δημόσια έργα.
Από την άλλη μεριά, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του στην πολιτική αποικισμού, ίδρυσε στην Ιλλυρία την Απολλωνία και στη Χαλκιδική την Ποτείδαια· παράλληλα ταπείνωσε τους Κερκυραίους, οι οποίοι ιδρύοντας την Επίδαμνο εμπόδιζαν την ασφαλή διακίνηση του κορινθιακού εμπορικού στόλου προς τη Σικελία και την Ιλλυρία.
Η εξωτερική του πολιτική χαρακτηρίζεται από την προσπάθειά του να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με διάφορες πόλεις· ανάμεσα σ' αυτές ήταν η Αθήνα, την οποία υποστήριξε κατά των Μυτιληναίων στο θέμα της κατοχής του Σιγείου. Φαίνεται, επίσης, ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Ψαμμήτιχο Β' της Αιγύπτου, του οποίου μάλιστα το όνομα είχε δώσει στον ανιψιό του, τον οποίο τοποθέτησε κυβερνήτη της Κέρκυρας.
Γενικά για τον Περίανδρο υπάρχουν πολλές και αντικρουόμενες μαρτυρίες, οι οποίες τον παρουσιάζουν από τη μία σκληρό και απάνθρωπο και από την άλλη δημιουργικό και συνετό.
Σημαντικότατη πόλη της αρχαιότητας ή Κόρινθος, κοντά στον Ισθμό, στη θέση της σύγχρονης κωμόπολης Αρχαία Κόρινθος. Ήταν χτισμένη πάνω σε ένα τραπεζοειδές ύψωμα στους βόρειους πρόποδες του Ακροκόρινθου, που αποτελούσε και την ακρόπολη των Κορινθίων. Η θέση της βρισκόταν ακριβώς στο σταυροδρόμι των χερσαίων επικοινωνιών. Από εκεί ξεκινούσαν οι δρόμοι για τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Αλλά και τα δύο επίνειά της, το Λέχαιο, στα βόρεια στον Κορινθιακό κόλπο, και οι Κεγχρεές, ανατολικά στο Σαρωνικό, συγκέντρωναν από τα πολύ παλιά χρόνια τεράστια κίνηση. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν οι ναυτικοί (και οι έμποροι) τον επικίνδυνο περίπλου της Πελοποννήσου, προτιμούσαν να μεταφέρονται τα εμπορεύματά τους από το ένα λιμάνι στο άλλο διαμέσου της ξηράς και από εκεί να συνεχίζουν το ταξίδι τους με άλλα πλοία. Όταν αργότερα δημιουργήθηκε ο δίολκος μεταφέρονταν και τα πλοία από το ένα λιμάνι στο άλλο. Εκτός όμως από τη στρατηγική της θέση, στην ανάπτυξη της πόλης βοήθησε και η ευφορία της γύρω περιοχής.
Κατά την παράδοση, ιδρυτής της πόλης ήταν ο Σίσυφος και οι πρώτοι κάτοικοί της Αιολείς. Η αρχική της ονομασία ήταν Εφύρα και το όνομα αυτό δικαιολογείται από μια άλλη παράδοση, σύμφωνα με την οποία η πόλη ιδρύθηκε από την Εφύρα, κόρη του Ωκεανού. Τέλος, κατά μια τρίτη παράδοση, προφανώς μεταγενέστερη, που αναφέρει ο Παυσανίας, ιδρυτής και επώνυμος ήρωας της Κορίνθου ήταν ο Κόρινθος, γιος του Δία.
Κατά την 11η εκατονταετία π.Χ. (1074 π.Χ.) κυρίεψαν την πόλη Δωριείς και εγκατέστησαν ολιγαρχικό πολίτευμα. Το 747 π.Χ. ανέλαβε τη διοίκηση της Κορίνθου το βασιλικό γένος των Βακχιαδών, στην εποχή του οποίου η πόλη έγινε η πλουσιότερη της Ελλάδας, με ναυτική δύναμη που κυριαρχούσε σε ολόκληρη την ανατολική και κεντρική Μεσόγειο. Την εποχή αυτή και γύρω στα 734 π.Χ. ιδρύθηκαν και οι ισχυρές αποικίες της Κορίνθου: οι Συρακούσες, η Κέρκυρα και αργότερα η Ποτείδαια.
Από την οικογένεια των Βακχιαδών προερχόταν και ο Κύψελος, που το 657 π.Χ. ανέτρεψε το πολίτευμα που υπήρχε ως τότε και εγκατέστησε τυραννίδα. Κυβέρνησε την Κόρινθο ως το 627 π.Χ., οπότε τον διαδέχτηκε ο γιος του Περίανδρος (627-585 π.Χ.), που υπήρξε ένας από τους Επτά Σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, και αυτόν ο ανιψιός του Ψαμμίτιχος, που κυβέρνησε ως το 580 π.Χ.
Στην εποχή των Κυψελιδών η Κόρινθος γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται η περίοδος αυτή ως ο χρυσός αιώνας της Κορίνθου. Καινούριες αποικίες ιδρύθηκαν (Ανακτόριο, Αμβρακία, Λευκάδα, Απολλωνία, Επίδαμνος), αφού καταπνίγηκε η επανάσταση της Κέρκυρας.
Οι Κυψελίδες ανέπτυξαν φιλικές και εμπορικές σχέσεις με πόλεις της Αιγύπτου, της Μ. Ασίας, της Ιλλυρίας, της Σικελίας κ.ά. και αυτό έφερε πρωτοφανή οικονομική άνθηση στην Κόρινθο. Η πολυτέλεια της ζωής την έκανε να χαρακτηριστεί ως η πλουσιότερη πόλη του κόσμου την εποχή αυτή. Παράλληλα με την εμπορική και οικονομική άνθηση, η περίοδος των Κυψελιδών, που ήταν και μεγάλοι προστάτες των τεχνών και των γραμμάτων, χαρακτηρίζεται και από καλλιτεχνική ευημερία. Έλεγαν τότε οι Έλληνες «ου παντός πλειν ες Κόρινθον».
Από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. αρχίζει να αναπτύσσεται με γρήγορο ρυθμό μια άλλη δύναμη, η Αθήνα. Η μέχρι τότε κυρίαρχη του εμπορίου και των θαλασσών Κόρινθος είχε πλέον να αντιμετωπίσει ένα σοβαρό αντίπαλο. Εκτός όμως από την Αθήνα, γίνονται υπολογίσιμες και δύο άλλες πόλεις, το Άργος και η Κέρκυρα. Από την εποχή αυτή λοιπόν το εμπόριο της Κορίνθου αρχίζει να χάνει έδαφος. Ο ανταγωνισμός Κορίνθου-Αθήνας έγινε αιτία να ταχτεί η πρώτη με το πλευρό της Σπάρτης και να γίνει μια από τις σοβαρές αιτίες του πελοποννησιακού πολέμου
Το πιο περίβλεπτο από τα αρχαία μνημεία στο χώρο της αρχαίας Κορίνθου είναι ο δωρικός ναός του Απόλλωνα. Βρίσκεται σε ένα ύψωμα και δεσπόζει στην αγορά νότια και στο δρόμο προς το Λέχαιο ανατολικά. Χρονολογείται από το 550 π.Χ. Από τους 58 κίονες του περιστυλίου του (8 στις στενές και 15 στις μακρές πλευρές) σώζονται 7 και τμήμα από το επιστύλιο. Ο ναός περιλάμβανε πρόναο και οπισθόδομο με δύο κίονες εν παραστάσει και σηκό (όπου το άγαλμα του θεού) χωρισμένο σε δύο τμήματα, του οποίου η στέγη στηριζόταν σε δύο σειρές κιόνων. Ανατολικά του ναού βρίσκεται ο δρόμος που ένωνε το Λέχαιο με την αρχαία αγορά. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν στοές. Στο βόρειο τμήμα της στοάς, από πίσω, υπήρχαν καταστήματα και μνημειακές οικοδομές, όπως μια απλόχωρη αγορά και μια μεγάλη βασιλική, ο περίβολος του ναού του Απόλλωνα και ένα κτίριο που στέγαζε την κάτω πηγή Πειρήνη (υπήρχε και άλλη ομώνυμη πηγή ψηλά στον Ακροκόρινθο). Η σύγχρονη μορφή της ανήκει στο 2ο αι. μ.Χ. Περιλαμβάνει κεντρικό αίθριο και στην πρόσοψη τοξωτά ανοίγματα με δεξαμενές, οι οποίες τροφοδοτούνται από μια υπόγεια κεντρική δεξαμενή.

No comments:

Post a Comment