Wednesday, June 17, 2009

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Σούλι

Ιστορική περιοχή της Ηπείρου στην οροσειρά των Κασσωπαίων, νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων. Ανήκει διοικητικά στο νομό Θεσπρωτίας. Βρίσκεται ανάμεσα στον ποταμό Αχέροντα, ο οποίος στη διαδρομή αυτή ονομάζεται Σουλιώτικος, και στον παραπόταμό του Τσαγκαριώτικο. Η τοποθεσία είναι πολύ ορεινή (βουνά του Σουλίου) και εξαιρετικά οχυρή, γιατί μόνο από στενές και απότομες διαβάσεις μπορεί κανείς να την προσεγγίσει.
Οι πρώτοι κάτοικοι του Σουλίου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή το 16ο αι. και ήταν κτηνοτρόφοι Έλληνες από τήν βόρειο Ήπειρο, που ήρθαν στους απρόσιτους εκείνους βράχους για να αποφύγουν τις καταπιέσεις των Τουρκαλβανών της Ηπείρου και να ζήσουν ανεξάρτητοι. Σχετικά με την ονομασία έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις, όπως ότι προήλθε από το όνομα κάποιου Σούλη που σκοτώθηκε εκεί ή από την αρβανίτικη λέξη «σούλι», που σημαίνει το ψηλό παρατηρητήριο, τη βίγλα, καθώς και άλλες, χωρίς καμιά να είναι βεβαιωμένη.
Αρχικά ιδρύθηκαν τέσσερα χωριά, το Σούλι, η Κιάφα, η Σαμονίβα και το Αβαρίκο, που αποτέλεσαν τον πυρήνα της κοινότητας και είναι γνωστά με το όνομα Τετραχώρι. Αργότερα, επειδή έφταναν συνεχώς και νέες οικογένειες, χτίστηκαν άλλα εφτά: Τσεκούρι, Περιχάτι, Βίλια, Αλεποχώρι, Κοντάντες, Γκιονάλα και Παλιοχώρι. Οι κάτοικοι των έντεκα αυτών χωριών, γνωστοί με το όνομα Σουλιώτες, είχαν συγκροτήσει «στρατιωτική ομοσπονδία» και από το 18ο αι. άσκησαν μια μορφή κυριαρχίας στις γύρω περιοχές εισπράττοντας φόρο από 60 περίπου κοινότητες. Οι κάτοικοι των χωριών ονομάζονταν Παρασουλιώτες.
Η κοινωνική δομή της σουλιώτικης στρατιωτικής ομοσπονδίας είχε πατριαρχικό χαρακτήρα και οι Σουλιώτες ήταν χωρισμένοι σε φάρες (πατριές). Την κοινότητα διοικούσε συμβούλιο από τους αρχηγούς των πατριών. Η μοναδική σχέση υποτέλειας προς τους Τούρκους ήταν η καταβολή ενός φόρου, τον οποίο με τη σειρά τους οι Σουλιώτες έπαιρναν από τους Παρασουλιώτες και σε χρήμα, αλλά περισσότερο σε τρόφιμα, γιατί το άγονο Σούλι δεν μπορούσε να θρέψει τον πληθυσμό που είχε συγκεντρωθεί εκεί.
Η ανάγκη να πολεμούν συνεχώς εναντίον των Τούρκων, που προσπαθούσαν να εξαφανίσουν αυτή την εστία ανεξαρτησίας, η προσπάθεια να διατηρούν την κυριαρχία τους πάνω στους Παρασουλιώτες, που την αμφισβητούσαν διαρκώς οι Τούρκοι διοικητές των διάφορων διαμερισμάτων της Ηπείρου, και, τέλος, η σκληρή ζωή που επέβαλλε το τραχύ έδαφος του τόπου, διαμόρφωσαν τον τύπο του σκληροτράχηλου, γενναίου και αγέρωχου Σουλιώτη πολεμιστή. Η άσκηση στα πολεμικά ήταν η μοναδική σχεδόν απασχόληση των αντρών και οι μεγαλύτερες αρετές για ένα Σουλιώτη ήταν η ανδρεία, η τόλμη και η αντοχή. Έτσι, το Σούλι απέκτησε έναν αξιόμαχο στρατό που αριθμούσε 2.500 περίπου άντρες. Κατά το 18ο αι. έγιναν πολλές απόπειρες των Τούρκων να υποτάξουν το Σούλι. Οι σημαντικότερες ήταν οι εκστρατείες του Μουσταφά πασά (1754) και του Ταχίρ πασά των Ιωαννίνων (1768), που αποκρούστηκαν με μεγάλες απώλειες για τους επιδρομείς. Στη διάρκεια του α’ ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) οι Σουλιώτες, υποκινημένοι από τον Έλληνα πράκτορα των Ρώσων Λουίζη Σωτήρη, προετοιμάστηκαν να πάρουν μέρος στη γενική εξέγερση των Ελλήνων. Εναντίον τους εξόρμησε ένα σώμα 5.000 Τουρκαλβανών για να τους προλάβει, αλλά έπαθε μεγάλη καταστροφή και υποχώρησε από το Σούλι αποδεκατισμένο (1772).
Οι μεγάλοι όμως αγώνες των Σουλιωτών άρχισαν, όταν έγινε πασάς των Ιωαννίνων ο Αλή Τεπελενλής (1787). Ο φιλόδοξος Αλβανός δεν ήταν δυνατό να ανεχτεί να υπάρχει μέσα στην επικράτειά του η ανεξάρτητη αυτή περιοχή και αποφάσισε να την εξαλείψει.
Κατά το β’ ρωσοτουρκικό πόλεμο (1787-1792) ο Λουίζης Σωτήρης ήρθε και πάλι σε επαφή με τους Σουλιώτες, που ετοιμάστηκαν να κινηθούν εναντίον του Αλή πασά. Ο τελευταίος πληροφορήθηκε τις προετοιμασίες τους και στις αρχές Μαρτίου του 1789 πραγματοποίησε την πρώτη του εκστρατεία εναντίον τους. Απέτυχε όμως να εισχωρήσει στο οχυρό Σούλι και αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να υπογράψει ταπεινωτική συνθήκη. Τον ίδιο χρόνο Σουλιώτες απεσταλμένοι έφτασαν στη Ρωσία και ζήτησαν βοήθεια από τη Μ. Αικατερίνη, στην οποία παρουσίασαν και σχέδιο για γενική εξέγερση των Ελλήνων. Η αυτοκράτειρα τους έδωσε μόνο υποσχέσεις.
Το 1792 ο Αλή πασάς πραγματοποίησε τη δεύτερη εκστρατεία του. Για να αποκοιμίσει τις υποψίες των Σουλιωτών και να τους αιφνιδιάσει, προσποιήθηκε πως θα εκστράτευε κατά του Αργυροκάστρου και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν. Πραγματικά, οι Σουλιώτες του έστειλαν ένα μικρό στρατιωτικό τμήμα, το οποίο ο Αλής αιχμαλώτισε και αμέσως με ισχυρές δυνάμεις χτύπησε το Σούλι. Αλλά και αυτή τη φορά αποκρούστηκε και αναγκάστηκε να γυρίσει στα Γιάννενα νικημένος.
Η τρίτη και τελευταία εκστρατεία του Αλή έγινε στα 1800. Προηγουμένως είχε κατορθώσει να διασπάσει τους Σουλιώτες με χρήματα και υποσχέσεις και ένας από τους αρχηγούς, ο Γιώργος Μπότσαρης, είχε αποχωρήσει από το Σούλι με τη φάρα του και είχε εγκατασταθεί στην περιοχή των Τζουμέρκων. Αυτή τη φορά οι Τουρκαλβανοί άρχισαν συστηματική πολιορκία και έχτισαν οχυρωμένους πύργους στις διαβάσεις για να εμποδίσουν τον εφοδιασμό των αποκλεισμένων. Παρά την έλλειψη εφοδίων οι Σουλιώτες αμύνονταν με πείσμα και η προώθηση των Αλβανών ήταν πολύ αργή. Στα τέλη του 1803 όμως οι πολιορκημένοι είχαν πια εξαντληθεί και είχαν χάσει τις περισσότερες ισχυρές θέσεις τους. Το τελευταίο σημείο αντίστασης ήταν το Κούγκι, όπου τελικά, όσοι είχαν απομείνει, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν με τον όρο να φύγουν και να πάνε όπου ήθελαν. Έμεινε μόνο πάνω στο Κούγκι ο καλόγερος Σαμουήλ που τίναξε στον αέρα την αποθήκη των πολεμοφοδίων και σκοτώθηκε με τους λίγους συντρόφους του (Δεκέμβριος 1803).
Από τους Σουλιώτες που έφυγαν λίγοι κατόρθωσαν να σωθούν πηγαίνοντας στην Πάργα και από εκεί στην Κέρκυρα. Ο Αλής παρασπονδώντας έστησε ενέδρες στις άλλες ομάδες των φυγάδων και τις αποδεκάτισε. Στις συγκρούσεις που έγιναν στο Ζάλογγο πολλές Σουλιώτισσες με τα παιδιά τους στην αγκαλιά πήδηξαν σε ένα βάραθρο και σκοτώθηκαν, για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών (χορός του Ζαλόγγου).
Αφού έγινε κύριος του Σουλίου, ο Αλής στράφηκε εναντίον των Σουλιωτών που με το Γιώργο Μπότσαρη είχαν εγκατασταθεί ύστερα από συμφωνία στην περιοχή των Τζουμέρκων. Τον Απρίλιο του 1804 τους πολιόρκησε στη μονή του Σέλτσου και τους εξόντωσε. Ελάχιστοι από αυτούς κατόρθωσαν να γλιτώσουν και διέφυγαν προς την περιοχή του Βάλτου.
Αλή πασάς Τεπελενλής (περ. 1744-1822). Τουρκαλβανός πασάς των Ιωαννίνων. Γεννήθηκε στο Τεπελένι της Ηπείρου. Πατέρας του ήταν ο Βελής, αγάς του Χορμόβου και μητέρα του η Χάκμω, γυναίκα φιλόδοξη και δυναμική. Έμεινε νωρίς ορφανός από πατέρα και την ανατροφή του ανέλαβε η μητέρα του, η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του γιου της. Σε πολύ νεαρή ηλικία έγινε αρχηγός συμμορίας Λιάπηδων και Τόσκηδων ληστών και καταπίεζε και τρομοκρατούσε τους κατοίκους της περιοχής των Ιωαννίνων. Για τη δράση του αυτή φυλακίστηκε από τον Κουρτ πασά του Βερατίου, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος, με τη μεσολάβηση της μητέρας του. Λίγο αργότερα ο Αλή παντρεύτηκε την κόρη του Καπλάν πασά, αντίπαλου του Κουρτ πασά.
Ο απώτερος σκοπός του Αλή ήταν να αναγνωριστεί από την κεντρική τουρκική αρχή σε επίσημο αξίωμα. Ύστερα από συνωμοσίες, προδοσίες, συκοφαντίες και άλλες παρόμοιες πράξεις κατάφερε να κερδίσει την εύνοια των Τούρκων και αναγνωρίστηκε απ’ αυτούς, το 1787 αρχηγός των κλεισωριών (δερβέναγας) Θεσσαλίας και Ηπείρου και το επόμενο έτος πασάς των Ιωαννίνων.
Στα Ιωάννινα ζούσε ως απόλυτος μονάρχης και προσπάθησε να εξαλείψει κάθε μορφή αντίστασης στην ευρύτερη περιοχή της επικράτειάς του. Έτσι, στράφηκε εναντίον των Σουλιωτών (1790-1792), αρχικά χωρίς επιτυχία, κατάστρεψε τη Χειμάρα, επιτέθηκε στην Πρέβεζα και κατέλαβε τη Βόνιτσα.
Μην μπορώντας να ανεχτεί το ανεξάρτητο πνεύμα των Σουλιωτών, συνέχισε τις επιθέσεις του στο Σούλι, ώσπου τελικά κατάφερε να εκδιώξει τους κατοίκους του το 1803. Ύστερα από αυτή του την επιτυχία ανακηρύχτηκε το 1804 βαλεσής Ρούμελης. Στη συνέχεια, με την υποστήριξη και την παρότρυνση του Μ. Ναπολέοντα κατέλαβε και την Πελοπόννησο (1807).
Το 1812 ο Αλή συνεχίζοντας τα επεκτατικά του σχέδια κατέλαβε το Αργυρόκαστρο και κατέστρεψε το Γαρδίκι. Την περίοδο αυτή η περιοχή που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχό του είχε τη μεγαλύτερη έκταση. Τότε όμως άρχισε να αλλάζει η πολιτική της κεντρικής τουρκικής εξουσίας, με την άνοδο στο θρόνο –ήδη από το 1808– του Μαχμούτ Β’. Η Υψηλή Πύλη αποφάσισε ότι ο κάθε τοπικός άρχοντας έπρεπε να περιοριστεί στην επικράτειά του, γεγονός που ερχόταν σε αντίθεση με τα σχέδια και τις βλέψεις του Αλή πασά, ο οποίος είχε ήδη επεκτείνει την εξουσία του και σε άλλες περιοχές.
Διαισθανόμενος τον κίνδυνο, ο Αλή προσπάθησε να πάρει με το μέρος του τις Μεγάλες Δυνάμεις και αργότερα τους Έλληνες, οι οποίοι προετοίμαζαν την εποχή εκείνη τον ξεσηκωμό τους εναντίον των Τούρκων. Επιδίωξε μάλιστα να μπει και στη Φιλική Εταιρεία και υποσχόταν να σεβαστεί τη χριστιανική θρησκεία. Όλοι όμως γνώριζαν ήδη τον άστατο και δόλιο χαρακτήρα του και δε δέχτηκαν να τον βοηθήσουν. Τότε κι εκείνος αποπειράθηκε, χωρίς επιτυχία, να καταδώσει τους Φιλικούς στις τουρκικές αρχές.
Το 1818 ο σουλτάνος κήρυξε πια ανοιχτό πόλεμο κατά του Αλή πασά, και το 1920 ο τουρκικός στρατός, με επικεφαλής το Σουλεϊμάν πασά, κινήθηκε προς τα Ιωάννινα και τα πολιόρκησε. Λίγο αργότερα στάλθηκε εναντίον του Αλή και ο Χουρσίτ πασάς από την Πελοπόννησο.
Ο Αλή πασάς είχε μείνει μόνος, χωρίς καμία υποστήριξη, και εγκαταλείποντας το φρούριο στα Ιωάννινα, κατέφυγε στη μονή του Αγίου Παντελεήμονα, στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων. Προσπάθησε να διαπραγματευτεί με τις τουρκικές αρχές για να σώσει τη ζωή του, αλλά ο σουλτάνος είχε ήδη αποφασίσει τη θανατική καταδίκη του αποστάτη. Έτσι ο Χουρσίτ πασάς, το 1822, ενώ του είχε υποσχεθεί αμνηστία, έστειλε στρατό στη μονή, και παρά την αντίσταση της μικρής φρουράς του, ο Αλή πασάς σκοτώθηκε από τους Τούρκους.


Τζαβέλλας. Επώνυμο παλιάς και μεγάλης οικογένειας αγωνιστών από το Σούλι. Τα πιο διαπρεπή μέλη της είναι:
Λάμπρος Τζαβέλλας (1745-1792). Ο αρχηγός της «φάρας» των Τζαβελλαίων. Τον κάλεσε ο διαβόητος Αλή πασάς των Ιωαννίνων το 1792 με το πρόσχημα να ζητήσει τη βοήθειά του στην εκστρατεία του εναντίον του Αργυρόκαστρου. Ο Λάμπρος δέχτηκε την πρότασή του και μαζί με το γιο του Φώτο και άλλους 70 Σουλιώτες πήγε να τον βοηθήσει. Κοντά όμως στη Ζίτσα, τους έπιασαν όλους κατά διαταγή του πασά και τους οδήγησαν στα Ιωάννινα. Εκεί ο δυνάστης της Ηπείρου τούς κράτησε ομήρους του, με τη σκέψη ότι θα μπορούσε εύκολα να υποτάξει το Σούλι, αφού έλειπε ο άξιος αρχηγός του. Τις επιθέσεις όμως του Αλή πασά απέκρουσαν οι άλλοι Σουλιώτες. Γι’ αυτό ο πασάς των Ιωαννίνων κατέφυγε στο εξής τέχνασμα: κράτησε για όμηρο το γιο του Λάμπρου, το Φώτο, και έστειλε τον ίδιο στο Σούλι, για να βρει τάχα τρόπο να του το παραδώσει. Έλαβε όμως το ιστορικό γράμμα του Λάμπρου, ο οποίος από το Σούλι τού έγραψε:
«Χαίρομαι που γέλασα ένα δόλιο σαν και σένα. Είμαι εδώ για να διαφεντέψω το Σούλι... Αν ο γιος μου δεν είναι πρόθυμος να πεθάνει για την πατρίδα, δεν είναι άξιος να ζήσει και να λέγεται γιος μου».
Ο Αλής, οργισμένος, επιτέθηκε τον Ιούλιο του 1792 εναντίον του Σουλίου με μεγάλες δυνάμεις. Νικήθηκε και πάλι και αναγκάστηκε να δεχτεί την ειρήνη και να αφήσει ελεύθερους το Φώτο και τους 70 συντρόφους του. Στη μάχη όμως ο Λάμπρος Τζαβέλλας τραυματίστηκε και πέθανε.
Μόσχω Τζαβέλλα (1760-περ. 1803). Η γυναίκα του Λάμπρου. Οδηγώντας 400 άλλες ηρωικές Σουλιώτισσες πήρε μέρος στις μάχες του 1792 με τον Αλή πασά. Προξένησαν μεγάλες καταστροφές στις τουρκαρβανίτικες δυνάμεις του Αλή.
Φώτος Τζαβέλλας (1774-1809). Γιος του Λάμπρου και της Μόσχως. Έπειτα από την απελευθέρωσή του από τον Αλή πασά και το θάνατο του πατέρα του, τον διαδέχτηκε στην αρχηγία της «φάρας», καθώς και όλων των Σουλιωτών. Αναδείχτηκε μεγάλος πολέμαρχος στους αγώνες εναντίον του Αλή και έδειξε τόση ανδρεία, που οι Σουλιώτες ορκίζονταν «στο σπαθί του Φώτου». Όταν το 1803 οι Σουλιώτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Σούλι, ο Φώτος κατόρθωσε με 2.000 άλλους Σουλιώτες να περάσει στην Πάργα και από εκεί στην Κέρκυρα, την οποία είχαν στην κατοχή τους οι Γάλλοι. Κατατάχτηκε στο γαλλικό στρατό ως εκατόνταρχος της ελληνικής λεγεώνας. Πράκτορες του Αλή πασά τον δηλητηρίασαν και πέθανε.
Κίτσος Τζαβέλλας (1801-1855). Γιος του Φώτου. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα και, όταν το 1820 οι Σουλιώτες γύρισαν στο Σούλι, ανακηρύχτηκε καπετάνιος σε ηλικία 19 χρονών. Πήγε στην Πίζα της Ιταλίας για την προμήθεια πολεμοφοδίων και για συνεννόηση με τους Φιλικούς. Κατά τη μεγάλη Επανάσταση του 1821 διακρίθηκε σε πολλές μάχες. Τον Ιούνιο του 1825 έσπασε τις γραμμές του Κιουταχή που πολιορκούσε το Μεσολόγγι και μπήκε στην πόλη για να ενισχύσει τη φρουρά του. Το Μάρτιο του 1826, όταν χιλιάδες Τούρκοι έκαναν ισχυρές επιθέσεις για να καταλάβουν το νησάκι Κλείσοβα, ο Κίτσος Τζαβέλλας με 11 μόνο Σουλιώτες αποβιβάστηκαν σε αυτό, όπου με αυτοθυσία κατόρθωσαν να αποκρούσουν τις τουρκικές επιθέσεις και να τραυματίσουν τον ίδιο τον Κιουταχή. Αρχηγός ομάδας από 2.000 άτομα, κατά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου, κατόρθωσε να οδηγήσει στα Σάλωνα 1.300 άτομα. Το 1844, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο Κίτσος Τζαβέλλας έγινε υπουργός των Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός και το 1849 πάλι υπουργός των Στρατιωτικών.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ 1821

Τόν Ιανουάριο τού 1821 οί Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Πανουριάς, Μαυρομιχάλης Ηλίας, Τομπάζης βρίσκονται στήν Λευκάδα καί αποφασίζουν τήν ανάθεση, στόν Βαρνακιώτη καί Καραϊσκάκη, τής διοικήσεως τών αρμάτων τής Στερεάς. Ό Κολοκοτρώνης καί Παπαφλέσσας οργανώνουν τήν Πελοπόννησον, ενώ ό Αλέξανδρος Υψηλάντης ετοιμάζεται στόν Βορρά.
Ή Φιλική εταιρία κρίνει, αποφασίζει καί λέγει πώς τώρα ήρθε ή ώρα :
«Ελευθερία ή Θάνατος».
Στίς 22 Φεβρουαρίου ό Αλέξανδρος Υψηλάντης προσεταιρισθής τόν ηγεμόνα τής Μολδαβίας Σούτσον καί διάβας τόν Προύθον εισβάλει είς Ιάσιον καί κηρύσσει τήν Επανάστασιν τής Ελλάδος. Στίς 23 Μαρτίου 1821 ό Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός, ό Αντρέας Ζαϊμης καί ό Αντρέας Λόντος κηρύσσουν τήν επανάστασιν έν Πελοποννήσω. Τήν ίδια ημέρα ελευθερώνεται ή Καλαμάτα όπου καί δημιουργείται προσωρινή κυβέρνηση. Στήν Κων/πολιν στίς 10 Απριλίου απαγχονίζεται ό Γρηγόριος Ε΄καί ό μέγας Βεζύρης Μπεντερλή Αλά Πασάς δίδει τό πτώμα στούς επικεφαλείς τών Εβραίων Μουτάλ, Μπιταχή καί Λεβή. Οί Εβραίοι έσυραν τό πτώμα του στούς δρόμους καί τό έρριψαν στήν θάλασσα, ικανοποιώντας τό μίσος των γιά τούς Έλληνες (George Finley 1926).
Ή Ευρώπη ξαφνικά αντιλαμβάνεται πώς ακόμη υπάρχουν Έλληνες. Ή Πύλη καί ό Σουλτάνος βέβαια δέν βλέπουν επανάσταση Έθνους, αλλά ιερό πόλεμο. Χριστός εναντίον Αλλάχ. Ή Πύλη κηρύσσει Τζιχάντ (ιερό πόλεμο), πού σημαίνει ξεκλήρισμα τών απανταχού Ελλήνων. Ό Σουλτάνος καλεί τόν Μουφτή νά υπογράψη γιά ιερό πόλεμο. Ό Μουφτής όμως λέγει πώς ό Γρηγόριος έχει αποκηρρύξει τήν επανάσταση καί δέν πρόκειται γιά ιερό πόλεμο. Πραγματικά αυτό έγινε πολλές φορές :
1. Ή επανάσταση τού 1821 αφορίστηκε από τό Πατριαρχείο
2. Από τόν Πατριάρχη
3. Από τήν ιερά Σύνοδο
4. Από τό 1805 ό Πατριάρχης Καλλίνικος Ε΄αφόρισε τούς Αμαρτολούς καί ζήτησε από τούς κατατόπους ιερείς νά συνετείνουν στήν εξοντωσή των (Τ.Χ.Κανδηλώρος 1924). Συγκλονιστηκές είναι οί μαρτυρίες τού Θεόκλητου Φαρμακίδου στό βιβλίο αυτού «Απολογίαν», όπου αναφέρονται λεπτομέρειες γιά τούς Οικουμενικούς Πατριάρχες Αγαθάγγελο 1828 καί Γρηγόριο ΣΤ΄ 1840, όπου επιδίωκαν εμφύλιες διαμάχες, ακόμα καί πόλεμο μεταξύ Ελλήνων προκειμένου νά μήν εκπέσει έκ τού θρόνου, δυσαρεστώντας τήν Πύλη.
5. Ό Φαρμακίδης καταλείγει : «Έλληνες προσέχετε από τών Παναγιωτάτων και Οικουμενικών Πατριαρχών».
6. Ό Γρηγόριος έστειλε εγκύκλιους πρός τούς Χριστιανούς, τόν κλήρο καί τούς μητροπολίτες, προσπαθώντας νά «σαμποτάρη» τήν Επανάσταση. Στόν αφορισμό του αποκαλεί τούς αγωνιστές: «αλαζόνες, δοξομανείς, κακοήθεις, αχρείους, κακοποιούς, ματαιόφρονες, μισελεύθερους, καί θεωρούσε όρκον απάτης τόν όρκον γιά τήν ελευθερία. Απειλεί τούς Χριστιανούς μέ μεταθανάτιες τιμωρίες καί ζητά απόλυτη υπακοή στίς ιερατικές θέσεις καί στόν Σουλτάνο.
7. Τέλος ό Πατριάρχης απαιτεί από τούς κληρικούς καί Χριστιανούς νά καταδίδουν τούς επαναστάτες.
8. Τό 1898 τό Πατριαρχείο είχε ήδη αφορίσει τόν Ρήγα
9. Τό 1805 αφορίζει τούς Σουλιώτες
10. Τούς Αμαρτολούς καί τό 1820 πάλι τούς Σουλιώτες.
11. Οί αφοριστικές εγκύκλιοι εξεδώθηκαν τόν Μάρτιο τού 1821 μέ τήν έναρξη τής Επαναστάσεως από τήν Μολδοβλαχία.
12. Μέ όλα αυτά τά μέτρα συνεφώνησαν όλοι : Γρηγόριος Κων/πόλεως, Πολύκαρπος Ιεροσολύμων, Ιωαννίκιος Καισαρείας, Μελέτιος Ηρακλείας, Κωνσταντίνος Κυζίκου, Αθανάσιος Νικομηδείας, Μελέτιος Νικαίας, Γρηγόριος Χαλκηδόνος, Γρηγόριος Δέρκων, Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, Ιωαννίκιος Τυρβόνου, Δωρόθεος Ανδριανουπόλεως, Μελέτιος Προύσης, Καλλίνικος Διδυμοτοίχου, Αθανάσιος Αγκύρης, Γρηγόριος Ναξίας, Καλλίνικος Σίφνου, Δαμασκηνός Φαναρίου καί Φερσάλων καί άλλοι. Αυτής τής αντιεπαναστατικής δραστηριότητος τών Πατριαρχών, κατήγορος έρχεται καί ό συγγραφέας τής Ελληνικής Νομαρχίας.
Ό Σουλτάνος έκοψε καί τό κεφάλη εκείνου τού Μουφτή πού ηρνήθη νά υπογράψη Τζιχάντ, καί ό λόγος πού σκότωσε τόν Πατριάρχη ήταν κυρίως ψυχολογικός καί άκραν πολιτικώς. Ό Ομέρ Βρυώνης καί ό Κιοσσέ Μεχμέτ καταπνίγουν τήν επανάσταση στήν Ανατολική Ελλάδα καί κινούν πρός τόν Μωριά. Ό Πανουριάς καί ό Διοβουνιώτης μέ 1500 άνδρες συναντούν τόν Ομέρ Βρυώνη μέ 9000 Τούρκους στίς 23 Απριλίου στήν Αλαμάνα. Ή προφυλακή τού Ομέρ Βρυώνη πέφτει μέ λύσσα πάνω στούς άνδρες τού Διοβουνιώτη καί Πανουριά. Οί Έλληνες σκορπούν, παρά τήν αντίσταση πού προβάλλουν. Κατόπιν ό Κιοσσέ Μεχμέτ ξεχύνεται από τό Ζητούνι γιά νά διαβή τό γεφύρι τής Αλαμάνας. Ή ώρα τού Διάκου σήμανε. Εκεί πού πρίν από χιλιάδες χρόνια (περίπου στήν ίδια θέσι) ό Λεωνίδας αντιτάχθηκε σέ μία αυτοκρατορία, έρχεται τώρα ό Διάκος γιά νά βροντοφωνάξη πάλι «μολών λαβέ». Ό Κιοσσέ καί ό Ομέρ Βρυώνης, χωρίς νά χάσουν καιρό, επέπεσαν κατά τών υπερασπιστών τής Αλαμάνας. Ό Καλύβας καί ό Μπακογιάννης μή μπορώντας νά αντέξουν τό βάρος, οπισθοχώρησαν πρός Δαμέστα, όπου βρισκόταν ό Διάκος μέ 300 παλληκάρια. Ό Βάσιλης Μπούζγος βλέποντας ότι δέν μπορούν νά νικήσουν φωνάζει : «Καπετάνιε, άδικα θά χαθούμε». Ό Διάκος τότε λέγει :
«Εφθασε ό καιρός νά μάθουν οί Έλληνες νά μήν φεύγουν μπροστά στόν Τούρκο».
Ό Ομέρ βρυώνης τελικά νικά καί συλλαμβάνει τόν τραυματισμένο Αθανάσιο Διάκο, τόν οποίον ανασκολοπίζει (σουβλίζει) καί ψήνει ζωντανό. Τό αίμα όμως τού Διάκου θά ποτίσει τό δένδρο τής επαναστάσεως.
Στίς 8 Μαϊου στό Χάνι τής Γραβιάς ό Ομέρ Βρυώνης συναντά τόν Οδυσσέα Ανδρούτσο καί γνωρίζει τήν ήττα. Στήν συνέχεια ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μαζί με τούς Ηλία καί Κυριακούλη Μαυρομιχάλη συντρίβουν στό Βαλτέτσι μία Τουρκική στρατειά. Ή Επανάσταση εκρήγνυται σέ όλη τήν Ελλάδα, Ήπειρο, Στερεά, Μακεδονία ακόμα καί στήν Κρήτη. Στίς 8 Ιουνίου ό Καραϊσκάκης επιτίθεται κατά τού Ισμαήλ Πασά, όπου μετά από 6 ώρες μάχης οί Τούρκοι υποχωρούν έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Στήν θάλασσα ή Μπουμπουλίνα πολιορκεί τά φρούρια τής Μονεβασιάς καί τού Ναυπλίου. Στήν Μήλο Σπετσιώτικη μοίρα συλλαμβάνει Τουρκικά πλοία ενώ ό Παπανικολής πυρπολεί Τουρκικό δίκροτο είς Ερεσσόν. Στήν Μυτιλήνη καί Έφεσο πυρπολούνται εννέα μεταγωγικά. Στό Δραγατσάνι ό Ιερός λόχος ηττάται. Στίς 9 Ιουνίου απαγχονίζεται ό Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός. Στό μέτωπο ό Γιάννης Γκούρας συγκρούεται μέ τόν Μπεϋράν Πασά στά Βασιλικά.

Στίς 13 Μαϊου 2000 Τούρκοι επιτίθονται κατά τών αδελφών Μαυρομιχάλη είς Βαλτέτσι όπου ήτο οχυρωμένοι. Πρίν καταφέρουν όμως νά μπούν στό χωριό, καταφθάνει ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (καί Πλαπούτας), όπου συντρίβει τούς Τούρκους καί δίδει μία σοβαρή νίκη είς τόν αγώνα. Τόσο τό ηθικό τών ανδρών υψώθη πού ό Γέρος τού Μωριά μπαίνει στήν Τριπολιτσά στίς 23 Σεπτεμβρίου. Στόν Μωριά πλέον υψώνεται τό λάβαρο τής Νίκης. Ό Δημήτριος Υψηλάντης (πληρεξούσιος τού Αλεξάνδρου) αναλαμβάνει τήν διοίκηση τής πολιτικής αρχής καί εκδίδει τήν πρώτη προκήρυξη στίς 12 Ιουνίου, μετά τήν έλευση τών Προκρίτων στήν μονή τού αγίου Ιωάννη Καλτετζών. Δέκα μέρες μετά ό Μαυροκορδάτος αφικνύεται είς Μεσολόγγι όπου καί τόν Νοέμβριο διενεργείται συνέλευση τού οργανισμού δυτικής χέρσου Ελλάδος καί μερικές ημέρες μετά στά Σάλωνα γίνεται ή νομική διάταξις τής ανατολικής χέρσου Ελλάδος.
Τήν 1ην Ιανουαρίου τού 1822 στήν Επίδαυρο ψηφίζεται τό Σύνταγμα τής Επιδαύρου, είτα προσωρινόν πολίτευμα Ελλάδος, ενώ καθορίζεται καί ή Εθνική Σημαία τής Ελλάδος μέ τό χρώμα καί σχήμα πού έχομεν σήμερον. Τόν ίδιο μήνα οί δυνάμεις στόν Μωριά ελευθερώνουν τήν Κόρινθο, ενώ στήν Ήπειρο ό Αλή Πασάς πεθαίνει. Στίς 20 Φεβρουαρίου έχουμε τήν πρώτη κατά πράταξη ναυμαχία μεταξύ Ελλήνων καί Τούρκων είς τόν Πατραϊκόν κόλπον. Ή υπεροχή τού Ελληνικού ναυτικού ήτο εμφανέστατη καί ή νίκη μεγάλη. Ό Κανάρης καί Μιαούλης κυριαρχούν σέ όλο τό Αρχιπέλαγος. Ό Καρά Αλής καταστρέφει τήν Χίο, αλλά δέν μπορεί πλέον νά ελέγξη τό Αιγαίο. Στίς 7 Ιουνίου ό Κανάρης ανατινάσσει τήν Τουρκική Ναυαρχίδα, ενώ ό Μιαούλης στίς 8 Σεπτεμβρίου νικά τόν Μεχμέτ στήν Ναυμαχία τών Σπετσών. Ναυμαχίαι συνεχίζονται στόν Αργολικό κόλπο μέ νικητές πάντα τούς Έλληνες. Στίς 28/10 ό Κανάρης πυρπολεί στήν Τένεδο Τουρκικό δίκροτο καί Σπετσιώτικη μοίρα σπεύδει ώς βοήθεια στήν Κρητική επανάσταση. Στήν Στεριά οί Αθηναίοι καταλαμβάνουν τήν Ακρόπολιν. Ό Κολοκοτρώνης στίς 28 Ιουλίου συναντά τόν Δράμαλη πρώτα είς Τ’Αναπλί καί μετά είς Δερβενάκια. Ό Πασάς τής Λάρισας μέ 30000 πεζούς καί 6000 ιππείς συγκρούεται μέ τόν Αρχιστράτηγο τών Σπαρτιατικών Στρατευμάτων. Ή πιό σκληρή καί κρίσημη αναμέτρηση, όπου ό Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς) ονομάσθη Τουρκοφάγος, είναι πλέον γεγονός. Τίς επόμενες ώρες, ό Γέρος τού Μωριά τσακίζει τούς Τούρκους καί δίδει είς τόν αγώνα μία λαμπρά νίκη. Τόν ίδιο μήνα όμως τό Σούλι πέφτει καί ό Ελληνικός στρατός ηττάται από τίς ανώτερες δυνάμεις τού εχθρού στήν μάχη τού Πέτα. Τόν Νοέμβριο τό Ναύπλιο παραδίδεται είς Έλληνας, αλλά συγχρόνως αρχίζει ή πολιορκία τού Μεσολογγίου.
Τό 1823 γίνεται ή Β΄Εθνοσυνέλευση είς Άστρος. Στήν Κρήτη ό Χουσεϊν Μπέης καταπνίγει τήν επανάσταση. Τόν Ιανουάριο ό Καραϊσκάκης συγκρούεται μέ Ισμαήλ Πασά, Ισμαήλ Χατζή καί Άγο Μουχουρδάρη. Ή μάχη διεξάγεται στόν άγιο Βλάσση Ευρυτανίας, όπου ό Χατζή Μπετού σκοτώνεται καί οί Τούρκοι τρέπονται σέ φυγή. Έπειτα 13 ημερών διεξάγεται νέα μάχη στόν ποταμό Φιδάρι όπου ό Καραϊσκάκης σημειώνει νέα νίκη.

Ή χρονιά αυτή είναι πού εμπνέει τόν Σολωμό νά γράψη τόν ύμνο είς τήν Ελευθερία.




Στίς 9 Αυγούστου ό Μάρκος Μπότσαρης συγκέντρωσε 900 Σουλιώτες καί Ρουμελιώτες. Σέ κοντινή ράχη ήταν τοποθετημένοι άλλοι 2000 Έλληνες. Ή κύρια δύναμη κίνησε κατά εχθρικού στρατοπέδου στήν περιοχή Κεφαλόβρυσο, κοντά στό Καρπενήσι. Ό Μάρκος Μπότσαρης επίτίθεται στό στρατόπεδο καί από τά αριστερά ό Τζαβέλας μέ 400 άνδρες. Οί Αλβανοί καί Γκέκηδες τού Τζαλαλεντίν Μπέη πανικοβάλλονται. Τά γιαταγάνια τών Ελλήνων θέριζαν τούς Αλβανούς. Οί Έλληνες Ηπειρώτες φώναζαν στά Αρβανίτικα προκαλώντας σύγχιση στούς Αλβανούς. Ή μάχη γιά μισή ώρα γίνεται μέ ξίφη, ενώ κατόπιν αρχίζουν νά πυροβολούν οί Έλληνες από τήν ράχη. Ό Μάρκος τραυματίζεται, αλλά ό Τζαβέλας συνεχίζει. Ό Ιωάννης Τσαούσης παίρνει τήν αρχηγία στήν μάχη καί καταλαμβάνει τήν γέφυρα, όπου αναγκάζει τό Τουρκικό ιππικό σέ οπισθοχώρηση. Ό Τζαβέλας ειδοποιείται γιά τό τί συμβαίνει καί οπισθοχωρεί σέ πλήρη τάξη. Ό Θανάσης εξάδελφος τού Μάρκου φορτώνοντας τό νεκρό σώμα τού Ήρωα συνεχίζει να πολεμά. Οί Έλληνες εγκαταλείπουν τό στρατόπεδο σέ πλήρη τάξη. Οί Αλβανοί νεκροί ξεπερνούν τούς χίλιους. Τά λάφυρα πού πήραν οί Έλληνες σέ όπλα, άλογα καί ξίφη ήταν πολλά. Όμως 60 Έλληνες σκοτώθηκαν καί 42 τραυματίες μεταφέρθησαν είς Μεσσολόγγι. Όλος ό λαός τού Μεσσολογγίου είχε πάει στήν είσοδο τής πόλεως νά υποδεχθή τόν νεκρό αρχηγό. Τό σώμα τού Ήρωος παρεδόθη στόν ιερό ύπνο καί τήν αιωνιότητα δίπλα στούς τάφους τού Κυριακούλη καί Μαυρομιχάλη. Στίς 24/12 αφικνύεται ό Λόρδος Βύρων είς Κεφαλληνία καί αμέσως μετά είς Μεσσολόγγι. Στήν θάλασσα ό Χοσρέφ μέ μεγάλο στόλο λύει τήν πολιορκία τής Καρύστου καί πυρπολεί άνω τών 50 χωριών στήν Εύβοια. Ηγούμενος ισχυρού στόλου διεξάγει μεγάλη εξτρατεία στό Αιγαίο καί Ιόνιο γιά νά καταπνίξει τήν επανάσταση. Στίς 25 Σεπτεμβρίου καί 11 Οκτωμβρίου διεξάγονται δύο Ναυμαχίες είς παρά τό Άθω καί παρά τάς Βόρειας Σποράδας μεταξύ αυτού καί τού Μιαούλη. Ή ναυμαχία όμως εγένετο υπό σχετικής αποστάσεως, τέτοιας πού κατέληξε άνευ νικητού. Ό Ναύαρχος Σκανδάλης μέ Ψαριανή μοίρα εκτελεί καταδρομή εναντίον φρουρίου Τσανταρλή έν Μ.Ασία.
Τό 1824 ξεκινά μέ τήν εμφύλια διαμάχη τών Ελλήνων οπλαρχηγών από τόν Ιανουάριο έως τόν Μάϊο, πού καταλήγει μέ τόν θάνατο τού υιού τού Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, Πάνου. Τήν ίδια χρονιά στίς 7 Απριλίου πεθαίνει ό Λόρδος Βύρων στό Μεσολόγγι από υψηλό πυρετό καί μέ τόν τίτλο τού Αρχιστρατήγου, έχοντας δώσει τά πάντα είς ένα αγώνα πού δέν ήταν δικός του. Ό ίδιος ό Σολωμός έγραψε ωδή πρός αυτόν. Στήν Κρήτη τήν χρονιά αυτή ό Χουσείν Μπέης καταπνίγει τήν επανάσταση. Ό Ισμαήλ στίς 25 Μαϊου καταστρέφει τήν Κάσο, ενώ στίς 20 Ιουνίου ό Χοσρέφ Πασάς καταστρέφει τά Ψαρά. Αμέσως Ελληνική μοίρα υπό τόν Μιαούλη σπεύδει είς τά Ψαρά καί ορμά κατά τής Τουρκικής μοίρας. Τό πυροβολικό σφυροκοπά τούς Τούρκους οί οποίοι καί υποχωρούν. Τελικά καταδιωκόμενοι από τόν Μιαούλη έως καί τίς 20 Ιουνίου καταπνίγονται. Στίς αρχές τού Αυγούστου ό Σαχτούρης εμπλέκεται σέ ναυμαχίες μέ τόν Τουρκικό στόλο τόν οποίο νικά κατακράτος. Στίς 24 Αυγούστου τού 1824 ό Τουρκοαιγυπτιακός στόλος τού Ιμπραήμ καί Χοσρέφ συγκρούονται μέ τόν Μιαούλη. Οί δύο στόλοι στέκονται κατά παράταξη καί οί κανονιοβολισμοί πέφτουν βροχή. Ό Μιαούλης στέκεται καί απαντά. Οί απώλειες πολλές, αλλά ή ναυμαχία καταλήγει αναποφάσιστος. Στίς 29 Αυγούστου εξελίσσεται ή μεγαλυτέρα ναυμαχία τού αγώνος. Ό Μιαούλης παρατάσει τόν Ελληνικό στόλο εναντίον τού Ιμπραήμ καί Χοσρέφ στόν κόλπο τού Γέροντα. Ώς άλλος Θεμιστοκλής, ό Μιαούλης κατασυντρίβη τόν ηνωμένο Τουρκοαιγυπτιακό στόλο.

Στίς 2 Νοεμβρίου ό Ιμπραήμ ηττάται καί νυχτερινή καί ημερινή ναυμαχία τού Ηρακλείου καί υποχωρεί στήν Ρόδο. Στόν Μωριά οί Έλληνες οπλαρχηγοί συνεχίζουν τόν εμφύλιο ( Ζαϊμης, Λόντος, εναντίον Καραϊσκάκη, Τζαβέλα).
Τόν Φεβρουάριο τού 1825 καί μέ τήν κατάσταση αυτή, ό Ιμπραήμ αποβιβάζεται τελικώς είς τόν Μωριά. Εναντίον του έσπευσαν τά Ρουμελιώτικα σώματα υπό τού Καραϊσκάκι, Καρατάσσου καί Τζαβέλα μέ 3250 άνδρες. Ό αρχηγός τού Εκτελεστικού Κουντουριώτης διορίζει αρχηγό τόν Πλοίαρχο Κυριάκο Σκούρτη, πρός μεγάλη δυσαρέσκεια τών Ρουμελιωτών. Μετά τήν άσχημη έκβαση τής μάχης (εξαιτίας τής ανικανότητος τού Σκούρτη), οί Ρουμελιώτες επιστρέφουν στήν Στερεά Ελλάδα. Ό Παπαφλέσσας (Υπουργός εσωτερικών), παίρνει 300 άνδρες καί πηγαίνει αυτός νά συναντήση τόν Ιμπραήμ, δείχνοντας έτσι στούς διχασμένους Έλληνες τόν σωστό δρόμο. Ό Παπαφλέσσας στέκεται στό Μανιάκι στίς 20 Μαϊο, όπου προσεβλήθη υπό 6000 άνδρες τού Ιμπραήμ. Οί Τουρκοαιγύπτιοι τού Ιμπραήμ προέτεινον τάς λόγχας καί οί Έλληνες τά ξίφη. Ή πάλη υπήρξε άνισος κατά όπλα καί κατά πλήθος. Οί Έλληνες έπεσαν άπαντες καί ό Ιμπραήμ έχασε πάνω από 600 άνδρες. Κατόπιν τού γεγονότος αυτού, ό Αναγνωσταράς καί ό Μαυροκορδάτος μάχονται στήν σφακτηρία. Ό Κολοκοτρώνης διορίζεται αρχηγός τών στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον τού Ιμπραήμ καί επανέρχεται στό Μακρυπλάγι ενώ ό Υψηλάντης στούς Μήλους. Ό Καραϊσκάκης έλαβε εντολή νά βοηθήση τό Μεσολόγγι. Κατά τήν διαδρομή συνέτριψε τόν Ταχήρ Αμπάζ Μπέη καί στό Μεσολόγγι χτύπησε τόν Κιουταχή στά νώτα αυτού. Στίς 7 Αυγούστου ό Καραϊσκάκης ανάγκασε τόν Άγο Μουχουρδάρη νά συμπτυχθή μέ τόν Κιουταχή. Στήν συνέχεια εγκατέληψε τό Δραγαμέστο καί πλησίασε τό Μεσολόγγι. Ή σοβαρή όμως ασθένεια του (φυματίωση) τόν καθυστέρησε. Έτσι ή ηρωική έξοδος τού Μεσολογγίου εγένετο στίς 10 Απριλίου. Στήν θάλασσα ό Σαχτούρης στήν υπέροχη ναυμαχία τού Καφηρέως στίς 20 Μαϊου κατετρόπωσε τόν Χοσρέφ, ενώ ό Κανάρης πυρπολεί ομάδα Αιγυπτιακών φρεγατών εντός τού Λιμένος τής Αλεξάνδρεις.
Τό 1826 μετά τήν πτώση τού Μεσολογγίου ό Κιουταχής κυριεύει τάς Αθήνας. Ό Γκούρας αμύνεται είς τήν Ακρόπολιν, όπου καί απέθανε μαχόμενος. Ό Καραϊσκάκης αμέσως σπεύει είς τήν Αθήνα. Στό πέρας του συντρίβει τά Αλβανικά τάγματα τού Μουσταφάμπεη καί μέ τίς νίκες του στό Τουρκοχώρι, Δίστομο καί ειδικά στήν Αράχωβα , αναζωπυρώνει τήν ισχνή φλόγα τής επαναστάσεως. Στήν θάλασσα εγένετο σφοδρά ναυμαχία στό Καρλόβασι μεταξύ Ελλήνων καί Τούρκων.
Μεγάλη σύγκρουση Ελληνικών καί Τουρκικών δυνάμεων ακολούθησε έν Κερατσίνι. Στίς 4 Μαρτίου τού 1827 αποκρούει ό Καραϊσκάκης τόν Κιουταχή. Ή Εθνοσυνέλευση τής Τροιζήνας διορίζει αρχηγό τόν Άγγλο Τζώρτζ καί τού στόλου τόν Κόχραν. Ό Τζώρτζ απαιτεί άμεσες επιθέσεις ενώ ό Καραϊσκάκης αντιλέγει, επιμένοντας σέ μάχη αργή καί μάχη χαρακωμάτων. Ό Καραϊσκάκης υπερισχύει καί καταφέρνει νά ενώση μέ αυτόν τόν τρόπο τίς δυνάμεις τού Φαλήρου καί Κερατσινίου. Στίς 23 Απριλίου αποφασίζεται ή οριστική επίθεσις κατά τού Κιουταχή. Πρίν τήν καθορισμένη ώρα τής μάχης εγένοντο κάποιες μικροσυμπλοκές καί ό Καραϊσκάκης έτρεξε νά προλάβη μήν γενικευθούν. Όμως μία σφαίρα τόν χτυπά θανάσιμα καί αποχωρεί από τήν μάχη έως κάι τήν άλλη μέρα πού τελικά θά υποκύψει στό τραύμα. Ή εφόδος όμως πού πραγματοποίησαν οί Άγγλοι, τούς βαραίνει μέ τήν ευθύνη μίας από τίς μεγαλύτερες ήττες τών Ελλήνων. Οί νεκροί ξεπέρασαν καί αυτούς τού Μεσολογγίου. Στίς 8/10 όμως ή συμπλοκή Αιγυπτιακών καί Αγγλικών πλοίων στό Ναβαρίνο δίδει χρόνο καί σταματά τήν γρήγορη ροή τών γεγονότων.
Πρώτος κυβερνήτης του νέου ελληνικού κράτους ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), που προσπάθησε να δημιουργήσει κρατικό μηχανισμό, μέσα από το χάος που είχε αφήσει ο εφτάχρονος πόλεμος και πέτυχε πολλά πράγματα στον τομέα αυτό. Μετά τη δολοφονία του (Σεπτέμβριος 1831) έγινε βασιλιάς της Ελλάδας ο Όθωνας (1833-1862), που κυβέρνησε στην αρχή απολυταρχικά, αλλά αναγκάστηκε να παραχωρήσει το 1843 σύνταγμα. Το 1862 εκθρονίστηκε, και μια νέα εθνοσυνέλευση εξέλεξε βασιλιά το Γεώργιο Α΄.
Ο Γεώργιος έφτασε στην Ελλάδα το 1864, ενώ τον ίδιο χρόνο η Αγγλία παραχώρησε τα Επτάνησα στην Ελλάδα. Στα χρόνια που ακολούθησαν το ζήτημα της Κρήτης έφερε πολλές φορές σε προστριβές την Ελλάδα με την Τουρκία. Το 1878, με τη συνθήκη του Βερολίνου, παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα ένα τμήμα της Θεσσαλίας και μέρος της Ηπείρου. Το 1897, με αφορμή το κρητικό ζήτημα, ξέσπασε ελληνοτουρκικός πόλεμος, στον οποίο η Ελλάδα νικήθηκε και αναγκάστηκε να πληρώσει μεγάλη πολεμική αποζημίωση.
Από τις αρχές του 20ού αι., άρχισε ανοιχτός ανταγωνισμός των βαλκανικών κρατών για την επικράτηση στην τουρκοκρατούμενη ακόμη Μακεδονία, που τελείωσε το 1908 με το κίνημα των Νεότουρκων. Ακολούθησε το κίνημα στο Γουδί (1909) και ο Ελ. Βενιζέλος ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.
Τόν Δεκέμβριο τού 1828 λοιπόν, ορίζεται κυβερνήτης ό Καποδίστριας καί έρχεται είς Ναύπλιο κάι Αίγινα. Αμέσως επιδόθηκε μέ ζήλο καί αυταπάρνηση στήν οργάνωση τού νέου κράτους, πασχίζοντας νά επουλώση τίς πληγές πού είχε αφήσει στήν χώρα ή μακρόχρονη σκλαβιά. Τότε λοιπόν ό Καποδίστριας είχε ορθά σκεφτεί καί ενεργούσε πρός τήν διαχώριση τής Πατριαρχικής εξουσίας από τό ελεύθερο τμήμα τής Ελλάδος, ωστέ νά μήν επηρεάζεται τούτο.

Γιά τόν σκοπό αυτόν γράφει ό Διον.Κόκκινος :
«ό Πατριάρχης κατόπιν πιέσεως τής Πύλης οφειλομένης είς τήν επιμονήν τού Σουλτάνου...διέταξε τήν από τών αμβώνων τών εκκλησιών διαφώτισιν τών ραγιάδων, ότι μόνη ή υποταγή είς τόν Σουλτάνο ήτο δυνατόν νά τούς σώση καί νά επαναφέρη τήν γαλήνην διά τής αναδημιουργίας ειρηνικής συμβιώσεως μέ τούς Τούρκους».
Ό ιστορικός τού αγώνος Σπ.Τρικούπης αναφέρει ότι:
«ή Πύλη προκειμένου νά ανατρέψη τίς υπέρ τής Ελληνικής ανεξαρτησίας ενέργειες τών Μεγάλων δυνάμεων, σκέφθηκε νά μεταχειρισθή είς τήν υποταγή τών Ελλήνων τήν Μεγάλην Εκκλησίαν, υπενεργήσασα νά επικαλεσθή καί λάβη αύτη τήν άδειαν πρός επαναγωγήν τών αποπλανηθέντων είς τήν ποίμνην».

Οί απεσταλμένοι τής εκκλησίας έφθασαν στήν Μεσσηνία, όπου συναντήθηκαν μέ τόν Ιμπραήμ, ό οποίος ώς γράφει ό Κόκκινος : «εβοήθησε τούς ανόητους καί ευτελείς πέντε κληρικούς νά εισδύσουν είς τήν Λακεδαίμονα καί διά τής επαρχίας αυτής εκείνοι έφθασαν πρό τής Τριπολιτσάς». Ό εκεί Επίτροπος τής Κυβερνήσεως Αλέξιος Βλαχόπουλος τούς απαγόρευσε τήν είσοδο στήν πόλιν, λόγω τού ότι ήρχοντο από περιοχές όπου είχε ενσκήψει πανώλης. «Οί ιεράρχες αυτοί ήρχισαν νά αναπτύσσουν τόν σκοπό τής αφίξεώς των, προσθέτοντες ότι δέν συνέφερε τούς Έλληνας νά παραμένουν είς τήν οικτράν κατάστασιν πού ευρίσκοντο καί ότι ώφειλαν τό ταχύτερον νά βοηθήσουν όλοι νά επανέλθη ό τόπος είς τήν ευεργετικήν χείρα τού κραταιοτάτου Σουλτάνου». Από εκείθεν μετέβησαν είς τό Ναύπλιο καί από εκεί στόν Πόρο, όπου τούς εδέχθη ό Κυβερνήτης, ό οποίος παρέλαβε τήν επιστολή. Ό Μιχ.Οικονόμου(έργο: Ιστορικά τής Ελληνικής Παλιγγενεσίας) αναφερόμενος στό περιεχόμενο τής επιστολής γράφει ότι : «δι’ής (επιστολής) οί Έλληνες ώς υποτεταγμένοι ήδη θεωρούμενοι, ενουθετούντο, προτρέποντο καί εσυμβουλεύοντο είς πιστήν υποταγήν, εξ’άλλου δέ καί ηπειλούντο». Περαιτέρω ό Διον.Κόκκινος δημοσιεύει τήν απαντητική επιστολή τού Καποδίστρια, όπου λέγει πρός τόν Πατριάρχη: «Πάμπολυ αίμα εχύθη, πάμπολλαι θυσίαι εφθάρησαν είς διάστημα οκτώ ετών πολέμου καί δυστυχιών, καθ’ούς ό τόπος ούτος κατηφανίσθη ώστε όλως διόλου αδύνατον είναι νά επανέλθη είς οποιαδήποτε κατάστασιν πραγμάτων βάσιν έχουσαν τό παρελθόν. Οφείλομεν..νά παρακαλέσωμεν τήν Υμετέρα Παναγιότητα νά μάς χαρίση τάς ευλογίας της, πεπεισμένη ότι αμεταθέτως είμεθα προσηλωμένοι είς τάς αρχάς τής ιεράς ημών πίστεως...παύομεν επαναλαμβάνοντες καί πάλιν πόσον λυπούμεθα μή δυνάμενοι νά αποδείξωμεν καρποφόρους όσους οί σεβάσμιοι Ιεράρχαι κατέβαλλον αγώνα είς τήν εκτέλεσιν τών διαταγών τής Υμετέρας Παναγιότητος». Ό Σπ.Τρικούπης (έργο: «Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως») καταλήγει λοιπόν επαναλαμβάνοντας ότι τό Πατριαρχείο εχρησιμοποιήθη ώς όργανο υπέρ τής εξωτερικής πολιτικής τού Οθωμανικού Κράτους. Ενώ ό Ακαδημαϊκός Διον.Κόκκινος (έργο: «Η Ελληνική Επανάστασις») λέγει: «Πέντε ράσα συρόμενα ακόμη είς τήν προέκτασιν τής λάσπης τής δουλείας καί αποδιωχθέντα από τόν άνεμον τής ελευθερίας πού έπνεεν είς αυτόν τόν τόπον».
Στό μέτωπο κατά τήν ίδια χρονιά (1828) κηριεύεται ή Βονίτσα. Ό Σαχτούρης αποκλείει τόν εφοδιασμό τού Ιμπραήμ από τόν Μάρτιο έως Ιούλιο.Κατόπιν τό Αντίρριον καί ή Ναύπακτος καταλαμβάνονται. Ό Ιμπραήμ μέσω Πατρών περνά είς Μεσολόγγι. Ό Ιμπραήμ πηγαίνει πρός Λιβαδιά καί τό Μεσολόγγι ανακατακτάται. Ό Δημήτριος Υψηλάντης κατακτά τήν μονή τού οσίου Λουκά καί νικά τόν Ιμπραήμ στήν Λιβαδιά καί καταλαμβάνει τήν Αταλάντην.
Τήν 12ην Σεπτεμβρίου 1829 οί Ρώσοι καταλαμβάνουν τήν Ανδριανούπολιν, ενώ στήν Βοιωτία γίνεται ή περίφημος μάχη τής Πέτρας, κατά τήν οποία οί Τούρκοι δι’ομολογίας τού αρχιστρατήγου των υποχωρούν καί ό Υψηλάντης κατέχει άπασα τήν Κεντρική Ελλάδα, εκτός Λαμίας καί Αθηνών, όπου ή μικρή Τουρκική φρουρά στήν Ακρόπολιν θά παραδοθεί πρό τού τέλους τού 1829. Στίς 27 Σεπτεμβρίου 1831 ό Καποδίστριας δολοφονείται από τούς αδελφούς Μαυρομιχάλη, ίσως διότι αδικήθηκαν ή δυσαρεστήθησαν από τά μέτρα πού έλαβε προκειμένου νά ανακάμψη ή χώρα.
Τό 1832 τή συναινέση τής Ελλάδος, Βαυβαρίας καί τών προστάτιδων δυνάμεων, ορίζεται ώς Βασιλεύς τής Ελλάδος ό Όθων, όστις καί ανακηρύσσεται έν Ναυπλίω. Στίς 25/1 έρχεται ό Όθων μέ Βαυβαρικό Στρατό είς Ναύπλιο. Τήν επομένη χρονιά πεθαίνει ό δεύτερος μεγάλος διαφωτιστής τού Έθνους μετά τόν Ρήγα, ό Αδαμάντιος Κοραής. Ό δάσκαλος τού γένους, δημοσίευσε πολιτικά φυλλάδια καί εξέδωσε πολλά έργα μέ σκοπό τήν διαφώτιση τού γένους. Ό διχασμός όμως ξαναγυρνά στήν Μάνη, όπου συγκρούονται μέ τήν κυβέρνηση ό Κολοκοτρώνης, ό Καλλιόπουλος καί ό Πλαπούτας. Στήν δίκη πού ακολουθεί (1832) οί δύο από τούς πέντε δικαστές, Γεώργιος Τερτσέτης καί Πολυζωίδης αντιτάχθησαν στά σχέδια τών μεγάλων δυνάμεων (δέν ήθελαν έναν Κολοκοτρώνη νά οδηγή τούς Έλληνες) καί στήν στημένη θανατική καταδίκη τού Γέρου τού Μωριά. Κατόπιν καί μέ παρέμβαση τού Όθωνος ό Κολοκοτρώνης βγαίνει από τήν φυλακή καί υπαγορεύει στόν Γεώργιο Τερτσέτη τά απομνημονεύματά του.
Στίς 27 Ιουλίου 1833 στήν συνέλευση τού Ναυπλίου ή ιεραρχία ανακήρυξε τήν ανεξαρτησία τής Ελλάδος καί Πρωθυπουργός ορίσθη ό Τρικούπης. Οργανώνεται τό σώμα τών γενικών επιτελείων καί εφαρμόζεται στόν στρατό ό κανονισμός τής στολής. Ή έδρα τής πρωτευούσης μεταφέρεται στήν Αθήνα τόν Δεκέμβριο τού 1833. Τό 1838 ανοικοδομούνται τά Βασιλικά ανάκτορα καί τό 1835 ιδρύεται ή στρατιωτική σχολή τών Ευελπίδων. Ό Λουδοβίκος Βασιλέας τής Βαυαρίας, επισκέπτεται τόν ενηλικιωθέντα Όθωνα, είς τάς Αθήνας. Τό 1836 τελούνται οί Γάμοι Όθωνος καί Αμαλία, ενώ τήν Πρωθυπουργία παίρνει ό Κουντουριώτης. Τό 1837 τήν Πρωθυπουργία αναλαμβάνει ό Ρουδχάρδος ενώ ό Όθων επισκέπτεται τήν Σμύρνη, ένθα ιδρύει τό πρώτο Μουσείον. Τό 1841 ή Κρήτη εγχωρείται πάλι στήν Τουρκία, ενώ στήν νήσο ό λαός επαναστατεί. Τελικώς όμως οί Τούρκοι καταπνίγουν τήν επανάσταση. Στήν Ηπειρωτική Ελλάδα ό Μαυροκορδάτος αναλαμβάνει τήν Πρωθυπουργία καί ιδρύεται ή Εθνική τράπεζα υπό τόν Γεώργιο Σταύρου. Τόν Σεπτέμβριο τού 1843 ό Καλλέργης καί ό Μακρυγιάννης προκαλούν στρατιωτική επανάσταση καί αναγκάζουν τόν Βασιλέα νά εκδόση Συνταγματικό χάρτη. Μέχρι τόν Φεβρουάριο τά Βαυαρικά στρατεύματα έχουν αποχωρήσει καί τήν κυβέρνηση αναλαμβάνει ό Α. Μεταξάς καί αυτόν διαδέχονται ό Μαυροκορδάτος καί Κωλέτης.Τήν χρονιά αυτήν πεθαίνει ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καί ή Ελλάς χάνει τόν μεγαλύτερο Στρατηγό καί ηγέτη τών τελευταίων 600 ετών. Τό 1847 πεθαίνει καί ό Κωλέτης καί επέρχονται αναταραχές λόγω τού πολιτικού κενού (Ένοπλες συμπλοκές, ληστείες καί άλλα όμοια συμβαίνουν αυτά τά χρόνια). Τό 1848 τήν Πρωθυπουργία αναλαμβάνει ό Κριεζής, επί τού οποίου κάποιες μικροδιαφορές πού είχαν δημιουργηθεί μεταξύ Άγγλων καί Ελλήνων, κλιμακώνονται. Οί Άγγλοι τότε αποκλείουν τόν λιμένα τού Πειραιώς. Μετά τήν έλευση τού νεαρού Βασιλέα μέ τήν κουστωδία του, τούς αντιβασιλείς, ή αναρχία καί ή πείνα εξαπλώθηκε περισσότερο. Οί Βαυαροί αντιβασιλείς έτρεμαν τό σύμβολο τού αγώνος Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Τόν Σεπτέμβριο τού 1833 τόν συνέλλαβαν ώς Ρωσόφιλο καί τόν φυλάκισαν μαζί μέ τόν Πλαπούτα στό Ναύπλιο. Ό Αρχηγός τού αγώνα μέ τήν θέληση τών Βαυαρών καταδικάζεται σέ θάνατο. Τούς Έλληνες από τήν ατιμία διέσωσαν οί δικαστές ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ και ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ πού αρνήθηκαν νά συμπράξουν σε αυτό τό έγκλημα. Ένα χρόνο μετά ό Όθων αποφυλάκισε τούς δύο Ήρωες καί τούς περιέβαλε μέ παράσημα καί αξιώματα.
Ρακένδυτοι οί αγωνιστές γυρνούσαν πεινασμένοι έχοντας φτάσει στό τελευταίο όριο τής ένδειας. Τόν Μάϊο τού 1833 τριακόσιοι άοπλοι αγωνιστές εφάνηκαν στό Ναύπλιο εκλιπαρώντας νά τούς δοθεί λίγο ψωμί. Τότε ό Βαυαρικός στρατός (δύο λόχοι πεζικού) μέ οβιδοβόλα εκδίωξαν τούς αγωνιστές. Ό Αγωνιστής Νικόλας Κασομούλης γράφει : «15000 άνδρες περιπλανώμενοι έζησαν νά ιδούν τό τέλος τούτων τών αδικιών». Σέ πολλές χήρες μητέρες εδίδοντο εξευτελιστικές συντάξεις, ενώ ή γή πού εδόθη ώς δωρεά, ήτο σέ βαλτώδη καί ακατάλληλα πρός καλλίεργεια εδάφη. Τό 1860 μπροστά από τήν Παναγία Χρυσοσπηλιώτισσα καθόταν καταγής ένας τυφλός γέροντας , ένας από τούς άνδρες τού Καραϊσκάκη καί ζητούσε ελεημοσύνη, τραγουδώντας τά κατορθώματα τού αρχηγού του. Ό Κανάρης όταν είδε έξω από τό υπουργείο τόν υδραίο αγωνιστή Ματρόζο νά ζητιανεύει έπεσε αμέσως στή αγκαλιά του. Τήν στιγμή αυτήν τήν περιγράφει ό Στρατηγής στό ποιημά του «Ματρόζος». Στά 1841 πέθανε ό Σαχτούρης αφήνοντας τήν οικογένειά του πάμπτωχη. Ό Μακρυγιάννης μάς δείχνει τήν πραγματικότητα : «μάς πήραν τήν ματοκυλισμένη μας γή ... οί αγωνιστές δέν έχουν ούτε γουμάρι καί ξυπόλητοι καί γυμνοί διακονεύουν στά σοκάκια». Ό Νικήτας Σταματελόπουλος τό θρυλικό παλικάρι τού αγώνα πού έμεινε γνωστό μέ τό όνομα Τουρκοφάγος, ρίχνεται στίς φυλακές τόν Δεκέμβριο τού 1839 επειδή διέπραξε τό έγκλημα νά ηγηθή οργανώσεως πού σκοπό είχε τήν απελευθέρωση τής Μακεδονίας. Τό 1840 τόν Ιούλιο οδηγήθηκε στό δικαστήριο όπου απολογήθηκε καί τελικώς αθωώθηκε. Από τίς φυλακές βγήκε τόν Σεπτέμβριο τού 1841 σχεδόν τυφλός καί σέ τέτοια κατάσταση πού όταν τόν αντίκρυσε μία από τίς κόρες του, σάλεψαν τά λογικά της. Τό φτωχόσπιτο πού έμενε στόν Πειραιά ό μεγάλος ήρωας βγήκε σέ πλειστηριασμό. Στόν πλειστηριασμό εμφανίστηκε ό ίδιος ό Νικηταράς προσφέροντας ώς αντίτιμο τό Σπαθί του.
Ό ήρωας τής επαναστάσεως πού νίκησε τούς Τούρκους καί τόν θάνατο , χτυπήθηκε από τήν πείνα, τήν αδικία καί τήν φυλακή. Πέθανε στίς 25 Σεπτεμβρίου τού 1849
σέ ένα φτωχόσπιτο τού Πειραιά. Ασπρομάλλης παλεύοντας μέσα στήν ύστατη ανάσα νά ζήση. Ό Ήρωας πού μέ 200 άνδρες σταμάτησε 6000 Τούρκους, ό άνδρας πού σκότωσε περισσότερους Τούρκους από ότι θά μπορούσαν χιλιάδες Έλληνες, σβήνει. Τό ξημέρωμα ό γέροντας παύει νά αναπνέει. Οί γείτονες ρωτούν: «ποιός είναι ό ζητιάνος πού πέθανε ; ό Νικηταράς ό Τουρκοφάγος λέγει ένας άλλος γέροντας».

Τρείς Τούρκοι εκινήσανε μέσα απ΄τό λεοντάρι...
Να πιάσουν τόν Νικηταρά, γιά νά τόν εχαλάσουν ...
Οί Τούρκοι τού μιλήσανε πώς δέν θά τόν χαλάσουν ...
Κί ό Νικηταράς τούς λέει : «Τί λέτε βρέ Βρωμόσκυλα Μένα μέ
Λέν Νικηταρά καί έχουν τά πόδια μου φτερά
Ναί εγώ θά φάγωόλη τήν Τουρκιά κί όλους θά σάς χαλάσω
Θά φτιάξω πύργο δίπατο μέ Τουρκικά κεφάλια ...»
(Δημοτικό Τραγούδι)

Ό Μακρυγιάννης κατηγορήθηκε επίσης ότι ήθελε νά ανατρέψει τόν Όθωνα, γιαυτό φυλακίσθηκε. Άρρωστος παρέμεινε στήν φυλακή έως τά 1854 όπου τόν απεφυλάκισε ό Πρωθυπουργός Καλλέργης. Μετά τήν αποχώρηση τού Όθωνα τού αποδόθηκαν στρατιωτικοί βαθμοί. Μία εβδομάδα πρίν πεθάνει τού απένειμαν τόν βαθμό τού Αντιστρατήγου.

Οί γραμμές αυτές άς είναι φόρος τιμής στόν άγνωστο Έλληνα πολεμιστή. Ένας φόρος τιμής σέ όλους όσους πέθαναν είτε από εχθρικό είτε από αδελφικό βόλι, αλλά κυριότερα σ’αυτούς πού έζησαν καί γεύτηκαν τήν αδικία καί τήν πείνα. Άς είναι ακόμα ή βεβαίωση καί συνάμα υπόσχεση πώς κάποιοι Έλληνες δέν ξέχασαν τούς στόχους τής Εθνεγερσίας.


Μία ΕΛΛΑΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ








Τό 1853 προκαλείται ό Κριμαϊκός πόλεμος. Ελληνικά σώματα εισβάλλουν στήν Θεσσαλία καί στήν Ήπειρον, εξ’ών επέρχεται ή διακοπή τών σχέσεων, Τουρκίας καί Ελλάδος. Ή Αγγλία καί Γαλλία επεμβαίνουν καί αποκλείουν πάλι τόν λιμένα τού Πειραιώς, όπου Γάλλοι αποβιβάζουν στρατό, ό οποίος μένει εκεί έως τό 1857. Από τό 1856 ό Γλάδστον κατέρχεται είς τά επτάνησα ίνα κατευνάση τήν πρός ένωσιν κίνηση, αλλά αποτυγχάνει. Τό 1859 οργανώνεται πυροβολικό, αλλά στόν πολιτικό στίβο προκύπτει τό θέμα διαδοχής τού Όθωνος. Υποψήφιοι είναι ό Πρίγκιπας Λαιχτεμβεργ καί ό Αλβέρτος τής Βαυαρίας. Στίς 6 Σεπτεμβρίου 1860 γίνεται απόπειρα δολοφονίας κατά τής Αμαλίας καί στό Ναύπλιο γίνεται ανταρσία. Ή βουλή ή εκκλησία καί ή ιερά σύνοδος κηρύσσονται υπέρ τού Βασιλέως. Ό Στρατηγός τού Όθωνα Χάν καταστέλει τήν στάση μέ τόν τακτικόν στρατό. Τόν Οκτώμβριο κατά τήν απουσία τού Βασιλέως εκρήγνυται νέα επανάστασις είς Βονίτσαν, Πάτρα, Αθήνα καί αλλού. Σχηματίζεται προσωρινή κυβέρνησις υπό τόν Επαμεινώνδα Δεληγιώργη. Οί Βασιλείς επιστρέφουν μετά μία εβδομάδα, αλλά δέν γίνονται αποδεκτοί καί φεύγουν πρός Βαυαρία. Ό Όθων εκφωνεί έναν συγκινητικό λόγο έκ τού λιμένος τής Σαλαμίνος κατά τήν αποχώρησί του. Κατόπιν Πρωθυπουργός ορίζεται ό Βούλγαρης καί στίς 10 Δεκεμβρίου συνέρχεται ή Εθνική συνέλευση. Τό 1863 εκλέγεται ό Γεώργιος Α΄ώς Βασιλεύς, όστις ήτο πρίγκιψ τής Δανίας. Στίς 18 Οκτωμβρίου αφικνείεται έν Αθήνα. Οί Άγγλοι δίδουν τότε τά Επτάνησια είς τήν Ελλάδα ώς δώρον στόν νέον Βασιλέα τής Ελλάδος. Οί Πρωθυπουργοί πού ακολουθούν είναι ό Βάλβης, ό Κυριάκος, ό Ρούφος, ό Κ.Κανάρης καί έπειτα Καούρης. Τό 1866 ξεσπά επανάσταση στήν Κρήτη υπό Ζυβρακάκην, Κορωναίον καί Κόρακαν. Στήν περιοχή Βαφέ επέρχεται ήττα, αλλά ακολουθεί ηρωική άμυνα είς τήν μονή Αρκαδίου, καί θυσία τών αγωνιστών. Τό 1867 ό Γεώργιος παντρέυεται τήν Όλγα καί οργανώνει κατόπιν τό σώμα τών Ευζώνων. Μετά τά γεγονότα είς τήν Κρήτη, διακόπτονται έκ νέου οί σχέσεις Ελλάδος καί Τουρκίας. Τήν ίδια χρονιά στίς 21 Ιουλίου γεννάται ό διάδοχος Κωνσταντίνος ΙΒ΄. Έν Παρισίους εγένετο συνδιάσκεψις όπου λύεται τό Κρητικό πρόβλημα. Τό 1876 ξεσπά πόλεμος Σερβίας καί Τουρκίας, ενώ τό 1877 συγκρούονται δυνάμεις τής Ρωσίας μέ τήν Τουρκία. Στήν Ελλάδα γίνεται μεγάλη τελετή γιά τήν ανακομιδή τών οστών τού Κοραή. Επίσης εμφανίζεται ή πρώτη διένεξις μεταξύ Ρωσίας καί Αγγλίας. Στήν Ελλάδα τά στρατιωτικά σώματα εισβάλλουν στήν Ήπειρο καί Θεσσαλία, αλλά αποσύρονται μέ τήν θέληση τών προστάτιδων δυνάμεων. Τό 1880 ναυπείται τό εύδρομο Μιαούλης. Τό 1881 ή διάσκεψις τού Βερολίνου επιδικάζει στήν Ελλάδα τήν Θεσσαλία καί τήν Ήπειρον. Τήν ίδια χρονιά εμφανίζεται ό Χ. Τρικούπης. Τό 1882 είναι ό Πρωθυπουργός καί αυτός πού θέτει τάς βάσεις γιά τήν ανάπτυξη τής Ελλάδος, αρχής γενομένης μέ τήν κατασκευή σιδηροδρόμου σέ όλη τήν χώρα. Τό 1885 οί Ελληνοβουλγαρικές σχέσεις εκτραχύνονται έξ’αφορμής επεισοδίου είς Φιλιππούπολιν. Τήν χρονιά αυτήν δημιουργείται τό Βουλγαρικό πραξικόπημα τού Σεπτεμβρίου είς τήν ανατολική Ρωμυλίαν, ενώ έχουμε καί τίς πρώτες Σερβοβουλγαρικές εχθροπραξίες. Επίσης οί σχέσεις Ελλάδος καί Τουρκίας είναι ένα βήμα πρίν τόν Πόλεμο. Οί μεγάλες δυνάμεις στέλνουν τελεσίγραφο πρός τήν Ελλάδα καί αποκλείουν τάς Ελληνικάς παραλίας. Ό Χ.Τρικούπης δημιουργεί νέα κυβέρνηση. Στήν Κρήτη όμως κατά τά 1889 γίνονται νέαι ταραχαί. Ό διάδοχος Κων/νος βρίσκεται στό Βερολίνο όπου τελούνται οί γάμοι αυτού καί τής Σοφία. Στήν Ελλάδα ναυπηγούνται τά θωρηκτά Σπέτσες, Ύδρα, καί Ψαρά. Τό 1890 ό Χ.Τρικούπης ταξιδεύει είς τήν Σόφια καί στό Βελιγράδι, όπου καί έχουμε τό πρώτο σχέδιο συνεργασίας τών Βαλκανικών κρατών. Ό Δεληγιάννης πού ήταν στήν Κυβέρνηση παύεται καί αναλαμβάνει έκ νέου ό Τρικούπης.
Τό 1893 αρχίζει ή οικονομική κρίση, καταλήγουσα είς αναστολή πληρωμής τών τόκων τών δανείων καί ό Τρικούπης κηρύττει είς βουλήν χρεωκοπίαν. Τών τόκων πού προέρχονται από δάνεια πού ποτέ δέν δόθηκαν. Τό πρώτο δάνειο ύψους 800000 λιρών είχε τόκο 59%, καί στά χέρια τών Ελλήνων έφθασαν 298000 λίρες. Τό δεύτερο δάνειο ύψους 2000000 λιρών πού μέ τούς τόκους καί τά 8 πλοία πού ζήτησε ή Κυβέρνηση, έφθασε στά χέρια τών Ελλήνων ώς 232000 λίρες. Βέβαια από τά 8 πλοία ήρθαν μόνο τά τέσσερα. Τό χρέος αυτό θά πληρώνει ό Ελληνικός λαός γιά περισσότερα από 100 χρόνια. Περιττό νά σημειωθή ότι οί τραπεζικοί κύκλοι στούς οποίους υποδουλώθηκε ή Ελλάς άνηκαν σέ Εβραίους κατα τήν πλειοψηφία.
Κατόπιν τήν κυβέρνηση αναλαμβάνει ό Ράλλης καί ό Σωτηρόπουλος. Τό 1895 επεισόδιο λαμβάνειν χώρα μεταξύ Διαδόχου καί Τρικούπη είς τό Πεδίον τού Άρεως. Οί προστριβές μεταξύ τών δύο ανδρών ήταν μεγάλες καί ό Τρικούπης αποχωρεί από τήν ενεργώ πολιτική. Ό Δεληγιάννης έρχεται πάλι είς τήν αρχήν. Στήν ανατολή όμως οί Τούρκοι διαπράττουν γενοκτονίες κατά Αρμενίων, πού συνεχίζονται γιά έναν χρόνο ακόμη.

Αθήνα

Η περίοδος της Επανάστασης του 1821 για την Αθήνα άρχισε στις 25 Απριλίου, όταν οι κάτοικοι πήραν τα όπλα και πολιόρκησαν τους Τούρκους στην Ακρόπολη. Η ενέργεια αυτή οφείλεται στην προπαρασκευή που είχε προηγηθεί από τη Φιλική Εταιρεία, στην οποία είχαν μυηθεί πολλοί Αθηναίοι. Αφορμή για τις εχθροπραξίες έδωσε η σύλληψη σημαντικών προκρίτων ως ομήρων, τους οποίους οι Τούρκοι φυλάκισαν στην Ακρόπολη.
Η πρώτη πολιορκία της Ακρόπολης λύθηκε στις 26 Ιουλίου, όταν εμφανίστηκε στην Αττική ο Ομέρ Βρυώνης. Οι κάτοικοι κατέφυγαν τότε στα νησιά του Σαρωνικού, απ’ όπου ξαναγύρισαν το Νοέμβριο για να ξαναρχίσουν την πολιορκία. Στις 10 Ιουνίου 1822 η Ακρόπολη παραδόθηκε στους επαναστάτες και ύστερα από αιώνες δουλείας η πόλη ήταν και πάλι ελεύθερη.
Ως τις 21 Αυγούστου 1822 άλλαξαν τρεις φρούραρχοι στην Ακρόπολη: οι Σπ. Κτενάς, Ν. Σαρρής και Οδυσσέας Ανδρούτσος. Επικεφαλής των επαναστατικών στρατιωτικών σωμάτων της Αττικής ήταν ο Ο. Ανδρούτσος και ο Γιάννης Γκούρας, που στην αρχή συνεργάζονταν. Ο Γκούρας όμως υπέβλεπε τον Ανδρούστο και συνωμοτούσε εναντίον του. Θέλησε μάλιστα να προσεταιριστεί και το Γιάννη Μακρυγιάννη αλλά αυτός, αηδιασμένος, αρνήθηκε να αναμειχθεί σε σκευωρίες και αφιερώθηκε στην ανυστερόβουλη προσφορά υπηρεσιών, που τόση ανάγκη είχε στην κρίσιμη εκείνη στιγμή το έθνος. Ο Γκούρας συνέχισε την ίδια τακτική και, υποστηριζόμενος από πολιτικούς αντιπάλους του Ανδρούτσου, τον φυλάκισε και μετά τον δολοφόνησε. Το στραγγαλισμένο πτώμα του πρωτεργάτη της Επανάστασης θα γκρεμιστεί από τους βράχους της Ακρόπολης, για να παρουσιαστεί το έγκλημα ως ατύχημα κατά την απόπειρα απόδρασης.
Τον Αύγουστο του 1826, μετά την πτώση του Μεσολογγίου, έφτασε στην Αθήνα ο Κιουταχής με μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, κατέλαβε την πόλη και πολιόρκησε τους Έλληνες επαναστάτες στην Ακρόπολη. Οι πολιορκημένοι, με επικεφαλής αρχικά το Γιάννη Γκούρα, που σκοτώθηκε το Σεπτέμβριο του 1826, αντιμετώπισαν με επιτυχία τις τουρκικές εφόδους, ενώ κατέφθαναν για βοήθεια από έξω επαναστατικά στρατεύματα με το Γεώργιο Καραϊσκάκη και το Γάλλο φιλέλληνα στρατηγό Κάρολο Φαβιέρο. Οι πολιορκημένοι, ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και ο Μακρυγιάννης, ενισχύθηκαν τον Οκτώβριο του 1826 από το Νικόλαο Κριεζώτη, που κατόρθωσε να μπει στην Ακρόπολη με ένα στρατιωτικό τμήμα, ενώ το ίδιο κατόρθωμα πραγματοποίησε το Νοέμβριο και ο Φαβιέρος, φέρνοντας εφόδια και ενισχύσεις σε άνδρες.
Οι τολμηρές αυτές ενέργειες αναπτέρωσαν το φρόνημα των αγωνιστών. Στις μάχες που έγιναν τότε γύρω από την Ακρόπολη της Αθήνας, αλλά και γενικότερα στο χώρο της Ανατολικής Στερεάς, αναδείχτηκε η στρατηγική ικανότητα του Γ. Καραϊσκάκη. Όμως ο μεγάλος ηγέτης σκοτώθηκε σε μια σύγκρουση στις 23 Απριλίου του 1827, γεγονός που είχε πολύ σοβαρό αντίκτυπο στο ηθικό των Ελλήνων. Κι όταν την άλλη μέρα τα ελληνικά στρατεύματα, με την ηγεσία και κατά το σχέδιο του Ρίτσαρντ Τσορτς, που είχε οριστεί από την επαναστατική ελληνική κυβέρνηση αρχιστράτηγος, και του Αλέξ. Κόχραν, κινήθηκαν κατά των Τούρκων, έπαθαν πραγματική πανωλεθρία στη μάχη του Ανάλατου.
Το γεγονός αυτό έκρινε και την τύχη της Ακρόπολης. Στις 24 Μαΐου οι υπερασπιστές της αναγκάστηκαν να την παραδώσουν στους Τούρκους και μεταφέρθηκαν με γαλλικά πλοία που διέθεσε ο ναύαρχος Δεριγνί στα νησιά του Σαρωνικού. Στην Ακρόπολη εγκαταστάθηκε τουρκική φρουρά, που παρέμεινε εκεί και μετά την απελευθέρωση, για να αποχωρήσει τελικά στις 31 Μαρτίου του 1833.
Η Αθήνα, όταν και ο τελευταίος Τούρκος έφυγε από αυτή, ήταν ένα μεγάλο καταστραμμένο χωριό. Μετά την ανακήρυξή της όμως ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους (28 Σεπτεμβρίου 1834), ο πληθυσμός της άρχισε να αυξάνει με αλματώδη ρυθμό. Τότε παρουσιάστηκε η ανάγκη να εκπονηθεί και το πολεοδομικό της σχέδιο, για να αντιμετωπιστούν οι απαιτήσεις μιας μεγαλούπολης. Το σπουδαίο αυτό έργο βρήκε τους καλύτερους εκτελεστές του στα πρόσωπα των αρχιτεκτόνων Σταματίου Κλεάνθη και Εδουάρδου Σούμπερτ, στους οποίους οφείλονται και οι πρώτες ονομασίες των οδών. Δυστυχώς το μεγαλόπνοο σχέδιο των δύο αρχιτεκτόνων, που πρόβλεπε πλατείς δρόμους και μεγάλες πλατείες και πάρκα, στάθηκε αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Προσέκρουσε στα συμφέροντα των οικοπεδούχων και στην αδυναμία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους να κάνει απαλλοτριώσεις.
Τότε οι Βαυαροί έφεραν τον αρχιτέκτονα Λέον φον Κλέντσε, ο οποίος με το νέο του σχέδιο τροποποίησε το αρχικό σε βάρος της ευρυχωρίας οδών και πλατειών. Έτσι χάθηκε από την αρχή μια ευκαιρία να αποκτήσει η πρωτεύουσα την πολεοδομία που άρμοζε στο ρόλο τον οποίο ήταν προορισμένη να παίξει ως η μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας. Οι συνέπειες γίνονται σήμερα πιο έκδηλες, καθώς το κυκλοφοριακό πρόβλημα της Αθήνας έφτασε σε αδιέξοδο.
Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε και εκτεταμένη αρχαιολογική ζώνη γύρω από την Ακρόπολη, που δυστυχώς περιορίστηκε και αυτή. Ευτυχώς όμως ιδρύθηκε έγκαιρα (1837) η «Αρχαιολογική Εταιρεία», η οποία ανέλαβε το έργο της εκκαθάρισης των μεταγενέστερων κτισμάτων της Ακρόπολης και την περισυλλογή των αρχαιοτήτων μέσα και έξω από την πόλη. Σ’ αυτήν επίσης οφείλονται οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές και η οργάνωση των πρώτων μουσείων της Αθήνας.
Από τη στιγμή που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα, τα περισσότερα γεγονότα και οι πολιτικές μεταβολές της χώρας συμβαίνουν σ’ αυτήν. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι τα εξής:
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1843 επαναστάτησε ο λαός της Αθήνας, μαζί με το στρατό που βρισκόταν εδώ, και ανάγκασε το βασιλιά Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα και να απομακρύνει από την Ελλάδα τα βαυαρικά στρατεύματα.
Τον Ιανουάριο του 1850 μοίρα αγγλικού στόλου της Μεσογείου με ναύαρχο το Γουλ. Πάρκερ κατέπλευσε στον Πειραιά και επέβαλε ναυτικό αποκλεισμό με αφορμή το επεισόδιο Πατσίφικο. Με την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων Ρωσίας και Γαλλίας ταχτοποιήθηκε το ζήτημα και έπαψε ο αποκλεισμός.
Το Μάιο του 1854, κατά τη διάρκεια του κριμαϊκού πολέμου, αγγλογαλλικά αγήματα κατέλαβαν τον Πειραιά, για να εξαναγκάσουν την ελληνική κυβέρνηση να πάψει να στηρίζει τα επαναστατικά σώματα που δρούσαν στις τουρκοκρατούμενες τότε περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Στη διάρκεια αυτής της κατοχής, που κράτησε ως το Φεβρουάριο του 1857, τα ξένα στρατεύματα μετέδωσαν επιδημία χολέρας, που έπληξε και την Αθήνα και αποδεκάτισε τον πληθυσμό της.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1861 έγινε απόπειρα δολοφονίας κατά της βασίλισσας Αμαλίας κοντά στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Δράστης της απόπειρας ήταν ο Αριστείδης Δόσιος, μέλος μιας αντιδυναστικής κίνησης νέων κυρίως, που είχαν ως κέντρο τα γραφεία της εφημερίδας «Το Μέλλον της Πατρίδος».
Στις 12 Οκτωβρίου 1862 έγινε η έξωση του Όθωνα, ύστερα από την έκρηξη πανελλήνιου κινήματος, που στην Αθήνα πήρε πιο έντονη μορφή.
Τον Ιούνιο του 1863 ξέσπασαν μέσα στην Αθήνα σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στους οπαδούς των δύο αντίθετων πολιτικών παρατάξεων, των «πεδινών» και των «ορεινών». Στις οδομαχίες που έγιναν πήρε μέρος και ο στρατός και η χωροφυλακή αλλά και η συμμορία του ληστή Κυριάκου, που ανέλαβε μάλιστα μαζί με τους «πεδινούς» τη φύλαξη της Εθνικής Τράπεζας! Ένα από τα θύματα των συγκρούσεων εκείνων ήταν και ο γιος του ναυάρχου και αγωνιστή του '21 Κωνσταντίνου Κανάρη. Τελικά, με την παρέμβαση και των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων, οι αντίπαλοι συμφιλιώθηκαν και το γεγονός γιορτάστηκε στην πλατεία Όθωνα, που μετονομάστηκε σε πλατεία Ομονοίας.
Στις 13 Οκτωβρίου 1863 έφτασε στην Αθήνα ο νέος βασιλιάς Γεώργιος Α΄. Το Νοέμβριο του 1867 έφτασε και η βασίλισσα Όλγα, την οποία ο Γεώργιος παντρεύτηκε στην Πετρούπολη και την έφερε στην Αθήνα.
Τον Απρίλιο του 1870, σε μικρή από την Αθήνα απόσταση, κοντά στο Πικέρμι, διαδραματίστηκε ένα θλιβερό επεισόδιο που συγκλόνισε το πανελλήνιο. Η συμμορία των αδερφών Αρβανιτάκη συνέλαβε και θανάτωσε μια ομάδα Άγγλων περιηγητών, που είχαν εκδράμει στο Μαραθώνα. Η αποτρόπαιη αυτή πράξη των ληστών έμεινε στην ιστορία γνωστή ως «η σφαγή του Δήλεσι».
Στα χρόνια 1869-1875 συνταράχτηκε η Ελλάδα από το γνωστό ως «Λαυρεωτικά» πολιτικοοικονομικό σκάνδαλο. Η διαφορά προέκυψε μεταξύ της ιταλογαλλικής εταιρείας, που εκμεταλλευόταν τα μεταλλεία Λαυρίου, και της ελληνικής κυβέρνησης και ήταν συνέπεια της ασάφειας που υπήρχε στους όρους της αρχικής συμφωνίας. Στα 1873 τα δικαιώματα της εκμετάλλευσης των μεταλλείων του Λαυρίου τα εξαγόρασε από την ιταλογαλλική εταιρεία ένας όμιλος Ελλήνων κεφαλαιούχων με επικεφαλής τον Ανδρέα Συγγρό. Η αναταραχή όμως εξακολούθησε για αρκετό ακόμη διάστημα γιατί, εξαιτίας των μεγάλων αυξομειώσεων της τιμής των μετοχών της εταιρείας, χάθηκαν πολλές περιουσίες.
Το 1875 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα η μεγαλύτερη μέχρι τότε έκθεση ελληνικών προϊόντων γεωργίας, βιοτεχνίας και βιομηχανίας, που συνοδευόταν και από προβολή δραστηριοτήτων του πνεύματος και της τέχνης. Είναι τα γνωστά ως «Ολύμπια», έργο των αδερφών Ζάππα. Τον επόμενο χρόνο (1876) η Ελλάδα έκανε την είσοδό της στη διεθνή οικονομική κίνηση με την ίδρυση του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.
Το 1896 τελέστηκαν στην Αθήνα οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί αγώνες στους οποίους θριάμβευσε ο μαραθωνοδρόμος Σπύρος Λούης από το Μαρούσι. Ακόμη λαμπρότεροι ήταν οι Ολυμπιακοί του 1906. Τότε μεταξύ άλλων η Αθήνα υποδέχτηκε και τους βασιλιάδες της Αγγλίας, που είχαν έρθει με την ευκαιρία των αγώνων.
Τη νύχτα της 14ης Νοεμβρίου 1896 έπληξε την Αθήνα η μεγαλύτερη θεομηνία των νεότερων χρόνων. Η ακατάσχετη βροχόπτωση προξένησε μια ασυνήθιστα μεγάλη πλημμύρα, που είχε ως συνέπεια τεράστιες υλικές ζημίες και πνιγμούς αρκετών ανθρώπων.
Το 1898 έγινε η πρώτη δολοφονική απόπειρα εναντίον του βασιλιά Γεώργιου Α΄. Στο σημείο της απόπειρας χτίστηκε αργότερα ο ναός του Αγίου Σώστη.

Αιγαίο

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης τα νησιά άρχισαν το σκληρό αγώνα της ανεξαρτησίας. Τον Απρίλιο του 1821 λαός, ναύτες και καπετάνιοι σήκωσαν το λάβαρο της ελευθερίας στην Ύδρα και αρμάτωσαν τα καράβια των πλοιοκτητών. Τον ίδιο μήνα ξεσηκώθηκαν τα Ψαρά και η Σάμος. Το Μάρτιο του 1822 ακολούθησε η Χίος αλλά πλήρωσε με βαρύτατο τίμημα τον ξεσηκωμό της: περίπου 23.000 άτομα σκοτώθηκαν και 30.000 πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Ακολούθησε (1824) η καταστροφή των Ψαρών και της Κάσου. Κοντά στη Σάμο όμως ο Μιαούλης στην ιστορική ναυμαχία του Γέροντα νίκησε τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο (1824). Ο Κανάρης, ο Πιπίνος και άλλοι γενναίοι ναυτικοί κυριάρχησαν και κατανίκησαν στο Αιγαίο τους Τούρκους. Γενικά η συμβολή της ναυτικής δύναμης των νησιών αποτέλεσε σπουδαίο παράγοντα για την επιτυχία του Αγώνα.

Ανατολική Ρωμυλία

Περιοχή που βρίσκεται μεταξύ Αίμου, Όρβηλου, Ροδόπης και Εύξεινου Πόντου. Η ονομασία δόθηκε από το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), το οποίο ανακήρυξε την περιοχή αυτόνομη, στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1885 προσαρτήθηκε πραξικοπηματικά στη Βουλγαρία, γεγονός που αναγνώρισε η Συνδιάσκεψη των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη (1886), παρά την αντίδραση Ελλήνων και Σέρβων.Στην Ανατολική Ρωμυλία ζούσε μεγάλος αριθμός Ελλήνων. Ύστερα από την προσάρτηση της περιοχής στο βουλγαρικό κράτος οι ελληνικοί πληθυσμοί άρχισαν να δέχονται πολλές πιέσεις, καθώς εκδηλώθηκαν και πολλά ανθελληνικά κινήματα, όπως αυτό του 1906, στη διάρκεια του οποίου καταστράφηκε η πόλη της Αγχιάλου. Έτσι οι Έλληνες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά τους εδάφη και να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην κυρίως Ελλάδα. Η ονομασία Ρωμυλία είναι τουρκική και σημαίνει χώρα των Ρωμιών (των Ελλήνων).


Μετανάστευση

Το τμήμα εκείνο του ελληνικού έθνους, το οποίο έχει εγκατασταθεί, με κάποια σχετική μονιμότητα, σε περιοχές εκτός του εθνικού χώρου.
Το φαινόμενο της μετανάστευσης των Ελλήνων σε άλλες χώρες και της εγκατάστασής τους σ’ αυτές παρουσιάζεται ιστορικά δεμένο με την πορεία της χώρας μας πολύ πριν από την Επανάσταση του 1821 και έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της οικονομικής, δημογραφικής και κοινωνικής ζωής του τόπου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν για εκείνη την περίοδο, η ελληνική παρουσία με τη μορφή της παροικίας σημειώνεται σ’ όλες τις εμπορικά αξιόλογες πόλεις του ευρωπαϊκού χώρου, στην Ιταλία, Αυστροουγγαρία, Μολδοβλαχία, Βόρεια Βαλκανική, Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία και Ρωσία. Ακόμη, στα τέλη του 18ου αιώνα έχουμε τις πρώτες βάσεις του παροικιακού ελληνισμού στην Αίγυπτο, ενώ δημιουργούνται παροικίες ως τις Ινδίες. Αν και οι ελληνικές παροικίες της περιόδου αυτής δεν είναι πολύ μεγάλες από την άποψη του αριθμού των παροίκων, η γεωγραφική τους διασπορά παρουσιάζεται ιδιαίτερα σημαντική. Πολλές απ’ αυτές εμφανίζουν πραγματικά αξιοσημείωτη εμπορική δραστηριότητα και μέλη τους εξελίσσονται από γυρολόγους και πραματευτάδες σε μεγαλέμπορους και μεγαλοτραπεζίτες, με κέντρο δράσης την Αυστροουγγαρία, που είχε γίνει το διεθνές χρηματιστήριο του εμπορικού κόσμου το 18ο αιώνα.
Στη συνέχεια, μετά την Επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το κέντρο του ελληνικού παροικιακού στοιχείου γίνεται η Αφρική και ειδικότερα η Αίγυπτος, στα λιμάνια της οποίας ο ελληνικός εμπορικός στόλος έχει την πρώτη θέση. Έτσι ως τα μέσα του 19ου αιώνα οι ελληνικές παροικίες της Αιγύπτου και της αραβικής Ανατολής γνωρίζουν μεγάλη οικονομική άνθιση.
Δικαιολογημένα η περίοδος από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους ως το 1880 χαρακτηρίστηκε ως «περίοδος κυοφορίας του ελληνικού μεταναστευτικού ρεύματος», που αρχίζει πλέον να κατευθύνεται όχι μόνο στις κοντινές ελληνικές παροικίες, αλλά και σε άλλες ηπείρους, όπως στις ΗΠΑ. Αυτή η στροφή των Ευρωπαίων και ειδικότερα των Ελλήνων μεταναστών προς τις ΗΠΑ είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις εξελίξεις που σημειώνονται με ταχύτατο ρυθμό στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης των βιομηχανικών χωρών. Στα τέλη του 19ου αιώνα η Αγγλία, η Γαλλία, η Γερμανία και οι ΗΠΑ συγκεντρώνουν ολόκληρη τη βιομηχανική παραγωγή του τότε γνωστού κόσμου. Δε θα ήταν μάλιστα καθόλου υπερβολή, αν λέγαμε ότι από το 1900 και έπειτα παρατηρείται μια έκρηξη στη μετακίνηση των μεταναστών από τον ελληνικό χώρο προς τις ΗΠΑ. Η μεταναστευτική αυτή ροή θα πάρει τις διαστάσεις εθνικής φυγής με ανυπολόγιστες συνέπειες για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας. Ωστόσο από το 1920 και μετά η ελληνική μετανάστευση προς τις υπερπόντιες χώρες αρχίζει να παρουσιάζει μειωμένο βαθμό εξέλιξης.





Ύδρα

Παρόλο που η Φιλική Εταιρεία ήταν γνωστή στο νησί, οι Υδραίοι πρόκριτοι δίσταζαν να αρχίσουν την επανάσταση χωρίς τον Αλ. Υψηλάντη και χωρίς φανερή και συγκεκριμένη ρωσική βοήθεια. Τελικά ο λαός επαναστάτησε (τέλη Μαρτίου 1821) με αρχηγό τον πλοίαρχο Αντώνιο Οικονόμου, τον οποίο οι πρόκριτοι αναγνώριζαν ως διοικητή του νησιού. Η επανάσταση για τους Υδραίους ξεκίνησε στις 17 Απριλίου με πάνδημη δοξολογία. Η ελληνική επανάσταση δεν μπορούσε να επιτύχει χωρίς στόλο. Οι Υδραίοι, που είχαν τα μεγαλύτερα οπλισμένα εμπορικά καράβια, τα μετέτρεψαν αμέσως σε πολεμικά. Με ναυάρχους τον Ιάκωβο Τομπάζη, το Γεώργιο Σαχτούρη και προπαντός τον Ανδρέα Μιαούλη πήραν μέρος σε όλες τις ναυτικές πολεμικές επιχειρήσεις. Ξόδεψαν όλα τα πλούτη τους και πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στον Αγώνα. Η συμβολή αυτή έδωσε στους πρόκριτους της Ύδρας τη δυνατότητα να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο και στα πολιτικά πράγματα. Στράφηκαν προς την Αγγλία και ενώθηκαν με το Μαυροκορδάτο και τους πολιτικούς. Η κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη νίκησε στους εμφύλιους πολέμους, ενώ ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι πρόκριτοι φυλακίστηκαν στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Δεν μπόρεσε όμως η κυβέρνηση αυτή να εμποδίσει την απόβαση των Αιγυπτίων στην Πελοπόννησο ούτε να σώσει το Μεσολόγγι.Αρχικά οι Υδραίοι πρόκριτοι συνεργάστηκαν με τον Καποδίστρια. Αργότερα όμως το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων, η προσπάθεια του Καποδίστρια να οργανώσει εθνικό στόλο, να φορολογήσει το ελεύθερο λιμάνι της Ύδρας και να δημιουργήσει ένα συγκεντρωτικότερο διοικητικό σύστημα, περιορίζοντας την κυβερνητική εξουσία που ασκούσαν οι πρόκριτοι, τους έφερε σε ανοιχτή και σκληρή ρήξη μαζί του.Μετά την απελευθέρωση η Ύδρα άρχισε να παρακμάζει. Γνώρισε κάποια οικονομική άνθηση στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ού αι. με τη σπογγαλιεία. Έπειτα ο πληθυσμός μειώθηκε. Πολλοί Υδραίοι εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά και στην Αθήνα.Στους βαλκανικούς πολέμους οι Υδραίοι ναύαρχοι Παύλος Κουντουριώτης και Νικόλαος Βότσης ανανέωσαν τα κατορθώματα των Υδραίων ναυμάχων του 1821.

ΚΡΗΤΗ ξέσπασε η επανάσταση στην υπόλοιπη Ελλάδα, στην Κρήτη επικρατούσε αφόρητη κατάσταση. Ενθαρρυμένοι οι Κρητικοί από τον αγώνα των άλλων Ελλήνων, ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης στα Σφακιά τον Απρίλιο του 1821. Αφού εφοδιάστηκαν με όπλα και πυρομαχικά από την Ύδρα, άρχισαν σειρά από επιτυχημένους αγώνες, που σιγά σιγά απλώθηκαν σε όλο το νησί. Η μία επιτυχία διαδεχόταν την άλλη και οι Τούρκοι, παρά την αριθμητική τους υπεροχή, αναγκάζονταν να παραδίνουν ένα ένα τα οχυρά τους. Η τροπή του αγώνα προκάλεσε τις ανησυχίες του σουλτάνου, ο οποίος καθώς ήταν απασχολημένος με την καταστολή της επανάστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα, ζήτησε από το Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου να καταστείλει την επανάσταση της Κρήτης. Το Μάιο του 1822 οι πρώτες αιγυπτιακές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στη Σούδα. Άρχισε τότε νέα τροπή του αγώνα. Οι Αιγύπτιοι αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες και είχαν πολλές απώλειες, μα σημείωναν και σημαντικές νίκες. Στο μεταξύ ο πληθυσμός της Κρήτης είχε μεγάλες απώλειες και έλλειψη πολεμοφοδίων. Αντίθετα, όλο και νέες δυνάμεις έρχονταν από την Αίγυπτο για να ενισχύσουν τους Τουρκοαιγύπτιους. Έτσι το 1824 η επανάσταση στην Κρήτη είχε κατασταλεί. Ένα χρόνο αργότερα ένας μεγάλος αριθμός Κρητικών, που είχαν εγκαταλείψει την Κρήτη, επέστρεψαν και άρχισαν πάλι τον αγώνα. Στη δεύτερη αυτή περίοδο της επανάστασης που ξεκίνησε και πάλι από τη δυτική Κρήτη για να απλωθεί γρήγορα σε ολόκληρο το νησί, οι Κρητικοί σημείωσαν πολλές νίκες. Από το 1828 αρχηγός των επαναστατών έγινε ο Χατζή Μιχάλης Νταλιάνης, που με έδρα το Φραγκοκάστελλο των Σφακιών οργάνωσε πετυχημένες επιθέσεις κατά των Τούρκων. Ο θάνατός του, που συνέβη λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, δεν πτόησε τους αγωνιζόμενους Κρητικούς. Σχεδόν ολόκληρη η Κρήτη βρισκόταν κάτω από τον έλεγχό τους. Παρ’ όλα αυτά, όταν η Ελλάδα ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1830), η Κρήτη βρισκόταν έξω από τα ελληνικά σύνορα. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου παραχωρήθηκε ή μάλλον πουλήθηκε στο Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου. Ο καινούριος δυνάστης επέβαλε στους κατοίκους βαρύτατη φορολογία και δήμευσε τις εύφορες περιοχές. Η διαμαρτυρία των κατοίκων προς τις προστάτριες δυνάμεις δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Η αιγυπτιακή κατοχή συνεχίστηκε ως το 1840, οπότε, έπειτα από την αποτυχία της εξέγερσης του Μωχάμετ Άλι κατά του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, ο Αιγύπτιος ηγέτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κρήτη, η οποία ξαναγύρισε στην τουρκική κατοχή. Ένα χρόνο αργότερα κατέβηκαν από την υπόλοιπη Ελλάδα Κρητικοί και άλλοι εθελοντές και έπειτα από συνέλευση με τους οπλαρχηγούς της Κρήτης (Απρίλιος 1841) πήραν τα όπλα, ζητώντας την ένωση με την Ελλάδα. Έπειτα από μικρές αρχικά νίκες των επαναστατών, τουρκικά στίφη ανάγκασαν τους οπλαρχηγούς να σταματήσουν τον αγώνα, αφού προηγουμένως ζήτησαν τη μεσολάβηση των Δυνάμεων για τη διάσωση του άμαχου πληθυσμού.
Το 1858 μια καινούρια εξέγερση ξεκίνησε από τους Λάκκους της Κυδωνίας, με αρχηγό τον Εμμανουήλ Μαυρογένη. Αποτέλεσμα αυτής ήταν να εκδοθεί λίγους μήνες αργότερα σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο μειώνονταν οι φόροι, επιτρεπόταν η διατήρηση όπλων και δινόταν γενική αμνηστία. Η ευνοϊκή όμως αυτή κατάσταση κράτησε μόνο για λίγο. Το 1860 καινούριοι φόροι και νέα καταπιεστικά μέτρα προκάλεσαν την αγανάκτηση των κατοίκων και προετοίμασαν τη μεγάλη επανάσταση του 1866.
Το καλοκαίρι του 1866 οι Κρητικοί έστειλαν στο σουλτάνο έντονη διαμαρτυρία. Σε απάντηση όμως εκείνος αποβίβασε στο νησί μεγάλη δύναμη τακτικού αιγυπτιακού στρατού, ο οποίος κυρίευσε τις Βρύσες. Η ενέργεια αυτή του σουλτάνου προκάλεσε τη γενική αγανάκτηση και στην Κρήτη, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, όπου άρχισαν να σχηματίζονται εθελοντικά σώματα για την ενίσχυση των αγωνιζόμενων Κρητικών. Οι πρώτες επαναστατικές επιθέσεις άρχισαν τον Αύγουστο του 1866. Μια σειρά από συνεχείς νίκες των Ελλήνων προκάλεσαν τον ενθουσιασμό στους επαναστάτες, αλλά και την ανησυχία του σουλτάνου, ο οποίος ζήτησε το σταμάτημα του πολέμου, με την υπόσχεση ότι θα παραχωρήσει προνόμια.
Επειδή όμως η πρότασή του δεν έγινε δεκτή, ενισχυμένες τουρκικές δυνάμεις πρόσβαλαν τους επαναστάτες σε διάφορα σημεία και κατέστρεψαν τα χωριά της Κυδωνίας Θέρισο, Μεσκλά και Λάκκους (Σεπτέμβριος 1866). Ένα μήνα αργότερα νίκησαν ολοκληρωτικά τις ελληνικές δυνάμεις, αρχηγός των οποίων ήταν ο Ιωάννης Ζυμβρακάκης, στο Βαφέ και κατέπνιξαν έτσι το κίνημα στη δυτική Κρήτη. Το Νοέμβριο του 1866 ο τουρκικός στρατός έφτασε στο Ρέθυμνο. Στο μεταξύ, επαναστατική επιτροπή βρισκόταν στη μονή του Αρκαδίου, απ’ όπου διεύθυνε τον αγώνα. Μετά την άρνηση του ηγούμενου Γαβριήλ να παραδώσει την επιτροπή, άρχισε η πολιορκία της μονής, που κατέληξε σε ολοκαύτωμα.
Μετά την πτώση του Αρκαδίου οι Τούρκοι κατευθύνθηκαν προς τα Χανιά. Η Γενική Συνέλευση των Κρητικών διόρισε προσωρινή κυβέρνηση του νησιού και ζήτησε τη βοήθεια των Μεγάλων Δυνάμεων στον κρητικό αγώνα.
Τον Απρίλιο του 1867 άρχισε μια νέα και ακόμα πιο σκληρή αυτή τη φορά φάση της επανάστασης. Μεγάλες δυνάμεις των Τούρκων αποβιβάζονταν κάθε τόσο στην Κρήτη και ο αγώνας εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το νησί. Πολλές ήταν οι απώλειες των επαναστατών, αλλά και των Τούρκων. Το καλοκαίρι του 1868 εξαντλημένοι πια οι επαναστάτες ζήτησαν τη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων για τον τερματισμό του πολέμου και την ανακήρυξη της αυτονομίας της Κρήτης.
Πράγματι, τον Ιανουάριο του 1869 έληξε η επανάσταση. Οι εχθροπραξίες όμως συνεχίστηκαν και μάλιστα εντάθηκαν το 1878, οπότε έπειτα από ενέργειες των Μεγάλων Δυνάμεων, υπογράφτηκε μεταξύ των επαναστατών και του σουλτάνου ο «Συνταγματικός Χάρτης της Χαλέπας» (15 Οκτωβρίου 1878), σύμφωνα με τον οποίο παραχωρούνταν στους Κρητικούς αυτοδιοίκηση και ελευθερία γλώσσας και θρησκείας.
Οι Τούρκοι, όμως, έπειτα από λίγο καιρό, παραβίασαν τη συνθήκη αυτή και οι Κρητικοί επαναστάτησαν πάλι το Μάιο του 1889 και κήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα. Ο σουλτάνος, για να αποφύγει καινούριες απώλειες και ταλαιπωρίες του στρατού του, διόρισε το 1894 γενικό διοικητή χριστιανό, ο οποίος τον Απρίλιο του επόμενου χρόνου προκήρυξε εκλογές. Το Σεπτέμβριο του 1895, με την άρνηση του σουλτάνου να επαναφέρει στο νησί τα παλιά προνόμια, ξέσπασε καινούρια εξέγερση. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε ως το 1897, οπότε ξέσπασε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος. Το Νοέμβριο του 1898 η Τουρκία αναγκάστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κρήτη. Ένα μήνα αργότερα έφτασε στη Σούδα ο πρίγκιπας Γεώργιος ως ύπατος αρμοστής της Κρήτης.
Η λύση, όμως, που δόθηκε ελάχιστα ικανοποίησε το λαό της Κρήτης, καθώς διορίστηκε ύπατος αρμοστής του νησιού ο πρίγκιπας Γεώργιος που διαδραμάτισε σκοτεινό ρόλο· επιδιώκοντας την παγίωση της θέσης και την εξυπηρέτηση των «προστάτιδων» δυνάμεων, παρεμπόδιζε τις διαδικασίες για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, προτιμώντας την ίδρυση ενός ανεξάρτητου βασιλείου. Αυτό τον έφερε σε σύγκρουση με τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του κρητικού λαού και κυρίως με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος το Μάρτιο του 1905 κήρυξε το κίνημα του Θέρισου.

Μακεδονία

Τις παραμονές της Επανάστασης του 1821 άρχισε μια σειρά από σοβαρά επαναστατικά κινήματα στη Μακεδονία με πρωτεργάτη τον Εμμανουήλ Παπά που αποβιβάστηκε στη Χαλκιδική και ξεσήκωσε τους κατοίκους της. Έπειτα από μικρό διάστημα, με τις οργανωμένες εκστρατείες των Τούρκων κατά της Χαλκιδικής και τα φοβερά αντίποινα, η επανάσταση καταπνίγηκε, ενώ ξεσηκωνόταν η Κεντροδυτική Μακεδονία με κέντρα τον Όλυμπο και τη Νάουσα και πρωτεργάτες τους Ν. Κασομούλη, Ζαφειράκη Λογοθέτη, Γάτσο, Καρατάσο κ.ά. Η ίδια τύχη όμως περίμενε και το κίνημα αυτό (1822). Βασικός λόγος της αποτυχίας των κινημάτων ήταν η ύπαρξη μεγάλων τουρκικών δυνάμεων στη Μακεδονία. Τα αντίποινα των Τούρκων υπήρξαν σκληρά. Πολλοί Μακεδόνες αγωνιστές κατέφυγαν στη Νότια Ελλάδα για να πολεμήσουν στη συνέχεια εκεί.

Στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που δημιουργήθηκε (1828), η Μακεδονία δε συμπεριλήφθηκε. Οι κάτοικοί της συνέχισαν να αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους και επαναστάτησαν το 1854 και το 1878, χωρίς όμως αποτελέσματα.

Πόντος

Το Μάρτιο τού 1821 συγκροτείται ο Ιερός Λόχος με τη συμμετοχή πολλών Ποντίων Ελλήνων. Στα τέλη Μαρτίου με εντολή της Υψηλής Πύλης συνέρχεται «μεζλίς»-συμβούλιο των Τούρκων προυχόντων και αξιωματούχων της Τραπεζούντας, με εντολή να ληφθούν μέτρα για το φρονηματισμό των απίστων. Κατά τον Π. Τριανταφυλλίδη, τους Έλληνες της πόλης και της επαρχίας Τραπεζούντας γλίτωσε ο Οσμάν πασάς Σιατιρζατέ. Κατά την παράδοση, η στάση του Οσμάν πασά οφειλόταν σε προηγούμενη συνεννόησή του με τον Παρθένιο, τότε μητροπολίτη της Τραπεζούντας.
Τον Ιούνιο γίνεται η μάχη του Δραγατσανίου, στην οποία οι Ιερολοχίτες ηττώνται. Πόντιοι μαχητές του Ιερού Λόχου καταφεύγουν στη Ρωσία μετά την ήττα (Κυριαζής Νικόλαος, Μιχαήλ Ανδρέας, Τσερκέσης Δημήτριος, Τραπουζανλής Δημήτριος, Σαλαγάρ Νικόλαος, Τουρκουλέτς Βασίλειος, Αναστασίου Θεόδωρος, Κωνσταντίνου Στέφανος, Σοφιανόπουλος Νικόλαος, Σάββας Παναγιώτης, Δημητρίου Γιάννης, Βελισάριος Ιβάν, Χρήστος Πολύχρονης, Ισαάκ Αναστάσιος, Οσλάν Γεώργιος, Αντωνίου Δημήτριος, Γιακοβάκης Γεώργιος, Ιωάννου Δημήτριος, Ιωσήφ Γεώργιος κ.ά.).
Στις αρχές Αυγούστου απεσταλμένοι της Εταιρείας επισκέπτονται το μητροπολίτη Χαλδίας Σίλβεστρο. Σε συνεδρίαση των προεστών της Αργυρούπολης αποφασίζεται να ληφθούν μέτρα για την εξασφάλιση των χριστιανών της περιοχής. Σε έρανο συγκεντρώνονται 12.000 γρόσια για την ενίσχυση της Εταιρείας. Στο μεταξύ, ο σουλτάνος κηρύσσει τον Ιερό Λόχο ποντιακή στρατιωτική μονάδα και διατάσσει τη λήψη μιας σειράς μέτρων εναντίον των Ελλήνων της Αργυρούπολης, όπως την απαγόρευση να αντλούν την ημέρα νερό από τα πηγάδια, έστω και αν βρίσκονταν αυτά στην αυλή τους κ.ά.
1828: Ρωσοτουρκικός πόλεμος. Στη διάρκειά του στρατεύματα των Ρώσων με επικεφαλής το στρατηγό Ιβάν Θεοδώροβιτς Πάσκεβιτς (αρχιστράτηγο του στρατού του Καύκασου) εισβάλλουν στον Πόντο, καταλαμβάνουν το Ερζερούμ και την περιοχή Αργυρούπολης. Την έλευση των Ρώσων ακολουθεί το φανέρωμα πολλών κρυπτοχριστιανών του τόπου (Άτρα, Χερροίανα κ.ά.).
1829, 2 Σεπτεμβρίου: Υπογράφεται στην Αδριανούπολη συνθήκη ειρήνης Ρωσίας-Τουρκίας, που θέτει τέρμα στο μεταξύ τους πόλεμο. Οι Ρώσοι αποχωρούν από την περιοχή Αργυρούπολης ακολουθούμενοι από κατοίκους των ελληνικών χωριών της Χαλδίας (ερημώνονται 72 χωριά των Χερροιάνων), της Θεοδοσιούπολης, της Οινόης, της Τρίπολης κ.ά. Αμέσως μετά ορδές από βασιβαζούκηδες, με αρχηγό τον Ουζούνογλου Μουσταφά από την Τρίπολη, μπαίνουν στην Αργυρούπολη. Ακολουθούν λεηλασίες, αρπαγές, δολοφονίες και εμπρησμοί.
1830: Δολοφονείται ο αρχιμεταλλουργός Ιάκωβος Γρηγοράντης.
1838: Πυρκαγιά στην Οινόη κατά τη διάρκεια της οποίας κάηκαν 1.500 ελληνικά σπίτια.



1839, 22 Οκτωβρίου: Ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ εκδίδει διάταγμα-διακήρυξη, που προέβλεπε μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς και τη διοίκηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ανάμεσα στα άλλα περιόριζε την εξουσία των ντερεμπέηδων και όριζε μια σειρά μέτρων προς όφελος των ραγιάδων.
1853, Νοέμβριος: Η Τουρκία προωθεί στην περιοχή του Καύκασου δύναμη 60.000 στρατιωτών υπό τον Αβδή πασά. Οι Τούρκοι προελαύνουν προς τα βόρεια μέσω Βατούμ και Ερζερούμ, αλλά αναχαιτίζονται από τους Ρώσους (κριμαϊκός πόλεμος).
30 Νοεμβρίου: Ο τσαρικός στόλος υπό το ναύαρχο Ναχίμοφ ναυμαχεί και καταστρέφει τον τουρκικό, που είχε καταφύγει στο λιμάνι της Σινώπης υπό τον ναύαρχο Οσμάν.
1854, Ιανουάριος: Βρετανικός και γαλλικός στόλος εισέρχονται στον Εύξεινο, ο ρωσικός στόλος καταφεύγει στη Σεβαστούπολη. Στον κριμαϊκό πόλεμο συμμετέχουν και πολλοί Ελληνοπόντιοι στην πλευρά των Ρώσων, όπως ο Ακίμ Ακίμοφ (Ιωακείμ Ιωακειμίδης), που έθεσε τα τρία ιστιοφόρα του στη διάθεση των Ρώσων.
1855, 27 Νοεμβρίου: Οι Ρώσοι καταλαμβάνουν το Καρς. Στη συνέχεια προωθούνται προς το Ερζερούμ.
1856, 31 Μαρτίου: Υπογράφεται συνθήκη ειρήνης που δίνει τέλος στον κριμαϊκό πόλεμο και επιβάλλει την ουδετεροποίηση του Ευξείνου. Επιπλέον, η ίδια συνθήκη αποτρέπει το διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά επιβάλλει στην τελευταία την υποχρέωση να σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και τα αντίστοιχα ήθη και έθιμα των χριστιανικών υπηκόων της. Εκδίδεται παράλληλα το Χάτι Χουμαγιούν, αυτοκρατορικό διάταγμα, που αναγνωρίζει την ισονομία και ισότητα όλων των υπηκόων του σουλτάνου. Το διάταγμα επικυρώνεται από τα μέλη που συμμετείχαν στη διάσκεψη ειρήνης (31 Μαρτίου, Παρίσι). Οι Ρώσοι αποχωρούν από το Καρς.
1857, Μάρτιος: Φανερώνονται οι Κλωστοί της Κρώμνης, Σάντας, Κοασίου κτλ.
1862: Εκδίδονται οι γενικοί κανονισμοί των πατριαρχείων, που συντάχθηκαν στο διάστημα 1858-1860 και ρύθμιζαν εκκλησιαστικά και άλλα θέματα των ορθοδόξων της Τουρκίας. Οι κανονισμοί επικυρώθηκαν από συνέλευση των πατριαρχείων που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη και από την τουρκική κυβέρνηση αποτελώντας ως το 1920 θεμελιώδη νόμο της Τουρκίας.
1869: Πυρκαγιά καταστρέφει σχεδόν ολοκληρωτικά την Αμισό.
1877, Απρίλιος: 100.000 άντρες της ρωσικής στρατιάς του Καύκασου προελαύνουν στην περιοχή του Καρς, στον κυρίως Πόντο και στην τουρκική Αρμενία. Ηττώνται όμως και υποχωρούν. Σε λίγο, ωστόσο, διενεργούν σε αντεπίθεση και ανακαταλαμβάνουν τις ίδιες περιοχές.
1878, 20 Ιανουαρίου: Υπογράφεται συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας για τη λήξη του πολέμου, βάσει της οποίας η Ρωσία κρατάει υπό την κυριαρχία της το Καρς, αλλά παραιτείται από την κατοχή της περιοχής Ερζερούμ.
1878-1884: Πόντιοι πρόσφυγες εγκαθίστανται σε 72 χωριά της περιοχής Καρς και Σαρίκαμης. 2.500 άλλοι καταφεύγουν στην περιοχή Αρταχάν, 15.000 στα περίχωρα του Βατούμ και 10.000 στην περιοχή του Βλαδικαυκάσου.
1880: Εκδίδεται Κανονισμός της Κοινότητας Ορθοδόξων Τραπεζούντας.
1889: Ιδρύεται το νεοτουρκικό κομιτάτο «Ένωση και πρόοδος».
1889, Ιούλιος: Τίθεται σε ισχύ το σύνταγμα των Νεότουρκων. Αυγούστου 19: Μεγάλη διαδήλωση στην Τραπεζούντα υπέρ του νέου συντάγματος.

Αγίου Στεφάνου, συνθήκη
Συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία στις 3 Μαρτίου του 1878 στο προάστιο της Κωνσταντινούπολης Άγιο Στέφανο (τουρκ. Γεσίλκιοϊ) και σημείωσε το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878.
Στον πόλεμο αυτό ο ρωσικός στρατός, μετά από μια σειρά σκληρών συγκρούσεων στο έδαφος της σημερινής Βουλγαρίας, συνέτριψε τον τουρκικό στρατό και τον Ιανουάριο του 1878 κατέλαβε την Αδριανούπολη. Η Τουρκία, όταν οι προσπάθειές της να επιτύχει βοήθεια από τις άλλες μεγάλες Δυνάμεις έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, αναγκάστηκε, μπροστά στον κίνδυνο ολοκληρωτικής κατάρρευσης, να ζητήσει από τη Ρωσία ανακωχή. Η ανακωχή υπογράφτηκε στις 31 Ιανουαρίου 1878 στην Αδριανούπολη και ακολούθησε, στις 3 Μαρτίου, η υπογραφή της συνθήκης ειρήνης στον Άγιο Στέφανο.
Με τη συνθήκη αυτή η νικήτρια Ρωσία επέβαλε στην ηττημένη Τουρκία τους όρους της. Οι σπουδαιότεροι απ' αυτούς ήταν οι ακόλουθοι:
- Η Ρωσία, αντί πολεμικής αποζημίωσης, έπαιρνε από την Τουρκία τη Βεσαραβία και τις ασιατικές πόλεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας Τούλσα, Αρδαχάν, Καρς και Βατούμ.
- Οι αυτόνομες ως τότε ηγεμονίες του Μαυροβουνίου, της Σερβίας και της Ρουμανίας γίνονταν ανεξάρτητα κράτη, ενώ επεκτείνονταν σημαντικά και τα όριά τους.
- Προβλέπονταν μεταρρυθμίσεις και μια μορφή αυτονομίας για τη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη, καθώς και για την Αρμενία.
- Η Τουρκία υποχρεωνόταν να εφαρμόσει επακριβώς τον Οργανικό Νόμο που είχε παραχωρηθεί το 1868 στην Κρήτη.
- Η πιο σημαντική όμως και αμφιλεγόμενη ρύθμιση της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, που δημιούργησε έντονες διεθνείς αντιδράσεις, περιλαμβανόταν στο 6ο άρθρο της. Σύμφωνα μ' αυτό, ιδρυόταν μεγάλη αυτόνομη ηγεμονία της Βουλγαρίας, που θα εκτεινόταν από το Δούναβη και τον Εύξεινο Πόντο ως το Αιγαίο. Η ηγεμονία αυτή θα περιλάμβανε όλη την περιοχή μεταξύ Δούναβη και Αίμου, την Ανατολική Ρωμυλία και ολόκληρη σχεδόν τη Μακεδονία, με την ευρύτερη γεωγραφική έννοια του όρου, εκτός από τη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική.
Η υπό ίδρυση ηγεμονία της Βουλγαρίας θα βρισκόταν, βέβαια, κάτω από τη ρωσική επιρροή και το γεγονός συνιστούσε έμμεση επέκταση της Ρωσίας στο χώρο της Βαλκανικής, πράγμα που έθιγε τα συμφέροντα των άλλων Δυνάμεων (ιδιαίτερα της Αυστρίας), που αντέδρασαν όλες αποφασιστικά. Μπροστά στη γενική κατακραυγή η Ρωσία αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να δεχτεί αναθεώρηση της συνθήκης, που έγινε τον Ιούνιο του 1878 στο Συνέδριο του Βερολίνου. Εκτός από τις άλλες μεταβολές, αντί της μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου, ιδρύθηκε μια μικρή αυτόνομη ηγεμονία, φόρου υποτελής στο σουλτάνο, που τα όριά της περιορίζονταν ανάμεσα στο Δούναβη και στον Αίμο (βλ. και λ. Βερολίνου, Συνέδριο).
Στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου είχε κινητοποιηθεί και η Ελλάδα, ενώ επαναστατικά κινήματα είχαν ξεσπάσει στην Κρήτη, στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο και στη Μακεδονία. Το Φεβρουάριο του 1878 μάλιστα είχε σχηματιστεί στο Λιτόχωρο προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση. Η δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου επέτεινε τις αντιδράσεις και την ανησυχία των Ελλήνων, γιατί η υλοποίησή της θα είχε ως συνέπεια την υπαγωγή των ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας στη βουλγαρική επικράτεια.
Τα επαναστατικά κινήματα δεν είχαν άμεσο αποτέλεσμα και σταμάτησαν λίγο μετά το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου. Το μόνο που μπόρεσε να επιτύχει τότε η Ελλάδα ήταν μια υπόσχεση των Δυνάμεων ότι κατά την αναθεώρηση της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και την οριστική διευθέτηση θα ληφθούν υπόψη και οι ελληνικές διεκδικήσεις. Η υπόσχεση αυτή πραγματοποιήθηκε, κατά κάποιο τρόπο και κατά ένα μέρος, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος το 1881.
Αδριανούπολης, συνθήκη
Η συνθήκη ειρήνης που υπογράφτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1829 ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία και σημείωσε το τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1828-1829. Στη διάρκεια του πολέμου αυτού τα ρωσικά στρατεύματα είχαν περάσει το Δούναβη και αφού ανέτρεψαν, μετά από σκληρές μάχες στο βουλγαρικό έδαφος, την τουρκική αντίσταση, κατέλαβαν στις 20 Αυγούστου του 1829 την Αδριανούπολη. Ο σουλτάνος έσπευσε τότε, μπροστά στην απειλή που διαγραφόταν για την ίδια την πρωτεύουσά του, να ζητήσει ανακωχή. Έτσι σταμάτησαν οι εχθροπραξίες και μετά από λίγες μέρες υπογράφτηκε στην Αδριανούπολη η ομώνυμη συνθήκη, με την οποία η νικήτρια Ρωσία επέβαλε τους όρους της.
Σύμφωνα με τις σημαντικότερες ρυθμίσεις της συνθήκης αυτής, σύνορα ανάμεσα στις δύο συμβαλλόμενες χώρες ορίζονταν για την Ευρώπη ο ποταμός Προύθος και για την Ασία μια οροθετική γραμμή που άφηνε στη Ρωσία τη Γεωργία, τη Μεγγρελία, το Εριβάν και άλλες περιοχές του Καυκάσου, ενώ στην Τουρκία την πόλη Καρς με τη γύρω περιοχή. Οι παραδουνάβιες ηγεμονίες Μολδαβία και Βλαχία διατηρούσαν το προνομιακό τους καθεστώς, ενώ παραχωρούνταν ορισμένα προνόμια και στη Σερβία. Εξασφαλιζόταν η ελεύθερη διέλευση όλων των πλοίων από τα Στενά και οι Ρώσοι υπήκοοι θα μπορούσαν να εμπορεύονται χωρίς εμπόδια στο έδαφος της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τέλος, η Τουρκία υποσχόταν να ρυθμίσει παλαιότερες οικονομικές υποχρεώσεις της και να πληρώσει στη Ρωσία μια μεγάλη πολεμική αποζημίωση.
Ιδιαίτερα σημαντικό όμως για την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας, σε μια κρίσιμη στιγμή των σχετικών εξελίξεων, ήταν το άρθρο 10 της συνθήκης της Αδριανούπολης. Μ' αυτό η Τουρκία εγκατέλειπε την ως τότε ανυποχώρητη στάση της και αποδεχόταν τις αποφάσεις των τριών «προστατριών» Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) για τη λύση του «ελληνικού ζητήματος». Οι αποφάσεις αυτές ήταν η συνθήκη του Λονδίνου της 6 Ιουλίου 1827, γνωστή και ως «Ιουλιανή σύμβαση», με την οποία ιδρυόταν αυτόνομο ελληνικό κράτος φόρου υποτελές στο σουλτάνο, και το πρωτόκολλο της 10/22 Μαρτίου του 1829, με το οποίο καθοριζόταν ως σύνορο ανάμεσα στο υπό ίδρυση ελληνικό κράτος και την Τουρκία η γραμμή Παγασητικού - Αμβρακικού.
2) Κόρη του Κηφέα από την Αρκαδία και ερωμένη του θεού Άρη. Από τη σχέση τους γεννήθηκε ο Αέροπος. Η Αερόπη πέθανε πάνω στη γέννα αλλά, με τη θαυματουργή παρέμβαση του θεού, θήλασε και νεκρή το βρέφος, το οποίο έτσι επέζησε.
«Αμαλίειο Ορφανοτροφείο»
Το παλαιότερο ορφανοτροφείο θηλέων στην Αθήνα μετά την εθνική αποκατάσταση. Ονομάστηκε «Αμαλίειο» προς τιμή της τότε βασίλισσας Αμαλίας. Ιδρύθηκε στην Αθήνα, με βασιλικό διάταγμα, το 1855. Μετά την έξωση του Όθωνα μετονομάστηκε σε «Εθνικό Ορφανοτροφείο». Η Αμαλία και από μακριά συνέχισε να προσφέρει σημαντικές εισφορές και να βοηθά το ορφανοτροφείο με κάθε τρόπο, γι' αυτό μετά το θάνατό της, το 1875, αποφασίστηκε η επαναφορά της παλιάς ονομασίας «Αμαλίειο».

Ανάλατου μάχη
Ιστορική μάχη μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Έγινε στις 24 Απριλίου 1827 και σ' αυτήν οι ελληνικές δυνάμεις οχυρώθηκαν σε μήκος τριών μιλίων και σκόπευαν να επιτεθούν για να διασώσουν την ελληνική φρουρά που πολιορκούσαν οι Τούρκοι στην Ακρόπολη. Δέχτηκαν όμως την επίθεση τουρκικών δυνάμεων 2.000 πεζών και 600 ιππέων με επικεφαλής τον Κιουταχή και τον Ομέρ πασά της Καρύστου. Στη μάχη έπεσαν πάνω από 1.000 πολεμιστές και οπλαρχηγοί. Μετά την ήττα αυτή η ελληνική φρουρά της Ακρόπολης συνθηκολόγησε και παραδόθηκε στους Τούρκους.
Αρκάδι
Ιστορική μονή της Κρήτης, κοντά στο Ρέθυμνο. Το ολοκαύτωμα της μονής το 1866 την ανέδειξε σε σύμβολο ηρωισμού και θυσίας. Σχετικά με την ονομασία της έχουν γίνει αρκετές εικασίες. Πολλοί πιστεύουν ότι την οφείλει σε κάποιο μουσικό Αρκάδιο, που η παράδοση τον θέλει και ιδρυτή της μονής, ενώ άλλοι στην αρχαία πόλη Αρκαδία. Με τη σημερινή της μορφή συναντάται η μονή από τα τέλη του 16ου αιώνα. Την εποχή εκείνη χτίστηκε και ο ναός της μονής, που γιορτάζει τη μνήμη της Μεταμόρφωσης και του Αγίου Κωνσταντίνου. Όταν οι Τούρκοι κυρίεψαν το 1646 το Ρέθυμνο, η μονή συλήθηκε. Με το πέρασμα του χρόνου άρχισε πάλι να ακμάζει και να αποκτά πλούτο και επιρροή. Σε μικρό χρονικό διάστημα έγινε το κέντρο όπου συνεννοούνταν οι προύχοντες της Ρεθύμνης. Στις 17 Ιανουαρίου 1822 έγινε κοντά στη μονή σφοδρή μάχη μεταξύ Κρητών και Τούρκων. Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη μονή και άρχισαν τις καταστροφές, ο οπλαρχηγός Μελιδώνης τούς πολιόρκησε, σκότωσε πολλούς και ανάμεσα σ’ αυτούς και τον αρχηγό τους Γετίμ Αλή.
Το Αρκάδι έμεινε όμως στην ιστορία για το σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε στη διάρκεια της Κρητικής Επανάστασης του 1866-1869. Στο διάστημα της Επανάστασης εκείνης η μονή, χάρη στη στερεότητά της, θεωρήθηκε το πιο κατάλληλο κέντρο αντίστασης κατά του εχθρού. Μέσα σ’ αυτήν έγινε πριν από την Επανάσταση και μια συνάθροιση, στην οποία διατυπώθηκαν οι πρώτες διαμαρτυρίες του κρητικού λαού. Τους πρώτους μήνες της εξέγερσης είχαν συγκεντρωθεί στη μονή περίπου 700 γυναικόπαιδα και μερικές εκατοντάδες ένοπλοι. Τη στρατιωτική δύναμη αποτελούσαν ντόπιοι και εθελοντές από την ηπειρωτική Ελλάδα. Όταν ο Μουσταφά πασάς Κηριτζής πολιόρκησε τη μονή με δύναμη περίπου 15.000 αντρών και έξι πυροβόλων, οι Έλληνες προσπάθησαν να αμυνθούν με κάθε τρόπο. Πολεμούσαν από τα παράθυρα και από τις πολεμίστρες του περίβολου της μονής αποκρούοντας τις εφόδους των εχθρών. Μεγάλη ήταν η γενναιότητα ορισμένων μοναχών, που πολεμούσαν μέσα από έναν ανεμόμυλο, ο οποίος απείχε 150 βήματα από τη μονή. Τελικά, ο συνταγματάρχης Π. Κορωναίος προτίμησε να φύγει, για να επιχειρήσει αντιπερισπασμό στον τουρκικό στρατό. Την άμυνα της μονής ανέλαβαν ο ηγούμενος Γαβριήλ και ο ανθυπολοχαγός Δημακόπουλος. Στις 9 Νοεμβρίου 1866 οι εχθροί μετέφεραν από το Ρέθυμνο ένα μεγάλο πυροβόλο και γκρέμισαν την κεντρική πόρτα της μονής. Η θέση των πολιορκουμένων έγινε δύσκολη και η κατάσταση δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο, όταν οι εχθροί άρχισαν να μπαίνουν στη μονή. Τότε ένας από τους πολιορκουμένους, ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη και η ανατολική πτέρυγα της μονής τινάχθηκε στον αέρα. Με τον τρόπο αυτό σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι και Έλληνες. Οι Τούρκοι εξαγριωμένοι άρχισαν τρομακτική σφαγή των γυναικόπαιδων. Σε όλο το διάστημα της πολιορκίας αναφέρεται ότι σκοτώθηκαν 800 Έλληνες και περίπου τρεις χιλιάδες Τούρκοι. Η μονή εξακολουθεί να λειτουργεί ως μονή μνημείο.
Άστρους, Εθνοσυνέλευση
Η Β΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συγκλήθηκε στο Άστρος Κυνουρίας το Μάρτιο του 1823, μετά την ήττα του Δράμαλη στα Δερβενάκια από τις ελληνικές δυνάμεις. Πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης ήταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης.Στη διάρκειά της ψηφίστηκε η κατάργηση των τοπικών πολιτικών σωμάτων, για να ενισχυθεί το κύρος της κεντρικής αρχής. Για να πληγεί η Πελοποννησιακή Γερουσία, αφαιρέθηκε ο τίτλος του αρχιστράτηγου που είχε ο Κολοκοτρώνης. Επίσης στη διάρκεια της αυτής της εθνοσυνέλευσης έγινε η πρώτη προσπάθεια για την κατάστρωση του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού, ενώ ωρίμασε η ιδέα για τη σύναψη εξωτερικού δανείου και ψηφίστηκε η διαπραγμάτευση από τη νέα κυβέρνηση δανείου από την Αγγλία. Τελικά, η συνέλευση έληξε με τη ρήξη βουλευτικής και εκτελεστικής εξουσίας.
Βαλτετσίου, μάχη του
Μάχη που έγινε ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες στις 12 και 13 Μαΐου 1821. Οι Έλληνες είχαν ήδη από τις πρώτες μέρες του Μαΐου αρχίσει την πολιορκία της Τρίπολης από τα γύρω βουνά, αποκόπτοντας τις συγκοινωνίες του οροπεδίου της Τρίπολης, ενώ περίπου χίλιοι πολεμιστές οχυρώθηκαν στο Βαλτέτσι. Τουρκικές ενισχύσεις με αρχηγούς το Μουσταφάμπεη και το Βαρδουνιώτη Ρουμπά, που είχαν έρθει από την Ήπειρο για να βοηθήσουν την Τρίπολη, επιτέθηκαν εναντίον των Ελλήνων στο Βαλτέτσι στις 12 Μαΐου. Συνάντησαν όμως αποφασιστική αντίσταση από τους χίλιους, περίπου, Μανιάτες και τους άλλους Έλληνες, οι οποίοι πολεμούσαν κάτω από την αρχηγία των Μαυρομιχάληδων Ηλία και Κυριακούλη. Η άμυνα των Ελλήνων κράτησε μέχρι τη νύχτα, οπότε ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας και άλλοι αγωνιστές ήρθαν στο Βαλτέτσι φέρνοντας ενισχύσεις και, αφού διέσπασαν τις τουρκικές γραμμές, ανεφοδίασαν τους αγωνιζόμενους. Το επόμενο πρωί (13 Μαΐου) επιτέθηκαν όλοι μαζί κατά των Τούρκων, οι οποίοι είχαν διανυχτερεύσει στην πεδιάδα, και τους έτρεψαν σε φυγή, τραυματίζοντας περίπου 600 απ’ αυτούς. Η νίκη στη μάχη του Βαλτετσίου, η πρώτη σημαντική επιτυχία των επαναστατών, αναπτέρωσε το φρόνημα των Ελλήνων και συντέλεσε αποφασιστικά στις επιτυχίες που ακολούθησαν και ιδιαίτερα στην άλωση της Τριπολιτσάς, το Σεπτέμβριο του 1821.
Βασιλικών, μάχες
Μάχες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 σε τοποθεσίες με το όνομα «Βασιλικά».
1. Μάχη στα Βασιλικά της Θεσσαλονίκης μεταξύ σώματος ένοπλων Μακεδόνων υπό τον καπετάνιο Χάψα και Τούρκων του Μπεϊράν πασά, το καλοκαίρι του 1821. Η αντίσταση των Ελλήνων που υπερασπίζονταν τα Βασιλικά κάμφθηκε από τις υπέρτερες δυνάμεις των αντιπάλων, ο Χάψας σκοτώθηκε και οι Τούρκοι κατέλαβαν τα Βασιλικά και αιχμαλώτισαν τους κατοίκους τους.
2. Μάχη κοντά στο χωριό Βασιλικά της Φθιώτιδας, όπου τον Αύγουστο του 1821 οι ελληνικές δυνάμεις νίκησαν τους Τούρκους. Οι Τούρκοι υπό το Μπεϊράν πασά κατέβαιναν από τη Μακεδονία και κατευθύνονταν στην Πελοπόννησο, για να ενισχύσουν την Τριπολιτσά. Οι ελληνικές δυνάμεις με αρχηγούς τους Δυοβουνιώτη, Πανουργιά, Γκούρα, Παπαντρέα κ.ά. κατέλαβαν το δρόμο των Βασιλικών και εκεί περίμεναν τους Τούρκους. Δόθηκε σκληρή μάχη, κατά την οποία οι Τούρκοι υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή. Σκοτώθηκαν 700, αιχμαλωτίστηκαν 200 και ο Μπεϊράν πασάς υποχώρησε στη Λαμία, χωρίς να μπορέσει να ενισχύσει την Τριπολιτσά, που σύντομα πέρασε στην κυριαρχία των Ελλήνων (Σεπτέμβριος 1821).
Δερβενάκια
Στενά που βρίσκονται στη διάβαση από την Κορινθία προς την Αργολίδα. Είναι γνωστά από την ομώνυμη μεγάλη νίκη των ελληνικών δυνάμεων και τη συντριβή του τουρκικού στρατού του Δράμαλη (26-28 Ιουλίου 1822).
Για την κατάπνιξη της εξέγερσης στην Πελοπόννησο, διατάχτηκε να κινηθεί ο πασάς της Λάρισας Δράμαλης Μαχμούτ. Πραγματικά, ο Δράμαλης, επικεφαλής στρατιάς 30.000 αντρών (από τους οποίους 5.000 ιππείς) ξεκίνησε από τη Λάρισα και αφού πέρασε τον Ισθμό, έφτασε στην Κόρινθο. Από εκεί βάδισε στο Άργος με σκοπό να κατευθυνθεί τελικά στην Αρκαδία. Οι Έλληνες είχαν το πολεμικό τους στρατόπεδο στους Μύλους, νότια του Άργους, ενώ ο Δημήτριος Υψηλάντης είχε οχυρωθεί στην Ακρόπολη του Άργους. Οι ελληνικές δυνάμεις για να στερήσουν από εφόδια τον αντίπαλό τους, κατέστρεψαν καθετί στην αργολική πεδιάδα. Η έλλειψη τροφών και νερού και η χρονοτριβή του στο φρούριο του Άργους ήταν οι αιτίες που ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο. Προηγουμένως προσπάθησε να παραπλανήσει τους Έλληνες οπλαρχηγούς πως τάχα θα βάδιζε εναντίον της Τριπολιτσάς. Και ενώ όλοι πίστευαν πως έτσι θα γινόταν, ο Θ. Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε τις πραγματικές προθέσεις του Δράμαλη γι’ αυτό με 2.500 περίπου παλικάρια οχυρώθηκε στα Δερβενάκια. Στις 26 Ιουλίου το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματος των Τούρκων βρισκόταν ήδη μέσα στα στενά όταν άρχισε η μάχη που κατέληξε σε άτακτη φυγή των Τούρκων. Όσοι Τούρκοι προσπάθησαν να φύγουν από το στενό του Αϊ-Σώστη χτυπήθηκαν από τον Αντώνη Κολοκοτρώνη και το Νικηταρά. Η καταστροφή των Τούρκων συμπληρώθηκε στο Αϊνάρι, ένα από τα στενά των Δερβενακίων, στις 28 Ιουλίου. Ο Δράμαλης με λείψανα του στρατού του έφτασε στην Κόρινθο αφού άφησε 5.000 νεκρούς και άπειρα λάφυρα. Η νίκη στα Δερβενάκια αναγνωρίστηκε πως οφειλόταν στις στρατιωτικές ικανότητες του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που γι’ αυτό ονομάστηκε αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου από την Πελοποννησιακή Γερουσία, ενώ εκτιμήθηκε και η προσφορά του Αντώνη Κολοκοτρώνη, του Γ. Δημητρακόπουλου και του Νικηταρά, που ονομάστηκε από τότε «Τουρκοφάγος».
Η επίδραση της νίκης στο ηθικό των Ελλήνων για τη συνέχιση της Επανάστασης ήταν τεράστια και ο λαός την ύμνησε στα τραγούδια του. Στα Δερβενάκια έχει στηθεί μνημείο της ευγνωμοσύνης του έθνους και στο Ναύπλιο το άγαλμα του Θ. Κολοκοτρώνη με το τεντωμένο χέρι (έργο του γλύπτη Λ. Σώχου) να δείχνει προς τα Δερβενάκια.
Επιδαύρου, Συνελεύσεις. Συνελεύσεις που συνήλθαν κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 στο χωριό Πιάδα, που μετονομάστηκε σε Επίδαυρο, επειδή βρισκόταν κοντά στην αρχαία Επίδαυρο.
Α' Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων. Η συνέλευση αυτή έγινε αρχικά στο Άργος στις 30 Νοεμβρίου 1821. Επειδή όμως εκεί υπήρχαν πολλά επαναστατικά σώματα, μεταφέρθηκε η έδρα της στο χωριό Πιάδα, που απείχε δύο περίπου ώρες από την αρχαία Επίδαυρο. Οι πληρεξούσιοι («παραστάτες») που πήραν μέρος ήταν 59. Η πρώτη συνεδρίαση έγινε στις 20 Δεκεμβρίου 1821. Πρόεδρος ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Συγκροτήθηκε μια 12μελής επιτροπή που είχε για έργο της τη σύνταξη πολιτεύματος. Η Συνέλευση ψήφισε το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας που δημοσιεύτηκε την 1η Ιανουαρίου 1822 με τον τίτλο «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδας». Διακηρύχτηκε η πολιτική ύπαρξη και η ανεξαρτησία του ελληνικού έθνους και καθιερώθηκε η θρησκευτική ελευθερία, η ισότητα και η ελευθερία των πολιτών. Σύμφωνα με το σύνταγμα η εξουσία χωριζόταν στο βουλευτικό (33 μέλη) και το εκτελεστικό (5 μέλη), με ετήσια θητεία. Στις 15 Ιανουαρίου 1822 εκλέχτηκε από τη Συνέλευση το εκτελεστικό με πρόεδρο το Μαυροκορδάτο. Το βουλευτικό σώμα είχε τη νομοθετική εξουσία και το εκτελεστικό διόρισε την πρώτη κυβέρνηση με 8 υπουργούς, εφάρμοζε τους νόμους και διεύθυνε τις στρατιωτικές δυνάμεις. Διατηρήθηκαν οι Γερουσίες και ο Άρειος Πάγος, καταργήθηκαν τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και ορίστηκε ως εθνική σημαία η γαλανόλευκη και ως σύμβολο της σφραγίδας της διοίκησης η Αθηνά.
Γ' Εθνική Συνέλευση. Άρχισε τις εργασίες της στις 6 Απριλίου 1826, αλλά τις διέκοψε λίγες μέρες αργότερα όταν έφτασε η είδηση της πτώσης του Μεσολογγίου. Τελικά συνήλθε την 1η Απριλίου 1827 όχι όμως στην Επίδαυρο αλλά στην Τροιζήνα. Οι πληρεξούσιοί της («παραστάτες») ήταν 127. Πρόεδρός της ήταν ο Πανούτσος Νοταράς. Τα κυριότερα ψηφίσματα της Εθνοσυνέλευσης πριν τη διακοπή της ήταν: α) Η διαπραγμάτευση δανείου στα Επτάνησα. β) Ο αποκλεισμός του Δ. Υψηλάντη από κάθε πολιτικό και στρατιωτικό υπούργημα. γ) Ο διορισμός επιτροπής με πρόεδρο τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έργο της οποίας ήταν οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις. δ) Ο έλεγχος και η διαχείριση των δανείων του 1824 και 1825. ε) Ο σχηματισμός προσωρινής κυβέρνησης (Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος) από εντεκαμελή επιτροπή, με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη. Η επιτροπή ανέλαβε να διαπραγματευθεί με τους Τούρκους διαμέσου του Άγγλου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορντ Κάνιγκ για συμβιβασμό, επωφελή όμως για τους Έλληνες. Η Γ’ Εθνοσυνέλευση που συνήλθε τον επόμενο χρόνο στην Τροιζήνα κατάρτισε νέο σύνταγμα που ήταν πιο δημοκρατικό και φιλελεύθερο, αλλά ανέθετε την εξουσία σε ένα πρόσωπο, τον κυβερνήτη, με θητεία επτά χρόνων. Πρώτος κυβερνήτης εκλέχτηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Επίσης ορίστηκε η Αντικυβερνητική Επιτροπή που θα διοικούσε μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα για να αναλάβει τα καθήκοντα του κυβερνήτη. Επίσης, η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε την συγκρότηση εθνικού στόλου, τη διανομή των εθνικών γαιών σε όσους θα λάβαιναν μέρος στον Αγώνα υπό την εθνική σημαία, την ακύρωση των πωλήσεων και παραχωρήσεων που είχαν γίνει παράνομα και την απόδοση στο Δ. Υψηλάντη των πολιτικών δικαιωμάτων που του είχαν στερήσει παλαιότερα.
Α' πολιορκία του Μεσολογγίου
Το καλοκαίρι του 1822 ο νικητής της μάχης του Πέτα Μεχμέτ-Ρεσίτ πασάς ή Κιουταχής και ο Ομέρ Βρυώνης προέλασαν στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και στα τέλη Οκτωβρίου έφτασαν χωρίς να βρουν αντίσταση έξω από το Μεσολόγγι και άρχισαν την πολιορκία του. Παράλληλα, τρία τουρκικά πολεμικά διέκοψαν την επικοινωνία της πόλης με τη θάλασσα. Οι Κίτσος Τζαβέλας, Μάρκος Μπότσαρης και Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κλείστηκαν στο Μεσολόγγι και οργάνωσαν την άμυνά του. Η φρουρά αριθμούσε μόλις 360 άντρες και οι τροφές και τα πολεμοφόδια έφταναν για έναν περίπου μήνα. Οι Έλληνες άντεξαν στις επιθέσεις του εχθρού και άρχισαν διαπραγματεύσεις με τον Ομέρ Βρυώνη, προσπαθώντας να κερδίσουν χρόνο, ώσπου στις 8 Νοεμβρίου εφτά υδραίικα πλοία έλυσαν την πολιορκία από τη θάλασσα και αποβίβασαν στο Μεσολόγγι τρόφιμα, πολεμοφόδια και 1.700 Πελοποννήσιους με αρχηγούς τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κανέλλο Δεληγιάννη και Ανδρέα Ζαΐμη. Εξαγριωμένοι οι Τούρκοι για τον εμπαιγμό, άρχισαν πάλι τις επιθέσεις τους, αλλά το Μεσολόγγι προέβαλε ισχυρή αντίσταση. Τελικά οι Τούρκοι επέλεξαν ως μέρα γενικής επίθεσης τα ξημερώματα των Χριστουγέννων, πιστεύοντας ότι οι χριστιανοί θα βρίσκονταν στις εκκλησίες. Τα σχέδιά τους όμως έγιναν γνωστά από τον Έλληνα κυνηγό του Ομέρ Βρυώνη Γιάννη Γούναρη, ο οποίος θυσίασε τη γυναίκα και τα παιδιά του που κρατούνταν όμηροι στα Ιωάννινα, για χάρη της πατρίδας. Έτσι, οι πολιορκημένοι περίμεναν τους Τούρκους, τους οποίους υποδέχτηκαν με πυκνούς πυροβολισμούς. Η επίθεση κράτησε τρεις ώρες και κατέληξε σε συντριβή των επιτιθέμενων, που έχασαν 500 άντρες, ενώ οι Έλληνες είχαν μόνο 4 νεκρούς. Στις 31 Δεκεμβρίου οι Τούρκοι έλυσαν την πολιορκία. Το Μεσολόγγι είχε σωθεί. Στις 2 Ιανουαρίου 1824 έφτασε στο Μεσολόγγι ο Άγγλος φιλέλληνας λόρδος Μπάιρον, τον οποίο υποδέχτηκε με μεγάλο ενθουσιασμό ο λαός της πόλης. Ο Μπάιρον με δικά του έξοδα σχημάτισε ένα στρατιωτικό σώμα από 500 Σουλιώτες. Το σώμα αυτό, με επικεφαλής το Μάρκο Μπότσαρη, βγήκε από το Μεσολόγγι και στις 5 Αυγούστου επιτέθηκε εναντίον των Τουρκαλβανών στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Οι Σουλιώτες νίκησαν τους αντιπάλους, αλλά έχασαν τον αρχηγό τους που σκοτώθηκε και κηδεύτηκε με μεγάλες τιμές στο Μεσολόγγι. Το Πάσχα του 1824 (7 Απριλίου), ο Μπάιρον πέθανε από πνευμονία, προκαλώντας απέραντη θλίψη στους Έλληνες. Η ζωή μέσα στο Μεσολόγγι συνεχίστηκε με τους υπερασπιστές της πόλης να προετοιμάζονται για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Από τον Ιανουάριο του 1824 άρχισε στην πόλη η έκδοση της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά», με διευθυντή και συντάκτη τον Ελβετό φιλέλληνα Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ, η οποία αποτέλεσε το δημοσιογραφικό όργανο του Αγώνα και πρόδρομο της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Από τα «Ελληνικά Χρονικά», που εκδίδονταν μέχρι το Φεβρουάριο του 1826, παίρνουμε πολλές πληροφορίες για τα γεγονότα της εποχής εκείνης.
Β' πολιορκία του Μεσολογγίου.
Παράλληλα με την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, ο τουρκικός στρατός αποτελούμενος από 30.000 άντρες με αρχηγό τον Κιουταχή κατευθύνθηκε προς τη Δυτική Στερεά Ελλάδα και στις 20 Απριλίου του 1825 άρχισε την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αυτή ήταν η πρώτη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου (Απρίλιος-Δεκέμβριος του 1825). Η δύναμη της φρουράς των Ελλήνων ήταν 4.000 πολεμιστές με αρχηγούς τους Ν. Στουρνάρα, Δ. Μακρή, Ν. Μπότσαρη, Κ. Τζαβέλα, Ι. Ίσκο, Δ. Βέικο, Δ. Τσέλιο κ.ά. Οι άμαχοι (γυναικόπαιδα και γέροι) ήταν γύρω στις 12.000 άτομα. Οι Τούρκοι, με επιμονή και αποφασιστικότητα, πλησίαζαν συνέχεια το Μεσολόγγι, κατασκευάζοντας χαρακώματα και βομβαρδίζοντάς το ασταμάτητα. Οι πολιορκημένοι, όμως, πολεμούσαν γενναία και με επικεφαλής το μηχανικό Μιχάλη Κόκκινη και τους υπονομοκατασκευαστές Κώστα Λαγουμιτζή και Παναγιώτη Σωτηρόπουλο κατόρθωναν να ανατινάζουν τα πολιορκητικά έργα των αντιπάλων. Η μεγαλύτερη επίθεση των Τούρκων έγινε το πρωί της 21ης Ιουλίου με δύναμη 24.000 αντρών και κατέληξε σε ήττα, ύστερα από άγρια μάχη δυόμισι ωρών. Προηγουμένως ο τουρκικός στόλος είχε αποκλείσει το Μεσολόγγι από τη θάλασσα. Στις 23 Ιουλίου ο ελληνικός στόλος, αφού έτρεψε σε φυγή τον τουρκικό, μετέφερε στην πόλη τροφές, πολεμοφόδια και ξεκούραστα στρατεύματα.
Η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου (Δεκέμβριος 1825-Απρίλιος 1826) άρχισε τυπικά στα τέλη Δεκεμβρίου με την αντικατάσταση των Τούρκων από τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ. Το Φεβρουάριο του 1826 Τούρκοι και Αιγύπτιοι ενώθηκαν στην προσπάθειά τους να καταλάβουν το Μεσολόγγι. Η πολιορκητική τέχνη των Αιγυπτίων ήταν ασύγκριτα ανώτερη από την τουρκική και η κατάσταση των πολιορκημένων άρχισε να χειροτερεύει, καθώς η τελευταία άρση του ναυτικού αποκλεισμού του Μεσολογγίου είχε γίνει στις 7 Ιανουαρίου και από τότε οι αλλεπάλληλες απόπειρες του Μιαούλη να εφοδιάσει την πόλη είχαν αποτύχει. Στις 25 Φεβρουαρίου έπεσε στα χέρια του εχθρού το προπύργιο του Μεσολογγίου, το Βασιλάδι, και ύστερα από λίγες μέρες τα νησάκια Ντολμάς και Πόρος. Στις 25 Μαρτίου ο Κίτσος Τζαβέλας με 140 άντρες αναχαίτισε τις σφοδρές επιθέσεις των Αιγυπτίων ενάντια στο νησί Κλείσοβα. Αλλά η κατάσταση μέσα στο Μεσολόγγι είχε γίνει πια απελπιστική και η πείνα θέριζε κυριολεκτικά τους πολιορκημένους. Έτσι, αποφάσισαν να επιχειρήσουν έξοδο στις 10 Απριλίου, Κυριακή των Βαΐων.
Η Έξοδος. Οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, αφού ειδοποίησαν τους Έλληνες του στρατοπέδου της Δερβέκιστας να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στον εχθρό, άρχισαν τη νύχτα του Σαββάτου να βγαίνουν με προφυλάξεις από την πόλη, χωρισμένοι σε τρία σώματα, με αρχηγούς τους Ν. Μπότσαρη, Δ. Μακρή και Κ. Τζαβέλα. Οι άρρωστοι και πληγωμένοι παρέμειναν στο Μεσολόγγι, αποφασισμένοι να πεθάνουν πολεμώντας. Τα σχέδια, όμως, των Ελλήνων έγιναν γνωστά στον Ιμπραήμ από δύο ξένους αυτόμολους. Μόλις οι πολιορκημένοι όρμησαν εναντίον των εχθρικών γραμμών τούς υποδέχτηκαν πυκνοί πυροβολισμοί, ενώ μια φωνή «πίσω, πίσω μωρέ παιδιά», που ακούστηκε, έφερε μεγάλη σύγχυση και διάσπαση των τριών σωμάτων. Μερικοί παρέμειναν στις θέσεις τους, άλλοι γύρισαν πίσω στο Μεσολόγγι, αλλά οι περισσότεροι συνέχισαν την πορεία τους πολεμώντας απελπισμένα. Εκείνες τις ώρες ακούστηκε η φοβερή έκρηξη της πυριτιδαποθήκης που ανατίναξε στο Μεσολόγγι ο Χρήστος Καψάλης. Στο μεταξύ η εμπροσθοφυλακή των Ελλήνων συνέχιζε να ανοίγει δρόμο, αποκρούοντας τις επιθέσεις των εχθρών και να διευθύνεται προς το βουνό Ζυγό. Στην κορυφή του Ζυγού έφτασαν 1.300 μαχητές και περίπου 100 γυναικόπαιδα. Από τους μαχητές σώθηκαν οι Ν. Μπότσαρης, Δ. Μακρής, Κ. Τζαβέλας κ.ά. Μέσα στην πόλη όμως συνεχίζονταν ως την αυγή οι φονικές οδομαχίες και ανατινάξεις. Στο νησάκι του Ανεμόμυλου ο επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, αφού με λίγους υπερασπιστές αντιστάθηκε γενναία, έβαλε φωτιά και τίναξε στον αέρα τον Ανεμόμυλο. Οι άρρωστοι και οι πληγωμένοι, που είχαν παραμείνει οχυρωμένοι μέσα σε σπίτια, πολέμησαν μέχρι και την τελευταία στιγμή τον εχθρό. Γενναία αντιστάθηκαν και όσοι είχαν αποκοπεί κατά την Έξοδο και είχαν ξαναγυρίσει στο Μεσολόγγι. Υπολογίζεται ότι μέσα στην πόλη πυρπολήθηκαν περίπου 2.000 και 1.300 σκοτώθηκαν, ενώ περίπου 1.000 αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους.
Στις συμπλοκές της Εξόδου σκοτώθηκαν 1.700 Έλληνες στρατιωτικοί και πολλά γυναικόπαιδα, ενώ οι Τουρκοαιγύπτιοι είχαν 5.000 νεκρούς. Η ηρωική άμυνα του Μεσολογγίου και το ολοκαύτωμά του προώθησαν όσο τίποτε άλλο την ελληνική υπόθεση στην Ευρώπη, γιατί έδειξαν καθαρά ότι οι Έλληνες ήταν αποφασισμένοι να ελευθερώσουν την πατρίδα τους ή να πεθάνουν. Πολλοί ξένοι ποιητές και καλλιτέχνες εμπνεύστηκαν από την Έξοδο και την πολιορκία του Μεσολογγίου και δημιούργησαν λαμπρά έργα, ενώ ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός έγραψε την εποποιία «Ελεύθεροι πολιορκημένοι».
Μεσολογγίου δημοτικό διαμέρισμα. Δημοτικό διαμέρισμα του δήμου Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου, του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Έχει είκοσι οικισμούς (Μεσολόγγι, Άγιος Συμεών, Αγριλιά, Αρβανιταίικα, Αρχαία Αλίκαρνα, νησίδα Βασιλάδι, Ζεστή, Θεοδωρακαίικα, Καρίτσα, νησίδα Κώμμα, Μεσόκαμπος, νησίδα Μπαμπάκουλα, Νέα Υδραγωγεία, νησίδα Νότιος Δίαυλος, νησίδα Προκαπάνιστος, Σχίνος, νησίδα Σχοινιάς, νησίδα Τουρλίδας, Τρελάγκαθα, Χούνιστα) και έχει 13.791 κατοίκους.




Ναβαρίνου, ναυμαχία
Ναυμαχία που έγινε στις 20 Οκτωβρίου 1827 μεταξύ του τουρκοαιγυπτιακού στόλου και μοιρών των στόλων της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, στον όρμο του Ναβαρίνου (Πύλου).
Το συμμαχικό στόλο αποτελούσαν 27 πλοία (12 αγγλικά με αρχηγό τον αντιναύαρχο Έντουαρντ Κόδριγκτον, 7 γαλλικά με αρχηγό τον υποναύαρχο Δεριγνί και 8 ρωσικά με αρχηγό τον υποναύαρχο Χέιντεν) και είχε γενικό διοικητή τον Κόδριγκτον. Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος αποτελούνταν από 82 πλοία και διοικούνταν από τον Ιμπραήμ πασά.
Η ναυμαχία ήταν αποτέλεσμα της συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827), που είχαν υπογράψει οι τρεις «προστάτριες» Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), καθώς πρόβλεπε τη δημιουργία ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους κάτω από την επικυριαρχία της Τουρκίας, τη διακοπή των στρατιωτικών επιχειρήσεων και από τα δύο μέρη και όριζε, με μυστικό συμπληρωματικό άρθρο, ότι σε περίπτωση που η Τουρκία δε θα αποδεχόταν τους όρους αυτούς, οι τρεις Δυνάμεις θα χρησιμοποιούσαν τη βία, αφού εξαντλούσαν κάθε ειρηνικό μέσο. Όμως, η συνθήκη του Λονδίνου, παρά την παρέλευση τριών μηνών, δεν είχε αναγνωριστεί ακόμα από το σουλτάνο, ο οποίος, τις μέρες εκείνες, πιθανόν είχε δώσει διαταγή στον Ιμπραήμ να καταλάβει την Ύδρα και να καταπνίξει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Ο Δεριγνί επισκέφτηκε τότε τον Ιμπραήμ και του δήλωσε ότι ο στόλος του έπρεπε να γυρίσει στην Αλεξάνδρεια. Αυτός ζήτησε προθεσμία, ώσπου να γυρίσουν οι αγγελιοφόροι που είχε στείλει στο σουλτάνο και τον πατέρα του για να του φέρουν οδηγίες. Τα στρατεύματά του όμως συνέχιζαν τις λεηλασίες και τις σφαγές στη Μεσσηνία και την Ηλεία. Η συμπεριφορά του αυτή έγινε αφορμή να συνέλθουν οι τρεις ναύαρχοι και να αποφασίσουν να πλεύσουν μέσα στον όρμο του Ναβαρίνου, όπου βρισκόταν ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος.
Έτσι, στις 20 Οκτωβρίου μπήκαν μέσα στον όρμο πρώτα ο αγγλικός, ύστερα ο γαλλικός και τελευταίος ο ρωσικός στόλος. Τα συμμαχικά πλοία παρατάχτηκαν απέναντι από τα τουρκοαιγυπτιακά, τα οποία είχαν ημικυκλική διάταξη κατά μήκος της ακτής. Μέσα στο μικρό όρμο, που χώρεσε τόσα πολλά πλοία, δημιουργήθηκε αναταραχή και ένταση. Ο Άγγλος υποπλοίαρχος του πολεμικού πλοίου «Ντάρτμουθ» μπήκε τότε σε μια βάρκα, κατευθύνθηκε σ' ένα αιγυπτιακό πυρπολικό και ζήτησε την απομάκρυνσή του, για να μπορέσει το πλοίο του να αγκυροβολήσει. Οί Άγγλοι δέχθηκαν πυροβολισμούς, υπέθεσαν πώς ρίχνουν οί Αιγύπτιοι καί τότε προεκλήθη γενίκευση του πυρός από κάθε πλευρά και αναμέτρηση των δύο στόλων. Η ναυμαχία κράτησε ως το απόγευμα και κατέληξε μέ ζημιές στα τρία τέταρτα του στόλου τού Ιμπραήμ.
Η ναυμαχία του Ναβαρίνου έδειξε ότι η λύση του ελληνικού ζητήματος βρισκόταν πια προς το τέλος της και προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις στα ευρωπαϊκά κράτη.
Η Γαλλία και η Ρωσία τη δέχτηκαν με ενθουσιασμό, η Αγγλία τη χαρακτήρισε ως «άτυχο επεισόδιο», ενώ στην Αυστρία δεν έκρυψαν τη μεγάλη δυσαρέσκειά τους.
Παρ’ όλα αυτά ή Ελληνική πλευρά ήτο ή μόνη νικήτρια μετά τό συμβάν αυτό.






Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι
Ανάμεσα στις βλέψεις της Ρωσίας ήταν η επέκτασή της στα Βαλκάνια και ο έλεγχος της Μαύρης θάλασσας και της Μεσογείου, στρατηγική που προσέκρουε όμως στην αντίθεση των Μεγάλων ευρωπαϊκών Δυνάμεων, κυρίως της Αγγλίας και της Αυστρίας. Οι συγκρούσεις με την Τουρκία δε σταμάτησαν, με αποτέλεσμα η Ρωσία να προχωρήσει μέχρι το Δούναβη και τον Καύκασο, να αποκτήσει τον έλεγχο της Μολδαβίας και της Βλαχίας και να απειλήσει μέχρι και την Κωνσταντινούπολη. Οι πόλεμοι κορυφώθηκαν με τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856), κατά τον οποίο η Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπη με τη συμμαχία της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Σαρδηνίας και της Τουρκίας και αναγκάστηκε να περιορίσει την επέκτασή της στη Δύση –έχασε πολλά εδάφη και προνόμια στη Μαύρη θάλασσα.
Το 1875 ο γενικότερος ξεσηκωμός των χωρών της Βαλκανικής αποτέλεσε την αφορμή για να κηρύξει πάλι η Ρωσία τον πόλεμο στην Τουρκία (1877). Με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου παραχωρήθηκαν στη Ρωσία σημαντικά εδάφη στον Καύκασο και στο δέλτα του Δούναβη, ενώ αποφασίστηκε η ανεξαρτησία της Ρουμανίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου και αναγνωρίστηκε η αυτονομία μιας εκτεταμένης Βουλγαρικής χώρας. Μια αναθεώρηση της συνθήκης το 1878 από τις Μεγάλες Δυνάμεις περιόρισε το ρόλο της Ρωσίας και τα όρια της Βουλγαρίας.
Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897
Πολεμική αναμέτρηση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αιτία της οποίας ήταν η σταθερή διεκδίκηση από το ελληνικό κράτος, τα σύνορα του οποίου έφταναν τότε ως τη Θεσσαλία, και των υπόλοιπων ελληνικών εδαφών –ιδιαίτερα της Κρήτης– που κατείχαν οι Τούρκοι. Ο πόλεμος προκλήθηκε εξαιτίας της ασύνετης πολιτικής της κυβέρνησης Δηλιγιάννη και του ελέγχου του κράτους από την εθνικιστική οργάνωση Εθνική Εταιρεία. Αφορμή για την έκρηξη του πολέμου ήταν η αποστολή στην επαναστατημένη Κρήτη μοίρας του ελληνικού στόλου και η απόβαση στρατού στο νησί με το συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο, καθώς και η αποστολή από την Εθνική Εταιρεία ανταρτών στα τουρκοκρατούμενα εδάφη της Μακεδονίας. Στις ενέργειες αυτές η Τουρκία απάντησε κηρύσσοντας πόλεμο, έχοντας και την υποστήριξη της Γερμανίας και της Αυστρίας.
Πολυάριθμος στρατός, καλά οργανωμένος και οπλισμένος, παραβίασε τα ελληνικά σύνορα στη γραμμή Μελούνας και μπήκε στη Θεσσαλία στις 5 Απριλίου του 1897. Ο ελληνικός στρατός –45.000 πεζοί και 1.000 ιππείς– με αρχιστράτηγο το διάδοχο Κωνσταντίνο, υστερώντας σε οπλισμό, ηθικό και εκπαίδευση, υποχώρησε χωρίς πιέσεις παραχωρώντας σε λίγα μόνο εικοσιτετράωρα τη Λάρισα και την περιοχή της στους Τούρκους (13 Απριλίου). Οι Τούρκοι στη συνέχεια παραβίασαν εύκολα την αμυντική γραμμή Δομοκού-Αλμυρού και άνοιξαν το δρόμο για τη Λαμία, ενώ μία απόπειρα των ελληνικών δυνάμεων στην Ήπειρο να προωθηθούν προς τα Ιωάννινα αποκρούστηκε στα Πέντε Πηγάδια.
Στην κρίσιμη αυτή στιγμή, όταν η Ελλάδα είχε καταρρεύσει στρατιωτικά και τίποτε δε φαινόταν πως θα μπορούσε να σταματήσει τους Τούρκους στην προέλασή τους προς την Αθήνα, με την επέμβαση του τσάρου της Ρωσίας υπογράφηκε ανακωχή μεταξύ των εμπόλεμων. Η συνθήκη ειρήνης της Κωνσταντινούπολης που ακολούθησε (22 Νοεμβρίου-2 Δεκεμβρίου) όριζε την εκκένωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους και της Κρήτης από τα ελληνικά στρατεύματα, καθώς και την καταβολή αποζημίωσης εκατό εκατομμυρίων χρυσών φράγκων στην Τουρκία. Το ποσό αυτό δανείστηκε με χαμηλό τόκο η Ελλάδα από τις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες για τη σίγουρη εξόφλησή του έθεσαν τη χώρα σε διεθνή οικονομικό έλεγχο. Τα πλούσια έσοδα του ελληνικού κράτους από το χαρτόσημο, τα τελωνεία και το μονοπώλιο ελέγχονταν από τη διεθνή οικονομική επιτροπή για να εξασφαλιστεί η εξόφληση του δανείου. Ο άτυχος ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 είχε βαρύτατες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις στην Ελλάδα, η συνειδητοποίηση των οποίων οδήγησε στην πραγματοποίηση της επανάστασης στο Γουδί το 1909 και στη μετέπειτα φωτισμένη ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου.
κλέφτες και αρματολοί
Ελληνικά στρατιωτικά σώματα, τα οποία έδρασαν στα βουνά, κυρίως κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, και αποτέλεσαν τη βάση για τις ένοπλες εξεγέρσεις των Ελλήνων ως το 1821.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) και τη διαίρεση της αυτοκρατορίας σε πολλά μικρά κράτη, οι ηγεμόνες τους οργάνωσαν στρατιωτικά σώματα από ντόπιους, για να επιτηρούν τις δύσκολες ορεινές διαβάσεις, να προστατεύουν τους διαβάτες και να αποκρούουν αιφνιδιαστικές επιδρομές των εχθρών. Το σύστημα αυτό διατηρήθηκε μέχρι την κατάκτηση των χωρών της αυτοκρατορίας από τους Τούρκους. Μετά την τουρκική κατάκτηση οι Έλληνες που υπηρετούσαν σε αυτά τα σώματα ή πήγαν στον ενετικό στρατό που πολεμούσε τους Τούρκους ή έμειναν στην Ελλάδα και εξακολουθούσαν να αγωνίζονται κατά των Τούρκων στα βουνά. Στις ομάδες αυτές που έμειναν στην Ελλάδα άρχισαν να καταφεύγουν και πολλοί άλλοι Έλληνες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να υποφέρουν την τουρκική σκλαβιά. Οι Τούρκοι τους ονόμασαν κλέφτες για να τους δυσφημίσουν. Στη συνείδηση όμως των Ελλήνων η ονομασία αυτή ήταν τίτλος τιμής. Σήμαινε τον τουρκομάχο ήρωα, τον υπερασπιστή του έθνους από τις αυθαιρεσίες του κατακτητή. Βαθμιαία σχηματίστηκαν σώματα που έδρευαν σε ορεινές περιοχές, όπως ο Όλυμπος, η Όσσα, η Πίνδος, τα Άγραφα, ο Παρνασσός, ο Ταΰγετος και πολλά άλλα μέρη.
Οι κλέφτες για να εξασφαλίζουν την τροφή τους και για να εκδικούνται τους Τούρκους, κατέβαιναν αιφνιδιαστικά από τα βουνά, έπαιρναν τα αναγκαία για τη ζωή τους, τιμωρούσαν τις αδικίες και τις πράξεις βίας των Τούρκων και συχνά έδιναν μάχες με τα τουρκικά στρατεύματα. Αποτελούσαν τον ανυπότακτο στρατό του υπόδουλου έθνους μέσα στο τουρκικό κράτος και ήταν κατά κάποιο τρόπο μια μόνιμη επανάσταση πάνω στα βουνά.
Η τουρκική κυβέρνηση δεν έδωσε στην αρχή μεγάλη σημασία στους κλέφτες. Όταν όμως πλήθυναν και σε ορισμένες περιφέρειες είχαν σχεδόν καταργήσει την τουρκική κυριαρχία, άρχισε να ανησυχεί και προσπάθησε να τους δαμάσει. Τα καταφύγιά τους όμως ήταν απρόσιτα και οι προσπάθειες των τουρκικών αρχών πήγαιναν χαμένες. Αποφάσισαν τότε να συνθηκολογήσουν με τους κλέφτες, να τους κολακέψουν και να αναθέσουν σε αυτούς την τήρηση της τάξης. Έτσι, επιτρέψανε στους πιο φημισμένους και πιο ισχυρούς κλέφτες να συγκροτήσουν νόμιμα ένοπλα τμήματα και να προστατεύουν ο καθένας μια ορισμένη περιοχή από τις επιδρομές άλλων κλεφτών, όπως είχαν κάνει παλιότερα οι Ενετοί με τους αρματόρες. Τους ονόμασαν αρματολούς και την περιφέρειά τους αρματολίκι. Ο αρχηγός τους, ο καπετάνιος, διοριζόταν από τον Τούρκο διοικητή. Πολλοί όμως ισχυροί αρχηγοί κλεφτών ανάγκασαν τους Τούρκους να τους αναγνωρίζουν ως καπετάνιους της περιοχής στην οποία δρούσαν. Οι αρματολοί διατηρούσαν επιφανειακά φιλικές σχέσεις με τις τουρκικές αρχές, με τις οποίες όμως πολλές φορές έρχονταν σε ρήξη, οπότε εγκατέλειπαν το αρματολίκι και ενωμένοι με τους κλέφτες πολεμούσαν τον κοινό εχθρό. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι αρματολοί γίνονταν πάλι κλέφτες για να αναλάβουν την προστασία των ομοεθνών τους. Έτσι, με τον καιρό, οι λέξεις αρματολοί και κλέφτες έγιναν σχεδόν συνώνυμες. Μόνη διαφορά τους ήταν ότι τα σώματα των κλεφτών ήταν παράνομα και ανεξάρτητα. Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821 τα αρματολίκια στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας ήταν 17. Ονομαστοί αρματολοί και κλέφτες ήταν ο Νικοτσάρας, ο Ζαχαριάς, οι Κολοκοτρωναίοι, ο Μπούας, ο Ζήδρος, ο Βλαχάβας, ο Κατσαντώνης, ο Μπουκουβάλας, ο Σταθάς, ο Μεϊντάνης, ο Νικηταράς, ο Ανδρούτσος κ.ά. Οι τάξεις των αρματολών και κλεφτών αποτέλεσαν το φυτώριο του επαναστατικού στρατού του 1821 και από αυτές προέρχονταν οι περισσότεροι οπλαρχηγοί του Αγώνα.
Η ζωή των αρματολών και κλεφτών. Τα σώματα των αρματολών και των κλεφτών δεν είχαν καμιά διαφορά στην οργάνωσή τους. Ο αρχηγός τους λεγόταν καπετάνιος, ο υπαρχηγός τους πρωτοπαλίκαρο και οι υπόλοιποι παλικάρια. Τα μέρη όπου έμεναν ονομάζονταν λημέρια και βρίσκονταν σε δύσβατα και απρόσιτα βουνά, για να προφυλάγονται από τις επιδρομές των Τούρκων. Όταν έμεναν στα λημέρια γυμνάζονταν συνεχώς με διάφορες, χρήσιμες για το έργο τους, ασκήσεις (σκοποβολή, τρέξιμο, πήδημα, πάλη, λιθάρι κ.ά.). Ο λαός μυθοποίησε τους κλέφτες και αρματολούς που κρατούσαν πάντα την υπόσχεσή τους, βοηθούσαν τους αδύνατους και τους φτωχούς (ένα μέρος από τα λάφυρα το έδιναν στις εκκλησίες και στους φτωχούς).Στη δράση των κλεφτών και των αρματολών αναφέρονται τα κλέφτικα τραγούδια, που αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού.
Φιλική Εταιρεία
Ελληνική μυστική εθνική οργάνωση, που ιδρύθηκε στην Οδησσό το 1814 από τους Νικόλαο Σκουφά από την Άρτα, Αθανάσιο Τσακάλωφ από τα Γιάννενα και Εμμανουήλ Ξάνθο από την Πάτμο, με μοναδικό σκοπό την απελευθέρωση του υπόδουλου Ελληνισμού από τους Οθωμανούς.
Από την Οδησσό η Εταιρεία μεταφέρθηκε στην καρδιά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στην Κωνσταντινούπολη, από όπου η Εταιρεία, μέσα από πολλές φάσεις, δυσκολίες και κινδύνους, απλώθηκε σε ολόκληρο τον Ελληνισμό.
Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν στα τέλη του 1813 στην Οδησσό, όπου άρχισαν να συζητούν για την ίδρυση μίας Εταιρείας με σκοπό την απελευθέρωση των ελληνικών χωρών. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, μεγαλύτερος στην ηλικία από τους άλλους δύο, διεκδικεί την πατρότητα της ιδέας, αλλά ο ίδιος λέει ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψεν επί του χάρτου σχέδιον περί εταιρείας». Γεγονός πάντως είναι ότι και οι τρεις συνέβαλαν για την ίδρυσή της. Οι προετοιμασίες για την ίδρυση της Εταιρείας κράτησαν ως το Σεπτέμβριο του 1814, οπότε και καταρτίστηκε το πρώτο σχέδιο, που τελειοποιήθηκε λίγο αργότερα στη Μόσχα από τους Σκουφά και Τσακάλωφ. Η οργάνωση ονομάστηκε « Εταιρεία των Φιλικών». «Αρχή» ονόμασαν εκείνους που θα αναλάμβαναν την ανώτατη διεύθυνση, η οποία θα έμενε άγνωστη και μυστική στα μέλη. Στη συνέχεια καθόρισαν την «Κατήχηση», τους «Βαθμούς» –στην αρχή τέσσερις– τη «Μύηση», το «Μέγα Όρκο», τη «Διδασκαλία», τα σύμβολα και τις συμβολικές κινήσεις με τις οποίες θα αναγνωρίζονταν τα μέλη μεταξύ τους. Πήραν ψευδώνυμα και χρησιμοποιούσαν στοιχεία του αλφάβητου για υπογραφή στην αλληλογραφία τους. Στη «Διδασκαλία» περιέχεται ο σκοπός της Εταιρείας: «Ο σκοπός της Εταιρείας είναι η καλυτέρευσις του Έθνους και, όταν ο θεός συγχωρήση, η ελευθερία του».
Οι βαθμοί ήταν, όπως είπαμε, αρχικά τέσσερις: του αδελφοποιτού (βλάμη) για τους απλούς και αγράμματους, του συστημένου, για τις κατώτερες τάξεις των ομογενών, του ιερέα και του ποιμένα για τους μορφωμένους. Το 1818, στην Κωνσταντινούπολη, θεσπίστηκαν δύο ακόμη βαθμοί για τους στρατιωτικούς: των αφιερωμένων και των αρχηγών των αφιερωμένων. «Μεγάλοι Ιερείς των Ελευσίνιων» ήταν ο τίτλος των μελών της Ανωτάτης Αρχής.
Ο πρώτος προσήλυτος της Εταιρείας ήταν ο Γεώργιος Σέκερης, σπουδαστής τότε στο Παρίσι, ο οποίος μυήθηκε από το Σκουφά στη Μόσχα, όπου έτυχε να πάει για να συναντήσει τον αδελφό του Αθανάσιο, που έμενε στην Οδησσό. Ο Σκουφάς μύησε και τον Αθανάσιο Σέκερη, που έγινε το τέταρτο μέλος της μυστικής Αρχής. Μαζί με τον Αθανάσιο Σέκερη μυήθηκε και ο εμποροϋπάλληλός του, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος. Μεγάλη επιτυχία ήταν η μύηση του Άνθιμου Γαζή, γνωστού και επιφανούς λόγιου, που εντάχθηκε στην Αρχή. Στην Αρχή εντάχθηκε και ο Παναγιώτης Σέκερης, μεγαλέμπορος και μεγάλος χορηγός της Εταιρείας, ενώ για μικρό διάστημα διατέλεσε αρχηγός της. Το 1818 ο Νικόλαος Σκουφάς πέθανε σε ηλικία 40 ετών. Τη θέση του πήρε ο Αναγνωστόπουλος στην ιδρυτική τριάδα. Η Εταιρεία όμως κινδύνευε να διαλυθεί λόγω έλλειψης χρημάτων. Από το φοβερό αυτό αδιέξοδο θα βγάλει την Εταιρεία ο Παναγιώτης Σέκερης, ο οποίος ανέλαβε όλες τις δαπάνες. Οι πρώτες δυσκολίες ξεπεράστηκαν, ωστόσο δεν υπήρχε η επιβλητική εκείνη μορφή που θα ενσάρκωνε το έργο της Εταιρείας. Οι προσπάθειες να ανατεθεί η αρχηγία στον Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών τότε του τσάρου, απέτυχαν (ο Καποδίστριας, ο Κοραής και ο Άνθιμος Γαζής ακόμη, αρχικά δε θεωρούσαν κατάλληλο τον καιρό και ήθελαν πρώτα να αναγεννηθεί πνευματικά το Έθνος). Τέλος, αρχηγός έγινε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.
Ο Νικόλαος Υψηλάντης, από τα επιφανή μέλη της Εταιρείας των Φιλικών, λέει: «η Φιλική Εταιρεία ωργανώθη με το σύστημα του Χριστού, διαδοθείσα με το Αποστολικόν Σύστημα, ήτοι δι’ αποστόλων περιοδευόντων».
Οι «απόστολοι» της Φιλικής Εταιρείας ήταν δώδεκα και ορίστηκαν από το Σκουφά, όταν πήγε στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1818. Αυτοί ήταν οι ακόλουθοι: 1) ο Γεωργάκης Ολύμπιος για τη Σερβία, 2) ο Βατικιώτης για τη Βουλγαρία, 3) ο Πεντεδέκας για τη Ρουμανία, 4) ο Λουριώτης για την Ιταλία, 5) ο Αναγνωσταράς για τα νησιά του Σαρωνικού, 6) ο Χρυσοσπάθης για τη Μεσσηνία, 7) ο Φαρμάκης για τη Μακεδονία και Θράκη, 8) ο Κροκίδας για την Ήπειρο, 9) ο Πελοπίδας για την Πελοπόννησο, 10) ο Ύπατρος για την Αίγυπτο, 11) ο Κατακάζης για τη Νότια Ρωσία και 12) ο Κυρ. Καμαρηνός για τον Πετρόμπεη της Μάνης. Όλοι αυτοί, μετά το θάνατο του Σκουφά, διασκορπίστηκαν στις περιφέρειες που τους ορίστηκαν και άρχισαν να μυούν τους Έλληνες στους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας.
Ανδρούτσος, Ανδρέας (1740-1797)
Κλεφταρματολός, ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Γεννήθηκε στην περιοχή Λιβανάτες της Λοκρίδας. Το πατρικό του όνομα ήταν Βερούσης, αλλά λόγω της μεγάλης σωματικής του δύναμης του έδωσαν το όνομα Ανδρούτσος από το βαφτιστικό του Ανδρέας. Είχε περίπου την ίδια ηλικία με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, με τον οποίο και συνδέθηκε στενά. Σε ηλικία 15 ετών έγινε κλέφτης και αρματολός και αρχηγός δικού του σώματος. Πολύ γρήγορα αναγνωρίστηκε από όλους ως οπλαρχηγός της Στερεάς Ελλάδας. Τρομοκρατούσε τις τουρκικές φρουρές με τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις του, που έφταναν μέχρι την Εύβοια και τη Ναύπακτο. Ένας από τους πιο εύπορους της Πρέβεζας, ο Τσαρλαμπάς, του έδωσε την κόρη του Ακριβή για σύζυγό του. Από το γάμο αυτό γεννήθηκε ο Οδυσσέας. Από τότε ο Ανδρούτσος έγινε γνωστός όχι μόνο στην Ελλάδα και την Τουρκία αλλά και στη Ρωσία και τη Γαλλία. Η αυτοκράτειρα Αικατερίνη και ο Μέγας Ναπολέων με απεσταλμένους τους ήρθαν σε επαφή μαζί του, και ο ίδιος με περίπου 500 άνδρες του πήρε μέρος στο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη το 1790. Έπειτα από πολλές επιτυχίες, ο Κατσώνης νικήθηκε στη ναυμαχία του Καφηρέα και κατέφυγε στην Πελοπόννησο με τον Ανδρούτσο. Με την προτροπή του Τζαννέτου Γρηγοράκη, που ήταν ηγεμόνας της Μάνης και φοβήθηκε μήπως θεωρηθεί συνεργάτης των «πειρατών», όπως έλεγαν τον Κατσώνη και τον Ανδρούτσο, ο Κατσώνης έφυγε για την Ιθάκη και από εκεί στη Ρωσία, ενώ ο Ανδρούτσος κατέφυγε έπειτα από πολλές περιπέτειες στην Κέρκυρα. Το 1793 προδόθηκε από τους Βενετούς που τον συνέλαβαν και τον παρέδωσαν στους Τούρκους, οι οποίοι τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και θανατώθηκε και το πτώμα του πετάχτηκε στο Βόσπορο.
Αναγνωσταράς, Χρίστος (;1760-1825)
Αγωνιστής του 1821, γεννημένος στο Άργιλο της Αρκαδίας. Ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές της ελληνικής επανάστασης κατά των Τούρκων, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με μεγάλη εθνεγερτική δραστηριότητα. Από μικρός βοηθούσε τον ιερέα πατέρα του και έγινε αναγνώστης. Επειδή είχε εξαιρετική επίδοση στην ανάγνωση, ονομάστηκε Αναγνωσταράς. Αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο. Όταν το 1785 ο Ζαχαριάς με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Πετμεζά ίδρυσαν την ομοσπονδία των Πελοποννησίων αρματολών, αναγνώρισαν τον Αναγνωσταρά ως αρχηγό της επαρχίας Λεονταρίου. Μετά την εξόντωση του αρματολισμού κατέφυγε στα Επτάνησα, όπου κατατάχτηκε στο ρωσικό στρατό ως ταγματάρχης. Το 1817 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και αργότερα μύησε στο μυστικό της Φιλικής τον Παπαφλέσσα, τον Κολοκοτρώνη και επιφανείς νησιώτες, ιδίως της Ύδρας και των Σπετσών. Πήρε μέρος μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στη μάχη για την κατάληψη της Καλαμάτας (Μάρτιος 1821). Αγωνίστηκε επίσης στο Βαλτέτσι, στα Τρίκορφα και στην Κόρινθο. Στη διάρκεια της Επανάστασης πήρε επίσημες θέσεις και βαθμούς. Χρημάτισε επίσης και μέλος της τριμερούς επιτροπής επί των Στρατιωτικών (1823) και αργότερα υπουργός Στρατιωτικών. Με την ιδιότητά του αυτή πολέμησε το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη κατά τη διάρκεια του δεύτερου εμφύλιου. Σκοτώθηκε στη μάχη της Σφακτηρίας στις 26 Απριλίου του 1825.
Αναγνωστόπουλος, Παναγιώτης (;1790-1854).
Φιλικός από την Ανδρίτσαινα. Μυήθηκε από το Ν. Σκουφά το 1816 στη Φιλική Εταιρεία και έγινε μέλος της Ανώτατης ή Αόρατης Αρχής της Εταιρείας. Ακολούθησε το Δημήτριο Υψηλάντη στην κάθοδό του στην Ελλάδα. Πήρε μέρος στην πολιορκία του Ακροκόρινθου, του Ναυπλίου, καθώς και στην εκστρατεία κατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Το 1843 διατέλεσε σύμβουλος της Επικράτειας και από το 1845 ως το 1850 διατέλεσε νομάρχης Λακωνίας, Αχαΐας, Αργολίδας και Μεσσηνίας. Μέχρι το τέλος της ζωής του είχε ανοιχτή διαμάχη με τον Ξάνθο, θεωρώντας τον εαυτό του τον τρίτο ιδρυτή της Φιλικής Εταιρείας μετά τους Σκουφά και Τσακάλωφ. Πέθανε στην Αθήνα από χολέρα.





Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος (1770-1843).
Από τους μεγαλύτερους ήρωες της Επανάστασης του 1821, από την παλιά οικογένεια των Κολοκοτρωναίων. Γεννήθηκε στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας όπου είχε καταφύγει η μητέρα του Ζαμπία μετά το θάνατο του συζύγου της Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, για να γλιτώσει από την καταδίωξη των Τούρκων. Μέχρι τα 15 του χρόνια έζησε στην Αλωνίσταινα κοντά στους θείους του Κοτσακαίους. Έπειτα όμως εγκατέλειψε τους δικούς του και μπήκε σε ένα σώμα αρματολών του Λιονταριού. Στα 20 χρόνια του παντρεύτηκε την Κατερίνα Καρούσου, κόρη προεστού του Λιονταριού, και εγκαταστάθηκε εκεί, όχι όμως για πολύ. Οι επιθέσεις των Τούρκων τον έκαναν να είναι πότε αρματολός και πότε κλέφτης. Αλλά τις πρώτες σπουδαίες μάχες του με τους Τούρκους τις έδωσε το 1792 βοηθώντας τον Ανδρέα Ανδρούτσο και τους άντρες του να περάσουν στη Στερεά. Τελικά, έπειτα από πολλούς διωγμούς των Τούρκων κατέφυγε στη Ζάκυνθο, η οποία ανήκε τότε στην Ιόνια πολιτεία. Εκεί ο Ρώσος διοικητής Αντρέμπ του πρόσφερε βοήθεια, με τον όρο να πάρει μέρος στον αγώνα κατά της Γαλλίας. Ο όρος αυτός όμως δεν του άρεσε και αρνήθηκε. Γύρισε στη Μάνη και αγωνίστηκε ως κλέφτης. Αλλά τότε έγινε ο αφορισμός των κλεφτών από τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ και ο αφανισμός όλων σχεδόν των Κολοκοτρωναίων, από προδοσία των καλόγερων του μοναστηριού της Παναγίας των Αιμιαλών (1806). Έφυγε τότε πάλι για τα Επτάνησα και εκεί γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια, καθώς επίσης με τον Τζαβέλα, τον Μπότσαρη, το Βλαχάβα και άλλους αρματολούς που είχαν καταφύγει εκεί για να γλιτώσουν από τους διωγμούς του Αλή πασά.
Μετά την κήρυξη του ρωσοτουρκικού πολέμου συνεννοήθηκε με τους άλλους αρματολούς και συγκρότησαν τον πρώτο πολεμικό στόλο, ο οποίος αποτελούνταν από 70 πλοία, και με τη δράση του έκανε πολλές καταστροφές στους Τούρκους από το 1806 μέχρι το 1808, οπότε αναγκάστηκε με τη μεσολάβηση του πατριαρχείου να σταματήσει τη δράση του. Τότε ο Κολοκοτρώνης συνεννοήθηκε με το φίλο του Αλή Φαρμάκη για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου, αλλά τα σχέδιά τους ματαιώθηκαν με την αγγλική κυριαρχία στα Επτάνησα (1809) και την άρνηση των Άγγλων να υποστηρίξουν το κίνημα. Το 1810 ο Κολοκοτρώνης μπήκε, με το βαθμό του λοχαγού, στο ελληνικό σώμα που καταρτίστηκε από τους Άγγλους και με τη γενναιότητα που έδειξε στις επιχειρήσεις κατά των Γάλλων της Λευκάδας προάχθηκε σε ταγματάρχης. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και αφού κατήχησε και άλλους πολλούς σε αυτή, έφυγε, αρχές του 1821, από τη Ζάκυνθο και ντυμένος καλόγερος ήρθε στην Πελοπόννησο, με σκοπό να την ξεσηκώσει. Ήταν τότε 51 χρονών.
Μόλις έφτασε στην Πελοπόννησο ο Κολοκοτρώνης, άρχισε αμέσως τη δράση του και όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, είχε αρκετές επιτυχίες. Στις 23 Μαρτίου του 1821 πέτυχε, με τον Πετρόμπεη και τους Μανιάτες, την κατάληψη της Καλαμάτας, στις 12-13 Μαΐου τη νίκη στο Βαλτέτσι, στις 26 Σεπτεμβρίου την άλωση της Τρίπολης. Η πρώτη ελληνική κυβέρνηση τον διόρισε τότε στρατηγό. Και ενώ επιχειρούσε ο Κολοκοτρώνης την πολιορκία της Πάτρας, έφτασε στην Πελοπόννησο ο Δράμαλης με τη στρατιά του. Ο Κολοκοτρώνης έλυσε την πολιορκία της Πάτρας και κυρίεψε τα στενά των Δερβενακίων. Όταν ο Δράμαλης, αποκλεισμένος στην αργολική πεδιάδα, αναγκάστηκε, για να ξεφύγει, να περάσει με το στρατό του από τα Δερβενάκια, ο Κολοκοτρώνης τον χτύπησε και τον κατέστρεψε (25-27 Ιουλίου 1822). Ελάχιστοι ξέφυγαν. Μετά από αυτή την περίλαμπρη νίκη ο Κολοκοτρώνης ανακηρύχθηκε αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.
Στις 30 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου απελευθερώνει το Ναύπλιο και μπαίνει θριαμβευτικά στην πόλη. Έπειτα όμως από τους τόσους θριάμβους και τις τιμές τον περίμεναν πίκρες και ταπεινώσεις. Στον εμφύλιο σπαραγμό του 1823, που ξεκίνησε από τις διχόνοιες των πολιτικών κομμάτων, ο Κολοκοτρώνης έχασε το γιο του Πάνο και ο ίδιος φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες μαζί με άλλους σε μοναστήρι της Ύδρας. Με την εισβολή όμως του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε για να βοηθήσει την πατρίδα για μια ακόμα φορά. Επειδή δεν μπορούσε να παρατάξει στρατό ανάλογο του αιγυπτιακού, παρενοχλούσε τον εχθρό χτυπώντας τα μικρά αποσπάσματα και καταστρέφοντας τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Με μεγάλη ευελιξία «αλώνιζε» την Πελοπόννησο για να προλάβει τον Ιμπραήμ στο δόλιο τέχνασμά του να προσελκύσει φίλους. Και δεν κατάφερε βέβαια να ξαναπάρει την Τρίπολη και την Πάτρα, κατέφερε όμως να κρατήσει την Ελλάδα ξεσηκωμένη, ώσπου ο σουλτάνος αναγκάστηκε να αναγνωρίσει αυτόνομο ελληνικό κράτος.
Μετά την απελευθέρωση και την εκλογή του Καποδίστρια ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ένας από τους πιο πιστούς υποστηριχτές του. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια υποστήριξε τον Όθωνα. Η αντιβασιλεία όμως, με τη σύμφωνη γνώμη των Μεγάλων Δυνάμεων και ιδίως της Αγγλίας και Γαλλίας, αποφάσισε να αποκλείσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης από τον τακτικό στρατό και μάλιστα να τους φυλακίσει με την κατηγορία ότι προετοίμαζαν τάχα εξέγερση. Πρώτος από όλους πιάστηκε ο Κολοκοτρώνης (7 Σεπτεμβρίου 1833) και η δίκη του με την κατηγορία της ανατρεπτικής δράσης και της έσχατης προδοσίας άρχισε στις 3 Απριλίου 1833. Στις 26 Μαΐου βγαίνει η απίστευτη απόφαση καταδίκης του σε θάνατο. Η άρνηση όμως του προέδρου του δικαστηρίου Α. Πολυζωίδη και του δικαστή Γ. Τερτσέτη να υπογράψουν την απόφαση, καθώς και η λαϊκή αγανάκτηση που είχε κορυφωθεί, ματαίωσαν την εκτέλεση της ποινής. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στη φυλακή, στο Παλαμήδι του Ναυπλίου, μέχρι την ενηλικίωση του Όθωνα. Τότε του δόθηκε χάρη, ο βαθμός του στρατηγού και του απονεμήθηκε το ανώτατο παράσημο του Σωτήρα και το αξίωμα του συμβούλου της επικρατείας.
Από το 1834 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου μετά από λίγα ήσυχα χρόνια πέθανε στις 3 Φεβρουαρίου του 1843, αφού προηγουμένως είχε υπαγορεύσει τα απομνημονεύματά του στο Γ. Τερτσέτη, τα οποία εκδόθηκαν το 1851.
Ανδρούτσος, Οδυσσέας καί 1821 (1790-1825).
Ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Ήταν γιος του Ανδρέα Βερούση-Ανδρούτσου, κλεφταρματολού με μεγάλη φήμη. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε πολύ μικρή ηλικία. Στην Πρέβεζα, όπου ζούσε η οικογένειά του, τον βρήκε ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, φίλος του πατέρα του, όταν κατέλαβε και πυρπόλησε την πόλη αυτή (1798). Τον πήρε στην αυλή του, όπου ο μικρός Οδυσσέας διδάχτηκε τη στρατιωτική τέχνη και κάθε πολιτική και πολεμική ραδιουργία.
Αργότερα, ο Αλή πασάς εκτιμώντας τις ικανότητές του τον έκανε σωματοφύλακά του και τον διόρισε δερβέναγα της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας με εντολή να καταδιώξει τους κλέφτες. Ο Ανδρούτσος, όμως, μυημένος από το 1818 στη Φιλική Εταιρεία, κατόρθωσε με τη διπλωματική του δεξιότητα να πείσει τον Αλή ότι συμφέρον του ήταν όχι μόνο να μην εξοντωθούν οι κλέφτες αλλά και να χρησιμοποιηθούν κατά του σουλτάνου.


Έτσι το 1820, κατά την τελική ρήξη του Αλή πασά με την Πύλη, ο Ανδρούτσος άφησε τον Αθανάσιο Διάκο στη θέση του και πήγε στα Γιάννενα, όπου ενθάρρυνε τον Αλή πασά και τον συμβούλευε για τις κινήσεις του, επιδιώκοντας να συνεχιστεί ο πόλεμος μεταξύ Αλή πασά και σουλτάνου ώστε να γίνει μεγαλύτερος διασκορπισμός των τουρκικών δυνάμεων προς όφελος των Ελλήνων.
Το 1821 ξεσήκωσε τους Γαλαξιδιώτες και άρχισε τη δράση του εναντίον των Τούρκων. Στις 8 Μαΐου, μετά το θάνατο του αδελφικού του φίλου Αθανάσιου Διάκου, κλείστηκε με 120 παλικάρια στο χάνι της Γραβιάς, όπου κατόρθωσε, χάρη στη στρατηγική του ιδιοφυΐα, να αναχαιτίσει τον Ομέρ Βρυώνη που κατέβαινε με 8.000 στρατό στην Πελοπόννησο για να διαλύσει την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Η επιτυχής άμυνα στο χάνι της Γραβιάς ήταν η πρώτη ουσιαστική νίκη των Ελλήνων στην Επανάσταση του 1821.
Ύστερα από αυτή τη νίκη ο Ανδρούτσος ανακηρύχτηκε από τους οπλαρχηγούς αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας, αξίωμα που του το αναγνώρισε επίσημα και η Α’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, ενώ ο Άρειος Πάγος, η τοπική διοίκηση της Στερεάς, δυσανασχέτησε για τον τίτλο, με αποτέλεσμα να αρχίσουν οι προστριβές ανάμεσα σ’ αυτήν και τον Ανδρούτσο.
Οι στρατηγικές ικανότητές του στις μάχες, αλλά και η διπλωματική τακτική που ακολουθούσε είχαν ως αποτέλεσμα να αυξάνουν τις επιτυχίες του στον απελευθερωτικό πόλεμο εναντίον των Τούρκων. Παράλληλα όμως όλα αυτά προκαλούσαν την επιπλέον αντιπάθεια και εχθρότητα των πολιτικών προς το πρόσωπό του. Κατηγορήθηκε για δειλία και στη συνέχεια παραιτήθηκε από το αξίωμά του. Φοβούμενος ότι οι αντίπαλοί του θα τον δολοφονούσαν, σκότωσε τους απεσταλμένους που είχαν σταλεί από την κυβέρνηση να τον αντικαταστήσουν. Ύστερα από αυτό το επεισόδιο επικηρύχθηκε για 5.000 γρόσια. Μπροστά στον κίνδυνο όμως του Δράμαλη, που κατέβαινε προς την Πελοπόννησο, ζητήθηκε και πάλι η βοήθειά του. Έτσι, ο Ανδρούτσος εμπόδισε την υποχώρηση του Δράμαλη στην Ανατολική Ελλάδα μετά την καταστροφή του στα Δερβενάκια και βοήθησε στην καταστροφή των υπολειμμάτων της στρατιάς του.
Κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (1822), η επιστολή που έστειλε στο Μαυροκορδάτο, με την οποία του ανακοίνωνε ότι έρχεται με 10.000 άνδρες, έπεσε στα χέρια του Ομέρ και του Κιουταχή και ήταν μια από τις αιτίες της αποχώρησής τους.
Το 1822 καταργήθηκε ο Άρειος Πάγος και ο Ανδρούτσος πήρε και πάλι τον τίτλο του αρχιστράτηγου. Στην εμφύλια διαμάχη των Ελλήνων το 1824 δε θέλησε να πάρει μέρος αλλά, αντίθετα προσπάθησε να συμφιλιώσει τις δύο πλευρές. Αυτό όμως δημιούργησε νέα μίση και εχθρότητες από μέρους των κοτζαμπάσηδων, οι οποίοι δεν είχαν σταματήσει να τον κατηγορούν. Μετά την επικράτησή τους στον εμφύλιο, ανέθεσαν στο πρώην πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου, τον Ι. Γκούρα, τη σύλληψή του παλιού αρχηγού του. Ύστερα από μία σύντομη σύγκρουση, ο Ανδρούτσος παραδόθηκε στον Γκούρα και στη συνέχεια φυλακίστηκε στην Ακρόπολη της Αθήνας. Στη φυλακή τον κακοποίησαν, τον στραγγάλισαν και σκηνοθέτησαν την αυτοκτονία του, ρίχνοντας το πτώμα του από τα βράχια με διαταγή του Γκούρα. Η μνήμη του Ανδρούτσου αποκαταστάθηκε από το επίσημο ελληνικό κράτος το 1872.




Καποδίστριας, Ιωάννης (1776-1831).
Ο πρώτος κυβερνήτης της απελευθερωμένης από τον τουρκικό ζυγό Ελλάδας. Ήταν γιατρός, διπλωμάτης και πολιτικός και ανήκε για πολύ καιρό στην υπηρεσία του τσάρου της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α΄. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν το δευτερότοκο παιδί του κόμη Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια, νομομαθή στην υπηρεσία των Βενετών ως την κατάλυση της αρχής των τελευταίων στην Κέρκυρα το 1795. Μητέρα του ήταν η Αδαμαντία, το γένος Γονέμη, από την Ήπειρο. Η οικογένεια Καποδίστρια καταγόταν από τη δαλματική πόλη Κάπο ντ’ Ίστρια και το αρχικό της όνομα ήταν Βιτόρι. Πριν αιώνες είχε εγκατασταθεί στην Κέρκυρα, ασπάστηκε την ορθοδοξία και άλλαξε το όνομα Βιτόρι με το όνομα της πόλης από την οποία προερχόταν. Με το όνομα «Καποδίστριας» γράφτηκε στη «Χρυσή Βίβλο» των ευπατριδών του νησιού το 1471. Ο Ιωάννης διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα στην Κέρκυρα και το 1794 πήγε να συμπληρώσει τις σπουδές του στην Ιταλία. Σπούδασε ιατρική στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας και μετά από τέσσερα χρόνια ξαναγύρισε στο νησί του, το οποίο το είχαν καταλάβει οι Γάλλοι. Το 1799 η Κέρκυρα πολιορκείται από τους ενωμένους Ρώσους και Τούρκους. Ο αρχηγός των γαλλικών στρατευμάτων κατοχής φυλάκισε τον Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια μαζί με το γιο του Ιωάννη. Όταν επικράτησαν οι Ρώσοι και οι Τούρκοι τους απελευθέρωσαν, ο Ιωάννης διορίστηκε αρχίατρος του τουρκικού στρατιωτικού νοσοκομείου της Κέρκυρας. Το 1800 τα Επτάνησα αναγνωρίστηκαν από τους Τούρκους αυτοδιοικούμενη πολιτεία, φόρου υποτελής στο σουλτάνο. Τότε ο Καποδίστριας άρχισε ουσιαστικά την πολιτική του σταδιοδρομία, ως έκτακτος επίτροπος της τοπικής κυβέρνησης. Στα πλαίσια της αρμοδιότητάς του αυτής στάλθηκε να αποκαταστήσει την τάξη στην Κεφαλονιά, να καταστείλει δηλαδή την επανάσταση των χωρικών. Την αποστολή του αυτή την εκτέλεσε με επιτυχία. Το 1803 διορίστηκε γραμματέας της επτανησιακής επικράτειας και τηρούσε όλη την αλληλογραφία με τους εκπροσώπους της Επτανήσου στο εξωτερικό. Την εποχή αυτή απέκτησε τη διπλωματική πείρα, που θα του χρησίμευε αργότερα. Στις 7 Ιουλίου 1807 υπογράφτηκε μεταξύ Ρωσίας και Γαλλίας η συνθήκη του Τιλσίτ, σύμφωνα με την οποία τα Επτάνησα παραχωρούνταν στη Γαλλία. Ο Καποδίστριας αναγκάστηκε να φύγει από την πατρίδα του και να πάει στην Πετρούπολη της Ρωσίας (1809). Χάρη στις φιλικές του σχέσεις με τη μεγάλη ελληνορουμανική οικογένεια Στούρζα, μπήκε στο περιβάλλον της τσαρικής αυλής, όπου γρήγορα διακρίθηκε και απέκτησε ανώτατα αξιώματα. Ο τσάρος εκτίμησε τα προσόντα του και τον διόρισε σύμβουλο του κράτους. Το 1811 τοποθετήθηκε στη ρωσική πρεσβεία της Βιέννης ως υπεράριθμος γραμματέας. Αργότερα ο τσάρος τον έστειλε στο Βουκουρέστι διευθυντή του διπλωματικού γραφείου του Τσιτσαγκόφ. Στην εποχή των ταραχών της Ρωσίας με τη Γαλλία, ο Καποδίστριας έδειξε όλες τις πολιτικές και διπλωματικές του ικανότητες. Ανάμεσα στις πετυχημένες ενέργειές του ήταν και η κατοχύρωση της ουδετερότητας της Ελβετίας και η θεμελίωση του ομοσπονδιακού της συστήματος. Το 1815, με τη συνθήκη του Παρισιού, δέχτηκε να μπουν τα Επτάνησα κάτω από την προστασία της Μ. Βρετανίας, για να μην τα πάρει η Αυστρία. Ο τσάρος, παρά τις αντιδράσεις του Μέτερνιχ, διόρισε τον Καποδίστρια «γραμματέα της αυτοκρατορίας», δηλαδή υπουργό των Εξωτερικών της Ρωσίας, και του ανέθεσε να ασχοληθεί με τη λύση του ζητήματος της Ελβετίας. Ο Καποδίστριας με επιτυχία οργάνωσε το ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης της Ελβετίας και πέτυχε την ουδετερότητά της. Την εποχή της διαμονής του στην Ελβετία μελέτησε το παιδαγωγικό σύστημα του Πεσταλότσι και το εκπαιδευτικό σύστημα του Φέλεμπεργκ, τα οποία επιδίωξε κατόπιν να εφαρμόσει στην Ελλάδα. Το 1817 του έγινε η πρόταση να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, αλλά αρνήθηκε, γιατί θεωρούσε πολύ νωρίς ακόμη να εκτεθεί η Ελλάδα και οι Έλληνες σε κίνδυνο. Την ίδια στάση κράτησε αργότερα (1820), όταν του έγιναν ανάλογες προτάσεις. Το 1814-1815 συνόδευσε τον τσάρο στο Συνέδριο Βιέννης-Παρισίων, όπου έδειξε επίσης τις μεγάλες διπλωματικές ικανότητές του. Εκεί πέτυχε να αναγνωριστούν τα Ιόνια νησιά ως «ελεύθερο κράτος» υπό την προστασία της Μ. Βρετανίας. Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση, όχι μόνο δεν την αποκήρυξε, αλλά προσπάθησε, πολλές φορές με επιτυχία, να πείσει τον τσάρο να ενδιαφερθεί για την τύχη των ορθόδοξων χριστιανών της Ανατολής. Τον Αύγουστο του 1822 έπεσε στη δυσμένεια του τσάρου, γιατί φάνηκε ότι έβαζε τα ελληνικά συμφέροντα πιο πάνω από τα ρωσικά. Αυτή ήταν και η αιτία που απομακρύνθηκε από το υπουργείο Εξωτερικών. Ζήτησε άδεια «για λόγους υγείας» και εγκαταστάθηκε στη Γενεύη. Από εκεί συνέχισε να εργάζεται για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Επί τεσσεράμισι ολόκληρα χρόνια γυρνώντας τις διάφορες πόλεις της Ευρώπης, προσπαθούσε να πείσει τους Ευρωπαίους να βοηθήσουν την Ελληνική Επανάσταση, ενίσχυσε το κίνημα των Φιλελλήνων, βοήθησε τον Αγώνα με χρήματα, όπλα, φάρμακα κ.ά. Την εποχή που ο Καποδίστριας βρισκόταν στο Παρίσι, η εθνική συνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας (Απρίλιος 1827). Τον Ιανουάριο του 1828, αφού πρώτα υπέβαλε την παραίτησή του από τα καθήκοντα του υπουργού των Εξωτερικών στο νέο τσάρο Νικόλαο Α΄ και επισκέφθηκε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, για να εξασφαλίσει ηθική και οικονομική υποστήριξη, ήρθε στην Ελλάδα για να αναλάβει καθήκοντα κυβερνήτη. Η Ελλάδα που βρήκε ήταν, από το μακροχρόνιο αγώνα, τελείως κατεστραμμένη. Ο στρατός ουσιαστικά ήταν διαλυμένος, το ναυτικό ανύπαρκτο. Δικαστήρια δεν υπήρχαν ούτε και εκπαίδευση. Τα οικονομικά βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Ο κρατικός μηχανισμός έπρεπε να δημιουργηθεί από το μηδέν. Ο Καποδίστριας εργάστηκε με θέρμη και ζήλο και κατόρθωσε να θέσει τις βάσεις του πρώτου ελληνικού κράτους. Το πρώτο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν το οικονομικό, γιατί τα ταμεία του κράτους ήταν άδεια. Έβαλε τις βάσεις για τη φορολογία και ίδρυσε την Εθνική Τράπεζα, προσφέροντας την ατομική του περιουσία ως ιδρυτικό κεφάλαιο. Οργάνωσε επίσης τον πρώτο τακτικό στρατό του ελεύθερου κράτους (οχτώ τακτικά τάγματα από χίλιους άντρες το καθένα). Πήρε σειρά μέτρων για την ανάπτυξη της γεωργίας, διέδωσε την καλλιέργεια της πατάτας και ίδρυσε γεωργική σχολή στην Τίρυνθα. Στην Αίγινα ίδρυσε ανώτερη σχολή στην οποία δίδαξαν διάσημοι λόγιοι της εποχής εκείνης. Αλλά το μεγαλύτερο βάρος έδωσε ο Καποδίστριας στη δημοτική παιδεία, γιατί πίστευε ότι η αναγέννηση του έθνους δεν μπορούσε παρά να εξαρτάται από τη μόρφωση του λαού και την πνευματική του ανάπτυξη. Γι’ αυτό ίδρυσε πολλά δημοτικά σχολεία, καθώς και διδασκαλείο στην Αίγινα για τη μόρφωση δασκάλων. Επίσης, φρόντισε για τη διοικητική οργάνωση του κράτους. Διαίρεσε την Πελοπόννησο σε εννιά διοικητικά τμήματα και τα νησιά του Αιγαίου σε έξι και διόρισε έκτακτους επιτρόπους να τα κυβερνούν. Όρισε να έχουν δικαίωμα ψήφου για εκλογή τοπικών αρχόντων όλοι οι άντρες που είχαν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και δικαίωμα να εκλέγονται όσοι είχαν συμπληρώσει το 35ο. Τις δικαστικές διαφορές θα τις έλυναν οι τοπικοί δημογέροντες μέχρι τη στιγμή που θα ιδρύονταν τα τακτικά δικαστήρια. Επιπλέον ίδρυσε ταχυδρομική υπηρεσία και δημοσίευσε ταχυδρομικό κανονισμό. Με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (1829) η Τουρκία αναγνώρισε την αυτονομία της Ελλάδας και με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830) οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνώρισαν την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος. Η διοίκηση όμως του Καποδίστρια είχε πολλά αρνητικά σημεία. Επειδή ήταν οπαδός της «φωτισμένης δεσποτείας», δεν πίστευε στα φιλελεύθερα πολιτεύματα και γι’ αυτό διέλυσε αμέσως την εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, που τον είχε εκλέξει ως κυβερνήτη, και στη θέση της ίδρυσε γερουσία, τα μέλη της οποίας διόριζε ο ίδιος και η οποία ονομάστηκε «Πανελλήνιο». Έτσι δημιούργησε συγκεντρωτική εξουσία και κυβερνούσε αυταρχικά. Επίσης παραμέρισε πολλούς από τους στρατιωτικούς και πολιτικούς ηγέτες της Επανάστασης και δημιούργησε εναντίον του ισχυρή αντίδραση, που κατέληξε σε σφοδρή αντιπολίτευση. Κέντρο της αντιπολίτευσης έγιναν η Μάνη και η Ύδρα. Η Ύδρα αποσπάστηκε από το κράτος και ίδρυσε δική της κυβέρνηση, τη «Συνταγματική Επιτροπή», στην οποία συμμετείχαν ο Μιαούλης, ο Μαυροκορδάτος και άλλοι επιφανείς ηγέτες της Επανάστασης. Μεγάλη επίσης αντίδραση στο έργο του κυβερνήτη πρόβαλαν οι πρεσβευτές της Αγγλίας και Γαλλίας, γιατί πίστευαν πως ο Καποδίστριας ήταν όργανο της ρωσικής πολιτικής. Τέλος, η Μάνη επαναστάτησε εναντίον του κυβερνήτη και ο Καποδίστριας διέταξε τη φυλάκιση του Π. Μαυρομιχάλη ως ηθικού υπεύθυνου, ενώ το γιο του Γεώργιο και τον αδελφό του Κωνσταντίνο τους έθεσε υπό αστυνομική επιτήρηση. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 οι Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης δολοφόνησαν τον Καποδίστρια στην είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Με τη δολοφονία του ανακόπηκε το ανορθωτικό του έργο. Η Ελλάδα έχασε έναν ικανό κυβερνήτη. Παρά τα αρνητικά σημεία της πολιτικής του, ο Καποδίστριας πέτυχε σε πολλούς τομείς ενώ κάποιοι κρατικοί θεσμοί έχουν ως τη σύγχρονη εποχή τη σφραγίδα της πολιτικής του. Ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος τον χαρακτήρισε ως υπόδειγμα άνδρα που με αυταπάρνηση εργάστηκε για τα κοινά.
Ζαΐμης, Ασημάκης (1745-1826).
Ένας από τους πρωτεργάτες του Αγώνα του ’21. Πατέρας του ήταν ο Παναγιώτης Ζαΐμης. Σπούδασε στην Πίζα, μυήθηκε από τον Παπαφλέσσα στη Φιλική Εταιρεία και ορίστηκε ως έφορός της στην Πελοπόννησο. Ήταν επίσης μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Παρά την προχωρημένη ηλικία του έλαβε μέρος στη μάχη της Ακράτας, ενώ στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου διώχθηκε. Πέθανε από τύφο στο Ναύπλιο.
Ζαΐμης, Ανδρέας (αρχές 19ου αι.-1840).
Γιος του Ασημάκη Ζαΐμη, προεστός των Καλαβρύτων. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία, όπως και ο πατέρας του, και πρωτοστάτησε στην κήρυξη της Επανάστασης. Μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον Ανδρέα Λόντο αποτέλεσε τη γνωστή «Αχαϊκή τριανδρία». Πολέμησε κατά τις πολιορκίες της Πάτρας και της Τριπολιτσάς, καθώς και σε όλες τις μάχες γύρω από την Πάτρα και στην τελική καταστροφή του στρατού του Δράμαλη στην Ακράτα. Το 1822 υπεράσπισε το Μεσολόγγι μαζί με το Μαυροκορδάτο. Στην A’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ήταν πληρεξούσιος. Ανήκε πολιτικά στην παράταξη του Μαυροκορδάτου. Το 1824, κατά τον εμφύλιο πόλεμο, καταδιώχτηκε από τους Γκούρα και Καραϊσκάκη, γι’ αυτό έφυγε στη Δυτική Ελλάδα. Ξαναγύρισε στην Πελοπόννησο κατά την εισβολή του Ιμπραήμ και το 1826 ορίστηκε από τη Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας πρόεδρος της «διοικητικής επιτροπής», δηλαδή της επαναστατικής κυβέρνησης. Από τη θέση αυτή ανακήρυξε χωρίς καμιά μνησικακία τον Καραϊσκάκη αρχιστράτηγο της Στερεάς. Αργότερα διορίστηκε προϊστάμενος των Εσωτερικών και μέλος της επταμελούς κυβερνητικής επιτροπής μέχρι τον ερχομό του Όθωνα. Αναγνωρίστηκε ως μεγάλος πατριώτης από εχθρούς και φίλους και το 1837 διορίστηκε σύμβουλος επικρατείας.

Κατσώνης, Λάμπρος (περίπου 1752-1804).
Διάσημος Έλληνας θαλασσομάχος από τη Λιβαδειά. Σε ηλικία 17 χρόνων πήγε στο Λιβόρνο της Ιταλίας όπου κατατάχθηκε στο ρωσικό στόλο και πολέμησε στη Δαλματία, Ήπειρο και Δυτική Πελοπόννησο. Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), πήγε στην Κριμαία της Ρωσίας και υπηρέτησε στο ελληνικό τάγμα που είχε δημιουργήσει τότε η αυτοκράτειρα Αικατερίνη. Στο τάγμα αυτό διακρίθηκε πολεμώντας κατά το ρωσοπερσικό πόλεμο στην Κριμαία, γι’ αυτό και η Αικατερίνη τον έκανε λοχαγό. Όταν άρχισε ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787-1792), πήγε στην Τεργέστη και με ένα μικρό στόλο που δημιούργησε κατέβηκε στο Ιόνιο πέλαγος και διατρέχοντας τις θάλασσες κατέστρεφε τα τουρκικά πλοία που συναντούσε ή τα αιχμαλώτιζε προσθέτοντάς τα στα πλοία του στόλου του. Τα κατορθώματα του Κατσώνη προξένησαν ταραχή στους Τούρκους. Στις αρχές Αυγούστου του 1788 ο σουλτάνος έστειλε τον τουρκικό στόλο να καταδιώξει τον τολμηρό Έλληνα. Η συνάντηση των στόλων έγινε στην Κάρπαθο και μετά από πολύωρη ναυμαχία ο τουρκικός στόλος νικήθηκε και τράπηκε σε φυγή. Μετά από τη νίκη αυτή του Κατσώνη, η Αικατερίνη τον προβίβασε σε υποχιλίαρχο, ενώ ο στόλος του αναγνωρίστηκε ως στόλος της ρωσικής αυτοκρατορίας. Το 1789 ο Κατσώνης κυρίεψε και έκανε ορμητήριό του το νησί Τζια (Κέα). Ο σουλτάνος του παραχώρησε, με τον όρο να σταματήσει τις επιδρομές, τα νησιά Τζια, Μύκονο, Πάρο και άλλα μικρότερα, αλλά ο Κατσώνης δε δέχτηκε.
Το 1790 μαζί με τον αρματολό Ανδρούτσο από τη Μάνη και 500 άντρες διέπλευσε το Αιγαίο και έφτασε στην Τένεδο, όπου κατέστρεψε τουρκικές εγκαταστάσεις. Ακολούθως γύρισε στην Τζια, όπου έμαθε ότι ερχόταν για να τον αντιμετωπίσει ισχυρός στόλος από την Κωνσταντινούπολη. Ο Κατσώνης με το στόλο του δέχτηκε την επίθεση του τουρκικού και αλγερινού στόλου μεταξύ Άνδρου και Εύβοιας, στην οποία έχασε τα πιο πολλά από τα πλοία του και μόλις κατάφερε να καταφύγει στη Μήλο και από εκεί στα Κύθηρα. Τότε από τα ελληνικά πληρώματα των τουρκικών πλοίων βγήκε το δίστιχο που έμεινε παροιμιακό: «σαν σ’ αρέσει μπάρμπα-Λάμπρο, ξαναπέρνα από την Άντρο». Στο μεταξύ η Αικατερίνη τον προβίβασε σε χιλίαρχο και του απένειμε το παράσημο ανδρείας του Αγίου Γεωργίου, ενώ ταυτόχρονα τον διέταξε να συνεννοηθεί με άλλους Ρώσους αρχηγούς που κατέβαιναν στη Μεσόγειο. Ο Κατσαντώνης συγκέντρωσε στην Ιθάκη 24 πλοία με σκοπό να καταστρέψει τον τουρκικό στόλο. Σταμάτησε όμως τα σχέδιά του εξαιτίας της αναγγελίας της ρωσοτουρκικής ανακωχής. Πέρασε τότε στη Μάνη, όπου προσπάθησε να ξεσηκώσει κίνημα κατά των Τούρκων. Μετά την ειρήνη του Ιασίου (1792) μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας δημοσίευσε αγαναχτισμένος το μανιφέστο του «Φανέρωσις του εξοχωτάτου χιλιάρχου και ιππέως Λάμπρου Κατσώνη», στο οποίο διαμαρτυρόταν, γιατί η συνθήκη του Ιασίου παρέβλεψε τις οφειλόμενες στους Έλληνες υποχρεώσεις και δήλωνε ότι οι Έλληνες θα συνέχιζαν τον αγώνα τους. Ο ίδιος μαζί με τον Ανδρούτσο οχυρώθηκε στο Ταίναρο. Γρήγορα όμως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθειά του, εξαιτίας της αδιαφορίας που συνάντησε και από τους ντόπιους και από τους Ρώσους. Μετά από περιπέτειες στα Κύθηρα, την Ιθάκη και την Πάργα, κατέληξε στην κωμόπολη Καράσουι της Κριμαίας, όπου έμεινε μέχρι το θάνατό του.Η πολεμική δράση του Κατσώνη είναι μια από τις πιο σοβαρές επαναστατικές ενέργειες που έγιναν στην Ελλάδα πριν από την Επανάσταση του 1821.


Κωλέττης (ή Κωλέτης), Ιωάννης (1773-1847).
Πολιτικός ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της Ελλάδας από την Επανάσταση του 1821 ως το θάνατό του.
Γεννήθηκε στο Συρράκο της Ηπείρου. Σπούδασε ιατρική στην Πίζα της Ιταλίας. Στο διάστημα των σπουδών του γνωρίστηκε με τον Ούγο Φώσκολο και επηρεασμένος από τους Καρμπονάρους της Ιταλίας άρχισε να κάνει σχέδια μαζί του για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Το 1813 γύρισε στα Ιωάννινα, όπου εγκαταστάθηκε και εξασκούσε το ιατρικό επάγγελμα. Γρήγορα απέκτησε φήμη σπουδαίου γιατρού, γι’ αυτό και ο Μουχτάρ πασάς, γιος του Αλή πασά, τον πήρε στην υπηρεσία του ως προσωπικό του γιατρό. Έμεινε στην υπηρεσία του Μουχτάρ ως το Μάρτιο του 1821, οπότε, μυημένος ήδη στη Φιλική Εταιρεία, δραπέτευσε από τα Ιωάννινα και πήγε στο Συρράκο. Από εκεί προσπάθησε, μαζί με τον οπλαρχηγό Ράγκο, να ξεσηκώσει τα Βλαχοχώρια. Η προσπάθειά του όμως απέτυχε και ο Κωλέττης έφυγε για το Μεσολόγγι. Στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου πήρε μέρος ως πληρεξούσιος της Ηπείρου και τον Ιανουάριο του 1822 έγινε υπουργός Εσωτερικών. Μετά την Εθνοσυνέλευση του Άστρους έγινε έπαρχος Εύβοιας (Μάιος 1823) και πέτυχε να την ελευθερώσει. Παράλληλα συγκέντρωσε τους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας κάτω από την αρχηγία του Γ. Καραϊσκάκη και διάφορους δευτερεύοντες πολιτικούς από όλη την Ελλάδα. Το Νοέμβριο του 1823 ο Κωλέττης διορίστηκε, αντί για το Μεταξά, μέλος του Νομοτελεστικού, αξίωμα το οποίο διατήρησε ως το 1826. Στο τέλος του 1824 επικεφαλής των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδας, στην ένοπλη ρήξη Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών, εκμηδένισε το κόμμα της Πελοποννήσου, που ήταν εναντίον της κυβέρνησης Κουντουριώτη και το οποίο είχε σχηματιστεί από πολιτικούς και οπλαρχηγούς. Μετά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ο Κωλέττης τάχτηκε με τους Πελοποννήσιους και με την υποστήριξή τους κατάφερε να του ανατεθεί να καταστρέψει τις τουρκικές αποθήκες που βρίσκονταν στην Αταλάντη, χρησιμοποιώντας ένα σώμα Θεσσαλομακεδόνων, που ο ίδιος θα εκπαίδευε. Η επιχείρηση όμως αυτή απέτυχε, εξαιτίας της απειρίας του Κωλέττη στα στρατιωτικά.
Μετά τον ερχομό του Καποδίστρια διορίστηκε υγειονόμος στις Σπέτσες και έπειτα διοικητής Σάμου. Όταν όμως, έπειτα από απόφαση των Δυνάμεων, η Σάμος δόθηκε στους Τούρκους, ο Κωλέττης διορίστηκε υπουργός Στρατιωτικών (Ιούλιος 1829). Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (1831), ο Κωλέττης μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον αδερφό του Καποδίστρια Αυγουστίνο, συγκρότησε την «τριπλή υπέρτατη αρχή», η οποία όμως γρήγορα διαλύθηκε, εξαιτίας της διαφωνίας των τριών αρχηγών. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας έφυγε στην Κέρκυρα. Τότε οι Μοραΐτες συσπειρώθηκαν γύρω από τον Κολοκοτρώνη και οι Ρουμελιώτες γύρω από τον Κωλέττη και άρχισε ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος κράτησε όλο το 1832.
Ως την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κωλέττης υπήρξε υπουργός Ναυτικών και έπειτα Στρατιωτικών. Το 1835 διορίστηκε πρεσβευτής στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε φιλικά με το Γάλλο ιστορικό Γκιζό και με τις εβδομαδιαίες δεξιώσεις του, την πολυμάθεια και τους τρόπους του απέκτησε μεγάλη δημοτικότητα ανάμεσα στους φίλους της Ελλάδας. Στην Ελλάδα επέστρεψε μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και τη θέσπιση των συνταγματικών θεσμών και πήρε μέρος στην Εθνοσυνέλευση, όπου εναντιώθηκε στο χωρισμό των Ελλήνων σε αυτόχθονες και ετερόχθονες.


Στις πρώτες βουλευτικές εκλογές του 1844 η κυβέρνηση του Μαυροκορδάτου, που υποστηριζόταν από το αγγλικό κόμμα, ανατράπηκε από την αντιπολίτευση του ρωσικού και του γαλλικού κόμματος, των οποίων οι αρχηγοί Μεταξάς και Κωλέττης ανέλαβαν την αρχή και συγκρότησαν συμμαχική κυβέρνηση. Μετά την παραίτηση του Μεταξά ο Κωλέττης έμεινε μόνος στην εξουσία (4 Αυγούστου 1844). Τότε το ρωσικό και το αγγλικό κόμμα ενώθηκαν κατά του Κωλέττη και δημιουργήθηκαν πολλές ανταρσίες και επαναστατικά κινήματα, τα οποία ο Κωλέττης αντιμετώπισε με τραχύτητα. Κατάφερε να κρατήσει την αρχή μέχρι το θάνατό του, χάρη στη γαλλική υποστήριξη, την εύνοια του Όθωνα, την οικονομική ενίσχυση προς την Ελλάδα του φίλου του Εϋνάρδου και τη συμπάθεια που είχε δημιουργήσει στο λαό με τις άπειρες, ανεκπλήρωτες όμως, υποσχέσεις του.
Μιαούλης, Ανδρέας (1769-1835).
Ναύαρχος της Ελληνικής Επανάστασης. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Βώκος και ήταν γιος του Δημητρίου Βώκου, εμπορευόμενου πλοιοκτήτη. Πιθανότατα γεννήθηκε στην Ύδρα, όπου και ήταν εγκατεστημένος. Από νεαρή ηλικία γνώρισε τη θάλασσα ταξιδεύοντας με το εμπορικό του πατέρα του και του θείου του. Εμπορευόμενος με τον αδερφό του αγόρασε από τους Τούρκους ένα μπρίκι, που το έλεγαν «Μιαούλ». Σε αυτό λέγεται ότι οφείλει και την επωνυμία Μιαούλης, αντί Βώκος. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι το «Μιαούλης» προέρχεται από το παράγγελμά του προς τους ναύτες «μία ούλοι».
Γρήγορα απέκτησε πολλά χρήματα και μεγάλη φήμη. Κατά τη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων, όταν ο αγγλικός στόλος ασκούσε αποκλεισμό στα ισπανικά παράλια, ο Μιαούλης κατόρθωσε να ανεφοδιάσει με σιτάρι τους αποκλεισμένους.
Πήρε μέρος στην Επανάσταση για πρώτη φορά ως ναύαρχος του υδραίικου στόλου εναντίον του στόλου του Καρά Αλή, το 1822. Η επιχείρηση εκείνη, που στέφτηκε με επιτυχία, σήμανε την αρχή μιας σειράς νικηφόρων ναυμαχιών. Το 1822 αντιμετώπισε τον τουρκικό στόλο έξω από την Πάτρα, στη Χίο, τις Σπέτσες, τη Μυτιλήνη και σε άλλα σημεία του Βόρειου Αιγαίου. Το 1824, μετά την καταστροφή των Ψαρών, ο Μιαούλης με 70 καράβια, πυρπολικά και πληρώματα 6.000 περίπου ναυτών, κατόρθωσε, κατά τη ναυμαχία του Γέροντα, να βυθίσει πολλά τουρκικά πλοία του Χοσρέφ πασά και να τον εμποδίσει να καταπνίξει την επανάσταση στη Σάμο. Συνέχισε μάλιστα τις επιθέσεις του εναντίον του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, ο οποίος βιάστηκε να φύγει για να μη συγκρουστεί με τον ελληνικό. Το 1825 ο Μιαούλης ανέλαβε τον ανεφοδιασμό του πολιορκημένου Μεσολογγίου, που τον πέτυχε σε μια πρώτη προσπάθεια, ενώ στη δεύτερη αναγκάστηκε να γυρίσει άπρακτος στην Ύδρα και να στραφεί προς τη Σάμο, που βρισκόταν πάλι σε κίνδυνο. Το 1826 διορίστηκε επίσημα ναύαρχος των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων, προσωρινά όμως, ώσπου να έρθει ο Άγγλος Κόχραν. Μετά την αναχώρηση του τελευταίου, η ναυαρχία δόθηκε και πάλι στο Μιαούλη από τον Καποδίστρια. Οι δύο άντρες όμως ήρθαν σε ρήξη, με αποτέλεσμα το πραξικόπημα του Μιαούλη και την ανατίναξη από αυτόν της φρεγάτας «Ελλάς» και της κορβέτας «Ύδρα» (1831). Ο Μιαούλης διώχτηκε για την ενέργειά του αυτή, αλλά αμνηστεύτηκε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια.
Αργότερα υπήρξε μέλος της ελληνικής αντιπροσωπίας που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει το στέμμα της Ελλάδας στον Όθωνα. Μετά τον ερχομό του βασιλιά, ο Μιαούλης διορίστηκε αρχηγός του γενικού διευθυντηρίου του στόλου. Το 1834 τιμήθηκε με το παράσημο του Μεγαλόσταυρου του Σωτήρος και με τον τίτλο του συμβούλου της επικρατείας.
Πέθανε από φυματίωση και τάφηκε σε μια ακτή του Πειραιά που πήρε το όνομά του (Ακτή Μιαούλη). Το 1952 τα οστά του μεταφέρθηκαν σε καινούργιο μνημείο μπροστά στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, επίσης στον Πειραιά.
Όθων(ας) Α’ (1815-1867).
Βασιλιάς της Ελλάδας την περίοδο 1832-1862. Το πλήρες όνομά του ήταν Όθων Φρειδερίκος Λουδοβίκος. Ήταν δευτερότοκος γιος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α' και της Θηρεσίας, κόρης του δούκα του Σάξ Άλτενμπουργκ. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, οι προστάτιδες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία τον όρισαν, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (Μάιος 1832) βασιλιά της Ελλάδας, σε ηλικία 17 ετών.
Στις 25 Ιανουαρίου 1833 ο Όθων αποβιβάστηκε στην πρώτη μετά την απελευθέρωση πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο, και ανέλαβε τα καθήκοντά του. Στα τέλη του 1834 μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αθήνα.
Ως την ενηλικίωση του Όθωνα (20 Μαΐου 1835) τα βασιλικά καθήκοντα ασκούσε μια πενταμελής επιτροπή, η Αντιβασιλεία, που την αποτελούσαν ο κόμης Άρμανσμπεργκ, ο καθηγητής Μάουρερ, ο υποστράτηγος Έιντεκ και δύο πάρεδρα μέλη, ο Άμπελ και ο Γκρένερ. Ο πρώτος ήταν εκείνος που καθόριζε την κυβερνητική πολιτική. Το καλοκαίρι του 1834 αντικατέστησε το Μάουρερ, ο οποίος αντιδρούσε και του αμφισβητούσε τον ηγετικό ρόλο, με τον Κόμπελ. Η Αντιβασιλεία ποτέ δεν έγινε δημοφιλής στον ελληνικό λαό, εξαιτίας της αλαζονείας και της αυταρχικότητάς της. Το 1834, με την κατηγορία ότι σχεδίαζαν ανατροπή της, η Αντιβασιλεία καταδίκασε σε θάνατο το Θ. Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα, αλλά τελικά δεν τόλμησε να πραγματοποιήσει την απόφασή της.
Όταν ο Όθων ενηλικιώθηκε και ανέλαβε τα καθήκοντά του, διατήρησε στην πρωθυπουργική θέση το λαομίσητο Άρμανσμπεργκ. Τον Απρίλιο του 1836 ο Όθων πήγε στη Γερμανία και, περιφρονώντας κυβέρνηση και λαό, τους οποίους δε φρόντισε καν να ενημερώσει, παντρεύτηκε τη δούκισσα Αμαλία. Για να κατευνάσει κάπως την οργισμένη από την επιπολαιότητά του αυτή κοινή γνώμη, αντικατέστησε τον Άρμανσμπεργκ με το νομομαθή Ρούντχαρτ, ο οποίος σχημάτισε κυβέρνηση από Έλληνες πολιτικούς και ίδρυσε το 1837 το Οθώνειο πανεπιστήμιο, το πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο. Ο νέος όμως πρωθυπουργός δεν ήταν αρεστός στην Αγγλία και ο Όθων αναγκάστηκε να τον παύσει (8 Δεκεμβρίου 1837), αναλαμβάνοντας ο ίδιος και την πρωθυπουργία.
Κατά την κρητική επανάσταση του 1841 ο Όθων συμμερίστηκε τη λαϊκή επιθυμία και υποστήριξε τον αγώνα των Κρητικών, πράγμα που προκάλεσε την αντίδραση της Αγγλίας. Τελικά η έντονη διπλωματική πίεση της Αγγλίας υποχρέωσε τον Όθωνα να αναθέσει την πρωθυπουργία στον αρχηγό του «αγγλικού» κόμματος Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο οποίος, όμως, ύστερα από ένα μήνα (8 Αυγούστου 1841), παραιτήθηκε. Ο Όθων ανέλαβε ξανά την πρωθυπουργία, αλλά ήδη η εσωτερική πολιτική ατμόσφαιρα είχε γίνει πολύ βαριά. Ο λαός απαιτούσε την απομάκρυνση των Βαυαρών συμβούλων του, απέρριπτε την απολυταρχική νοοτροπία του βασιλιά και ζητούσε να του παραχωρηθεί σύνταγμα, που ο Όθων αρνιόταν κατηγορηματικά.
Η κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας γινόταν ακόμα πιο απελπιστική με τους οξείς ανταγωνισμούς των τριών κομμάτων («αγγλικού», «γαλλικού», «ρωσικού»), που υποδαύλιζαν οι αντίστοιχες προστάτιδες δυνάμεις.
Τελικά, τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η φρουρά των Αθηνών, με επικεφαλής το συνταγματάρχη του ιππικού Δημήτριο Καλλέργη, επαναστάτησε και περικύκλωσε τα ανάκτορα. Μετά τη λαϊκή κινητοποίηση, ο Όθων υποσχέθηκε την παραχώρηση συντάγματος, το οποίο ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση του 1843, και διόρισε πρωθυπουργό τον Ανδρέα Μεταξά. Αλλά η λαϊκή δυσφορία συνεχίστηκε λόγω και της ατεκνίας της Αμαλίας, της ανάμειξής της στην πολιτική και της παραβίασης του συντάγματος από τον Όθωνα.
Κατά τον κριμαϊκό πόλεμο (1854) ξέσπασαν επαναστατικά κινήματα στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Ο Όθων τα υποστήριξε και οι Αγγλογάλλοι απέκλεισαν τον Πειραιά (1854-1857). Παρά την ανάθεση της πρωθυπουργίας στον αγγλόφιλο Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, η Αγγλία παρέμεινε εχθρική στον Όθωνα και επιδίωξε την ανατροπή του.
Εξάλλου, οι συνεχείς παραβιάσεις του συντάγματος από το βασιλιά ενίσχυσαν τη δημιουργία αντιδυναστικής κίνησης, η οποία εκφράστηκε με διάφορες στάσεις στις επαρχίες. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού και του πολιτικού κόσμου, καθώς και του λαού, εναντιώθηκε στο θεσμό της βασιλείας. Ύστερα από κινήματα στην Αθήνα και το Ναύπλιο («Σκιαδικά» και «Ναυπλιακά»), η αντίδραση κορυφώθηκε κατά την περιοδεία του βασιλικού ζεύγους στην Πελοπόννησο (Οκτώβριος 1862). Τότε πραγματοποιήθηκε αναίμακτη επανάσταση των φρουρών της Αθήνας, της Πάτρας και του Μεσολογγίου (6-11 Οκτωβρίου 1862), η δυναστεία κηρύχτηκε έκπτωτη και στις 12 Οκτωβρίου 1862 οι βασιλιάδες εγκατέλειψαν την Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στη Βαμβέργη, όπου και πέθαναν.

No comments:

Post a Comment