Wednesday, June 17, 2009

ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ (μέσος αιώνας, μέσοι αιώνες, μέσοι χρόνοι)

Ο όρος υποδηλώνει την περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας που καλύπτει το διάστημα μεταξύ της πτώσης του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (476 μ.Χ.) και της ανακάλυψης της Αμερικής (1492). Ο όρος μεσαίωνας πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τους ιστορικούς του 15ου-16ου αιώνα για να χαρακτηριστεί το χιλιόχρονο διάστημα και η ιδιόμορφη πολιτιστική ενότητα που παρεμβάλλεται μεταξύ του πολιτισμού της κλασικής αρχαιότητας και της αναγέννησης.
Το κυριότερο χαρακτηριστικό γεγονός των αρχών του μεσαίωνα είναι η βίαιη μετακίνηση των βόρειων λαών της Ευρώπης, η εγκατάστασή τους στα εδάφη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που είχε συνέπεια την ίδρυση νέων κρατών και την ανάπτυξη νέων πολιτισμών, με βάση τις καινούργιες λαϊκές οντότητες που προέκυψαν από τη συγχώνευση των «μεταναστών» και των ντόπιων πληθυσμών (π.χ. η γαλλική οντότητα προήλθε από τη συγχώνευση των Γαλλορωμαίων, των Φράγκων, των Βουργουνδίων κ.ά. Η αγγλική οντότητα προήλθε από τη συγχώνευση Βρετανών, Άγγλων, Σαξόνων, Νορμανδών και η γερμανική ενότητα από τη συγχώνευση των ντόπιων πληθυσμών με τους Σλάβους και άλλους λαούς).
Κατά την πρώτη περίοδο του μεσαίωνα (5ος-6ος αι.) σημειώνονται βίαιες μεταναστεύσεις των βόρειων ευρωπαϊκών λαών και διαμορφώνονται τα πρώτα βαρβαρικά κράτη στην Ευρώπη (το φράγκικο βασίλειο του Κλόβι στη Γαλλία, του Θεοδώριχου στην Ιταλία κ.ά.), που δέχονται βαθμιαία την επίδραση του καθολικισμού και εκχριστιανίζονται. Την ίδια περίοδο στην ανατολή αρχίζει η διαδικασία της διαμόρφωσης του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους.
Κατά τη δεύτερη περίοδο του μεσαίωνα (7ος-8ος αι.) παρατηρείται το φαινόμενο της διαδικασίας ενοποίησης ολόκληρης σχεδόν της Δυτικής Ευρώπης που κορυφώνεται με την ηγεμονία του Καρόλου του Μεγάλου (768-814), ο οποίος στέφεται αυτοκράτορας από τον πάπα (800), σφραγίζοντας έτσι τη συμμαχία της παγιωμένης θρησκευτικής εξουσίας με τη νέα κυρίαρχη κοσμική εξουσία. Την ίδια περίοδο στην Ανατολή κάνει την εμφάνισή του ο ισλαμισμός και αρχίζει η διαδικασία της βίαιης εξάπλωσής του. Ο κίνδυνος είναι άμεσος και για τη Δύση και για την Ανατολή. Στην πρώτη αντιμετωπίζεται από τον Κάρολο το Μεγάλο, όπως έκαναν και οι συγγενείς του, Κάρολος Μαρτέλος και Πιπίνος ο Βραχύς, και στη δεύτερη από το βυζαντινό κράτος.
Κατά την τρίτη περίοδο του μεσαίωνα (9ος-10ος αι.) σημειώνεται μια ανατροπή στις σχέσεις κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η δύναμη και η επιρροή της καθολικής Εκκλησίας αυξάνεται συνέχεια, με αποτέλεσμα να περιβληθεί και με πολιτικές εξουσίες. Αυτή την περίοδο νομιμοποιείται η απαίτηση των παπών να επεμβαίνουν στα εσωτερικά των ευρωπαϊκών κρατών. Παράλληλα με την αύξηση της δύναμης της καθολικής Εκκλησίας, σημειώνεται και ο διαμελισμός της αυτοκρατορίας του Καρόλου του Μεγάλου στα βασίλεια της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Λορένης, της Βουργουνδίας και της Ιταλίας. Ο διαμελισμός αυτός αποτελεί κορυφαία πολιτική εκδήλωση του ανώτατου σημείου της διαδικασίας για την εμπέδωση και σταθεροποίηση του λεγόμενου φεουδαρχικού τρόπου κοινωνικής οργάνωσης. Από δω και πέρα ο φεουδαρχισμός (ή φεουδαλισμός) θα αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό τόσο στο οικονομικό όσο και στο πολιτικό-κοινωνικό επίπεδο. Ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δύο βασικών κοινωνικών τάξεων, των φεουδαρχών και των δουλοπάροικων. Ο φεουδάρχης κατέχει τη γη, την οποία δουλεύουν οι ακτήμονες δουλοπάροικοι «αποζημιώνοντας» τον ιδιοκτήτη της με πληρωμή σε χρήμα, ή σε είδος, ή εργαζόμενοι για λογαριασμό του για ορισμένο αριθμό ημερών κάθε εβδομάδα. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του φεουδαρχικού συστήματος είναι ότι ο δουλοπάροικος (σε αντίθεση με το δούλο του παλαιότερα κυρίαρχου τρόπου παραγωγής) είναι ιδιοκτήτης των εργαλείων του (όχι όμως της γης) και ότι ο φεουδάρχης (σε αντίθεση με το δουλοκτήτη) δεν έχει απόλυτο δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους δουλοπάροικους. Στο σύνολό τους οι φεουδάρχες εντάσσονται σε ένα πολυσύνθετο ιεραρχικό σύστημα (σύστημα ευγενείας). Σε αυτό προσδιοριζόταν η θέση καθενός, από τον ανώτατο άρχοντα μέχρι τον τελευταίο μικροφεουδάρχη. Στην πορεία της εξέλιξης του συστήματος το υψηλότερο αξίωμα της πυραμίδας της φεουδαρχικής κοινωνίας απέκτησε αιρετό χαρακτήρα, με την έννοια ότι προσφερόταν από τους μεγάλους φεουδάρχες (από τους φεουδάρχες-εκλέκτορες ή από το «συμβούλιο των ευγενών» κ.ά.).
Κατά την τέταρτη περίοδο του μεσαίωνα (11ος-12ος αι.) συντελείται σειρά μεταβολών στον κοινωνικοπολιτικό χάρτη της Δυτικής Ευρώπης. Ο φεουδαρχισμός φτάνει στο ανώτατο σημείο της εξέλιξής του. Η καθολική Εκκλησία επιδίδεται σε βίαιες προσπάθειες για να ελέγξει τη δύναμη των φεουδαρχών, πράγμα που έχει ως συνέπεια την (με κάθε τρόπο) επιβολή της και την αναζωπύρωση του θρησκευτικού αισθήματος και του θρησκευτικού φανατισμού, ο οποίος θα επενδύσει ιδεολογικά τους οικονομικό-πολιτικούς στόχους της Α’ Σταυροφορίας (1095), που οργανώνεται με σκοπό «την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων».
Οι κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις αυτού του εγχειρήματος θα εκφραστούν με την εξασθένηση των φεουδαρχών και την ισχυροποίηση της θέσης των μοναρχών-ηγεμόνων της Δυτικής Ευρώπης, γεγονός που οριοθετεί την έναρξη της μακροχρόνιας διαδικασίας για την αποσύνθεση του φεουδαρχισμού. Στη διάρκεια του 12ου αιώνα αναπτύσσεται σταθερά το εμπόριο και η βιοτεχνία. Μια νέα κοινωνική τάξη (η αστική) κάνει την εμφάνισή της στο ιστορικό προσκήνιο. Στις πόλεις οι αστοί ελέγχουν το εμπόριο και οι βιοτέχνες κατοχυρώνουν τα προνόμια που απορρέουν από το επάγγελμά τους μέσα από τις συντεχνίες τους. Την ίδια περίοδο ιδρύεται το πανεπιστήμιο του Παρισιού (1120), χτίζεται η «Παναγία των Παρισίων» (1182), κάνει την εμφάνισή του το γερμανικό έπος των «Νιμπελούγκεν» (1160) κτλ.
Κατά την πέμπτη περίοδο του μεσαίωνα (13ος-15ος αι.), το Βατικανό επιβάλλεται ως θρησκευτικός εκφραστής ολόκληρου του δυτικού κόσμου και ταυτόχρονα ως πολιτικός ρυθμιστής της διεθνούς κατάστασης Στη Βρετανία ο Ιωάννης ο Ακτήμονας αναγκάζεται να παραχωρήσει στους υπηκόους του ορισμένα δικαιώματα (Μάγκνα Κάρτα, βλ. λ.), που θα συμπληρωθούν από τη διαμόρφωση ενός ορισμένου είδους κοινοβουλίου και των συνακόλουθων κοινωνικών θεσμών. Επιπρόσθετα, το Βατικανό επιχειρεί να ισχυροποιήσει τη θέση του κοινωνικού συστήματος, με το οποίο είχε συμπαραταχθεί, οργανώνοντας ή συμμετέχοντας στην οργάνωση οχτώ σταυροφοριών μεταξύ των ετών 1095-1270, από τις οποίες η μία (Δ') κατέληξε στη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης. Ύστερα από αυτό αρχίζει να εξασθενεί η εξουσία του πάπα στη Δυτική Ευρώπη και η οικοδόμηση της κυριαρχίας δύο μοναρχιών στον ευρωπαϊκό χώρο. Πρόκειται για την (απόλυτη) μοναρχία στη Γαλλία και στη Βρετανία (που βρίσκεται σε μια σχέση ελέγχου από το κοινοβούλιο). Παράλληλα με τις κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις που σημειώνονται στον ευρωπαϊκό χώρο, πραγματοποιείται και μια πολιτιστική άνθηση. Ο Ντάντε (Δάντης) συνθέτει τη «Θεία Κωμωδία», ο Βοκκάκιος το «Δεκαήμερο». Με τον Τζιότο ανανεώνεται η ζωγραφική, εφευρίσκεται η τυπογραφία (1450) κ.ά. Στη Δύση οι εξελίξεις σφραγίζονται με τον εκατονταετή πόλεμο (1337-1453), το σχίσμα της καθολικής Εκκλησίας (1378-1417), την παρακμή του αυτοκρατορικού θεσμού στη Γερμανία κ.ά. Στην Ανατολή οι εξελίξεις σφραγίζονται με την εξάπλωση των Τούρκων και την παρακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που ολοκληρώνεται με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453).
Έτσι εκπληρώθηκαν οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές προϋποθέσεις για τη μετάβαση της ιστορίας σε ένα νέο στάδιο. Η ολοκλήρωση του ιστορικού φαινομένου, που χαρακτηρίζεται με τον όρο «μεσαίωνας», ανοίγει το δρόμο στην αναγέννηση, που θεωρείται κορυφαία στιγμή του ανθρώπινου πολιτισμού.
Οι στρατοί των βαρβάρων που κατέκλυσαν την Ευρώπη στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αντανακλούσαν τις κοινωνικές δομές τους και ο αρχηγός τους ήταν ο πλέον ικανός, που είχε αποδείξει την ανδρεία του και την εξυπνάδα του, χαρίσματα που ήταν ικανά για να του δώσουν την αρχηγία της φυλής, που εύκολα μετατρεπόταν σε «στρατό». Όμως, ο ίδιος λαός μπορούσε να καθαιρέσει και να σκοτώσει τον αρχηγό του, αν αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσε πια να τους οδηγήσει σε επιτυχίες. Όταν ο Καρλομάγνος αποφάσισε ότι μόνο οι ιδιοκτήτες μπορούσαν να υπηρετούν στο στρατό του, έκανε το πρώτο βήμα για τη δημιουργία των φεουδαρχικών στρατών του μεσαίωνα, με τους ευγενείς υποτελείς που έπρεπε να υπηρετούν το βασιλιά τους και να διατηρούν στράτευμα, έτοιμο να προσφέρει τις υπηρεσίες του, όταν το επιθυμούσε ο βασιλιάς.
Σε κάθε εποχή παρουσιάζονταν ιδιόμορφοι στρατοί με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως, για παράδειγμα, ο στρατός των σταυροφόρων. Η εφεύρεση της πυρίτιδας υπήρξε η αιτία για μια θεμελιώδη αλλαγή του χαρακτήρα του στρατού, μαζί βέβαια με τη δημιουργία των εθνικών κρατών. Το 15ο αι. ο γερμανικός και ο ελβετικός πεζικός στρατός παρουσίασαν εντυπωσιακές καινοτομίες, που τούς τοποθέτησαν στην πρωτοπορία των εξελίξεων. Η υπεροχή στο πεδίο της μάχης ήταν συνέπεια των τεχνολογικών κατακτήσεων και η προσωπική ανδρεία έπαψε να είναι ο βασικός παράγοντας για την επιτυχία μιας στρατιωτικής αποστολής.
Οι στρατοί συνέχισαν να εξελίσσονται και ανάλογα με τη δύναμη του στρατού του κάθε κράτος καθόριζε την πολιτική του. Το μειονέκτημα των στρατών της εποχής ήταν η σύστασή τους, αφού δεν υπήρχε στρατολογία πολιτών, αλλά σε αυτούς κατατάσσονταν είτε τυχοδιώκτες είτε στοιχεία προερχόμενα από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, που απέβλεπαν στο οικονομικό όφελος και στον προσωπικό πλουτισμό με κάθε κόστος. Τα ανώτερα στελέχη προέρχονταν από τις τάξεις των ευγενών, αλλά η πειθαρχία και η υπακοή εξαρτώνταν αποκλειστικά από τις διαθέσεις των στρατιωτών και από την προοπτική κέρδους.
Ως τα τέλη του μεσαίωνα, τα αγχέμαχα όπλα ελάχιστα μεταβλήθηκαν. Λίγο πριν από την εξαφάνισή τους γνώρισαν μια ιδιαίτερη ανάπτυξη με τη μορφή του οπλισμού των ιπποτών της Δυτικής Ευρώπης. Το 13ο και ιδίως το 14ο και 15ο αι., η πανοπλία σκέπαζε ολόκληρο το σώμα του Ευρωπαίου ιππότη, ο οποίος πάνω στο άλογό του χρησιμοποιούσε ιδιαίτερα βαριά όπλα. Τα όπλα αυτά ήταν κάθε λογής. Μεγάλο σπαθί που το χειριζόταν με τα δύο χέρια, πολλών ειδών ρόπαλα και τσεκούρια και το τεράστιο κοντάρι με το οποίο επιτίθεται στον αντίπαλο του έχοντάς το προτεταμένο. Ωστόσο αποδείχτηκε ότι ένας τέτοιος πολεμιστής ήταν εύκολη λεία ευκίνητων και ελαφρά οπλισμένων ανθρώπων. Μετά τη μάχη του Χάστιγκς στην Αγγλία, όπου για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν ατσάλινα βέλη εναντίον ιπποτών, η βαριά πανοπλία αποδείχτηκε άχρηστη και τελικά εγκαταλείφτηκε.Η πυρίτιδα έκανε την εμφάνισή της το 14ο αι. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους Γερμανούς στην πολιορκία της Τσιβιδάλε στην Ιταλία. Τα πυροβόλα εκείνα εκσφενδόνιζαν πέτρινες ή μολύβδινες σφαίρες και είχαν ελάχιστη, αν όχι ανύπαρκτη, ακρίβεια. Ωστόσο ήταν αρκετά για να καταστήσουν την ύπαρξη του τείχους άχρηστη. Την ίδια περίπου εποχή έκανε την εμφάνισή του και το τουφέκι. Αρχικά ήταν ένα δύσχρηστο όπλο που, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, έπρεπε να στερεωθεί στο έδαφος και ονομαζόταν κανόνι του χεριού.

Ε Υ Ρ Ω Π Η

Στο δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οι μετακινήσεις των γερμανικών λαών, κυρίως, που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη από τον 4ο αι. έφεραν μεγάλες αναταραχές και ανακατατάξεις, εδαφικές και πληθυσμιακές: η Γαλατία κατακτήθηκε από τους Φράγκους, η Ιταλία για ένα διάστημα έγινε γοτθικό βασίλειο, στην Ισπανία εγκαταστάθηκαν οι Βησιγότθοι και οι Βάνδαλοι κατέλαβαν τη Βόρεια Αφρική. Από τον επόμενο αιώνα ξεκινά η ιστορική περίοδος της Ευρώπης που είναι γνωστή ως μεσαίωνας.Από τις πιο ισχυρές γερμανικές φυλετικές ομάδες που επικράτησαν στη Δυτική Ευρώπη από τον 5ο ως τον 9ο αι., περίπου, ήταν οι Φράγκοι. Ο Κλόβις, ένας από τους σημαντικούς ηγεμόνες τους, αρχικά βασιλιάς των Σκαλίων Φράγκων, κατάφερε να νικήσει τους Ρωμαίους και να επεκταθεί στη Γαλατία, επιτυγχάνοντας αργότερα την ένωση όλων των Φράγκων. Ασπάστηκε το ρωμαιοκαθολικισμό, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τον εκχριστιανισμό και των υπόλοιπων Φράγκων.
Από τα μέσα του 8ου αι. βασιλιάς των Φράγκων ανακηρύχθηκε ο Κάρολος ο Μέγας. Με τις συνεχείς νίκες του έγινε ο ισχυρότερος βασιλιάς της Ευρώπης και κέρδισε την εύνοια του πάπα. Τα Χριστούγεννα του 800 στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη ο Κάρολος στέφτηκε από τον πάπα αυτοκράτορας όχι πλέον των Φράγκων αλλά της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.Στο μεταξύ η παπική εκκλησία είχε αποκτήσει μεγάλη δύναμη και ασκούσε πολιτική επιρροή στους ηγεμόνες της Ιταλικής χερσονήσου, αλλά και στους ηγεμόνες της υπόλοιπης Ευρώπης, μέσω των μοναστηριών και των εκκλησιών. Το 12ο αι. η θρησκευτική αυτή ενότητα της Δυτικής Ευρώπης οδήγησε στην οργάνωση στρατιωτικών εκστρατειών για την επανάκτηση των «Αγίων Τόπων» που βρίσκονταν στα χέρια των μωαμεθανών. Οι πόλεμοι αυτοί που υποκινήθηκαν από την παπική Εκκλησία και στους οποίους πήραν μέρος όλα σχεδόν τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη ονομάστηκαν Σταυροφορίες. Μία από αυτές, η Δ’ Σταυροφορία, είχε ως αποτέλεσμα την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1204). Οι Σταυροφόροι μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη και ίδρυσαν δικό τους λατινικό κράτος με επικεφαλής το Βαλδουίνο της Φλάνδρας. Το 1261 ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος κατόρθωσε να ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη.Το 13ο αι. εμφανίζονται στην περιοχή της Μικράς Ασίας οι Οθωμανοί Τούρκοι και αρχίζει η ραγδαία προέλασή τους στην Ευρώπη με την κατάκτηση εδαφών του Βυζαντίου. Παράλληλα οι Σέρβοι φτάνουν ως τη Θεσσαλία. Την περίοδο της βασιλείας του Μανουήλ Β (14ος-15ος αι.) οι Οθωμανοί πολιορκούν τη Θεσσαλονίκη.



Το 1453 κατακτούν την Κωνσταντινούπολη και σιγά σιγά και τα υπόλοιπα εδάφη της αυτοκρατορίας.Η ανάπτυξη της οικονομίας στη Δυτική Ευρώπη από το 12ο αι. οδήγησε στη δημιουργία μεγάλων αστικών κέντρων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παράλληλη ανάπτυξη της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής. Λίγο αργότερα (13ος-14ος αι.) άρχισε ένας αγώνας για υπεροχή, μεταξύ της Εκκλησίας και των πολιτικών ηγεμόνων, καθώς αναπτυσσόταν σιγά σιγά και ο εθνικός πολιτισμός των ευρωπαϊκών λαών. Από το 14ο αι. εμφανίζεται στη Δυτική Ευρώπη μία σημαντική πνευματική κίνηση που σηματοδοτεί το τέλος του μεσαίωνα και την έναρξη της αναγέννησης. Η ανάπτυξη σε όλους τους πνευματικούς τομείς δεν ανακόπτεται ούτε και με την εξάπλωση της πανούκλας, του «Μαύρου Θανάτου», που εμφανίστηκε την ίδια περίοδο και που οδήγησε στο θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες Ευρωπαίους.Ενώ για το Βυζάντιο, στην Ανατολική Ευρώπη, το 15ο αι. ξεκινάει μια σκοτεινή περίοδος, μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους, για τη Δυτική Ευρώπη ξεκινά η περίοδος των μεγάλων ανακαλύψεων. Η σημαντικότερη από αυτές θεωρείται η ανακάλυψη της Αμερικής, το 1492, από το Χριστόφορο Κολόμβο, που πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη των Ισπανών βασιλιάδων.
Την περίοδο αυτή όλοι οι λαοί της Βαλκανικής χερσονήσου δέχονταν τις απειλητικές επιδρομές των Οθωμανών, οι οποίοι άρχισαν να διαδίδουν το μουσουλμανισμό. Από τα τέλη του 14ου αι. ολόκληρη η Βαλκανική πέρασε στην οθωμανική κυριαρχία, αλλά πολλοί χριστιανικοί λαοί της χερσονήσου διατήρησαν τις εθνικές παραδόσεις τους.

Α Σ Ι Α

Η ευρωπαϊκή περίοδος των νεότερων χρόνων στην ιστορία της Ασίας αρχίζει με τον ταξιδευτή Μάρκο Πόλο (1260-1271). Αλλά πολλοί θεωρούν απάτη τά περί Κίνας τού Μαρκο Πόλο. Η ανατολική Ασία άλλωστε ήτο γνωστή στό Βυζάντιο όπως καί οί δρόμοι Μεταξιού πολύτ πρίν τό Μάρκο Πόλο καί τά μάλλον ψεύτικα ταξείδια του στήν αυλή τού Κινέζου Αυτοκράτορος. Οι Πορτογάλοι το 1516 ίδρυσαν το Μακάο στα κινεζικά παράλια και το 1540 έφτασαν στην Ιαπωνία. Το 1571 οι Ισπανοί πήραν στην κυριαρχία τους τις Φιλιππίνες. Το 1550 κυριάρχησε στα πελάγη της Ασίας ο ολλανδικός στόλος και το 1650 ο βρετανικός. Η Βρετανία επέβαλε τον έλεγχό της στην Ινδία (1849) και στη Βιρμανία (1887) και ίδρυσε αποικίες στο Άντεν, τη Σιγκαπούρη και το Χογκ Κογκ. Η Γαλλία κυριάρχησε στην Ινδοκίνα και η Ρωσία στη Σιβηρία. Η Κίνα και η Ιαπωνία υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν εμπορικές και λιμενικές διευκολύνσεις στους Ευρωπαίους.
Η εξερεύνηση του κόσμου που τον περιβάλλει και η ανακάλυψη νέων τόπων, νέων θαλάσσιων δρόμων επικοινωνίας χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τον άνθρωπο, καθώς είναι το μόνο είδος που πέρα από την έμφυτη περιέργεια και την ανάγκη για επιβίωση διαθέτει και τη συνείδηση να επικοινωνεί και να μοιράζεται τις ανακαλύψεις του. Ο ρυθμός, οι λόγοι και τα μέσα των εξερευνήσεων της γης (στεριάς, θάλασσας, αέρα) –και του διαστήματος πλέον– ποικίλουν και καθορίζονται από διάφορα αίτια (περιβαλλοντικές συνθήκες, εξέλιξη τεχνολογικών μέσων, ιδεολογία, κ.ά.).




Το 1000 π.Χ. οι πρόγονοι των Πολυνησίων έφτασαν στα νησιά Τόγκα και Σαμόα από τη νοτιοανατολική Ασία. Τολμηροί θαλασσοπόροι συνέχισαν να εξερευνούν τον Ειρηνικό ωκεανό φτάνοντας μέχρι τη Νέα Ζηλανδία πολύ πριν από τους Ευρωπαίους.
Στους ιστορικούς χρόνους, ο Πολύβιος αναφέρει ότι ο Έλληνας Πυθέας από τη Μασσαλία έφτασε γύρω στο 300 π.Χ. στα νησιά Σέτλαντ (Β. Σκοτία). Ο Μέγας Αλέξανδρος κατέκτησε και εξερεύνησε τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Περσία, την Αίγυπτο φτάνοντας μέχρι το Παντζάμπ της Ινδίας.
Στα μέσα του μεσαίωνα η σκυτάλη εξερευνήσεων πέρασε στους Σκανδιναβούς Βίκιγκς, απαράμιλλους ναυτικούς και πειρατές. Έφτασαν πιθανότατα και αποίκισαν τη Γροιλανδία (Έρικ ο Κόκκινος, 985), το Λαμπραντόρ και τη Νέα Σκοτία στη Βόρεια Αμερική, αλλά και στο σημερινό Καναδά (Λέιφ Έρικσον, 1000).
Στα τέλη του μεσαίωνα, ο Ιταλός Μάρκο Πόλο διέσχισε την Κεντρική Ασία και την Ινδία φτάνοντας μέχρι την Κίνα και το Μαλαϊκό αρχιπέλαγος (1271-1295). Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που παρουσίασε μια εμπεριστατωμένη εικόνα της Κίνας (1272), ενώ δύο άλλοι συμπατριώτες του, ο Φραγκισκανός Οντόρικο ντα Πορντενόνε και ο Βενετσιάνος Νικολό ντα Κόντι, ακολούθησαν την ίδια διαδρομή προς τη νότια Κίνα, το Θιβέτ, και τις Ινδίες εκατό πενήντα χρόνια μετά. Στις αφηγήσεις του Μάρκο Πόλο και των άλλων εξερευνητών ήρθε να προστεθεί το 1406 και ένα άλλο σημαντικό γεγονός: η μετάφραση στα λατινικά του έργου «Γεωγραφική Υφήγησις» του κορυφαίου αστρονόμου, μαθηματικού και γεωγράφου της αρχαιότητας Πτολεμαίου Κλαύδιου (2ος αι.). Το έργο αυτό περιείχε και ένα χάρτη του τότε γνωστού κόσμου, ο οποίος παρά τις ανακρίβειες και τα λάθη του (παρίστανε την Αφρική ενωμένη με την Ασία), έδινε επιχειρήματα σε όσους υποστήριζαν ότι διαπλέοντας τον Ατλαντικό προς τα ανατολικά θα έβρισκαν πέρασμα προς τον Ινδικό και τις Ινδίες. Έτσι θα έφθαναν στις χώρες όπου αφθονούσαν τα μπαχαρικά, το εμπόριο των οποίων μονοπωλούσαν πλέον οι Οθωμανοί που είχαν κατακτήσει τη Μέση Ανατολή.
Κατά Μάρκο Πόλο (ΙΙ Milione):
• Δέν αναφέρει κινέζικο τρόπο γραφής ή κάποια ύπαρξη τυπογραφίας, ούτε τήν κατανάλωση τζαγιού, ούτε παράξενες μορφές ψαρέματος.
• Δέν αναφέρει τό κινέζικο έθιμο τού δεσίματος τών κοριτσιών στά πόδια.
• Ή γέφυρα τού Πεκίνου έχει 24 καμάρες, αλλά ή αλήθεια είναι ότι έχει μόνο 13.
• Δέν αναφέρει κάτι γιά τό Σινικό τείχος
• Ή πολιορκεία τού Χσιανγκιάνγκ πού περιγράφει έγινε τό 1273, ενώ αυτός υποτίθεται ότι έφθασε στήν Κίνα τό 1275.
• Τό όνομα τού Μάρκο Πόλο δέν αναφέρεται στά χρονικά τού Γιανγκτσού, ενώ ό Πόλο λέει ότι επί 17 χρόνια ήτο φίλος τού Αυτοκράτορα Κουμπλάϊ Χάν.
Βεβαίως ό Πόλο δέν έγραψε ποτέ κάτι, αλλά υπαγόρευσε λέγεται τό βιβλίο του στόν Ραστικέλο ντά πίσα.
Τη θαλάσσια αυτή διέξοδο δεν την επιχείρησαν οι θαλασσοκράτειρες της Μεσογείου πόλεις, η Βενετία και η Γένοβα, αλλά ένας άγνωστος μέχρι τότε ευρωπαϊκός λαός που έκανε με εντυπωσιακό τρόπο την είσοδό του στην παγκόσμια ιστορία. Οι Πορτογάλοι, απομονωμένοι στην άκρη της Ιβηρικής χερσονήσου, άνοιξαν την αυλαία των ανακαλύψεων περιπλέοντας τις ακτές της Αφρικής. Χρειάστηκαν περίπου έναν αιώνα για να φτάσουν μέχρι το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας με τον Μπαρτολομέο Ντιάζ (1487). Καθοδηγητής της προσπάθειας αυτής, που άρχισε το 1433, ήταν ο πρίγκιπάς τους Ερρίκος ο θαλασσοπόρος και κορυφαίοι εξερευνητές ήταν ο Ζιλ Εάνες, ο Ντίνις Ντιάζ (Πράσινο Ακρωτήριο), ο Πέδρο Εσκομπάρ (που πέρασε τον Ισημερινό) και ο Ντιόγκο Τσάο, που έφτασε το 1484 στις εκβολές του ποταμού Κόγκο.
Στην Κίνα το πρώτο τέταρτο του 15ου αι. ο αυτοκράτορας Τσεγκτσού οργάνωσε μία από τις πιο μεγάλες και εξοπλισμένες θαλάσσιες εξερευνήσεις. Πραγματοποιήθηκαν επτά διαδοχικά ταξίδια στην Νότια Κινεζική θάλασσα και τον Ινδικό ωκεανό την περίοδο 1405-1434, κατά την οποία οι Κινέζοι έφτασαν μέχρι την ακτή της ανατολικής Αφρικής. Οι εξερευνήσεις σταμάτησαν τελικά λόγω του υπέρογκου κόστους, αλλά και της πεποίθησης των Κινέζων ότι ήταν αυτάρκεις και δεν υπήρχε ανάγκη να κοιτούν πέρα από τα σύνορά τους. 64 χρόνια μετά οι Πορτογάλοι άρχισαν να εισέρχονται στον Ινδικό ωκεανό από την αντίθετη κατεύθυνση (γύρω από το ακρωτήριο της Καλής Επίδας).
Λίγο πριν οι Πορτογάλοι φτάσουν στις Ινδίες με τον Περόν ντα Καβίλια (1488) και το Βάσκο ντα Γκάμα (1498), ένας Ιταλός, ο Χριστόφορος Κολόμβος, θα τους υποσχεθεί το ίδιο διασχίζοντας τον Ατλαντικό αλλά προς τα δυτικά. Η άρνηση του βασιλιά της Πορτογαλίας Ιωάννη Β΄ θα οδηγήσει το μεγάλο θαλασσοπόρο στην αυλή του νεοσύστατου βασιλείου της Ισπανίας (1492), οι βασιλείς του οποίου, Φερδινάνδος και Ισαβέλλα, του δίνουν τα μέσα για να πραγματοποιήσει το ταξίδι του.

Α Μ Ε Ρ Ι Κ Η

Αποπλέοντας απ’ το Πάλος της Ισπανίας με τρεις καραβέλες, τη Νίνια, την Πίντα και τη Σάντα Μαρία, ο Κολόμβος θα φτάσει, πλέοντας δυτικά, ύστερα από 5 εβδομάδες, στο νησί Σαν Σαλβαδόρ και στη συνέχεια στην Κούβα και στην Ισπανιόλα της Καραϊβικής, πιστεύοντας ότι ανακάλυψε έναν άλλο δρόμο για τις Ινδίες, χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι είχε ανακαλύψει μια ολόκληρη ήπειρο. Η ήπειρος αυτή πήρε το όνομά της από έναν άλλον Ιταλό, το Φλωρεντινό Αμέρικο Βεσπούτσι, που έφτασε στις ακτές της το 1500.
Κολόμβος, Χριστόφορος (1451-1506). Ιταλός θαλασσοπόρος και εξερευνητής. Σε αυτόν αποδίδεται η ανακάλυψη της Αμερικής. Γεννήθηκε στη Γένοβα της Ιταλίας από οικογένεια υφαντουργών και στα νεανικά του χρόνια ακολούθησε και αυτός το επάγγελμα των γονιών του. Έπειτα όμως, ακολουθώντας την παιδική του κλίση προς τη θάλασσα, άρχισε να ταξιδεύει, πιθανόν κάνοντας εμπόριο. Μελετώντας τα γεωγραφικά και ναυτικά εγχειρίδια της εποχής του, ανάμεσα στα οποία ήταν και κείμενα του Μάρκο Πόλο και το βιβλίο του καρδινάλιου Πιέρ ντ’ Εγί «Imago Mundi», άρχισε να ωριμάζει μέσα του η παράτολμη ιδέα να φτάσει στις Ινδίες από τα δυτικά.
Με την υποστήριξη διάφορων πλούσιων συμπατριωτών του, που ήταν εγκαταστημένοι στη Λισαβόνα, πέτυχε να του ανατεθεί η διοίκηση ενός πλοίου. Μετά το γάμο του με τη δόνα Φιλίππα Περεστρέλο το 1478 κατάφερε, χάρη στην κοινωνική θέση της, να προσληφθεί στην υπηρεσία του βασιλιά της Πορτογαλίας Ιωάννη Β’ (1481). Με την πεποίθηση που είχε ο Κολόμβος ότι η Γη είναι σφαιρική, κατέστρωσε ένα σχέδιο ταξιδιού, με το οποίο θα έφτανε στις Ινδίες πλέοντας προς τα δυτικά. Έτσι, θα απέφευγε τον επικίνδυνο δρόμο της Ανατολής και θα ανακάλυπτε χώρες των οποίων ο πλούτος είχε γίνει θρυλικός.
Το 1484 υπέβαλε το σχέδιό του στον Ιωάννη Β’, ο οποίος όμως το απέρριψε. Απογοητευμένος ο Κολόμβος από την αποτυχία του σχεδίου του και από το θάνατο της γυναίκας του, που πέθανε τον ίδιο χρόνο, εγκατέλειψε την Πορτογαλία και εγκαταστάθηκε στην Ισπανία, όπου υπέβαλε το σχέδιό του στους βασιλιάδες Φερδινάνδο και Ισαβέλα. Την εποχή εκείνη όμως η Ισπανία βρισκόταν σε πόλεμο με τους Μαυριτανούς και όλοι οι πόροι της χώρας είχαν διατεθεί γι’ αυτόν τον πόλεμο. Έτσι, η πρόταση του Κολόμβου παραμελήθηκε. Τελικά, μετά την κατάληψη της Γρανάδας οι Ισπανοί βασιλιάδες αποφάσισαν να χρηματοδοτήσουν την εξερευνητική αποστολή του Κολόμβου (1492) και του υποσχέθηκαν ότι σε περίπτωση επιτυχίας του θα του έδιναν τον τίτλο του ναυάρχου του Ωκεανού, τον τίτλο του αντιβασιλιά των χωρών που θα ανακάλυπτε και το ένα δέκατο από τα εισοδήματα των καινούριων τόπων.
Στις 3 Αυγούστου του 1492 ο Κολόμβος απέπλευσε από το λιμάνι Πάλος της Ισπανίας με τις δύο καραβέλες «Νίνια» και «Πίντα» και τη ναυαρχίδα του βασιλικού στόλου «Σάντα Μαρία», στην οποία επέβαινε ο ίδιος. Έπειτα από δίμηνο ταξίδι γεμάτο περιπέτειες και ανησυχίες έφτασε στις 12 Οκτωβρίου σε ξηρά. Ήταν το νησί Γουαναχάνι (τοπική διάλεκτος) των νησιών Μπαχάμες, το οποίο ο Κολόμβος ονόμασε Σαν Σαλβαντόρ (Άγιος Σωτήρας), γνωστό στη σύγχρονη εποχή με το όνομα Ουότλιγκ. Συνέχισε το ταξίδι του και αμέσως μετά αποβιβάστηκε στη Χουάνα (Κούβα), στην Ισπανιόλα και σε άλλα νησιά της Καραϊβικής. Αφού τα κυρίεψε για λογαριασμό της Ισπανίας, άφησε 43 άντρες ως φρουρούς και ξεκίνησε για το ταξίδι του γυρισμού παίρνοντας μαζί του ιθαγενείς και διάφορα προϊόντα των νησιών. Έφτασε στο Πάλος της Ισπανίας στις 15 Μαρτίου του 1493. Η υποδοχή που του έγινε ήταν θριαμβευτική.
Έπειτα από λίγο άρχισε να προετοιμάζει δεύτερο ταξίδι. Το Σεπτέμβριο του 1493 αναχώρησε με 17 πλοία από το λιμάνι Κάδιξ της Ισπανίας. Στο ταξίδι αυτό, που κράτησε ως τον Ιούνιο του 1496, ο Κολόμβος ανακάλυψε την Ντομίνικα, τη Γουαδελούπη, το Πόρτο Ρίκο και την Τζαμάικα.
Το τρίτο ταξίδι του Κολόμβου έγινε δύο χρόνια αργότερα (1498-1500), γιατί στο μεταξύ είχαν δημιουργηθεί ζηλόφθονες δυσπιστίες για τον Κολόμβο από την πλευρά των επίσημων ισπανικών κύκλων, οι οποίες έπρεπε να διαλυθούν. Στο τρίτο αυτό ταξίδι ανακάλυψε το νησί Τρινιντάντ και αποβιβάστηκε στις εκβολές του Ορινόκου της νοτιοαμερικανικής ηπείρου, δεν πρόλαβε όμως να εξερευνήσει την καινούρια χώρα, γιατί, εξαιτίας των προσπαθειών του να υπερασπίσει τους ιθαγενείς από τη σκληρότητα των Ισπανών, ξέσπασε εξέγερση εναντίον του και αφού πιάστηκε οδηγήθηκε αλυσοδεμένος, μαζί με τον αδερφό του Βαρθολομαίο, στην Ισπανία.
Το 1502 ξεκίνησε για το τέταρτο ταξίδι του, το οποίο κράτησε δύο χρόνια και κατά το οποίο εξερεύνησε τις παράλιες περιοχές της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Όταν γύρισε στην Ισπανία, έγινε με ψυχρότητα δεκτός και οι υποσχέσεις που του είχαν δοθεί δεν εκπληρώθηκαν όλες. Πικραμένος αποτραβήχτηκε στο Βαγιαδολίδ, όπου πέθανε στις 20 Μαΐου 1506, φτωχός και εγκαταλειμμένος, χωρίς να ξέρει την τεράστια σημασία που είχαν οι ανακαλύψεις του.
Πολλές πόλεις διεκδίκησαν τη σορό του Κολόμβου, η οποία μετά από διάφορες μετακινήσεις τάφηκε τελικά στη Σεβίλλη.
Τα «Ημερολόγια» του Κολόμβου σώζονται σε διασκευή του Μπαρτολομέο ντε Λας Κάσας. Επίσης σώζονται ορισμένες σημειώσεις του στα περιθώρια των βιβλίων που διάβαζε, καθώς και μερικές επιστολές του.





Α Φ Ρ Ι Κ Η

Οι Έλληνες ίδρυσαν την πόλη Κυρήνη στις ακτές της βόρειας Αφρικής το 630 π.Χ., ενώ ο γεωγράφος Πτολεμαίος το 2ο αι. αναφέρει σε χάρτες του όρη της Αφρικής (Όρη της Σελήνης). Το 480 π.Χ. ο Καρχηδόνιος Άννωνας εξερεύνησε τμήμα της Αφρικής και ίδρυσε την πόλη Κέρνη. Πιθανολογείται πως η αποστολή έφτασε ως τη Σιέρα Λεόνε.Οι Ρωμαίοι τον 1ο αι. πραγματοποίησαν δύο εξερευνητικές εκστρατείες στη Σαχάρα. Γενικά όμως οι γνώσεις των Ελλήνων και των Ρωμαίων περιορίζονταν στα βόρεια παράλια της ηπείρου.
Αργότερα (4ος αι.) η περιοχή δυτικά της σημερινής Λιβύης εξακολουθούσε να είναι τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ενώ οι περιοχές στα ανατολικά και η Αίγυπτος αποτέλεσαν τμήμα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αυτήν την περίοδο εισήχθηκε στην ήπειρο ο χριστιανισμός. Τον 5ο αι. οι Βάνδαλοι καταλαμβάνουν μεγάλα τμήματα της βόρειας Αφρικής, αλλά τον 6ο αι. εκτοπίζονται από τους Βυζαντινούς που καταλαμβάνουν τα εδάφη.
Από τον 7ο αι. οι Άραβες άρχισαν επιδρομές στην ήπειρο φτάνοντας ως τη νότια Σαχάρα και στις ακτές της ανατολικής Αφρικής από τη Ζανζιβάρη ως τη Μοζαμβίκη.Οι μουσουλμάνοι Άραβες εκτοπίζουν τους Βυζαντινούς και καταλαμβάνουν αρχικά την Αίγυπτο. Αργότερα επιτίθενται στους Βέρβερους στη βορειοδυτική Αφρική και τον 8ο αι. καταλαμβάνουν το Μαρόκο. Πολλοί Βέρβεροι, κυρίως των ακτών της Μεσογείου, ασπάζονται τον ισλαμισμό, ενώ οι Βέρβεροι της ενδοχώρας οπισθοχωρούν στα όρη του Άτλαντα και στην περιοχή της Σαχάρας. Οι Άραβες καταλαμβάνουν και πολλές περιοχές του σημερινού Σουδάν. Οι Βορειοαφρικανοί μουσουλμάνοι κατακτούν τον 8ο αι. και την Ιβηρική χερσόνησο ασκώντας μεγάλη πολιτισμική επιρροή. Το 14ο αι. το Σουδάν πέφτει στα χέρια των Αιγυπτίων Μαμελούκων, που έχουν ασπαστεί τον ισλαμισμό, ενώ οι Τούρκοι Οθωμανοί κατακτούν την Αίγυπτο το 1517 και αποκτούν τον έλεγχο όλης της βορειοαφρικανικής ακτής.
Στη δυτική Αφρική αναπτύχθηκαν πολλά βασίλεια που βασίζονταν στον έλεγχο των εμπορικών δρόμων της Σαχάρας μέσω των οποίων διακινούνταν χρυσός, όπλα, αλάτι, υφάσματα, σκλάβοι και άλλα προϊόντα από τις βόρειες περιοχές στο νότο και αντίστροφα.Από τα σημαντικότερα βασίλεια της περιοχής ήταν το βασίλειο της Γκάνας που σχηματίστηκε τον 5ο αι. στη περιοχή της νοτιοανατολικής Μαυριτανίας με πρωτεύουσα το Κούμπι Σάλεχ. Έως τον 11ο αι. το βασίλειο της Γκάνας έλεγχε τους εμπορικούς δρόμους από το σημερινό Μαρόκο ως τις χρυσοφόρες περιοχές της δυτικής Αφρικής. Το 1076 το βασίλειο καταστράφηκε από τους Αλμοραβίδες, Βέρβερους μουσουλμάνους της σημερινής κεντρικής Μαυριτανίας.Τον 8ο αι. ιδρύεται η αυτοκρατορία Κανέμ Μπορνού στην περιοχή της λίμνης Τσαντ. Η αυτοκρατορία είχε τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων της ανατολικής Σαχάρας προς την Αίγυπτο. Έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή της το 17ο αι. υπό τον Ιντίς Αλούμα, ενώ το 1846 διαλύθηκε.Μεταξύ του ποταμού Νίγηρα και της λίμνης Τσαντ, σχηματίστηκαν πριν από το 10ο αι. τα κράτη των Χάουσα, τα οποία μετά την πτώση της αυτοκρατορίας Σόγκαϊ απέκτησαν τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων της Σαχάρας, ιδιαίτερα τα κράτη Κάνο και Κάτσινα. Το 14ο αι. εισάγεται στα κράτη ο ισλαμισμός.
Η συστηματική εξερεύνηση της ηπείρου άρχισε στα μέσα του 15ου αι. με τους Πορτογάλους εξερευνητές που προσπαθούσαν να ανακαλύψουν θαλάσσιο δρόμο για τις Ινδίες, αλλά και επειδή είχαν παρακινηθεί από τις φήμες που έφταναν στην Ευρώπη για πλούσια κοιτάσματα χρυσού. Αρκετοί θαλασσοπόροι προχώρησαν προοδευτικά προς το νότο. Το 1482 ίδρυσαν την πόλη Ελμίνα στη Χρυσή Ακτή (σημερινή Γκάνα). Τη δεκαετία του 1480 έφτασαν στις ακτές Κογκό-Αγκόλας.
Το 1810 τα κράτη καταλαμβάνονται από τους Φουλάνι.Η αυτοκρατορία του Μάλι ιδρύθηκε στις αρχές του 11ου αι., ενώ στα μέσα του 13ου αι. άρχισε να επεκτείνεται, φτάνοντας στη μεγαλύτερη ακμή του κάτω από την αρχηγία του Μάνσα Μούσα. Το 1400, ύστερα από την παρακμή της αυτοκρατορίας του Μάλι, το μεγαλύτερο βασίλειο της περιοχής αποτέλεσε η αυτοκρατορία Σογκάι, που ιδρύθηκε τον 9ο αι. Η αυτοκρατορία διαλύθηκε το 1591 από τους Βερβέρους του Μαρόκου.
Στήν Ανατολική Αφρική υπάρχει από το 100 μ.Χ. Μέσα στην πρώτη χιλιετία μ.Χ. Ινδονήσιοι έφτασαν στις ακτές της Μαδαγασκάρης μεταφέροντας γεωργικά προϊόντα, κυρίως μπανάνες, και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Το 13ο αι. ιδρύθηκαν στην περιοχή σημαντικές πόλεις - κράτη όπως η Μογκαντίσου, η Λάμου, η Μομπάσα κ.ά. Αυτές οι πόλεις προσανατολίστηκαν κυρίως προς τη θάλασσα, χωρίς να επηρεάσουν ιδιαίτερα τους λαούς στο εσωτερικό της ηπείρου ως το 19ο αι.
Στήν Κεντρική Αφρική από τις αρχές του 9ου αι. στην περιοχή του Κογκό ιδρύθηκαν μικρές κοινότητες. Στη διάρκεια του 14ου αι. ιδρύθηκε το βασίλειο του Κογκό στο οποίο αναπτύχθηκε ένα ιδιαίτερο πολιτικό σύστημα, με τοπικούς κυβερνήτες και το βασιλιά να εκλέγεται από τους απογόνους του πρώτου βασιλιά που ίδρυσε την αυτοκρατορία. Στην περιοχή ιδρύθηκαν και άλλα μικρότερα βασίλεια όπως οι αυτοκρατορίες Λούμπα, Λούντα, Μουτάπα. Η αυτοκρατορία Μουτάπα την περίοδο της ακμής της το 16ο αι. εξαπλώθηκε από την περιοχή του ποταμού Ζαμβέζη ως την έρημο Καλαχάρι στο νότο, και από τον Ινδικό ωκεανό ως τον ποταμό Λιμπόπο.


Γ Ρ Ο Ι Λ Α Ν Δ Ι Α

Το νησί ανακαλύφθηκε το 982 από το Νορβηγό Ερρίκο τον Ερυθρό, ο οποίος μετά από τέσσερα χρόνια έφερε στο νησί και άλλους αποίκους. Μετά το 1000 οι Εσκιμώοι του νησιού άρχισαν να γίνονται χριστιανοί, από ιεραπόστολους που έφτασαν εκεί. Το 14ο αιώνα η νορβηγική αυτή αποικία λησμονήθηκε.














Ευρώπη

Ο Αλάριχος κυρίεψε τη Ρώμη και το 476 ο Οδόακρος κατάργησε τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ανακηρύχτηκε βασιλιάς της Ιταλίας. Το 493 ο Θεοδώριχος, βασιλιάς των Οστρογότθων, κατέκτησε ολόκληρη την Ιταλία. Με το θάνατό του, όμως, το βασίλειό του διαλύθηκε. Ακολούθησε ο Ιουστινιανός, που θέλοντας να αποκαταστήσει την ενότητα της αυτοκρατορίας, κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου· η Ραβέννα, έδρα του έξαρχου (αντιπροσώπου του αυτοκράτορα) έγινε πρωτεύουσα της Ιταλίας. Όμως, ήδη από το 568, νέοι επιδρομείς, οι Λομβαρδοί, εισέβαλαν στην Ιταλία και ίδρυσαν διάφορα δουκάτα. Τότε η Ιταλία απέκτησε τρεις πρωτεύουσες: τη Ρώμη, όπου έδρευε ο πάπας, τη Ραβέννα, έδρα του έξαρχου, και την Παβία, όπου εγκαταστάθηκε ο Λομβαρδός βασιλιάς. Τον 8ο αιώνα, χάρη κυρίως στην προστασία του Καρλομάγνου, ιδρύθηκε ένα παπικό κράτος. Αυτό απειλήθηκε αρχικά από τη διαμάχη ανάμεσα στους πάπες και τους Γερμανούς αυτοκράτορες, που έπειτα από το 962 διεκδικούσαν τη Ρώμη, έχοντας Ιταλούς συμμάχους τους Γιβελίνους. Όταν, όμως, οι Γουέλφοι νίκησαν τους Γιβελίνους, η Ιταλία, έχοντας απαλλαγεί από τους αυτοκράτορες, σπαράχτηκε από εσωτερικούς αγώνες. Στο βορρά κυριαρχούσαν οι ισχυρές δημοκρατίες της Φλωρεντίας, της Πίζας, της Λούκας, της Γένοβας και της Βενετίας, ενώ στο νότο Γάλλοι και Αραγονέζοι διεκδικούσαν το βασίλειο της Νεάπολης.
Σύμφωνα με την παράδοση όταν το 452 ο Αττίλας μπήκε στην Ιταλία και κυρίεψε την Ακυληία, οι κάτοικοί της κατέφυγαν στα νησάκια της Αδριατικής και εκεί ίδρυσαν τη Βενετία. Η πόλη είχε δική της κυβέρνηση που αποτελούνταν από τους αρχηγούς καθενός από τα 12 νησιά που την αποτελούσαν. Η πόλη έγινε τμήμα του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους, αλλά διατήρησε την αυτονομία της. Το 697 οργανώθηκε η βενετική δημοκρατία υπό την εξουσία ενός εκλεγμένου δόγη. Το 836 η πόλη δέχτηκε την επίθεση των Σαρακηνών, αλλά κατόρθωσαν να τους αποκρούσουν. Το ίδιο συνέβη και με την επίθεση των Ούγγρων το 900.Με την υπογραφή το 991 εμπορικής συμφωνίας των Βενετών με τους Σαρακηνούς αρχίζει η εμπορική και οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Οι σταυροφορίες και η διάνοιξη εμπορικών δρόμων προς την Ασία οδήγησαν στη μεγάλη άνθηση του βενετικού εμπορίου καθιστώντας την πόλη το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο προς την Ανατολή.Στην αρχή διοικητής των Βενετών ήταν ανώτατος αξιωματούχος του βυζαντινού στρατού, αργότερα όμως οι ίδιοι οι κάτοικοι εξέλεγαν το δικό τους αρχηγό, το «δόγη». Το 1143 ιδρύθηκε το «μεγάλο συμβούλιο», αργότερα το «μικρό» (η σινιορία), το «συμβούλιο των 40» και η «γερουσία». Έτσι ποτέ δεν υπήρχε κίνδυνος να συγκεντρωθεί η εξουσία σε ένα μόνο πρόσωπο. Από νωρίς οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες έδωσαν προνόμια στη Βενετία και εμπορικές διευκολύνσεις. Οι Βενετοί έκαναν εξαγωγή αλατιού και ψαριών και είχαν πάντοτε ισχυρό στόλο, εμπορικό και πολεμικό. Με τα προνόμια που απέκτησαν, πήραν στα χέρια τους όλο το εμπόριο των ανατολικών χωρών και άρχισαν βαθμιαία να υποσκάπτουν τα θεμέλια της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η ακμή της Βενετίας έφτασε σε ύψιστο σημείο την εποχή των σταυροφοριών. Το 1203 ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος παρακάλεσε τους Βενετούς να του δώσουν πλοία για να περάσουν οι σταυροφόροι στην Ανατολή. Εκείνοι ζήτησαν υπερβολικά ποσά και τα μισά λάφυρα. Στο τέλος πέτυχαν να τους δοθεί η πόλη Ζάρα της Δαλματίας.

Στο μεταξύ εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία που τους έδωσε ο Αλέξιος Δ΄ Άγγελος, ο οποίος κάλεσε σε βοήθεια Βενετούς και σταυροφόρους για να ξαναπάρει το θρόνο του. Ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Δάνδολος δέχτηκε και το 1204 κυριεύτηκε η Κωνσταντινούπολη.Οι Βενετοί πήραν την Κρήτη, τη Μεθώνη, την Κορώνη, το Δυρράχιο και άλλες πόλεις. Μετά 80 χρόνια η Βενετία έκοψε το περίφημο χρυσό νόμισμα δουκάτο ή τσεκίνι, που αποτέλεσε τη νομισματική βάση του δυτικού κόσμου.Τον 13ο και 14ο αι. άρχισαν οι διαμάχες με τη Γένοβα, τον εμπορικό ανταγωνιστή της Βενετίας. Στα τέλη του 15ου αι. η πόλη κατέκτησε πολλές γειτονικές περιοχές και έγινε η ισχυρότερη ναυτική πόλη-κράτος σε όλο το χριστιανικό κόσμο.Μετά το 1453 η πόλη άρχισε σιγά σιγά να χάνει το γόητρό της. Το 1498 ο Βάσκο ντα Γκάμα ανακάλυψε το θαλάσσιο δρόμο προς τις Ινδίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παρακμάσει το βενετικό εμπόριο που γινόταν από την Αδριατική.
Ή εποχή τών μεγάλων Κελτικών εξορμήσεων από τήν βορειοδυτική Γερμανία πρός τά δυτικά έχει περάσει. Ό ένας κλάδος των εγκαταστάθηκε στήν Γαλλία, ενώ ένα δεύτερο κύμα προχώρησε βορειότερα καί πέρασε τήν Μάγχη. Οί Ίβηρες ύστερα από σκληρές μάχες, αποσύρθηκαν πρός τήν Σκωτία καί τήν Ουαλλία καί οί Κέλτες εγκαταστάθηκαν κυρίαρχοι σέ όλη τήν έκταση τής σημερινής Αγγλίας. Μία από τίς πολλές υποδιαιρέσεις τών Κελτών ήταν καί οί Βρεττανοί πού έδωσαν τό όνομά των στήν σημερινή πατρίδα των. Οί Ξανθοί εισβολείς υποδούλωσαν όσους από τούς Ίβηρες δέν ακουλούθησαν τούς άλλους στά βουνά καί δημιούργησαν μία τάξη πολεμικής αριστοκρατίας πού παρουσίαζε αρκετές ομοιότητες μέ τήν Σπάρτη καί τίς σχέσεις ανάμεσα στούς Δωριείς καί Είλωτες. Οί Κέλτες παρέμειναν χωρισμένοι σέ φυλές, γεγονός πού βοήθησε τούς Ρωμαίους νά καταλάβουν τήν νήσον.
Το 409 οι Ρωμαίοι άποικοι και ο ρωμαϊκός στρατός εγκατέλειψαν τη Βρετανία. Μερικά χρόνια αργότερα οι Βρετανοί ζήτησαν τη βοήθεια των Γιούτων, λαού σαξονικού από τη Γιουτλάνδη (Δανία), για να διώξουν τους επιδρομείς Σκότους. Τελικά οι Γιούτοι ίδρυσαν το Βασίλειο του Κεντ στη νοτιοανατολική Αγγλία. Τους Γιούτους ακολούθησαν οι Σάξονες που κυριάρχησαν στην κυρίως Αγγλία και απώθησαν τους Βρετανούς Κέλτες στην Ουαλία και στις βόρειες ορεινές περιοχές. Την ίδια εποχή (597) ο πάπας της Ρώμης Γρηγόριος έστειλε τον Αυγουστίνο και άλλους ιεραποστόλους για να διαδώσουν στα νησιά το χριστιανισμό.
Στο μεταξύ στην Αγγλία είχαν δημιουργηθεί εφτά βασίλεια. Το 829 ο Εγβέρτος του Έσεξ συνένωσε υπό το στέμμα του όλα τα βασίλεια. Τον 9ο αι. άρχισαν και οι επιδρομές των Δανών. Ο Μέγας Αλφρέδος, βασιλιάς του Έσεξ, τους αντιμετώπισε και σύναψε ειρήνη. Κατά την περίοδο της βασιλείας του έδωσε μεγάλη βαρύτητα στην εκπαίδευση και στην οργάνωση της οικονομίας και της νομοθεσίας. Το 991 σημειώθηκε νέα επιδρομή των Δανών. Το 1013 ο Δανός Σβέιν έγινε βασιλιάς της Αγγλίας. Το 1042 το αγγλικό στέμμα περιήλθε και πάλι στην αγγλοσαξονική δυναστεία με βασιλιά τον Εδουάρδο τον Εξομολογητή. Το 1066 οι Νορμανδοί με το Γουλιέλμο Α’ τον Κατακτητή εισέβαλαν στην Αγγλία και νίκησαν στη μάχη του Χάστιγκς το Χάρολντ, βασιλιά των Αγγλοσαξόνων, θέτοντας τέρμα στην αγγλοσαξονική κυριαρχία. Το 1154 με την άνοδο στο θρόνο του Ερρίκου Β’ αρχίζει η περίοδος της δυναστείας των Πλανταγενετών.Το 1189 ανέβηκε στο θρόνο ο Ριχάρδος Α’ ο Λεοντόκαρδος που βασίλεψε για δέκα χρόνια, από τα οποία μόνο ένα έμεινε στην Αγγλία γιατί συμμετείχε στην τρίτη σταυροφορία. Τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Ιωάννης ο Ακτήμονας, ο οποίος υποχρεώθηκε, έπειτα από επανάσταση των ευγενών, να παραχωρήσει σύνταγμα ελευθεριών, την περίφημη «Μάγκνα Κάρτα» (1215). Έτσι καθιερώθηκε η πρώτη συνταγματική μοναρχία στην Αγγλία. Ο βασιλιάς δεν ήταν πια απόλυτος μονάρχης, αλλά δεσμευόταν από το νόμο. Το 1272 ανέβηκε στο θρόνο ο Εδουάρδος Α’, που κατόρθωσε να προσαρτήσει την Ουαλία και να καταστήσει φόρου υποτελή τη Σκοτία. Ο γιος του έλαβε τον τίτλο του «πρίγκιπα της Ουαλίας». Μέχρι σήμερα έχει τον τίτλο αυτό ο διάδοχος του βρετανικού θρόνου. Το 1337 κηρύχτηκε ο εκατονταετής πόλεμος (1337-1453) μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας. Ο Ερρίκος Ε’ (1413) πέτυχε, ύστερα από μεγάλη εκστρατεία, να ανακηρυχτεί διάδοχος του γαλλικού θρόνου. Ο γιος του Ερρίκος ΣΤ’ ανακηρύχτηκε συγχρόνως βασιλιάς Αγγλίας και Γαλλίας. Τελικά οι Γάλλοι, με την Ιωάννα της Λορένης (Ζαν ντ’ Αρκ) να πρωτοστατεί στην αντίσταση, απώθησαν τους Άγγλους, οι οποίοι έχασαν τις κτήσεις τους στη Γαλλία. Ακολούθησε ο εμφύλιος πόλεμος των «Δύο Ρόδων» (1455-1485) μεταξύ των οίκων Γιορκ (Υόρκης) και Λάνκαστερ.
Ή Αγγλοσαξονική Αγγλία ήταν χωρισμένη σέ επτά Βασίλεια : Τό Έσσεξ (Σάξονες) μέ πρωτεύουσα τό Λονδίνο, Τό Ουέσσεξ (Σάξονες), Τό Σάσσεξ (Σάξονες), Τό Κέντ, Τό Βασίλειο τών ανατολικών Άγγλων, Τήν Μερκία ή Μέρσα καί τήν Νορθάμπερλαντ. Τό έργο τού εκχριστιανισμού ξεκίνησε επί Ρωμαϊοκρατίας καί εντάθηκε γύρω στά 600μχ επί Πάπα Γρηγορίου. Πρώτος από τούς ηγέμονες εβαπτίσθη ό Βασιλέας τού Κέντ Έθελμπερτ, ενθαρρυμένος από τήν ήδη χριστιανή γυναίκα του Βέρθα, αδελφή τού Φράγκου Βασιλέα. Πρώτος αρχιεπίσκοπος τού Κάντερμπερου στίς αρχές τού 7ου αιώνος έγινε ένας Έλληνας, ό Θεόδωρος Ταρσεύς.
Οί Αγγλοσάξονες, Λαοί γερμανικής καταγωγής, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Βόρεια και την Κεντρική Ευρώπη και κατέκλυσαν τη Μεγάλη Βρετανία κατά τον 5ο και τον 6ο αιώνα. Εκεί οργανώθηκαν σε βασίλεια, από τα οποία τα εφτά απέκτησαν σημαντική δύναμη και συνοχή και έμειναν στην ιστορία γνωστά ως «Επταρχία». Από τους λαούς αυτούς περισσότερο γνωστοί είναι οι Γιούτοι, οι Σάξονες και οι Άγγλοι. Τελικά οι λαοί αυτοί νικήθηκαν από τους Δανούς επιδρομείς κατά το 10ο αιώνα και συγχωνεύτηκαν μ’ αυτούς. Έτσι γεννήθηκε το σημερινό αγγλικό έθνος. Πολλά μνημεία από τα πρώτα χρόνια της ζωής του αγγλοσαξονικού λαού σώθηκαν μέχρι τις μέρες μας και μας δίνουν αξιόλογες πληροφορίες για τη ζωή και την ιστορία της Βρετανίας. Τα λεγόμενα «Αγγλοσαξονικά Χρονικά», γραμμένα στην παλιά αγγλική γλώσσα, είναι το πιο σπουδαίο γραπτό μνημείο τους. Γράφτηκαν μάλλον τον 9ο αιώνα, μας δίνουν όμως πληροφορίες και για την προχριστιανική Αγγλία. Τα πιο σπουδαία κεφάλαια αναφέρονται στην περίοδο από τον 7ο ως τον 9ο αιώνα. Εκτός από τα «Χρονικά» έχουμε τα σωζόμενα ή μισοερειπωμένα κτίρια της μακρινής εκείνης εποχής με τις επιγραφές και τις χρονολογίες τους. Στους παλιούς τάφους των αρχηγών γνωρίζει κανείς την πρώτη τέχνη των Αγγλοσαξόνων. Σώζονται πολλά καλλιτεχνήματα και είδη καθημερινής χρήσης από κεχριμπάρι, άργυρο και χρυσό, όπως το «κόσμημα του Αλφρέδου» και το δαχτυλίδι του Άιθελβουλθ. Η θρησκεία των Αγγλοσαξόνων ήταν αρχικά πολυθεϊστική και φυσιολατρική. Λάτρευαν τους θεούς Τίνορ, Οντίν, Τιβ, Φριγκ και Ουίρντ.Από τό 829μχ έως τό 1066, έχουμε τίς επιδρομές τών Δανών καί τήν Νορμανδική κατάκτησιν. Τό 829 οί Αγγλοσάξονες είχαν σταθεροποιηθεί καί ό Βασιλέας τού Ουέσσεξ Έγκμπερτ ένωσε οριστικά κάτω από τό σκήπτρο του τά εφτά Βασίλεια. Οί πόλεμοι κατά τών Δανών κράτησαν 2 περίπου αιώνες. Στήν αρχή επρόκειτο γιά απλές πειρατικές επιχειρήσεις μέ μοναδικό σκοπό τήν διαρπαγή. Τό 871μχ οί Δανοί είχαν χάσει τήν Νορθάμπερλαν καί Μερκία. Μεταξύ τού 871 καί 900μχ ό Βασιλέας Αλφρέδος στάθηκε ό πρώτος πραγματικός βασιλέας τής ενωμένης Αγγλίας καί αντιμετώπισε τούς Δανούς σέ στεριά καί θάλασσα. Επί Έντγκαρ 959-975μχ συνχωνεύθηκαν οί Δανικές περιοχές μέ τήν υπόλοιπη Αγγλία. Αυτόν διαδέχθη ό Έθελρεντ Β΄ καί αυτόν ό Σζέϋν, ό οποίος ανακηρύχθηκε Βασιλέας Αγγλίας καί Δανίας. Στήν Συνέχεια (1016μχ) Βασιλεύς εγένετο ό μεγάλος Κανούτ, στά χρόνια τού οποίου ενώθηκαν Αγγλία, Σκωτία, Ιρλανδία, Δανία, Σουηδία καί Νορβηγία. Μετά τούς ανάξιους αυτού υιούς, Βασιλέας εγένετο πάλι Αγγλοσάξων, ό Εδουάρδος ό Ομολογητής. Από τό 1066 έως 1154 είναι ή Νορμανδική εποχή, όπου ό Γουλιέλμος ό Νόθος εισβάλλει μέ 60000 στρατό καί μεγάλο στόλο. Αυτόν διαδέχθηκαν οί υιοί του πού εμοίρασαν τό κράτος στά δύο. Στήν Αγγλία εβασίλεψε ό Γουλιέλμος Ρούφος καί αυτόν διαδέθη ό Ερρίκος Α΄. Μετά τόν θάνατο αυτό επικράτησε αναρχία, έως νά πάρη τόν θρόνο ό Ερρίκος Β΄μέ τόν οποίον αρχίζει ή δυναστεία τών Πλανταγενέτων. Διάδοχος τού Ερρίκου Β΄ήτο ό Ριχάρδος ό Λεοντόκαρδος, πού συνδέεται περισσότερο μέ τίς σταυροφορίες στήν Ανατολή, παρά μέ τήν Αγγλία. Ό Ριχάρδος ανέβηκε στόν θρόνο στά 1189 καί κατέστρεψε τήν οικονομία τής Αγγλίας μέ τά τεράστια έξοδα γιά τήν απελευθέρωση τών Ιεροσολήμων. Στά χρόνια τού Ριχάρδου εγένοντο σφαγές κατά Εβραίων, κυρίως τών τοκογλύφων, από τούς οποίους είχε πάρει δάνεια γιά τήν μεγάλη εξτρατεία. Ό Ριχάρδος πέθανε στήν Γαλλία καί αυτόν διαδέχθει ό αδελφός του Ιωάννης ό Ακτήμων, πού ή ιστορία τόν συνδέει μέ τήν Μάγνα Κάρτα (Ιστορικό έγγραφο). Ό Ιωάννης 1199-1216 έδειξε μεγάλη σκληρότητα καί δέχθηκε πολλούς εξευτελισμούς από τόν Πάπα καί ξένους μονάρχες. Μέ τήν Μάγνα Κάρτα έβαζε ουσιαστικά τά θεμέλια τών αστικών δημοκρατιών. Ή Μάγνα Κάρτα στάθηκε τό πρώτο χτύπημα κατά τής Φεουδαρχίας καί τό πρώτο βήμα ατομικών ελευθεριών. Ό Ιωάννης πέθανε λέγει ή Ιστορία χωρίς νά αγαπηθή ποτέ από τόν λαό του. Ό υιός του Ερρίκος Γ΄ανέβηκε στό θρόνο σέ ηλικία 5 ετών καί εβασίλεψε 56 χρόνια. Τόν Ερρίκο διαδέχθη ό Εδουάρδος Α΄ 1271-1307 πού συνέδεσε τό ονομά του μέ τήν κατάκτησιν τής Ουαλίας καί τής Σκωτίας. Από τήν εποχή του χρονολογείται ό τίτλος τού πρίγκηπα τής Ουαλίας πού παίρνει Άγγλος διάδοχος τού θρόνου. Επί Εδουάρδου συνδέεται ή δίωξη Εβραίων καί από τότε χάνετε γιά πολλούς αιώνες τό Εβραϊκό στοιχείο από τήν Αγγλική Ιστορία. Κατόπιν Βασιλέας εγένετο ό Εδουάρδος Β΄1307-1327 καί στήν συνέχεια ό Εδουάρδος Γ΄στά χρόνια τού οποίου ό Ρόμπερτ Μπρούς απελευθερώνει τήν Σκοτία. Επί Εδουάρδου Γ΄τά προβλήματα μεγαλώνουν, αφού αρχίζει ό εκατονταετής πόλεμος μέ τήν Γαλλία. Στήν περίφημη μάχη τού Πουατιέ ό Εδουάρδος νίκησε τούς Γάλλους, στήν οποία μάχη ξεχώρισε ό Πρίγκηπας Εδουάρδος, γνωστός ώς Μαύρος Πρίγκηπας. Τόν Εδουάρδο διαδέχθη ό Ριχάρδος Β΄1377-1399 πού αντιμετώπισε μεγάλη εξέγερση αγροτών. Οί αγρότες μέ αρχηγό τόν Γουώτ Τάϊλερ μπήκαν μέσα στό Λονδίνο καί ζητούσαν ελευθερία τού εμπορίου καί μείωση φορολογίας. Οί αγρότες εστράφησαν καί κατά τού ανωτέρου κλήρου, πού προκαλούσαν τόν κόσμο μέ τά πλούτη των. Ό Τάϊλερ σκοτώθηκε καί διαπραγματεύσεις σταμάτησαν. Τότε ξέσπασε κάι ό λαϊκός μύθος τού Ρομπέν τών Δασών. Στήν συνέχεια μπαίνουμε στίς Δυναστείες τών Λάνκαστερ καί Υόρκης. Ό Ερρίκος Δ΄1399- 1413 συνέχισε τών πόλεμο κατά τών Γάλλων. Ό υιός του Ερρίκος Έ΄συνέχισε τό κυνήγι τών αιρετικών καί αυτόν διαδέχθη ό Ερρίκος ΣΤ΄ σέ ηλικά 9 ετών. Τά χρόνια αυτού εμφανίζεται ή Ζάν Ντ’ Άρκ πού ξυπνά από τόν λήθαργο τήν Γαλλία καί στρέφει οριστικά τήν έκβασιν τού πολέμου υπέρ τής Γαλλίας. Τό 1453 οί Άγγλοι έχασαν τό τελευταίο ηπειρωτικό έδαφος πού κατείχαν, τό Καλάϊ. Αργότερα επί Εδουάρδου Δ΄καί Ριχάρδου Γ΄1461-1485 , ή Αγγλία βρίσκεται σέ διαρκή εμφύλιο πόλεμο, πού έμεινε γνωστός ώς ό πόλεμος τών Ρόδων. Τό 1485 αρχίζει ή δυναστεία τών Τιούντορ καί Βασιλεύς εγένετο ό Ερρίκος Α΄. Ό Ερρίκος παντρεύεται τήν Ελισάβετ από τόν θρόνο τής Υόρκης, ενώνει τά δύο Ρόδα καί σταματά τόν πόλεμο. Επί Ερρίκου ό Κολόμβος ανεκάλυψε τήν Αμερική καί εκείνος αμέσως έστειλε τόν Κάμποτ, ό οποίος πάτησε πρώτος στόν Καναδά καί άρχισε έτσι ή Αγγλική επέκταση στήν Βόρειο Αμερική. Αυτόν διαδέχη ό Ερρίκος Η΄σέ ηλικά 18 ετών. Τήν εποχή αυτού ή Αγγλία αποσχίζεται από τόν Πάπα εξαιτίας προσωπικής διαμάχης τού ιδίου τού Πάπα καί τούς Βασιλέα τής Αγγλίας. Μετά τό θάνατο αυτού, ή Ελισάβετ κόρη από τήν Άννα Μπόλεϋν εγένετο πραγματική αυτοκράτωρ. Αφού ετακτοποίησε τό εκκλησιαστικό ζήτημα συνέτριψε τόν Βασιλέα τής Ισπανίας Φίλιππο ΣΤ΄καί άνοιξε τόν δρόμο γιά τήν κυριαρχία τής Βρεταννίας στίς θάλλασσες. Κατόπιν νίκησε τήν Μαρία Στιούαρτ πού ώς Βασίλισσα τής Σκωτίας ήθελε τόν θρόνο τής Αγγλίας, καί τήν εκτέλεσε.
55 π.Χ. Οι Ρωμαίοι αρχίζουν να κατοικούν τη χώρα.
3ος αι. Διάδοση του Χριστιανισμού.
5ος αι. Γιούτοι και Αγγλοσάξονες εισβάλλουν στην Αγγλία.
879. Ενοποίηση της Αγγλίας από το Μέγα Αλφρέδο.
1017. Οι Δανοί ενσωματώνουν την Αγγλία στην αυτοκρατορία τους.
1066. Ο Νορμανδός Γουλιέλμος Α΄ ο Κατακτητής στέφεται βασιλιάς της Αγγλίας.
1215. Ο βασιλιάς Ιωάννης ο Ακτήμονας αναγνωρίζει τη Μάγκνα Κάρτα, που περιορίζει τα απολυταρχικά δικαιώματα των βασιλέων.
1337-1453. Ο Εκατονταετής πόλεμος. Οι Άγγλοι χάνουν τις κτήσεις τους στη Γαλλία.
Έτσι ονομάζεται ο πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας που κράτησε περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453). Αφορμή για τον πόλεμο αυτόν ήταν ο ανταγωνισμός του Φιλίππου ΣΤ', ιδρυτή της δυναστείας του Βαλουά, και του Εδουάρδου Γ' της Αγγλίας για το θρόνο της Γαλλίας. Μετά το θάνατο του βασιλιά της Γαλλίας Καρόλου Δ', το 1328, διεκδίκησαν το θρόνο από τη μια μεριά ο Φίλιππος Βαλουά, εξάδελφος του Καρόλου Δ', και από την άλλη ο Εδουάρδος Γ', που ήταν ήδη βασιλιάς της Αγγλίας και ανιψιός του Καρόλου Δ' από την αδελφή του. Η διαμάχη αυτή εξακολούθησε και στους διαδόχους των δυο απαιτητών του θρόνου, δηλαδή μεταξύ των Ριχάρδου Β', Ερρίκου Δ', Ερρίκου Ε', Ερρίκου ΣΤ', που ήταν βασιλιάδες της Αγγλίας, και των Ιωάννη Η' του Αγαθού, Καρόλου Ε', Καρόλου ΣΤ', Καρόλου Ζ', που ήταν βασιλιάδες της Γαλλίας.
Η Γαλλία, αν και ήταν μεγαλύτερη σε έκταση και πιο πλούσια από την Αγγλία, στον πόλεμο αποδείχτηκε κατώτερη, γιατί πολεμούσε μόνο με τους ευγενείς, ενώ ο Εδουάρδος Γ' μετέτρεψε τη διαμάχη αυτή σε αγώνα όλου του λαού. Οι Γάλλοι δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν εθνικό στρατό παρά μόνο μισθοφορικό, αδύνατο στο να αντιμετωπίσει τον καλά εξοπλισμένο αγγλικό στρατό. Αργότερα όμως, όταν πήρε μέρος στον αγώνα και ο γαλλικός λαός, η όλη υπόθεση πήρε διαφορετική τροπή. Ο πόλεμος διακρίνεται σε τέσσερις περιόδους:
1. Πρώτη περίοδος (1337-1364). Όταν ανέβηκε στο θρόνο της Αγγλίας ο Εδουάρδος Γ', στην αρχή αναγνώρισε το Φίλιππο Βαλουά ως βασιλιά του γαλλικού θρόνου. Η ανάμειξη όμως του Φιλίππου στις υποθέσεις της Φλάνδρας και της Σκοτίας εξαγρίωσε τον Εδουάρδο. Ο Ροβέρτος του Αρτουά, αντίπαλος του Φιλίππου, εκμεταλλεύτηκε την έχθρα αυτή και παρακίνησε τον Εδουάρδο να απαιτήσει το γαλλικό θρόνο. Σε αυτή τη διαμάχη αναμείχτηκε και η Φλάνδρα, ο λαός της οποίας πολέμησε υπέρ της Αγγλίας. Οι Γάλλοι νικήθηκαν επανειλημμένα και έπαθαν πολλές καταστροφές στο Εκλίζ (1340), στο Κρεσί (1346) κ.α. Τον πόλεμο ανέστειλε προσωρινά επιδημία πανούκλας. Ο διάδοχος του Φιλίππου Ιωάννης Η’ ο Αγαθός προσπάθησε να κλείσει ειρήνη με την Αγγλία, αλλά απέτυχε. Μάλιστα νικήθηκε στη μάχη του Πουατιέ (1356) και πιάστηκε αιχμάλωτος. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του η Γαλλία δέχτηκε αλλεπάλληλες επιδρομές των Άγγλων.
2. Δεύτερη περίοδος (1364-1380). Κατά την περίοδο αυτή βασιλιάς της Γαλλίας ήταν ο Κάρολος Ε' ο Σοφός, ο οποίος ενίσχυσε τις φρουρές της χώρας του, φρόντισε τα οικονομικά του κράτους του και όταν κατάλαβε ότι ήταν καλά ετοιμασμένος ξανάρχισε τις εχθροπραξίες, με αποτέλεσμα να αποκρούσει τις επιθέσεις των Άγγλων και να τους εξαναγκάσει να αφήσουν τις κτήσεις τους στη Γαλλία.
3. Τρίτη περίοδος (1380-1429). Μετά το θάνατο του Καρόλου Ε' έγινε βασιλιάς στη Γαλλία ο Κάρολος ΣΤ', που ήταν όχι μόνο ανήλικος αλλά και φρενοβλαβής. Έτσι η Γαλλία ήταν ουσιαστικά στο χάος. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύτηκε αμέσως ο βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος Ε' του Λάνκαστερ. Η μάχη του Αζινκούς (1415) ήταν καταστροφική για τους Γάλλους. Ο Ερρίκος Ε' κυρίεψε τη Νορμανδία. Η βασίλισσα της Γαλλίας Ισαβέλα η Βαυαρική, γυναίκα του Καρόλου ΣΤ', έδωσε το βασίλειο του γιου της Καρόλου Ζ' στους Άγγλους με τη συνθήκη του Τρουάιγ (1420). Έτσι, μετά το θάνατο του Καρόλου ΣΤ', στο γαλλικό θρόνο ανέβηκε ο Ερρίκος ΣΤ' της Αγγλίας.
4. Τέταρτη περίοδος (1429-1453). Στην περίοδο αυτή κυριαρχεί η φυσιογνωμία της Ζαν ντ' Αρκ, που αναδείχτηκε εθνική ηρωίδα. Απελευθέρωσε την Ορλεάνη, έστεψε βασιλιά της Γαλλίας τον Κάρολο Ζ' και χάρισε με τη στρατηγική της πολλές νίκες στους Γάλλους. Το τέλος της όμως ήταν φριχτό, γιατί αιχμαλωτίστηκε από τους Άγγλους, καταδικάστηκε και κάηκε ζωντανή στις 30 Μαΐου 1431. Αργότερα όμως οι Άγγλοι νικήθηκαν σε πολλές μάχες (Φορμινί, 1450, Καστιγιόν, 1453 κ.ά.) και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τη Γαλλία. Διατήρησαν όμως στην κατοχή τους το Καλέ (έως το 1558) και τα νορμανδικά νησιά.
Παρά τα χιλιάδες θύματα, και από τις δύο πλευρές, στη διάρκεια του πολέμου, οι κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές μετά το τέλος του πολέμου ήταν σημαντικές. Οι Άγγλοι εκδιώχτηκαν από το έδαφος της Γαλλίας, όπου άρχισε να αναπτύσσεται έντονο ενωτικό πατριωτικό πνεύμα, ενώ η μοναρχία αντικατέστησε την παλαιότερη φεουδαρχία.
Ο εκατονταετής πόλεμος (1337-1453) παρά τις καταστροφές που προξένησε στη Γαλλία ενδυνάμωσε τη βασιλική εξουσία και προετοίμασε το έδαφος για τις επερχόμενες αλλαγές.
Τόν 4ον αιώνα οί Ελεύθεροι άνθρωποι (Φράγκοι) κατακτούν ολόκληρη τήν Γαλατία. Πέρασαν τήν Ρήνο καί εγκαταστάθηκαν στό σημερινό Βέλγιο. Έπειτα κατέλαβαν ολόκληρη τήν περιοχή γύρω από τόν Λίγηρα. Βασιλέας των ήτο ό Κλόβι (Χλωδοβίκος) ό οποίος ησπάσθη τόν χριστιανισμό. Ή νέα χώρα ονομάσθηκε Φράνς από τό όνομα Φράγκοι. Ό Κλόβις νίκησε τούς Ρωμαίους, Βουργουνδούς, Γότθους καί άλλες φυλές, δημιουργώντας ένα νέο Βασίλειο, μέ όλες τίς γύρω φυλές υπό τό σκήπτρο του. Τό 751 ό Πιπίνος ό Βραχύς, πήρε τήν Βασιλεία από τόν Χιλδέριχο Γ΄. Ό Πιπίνος υιός τού στρατηγού Καρόλου Μαρτέλου, ό οποίος μερικά χρόνια πρίν νίκεσε τούς Άραβες στό Πουατιέ καί έσωσε τήν Γαλλία από τόν Μουσουλμανισμό. Τό 768 Βασιλέας καί υιός τού Πιπίνου εγένετο ό Κάρολος ό Μέγας ή Καρλομάγνος. Ή δυναστεία τού Καρόλου ονομάσθη Καρολιγγειανή, ενώ ή προηγουμένη ονομάσθη Μεροβιγγειανή. Ό Καρλομάγνος νίκησε τούς Σάξονες, Αβάρους, Σλάβους, Ιταλούς κ.α. Έβαζε όσους κατακτούσε νά γίνωνται χριστιανοί, αλλιώς τούς σκότωνε. Στήν μεγαλύτερη εκστρατεία του εναντίον τών Αράβων στήν Ισπανία, δέν κατάφερε νά νικήση, όπως δέν κατάφερε ποτέ νά απηλλάξη τήν χώρα του από τίς επιδρομές τών Νορμανδών.
Αυτών ακουλούθησε ή δυναστεία τών Καπετίδων πού προσεπάθησε νά περιορίση τήν εξουσία τών φεουδαρχών καί νά τούς υποτάξη στό στέμμα. Ό αφέντης τής κάτω Λωρραίνης ήτο ό αρχηγός τής πρώτης σταυροφορίας. Ό Λουδοβίκος Θ΄αργότερα πήρε μέρος δύο φορές σέ σταυροφορίες, πολέμησε πολλές φορές εναντίον τών Τούρκων, θέσπισε νόμους, έφτιαξε νοσοκομεία καί συγκρότησε τό πρώτο δικαστήριο στό Παρίσι. Ένα από τά αποτελέσματα πού είχαν οί σταυροφορίες γιά τήν Γαλλία ήταν ότι οί πόλεις απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία , ανεξαρτησία καί δύναμη. Οί φεουδάρχες είχαν τόση ανάγκη από χρήματα ώστε δέχονταν νά πωλήσουν στούς κατοίκους τήν ελευθερία των καί τά δικαιώματα πού αυτοί ζητούσαν.
Οί Άγγλοι Βασιλείς έχοντας διατηρήσει τό δουκάτο της Νορμανδίας εξασκούσαν άμεση επιρροή στά Γαλλικά πράγματα. Τήν πρώτη νίκη σέ βάρος τής Αγγλίας τήν πέτυχε ό βασιλέας τής Γαλλίας Φίλιππος Αύγουστος, αναγκάζοντας τούς Άγγλους καί τόν Ιωάννη τόν Ακτήμονα νά εγκαταλείψουν τό Γαλλικό έδαφος. Διάδοχοι τού Φιλίππου ό Λουδοβίκος Θ΄ό Άγιος καί ό Φίλιππος ό Ωραίος ό οποίος έμεινε στήν ιστορία κυρίως μέ τήν πάλη εναντίον τού πάπα Βονιφάτιου, πού ήθελε νά επαμβαίνει στίς πολιτικές υποθέσεις τών δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Παρόλο πού ό πάπας τόν αφόρισε , ό Ωραίος όχι μόνο δέν έδωσε σημασία στόν αφορισμό, αλλά έστειλε τόν Νογκαρέ πού κατάφερε νά συλλάβη τόν πάπα. Οί χωρικοί όμως τόν απελευθέρωσαν καί δέν πρόλαβε νά τόν μεταφέρει στήν Γαλλία. Ό Βονιφάτιος όμως μετά από αυτό, ταπεινωμένος καί στεναχωρημένος, πέθανε λιγό αργότερα στήν Ρώμη. Ό Φίλιππος δημιούργησε ένα είδος βουλής, πού ονομαζόταν συνέλευση τών τάξεων. Διάδοχος τού Ωραίου ήτο ό Φίλιππος ΣΤ΄τού Βαλουά, εξάδελφος τών τελευταίων Καπετιδών Βασιλέων. Αλλά ό Βασιλέας τής Γαλλίας Εδουάρδος Γ΄πού ήταν υιός μίας αδελφής τού Φιλίππου τού Ωραίου, ζήτησε τό στέμμα τής Γαλλίας γιά τόν εαυτό του. Ή απαίτηση αυτή έγινε ή αιτία νά ξεσπάση ό Εκατονταετής πόλεμος μεταξύ Αγγλίας-Γαλλίας (1337-1453). Αυτός ό πόλεμος υπήρξε επιζήμιος γιά τήν Γαλλία, διότι όλες οί μάχες έγιναν σέ Γαλλικό έδαφος. Οί Άγγλοι κέρδισαν σπουδαίες μάχες όμως στό Κρεσσύ 1346, στό Πουατιέ 1356 καί στό Αζινκούρ 1415. επί Καρόλου Ε΄εδιώχθησαν οί Άγγλοι από τήν Γαλλία, αλλά οί εσωτερικές έριδες έφεραν τούς ευγενείς νά προσφέρουν τό στέμμα τής Γαλλίας στόν Άγγλο Βασιλέα Ερρίκο Ε΄, ό οποίος κυρίευσε τό Παρίσι τό 1415 (εκεί καί πέθανε). Όταν στόν θρόνο τής Γαλλίας ανέβηκε ό Κάρολος Ζ΄ή κατάσταση στήν χώρα φαινόταν απελπιστική. Ή Γαλλία τότε εσώθη χάρη στήν Ζάν Ντ’Άρκ ή οποία κατόρθωσε νά εμπνεύση τά στρατεύματα καί επικεφαλής εκείνη νίκησε στήν μάχη τής Ορλεάνης. Οί Γάλλοι φλογισμένοι εξακουλούθησαν τόν πόλεμο μέ ορμή ώστε ό Κάρολος Ζ΄εστέφθη επίσημα στόν καθεδρικό ναό τής Ρέμς. Ή Ιωάννα έπεσε στά χέρια τών Βουργουνδών πού ήσαν ακόμη εχθροί τού Καρόλου. Αυτοί τήν παρέδωσαν στούς Άγγλους οί οποίοι μέ συνεργασία τής ιεράς εξέτασης έκαψαν ζωντανή τήν Ζάν Ντ’Άρκ τό 1431. Μετά από αυτό οί Γάλλοι ενώθηκαν καί νίκησαν τούς Άγγλους σέ πολλές μάχες καί στό τέλος τούς έδιωξαν από τήν Γαλλία οριστικά.
Ανδεγαυϊα.Ή πρωτεύουσά της ήταν ή Ιουλιομάγος (σημερινή Ανζέρ). Εθνολογικά ανήκε στήν Λουγδουνική Γαλατία. Ή μορφή της ή σημερινή αρχίζει νά δημιουργείται τόν 9ον αιώνα. Οί Νορμανδοί επιτίθονται στήν Ανζέρ καί οί Ανδεγαυοί τούς απεκρούουν στά τέλη τού 9ου αιώνος. Ή νίκη ανήκει στόν Βασιλέα τής Ροβέρτο, ό οποίος κληροδότησε τήν Ανδεγαυϊα στόν υιό του. Εκείνος διόρισε άρχοντα τόν υποκόμητα Ίγγελζέρ, ιδρυτή τής Ανδεγαϋικής δυναστείας. Τό 987 ό Ούγος Καπέτος διάδοχος τής κομητείας, ανακηρύσεται βασιλέας Γαλλίας. Μετά από ένα μικρό διάστημα τήν διοίκηση τής κομητείας αναλαμβάνει ό Γοδεφρείνος Πλανταγενέτης από τόν οποίο προήλθε καί ό ομώνυμος βασιλικός οίκος τής Αγγλίας, όταν τό 1128 οί Άγγλοι κατέλαβαν τήν Νορμανδία καί τήν Βρεττάνη. Τό 1204 ό Βασιλέας Φίλιππος Αύγουστος αποσπά τήν Ανδεγαϋια από τούς Άγγλους. Τό 1246 ό Βασιλέας Λουδοβίκο Άγιος παραχωρεί τήν Ανδεγαϋία στόν Αδελφό του Κάρολο. Μέχρι τόν 15ον αιώνα ή Ανδεγαϋία παραμένει ανεξάρτητο δουκάτο, οπότε κάι ό ηγεμών Κάρολος τού Μαίν τήν κληροδοτεί στόν Βασιλέα τής Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΑ΄.
Τον 5ο αιώνα ήρθαν εδώ οι Βουργουνδοί και ίδρυσαν βασίλειο, με πρώτο ηγεμόνα τον Γκοντεμπό. Κυρίαρχος της Βουργουνδίας έγινε το 771 ο Καρλομάγνος. Η περιοχή διαιρέθηκε αργότερα σε πολλά φέουδα. Το 1361 ο Ιωάννης Β’ ο Αγαθός την προσάρτησε στη Γαλλία και όρισε διοικητή το γιο του Φίλιππο τον Τολμηρό. Για έναν αιώνα η Βουργουνδία σημείωσε μεγάλη πολιτιστική πρόοδο. Υπήρξαν πολλές προστριβές με τη Γαλλία στην προσπάθεια της Βουργουνδίας για ανεξαρτησία.
Κατά τον 5ο αιώνα ο Κλόβις Α΄ ή Χλοδοβίκος, ένας αρχηγός των Φράγκων γερμανικής καταγωγής (481-511), κατόρθωσε να διατηρήσει για λίγο μια εθνική ενότητα, με την υποστήριξη του κλήρου και η Μεροβίγγεια δυναστεία κυβέρνησε ολόκληρη τη Γαλατία. Μετά το θάνατό του και το μοίρασμα του βασιλείου του στα παιδιά του, εξοντωτικοί εμφύλιοι πόλεμοι οδήγησαν στην εξουσία των ευγενών. Ένας από τους ευγενείς αυτούς, ο Κάρολος Μαρτέλος, απέκρουσε το 732, στο Πουατιέ, τη μουσουλμανική αραβική εισβολή. Το 800 π.Χ. χρίστηκε αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ο Καρλομάγνος, όμως μετά το θάνατό του οι διάδοχοί του μοίρασαν την αυτοκρατορία με τη Συνθήκη του Βερντέν. Κατά τον 9ο και 10ο αιώνα επικράτησε το φεουδαρχικό καθεστώς που χαρακτηρίστηκε από το σκληρό ανταγωνισμό των διάφορων αρχόντων για την επικράτησή τους και τις αλλεπάλληλες επιδρομές Σαρακηνών και Νορμανδών. Την περίοδο αυτή στη Γαλλία άκμαζε η δυναστεία των Καπετιδών με πρώτο Καπέτο τον Ούγο (987-996). Κατά τον 11ο αιώνα η Γαλλία συμμετείχε στις σταυροφορίες και ισχυροποίησε την επιρροή της στον πολιτικό, οικονομικό και θρησκευτικό τομέα.Το 15ο και το 16ο αιώνα οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση της Γαλλίας.
Φράγκοι. Ομάδα από διάφορες γερμανικές φυλές που ήταν εγκατεστημένες στις περιοχές του Μέσου και του Κάτω Ρήνου. Τον 3ο και 4ο αι. συγκρούστηκαν με τους Ρωμαίους και πολλοί από αυτούς προχώρησαν στη βορειοδυτική Γαλατία και στο σημερινό Βέλγιο, όπου και εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Χωρίζονταν στους Σάλιους Φράγκους και τους Ριπουάριους Φράγκους. Αργότερα ίδρυσαν φραγκικό κράτος με πρωτεύουσα την Κολονία. Το κράτος εκτεινόταν από τις δύο όχθες του Ρήνου έως τη θάλασσα της Ολλανδίας.
Ο πραγματικός, όμως, ιδρυτής του φραγκικού κράτους είναι ο Κλόβις Α΄ (481-511), που ένωσε τις φραγκικές φυλές, άπλωσε το κράτος του στο μεγαλύτερο μέρος της Γαλατίας, έκανε πρωτεύουσα του το Παρίσι και δέχτηκε το χριστιανισμό. Ο σημαντικότερος από τους διαδόχους του Κλόβι, ο Δαγοβέρτος (628-638), μεγάλωσε το κράτος και περιέλαβε σ’ αυτό όλες τις χώρες από το Ρήνο έως τη θάλασσα της Μάγχης, τον Ατλαντικό και τα Πυρηναία. Το φραγκικό κράτος απέκτησε νέα δύναμη και έγινε το ισχυρότερο χριστιανικό κράτος στη Δύση κατά τη διακυβέρνησή του από τους λεγόμενους Καρολίδες και ιδιαίτερα από τον Καρλομάγνο. Οι διάδοχοί του άρχισαν πολέμους μεταξύ τους και με τη συνθήκη του Βερντέν (843) οι τρεις εγγονοί του το μοίρασαν στα τρία.
Η διαίρεση αυτή ανταποκρινόταν και σε λόγους εθνολογικούς, γιατί, από τον καιρό που οι Φράγκοι και οι άλλες γερμανικές φυλές είχαν καταλάβει τις χώρες του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, είχε αρχίσει ήδη η συγχώνευσή τους με τους ντόπιους κατοίκους τους και η βαθμιαία διαμόρφωση των νεολατινικών λαών, των Γάλλων και των Ιταλών, παράλληλα προς τους Γερμανούς. Οι Βυζαντινοί έλεγαν Φράγκους όλους τους κατοίκους της Δυτικής Ευρώπης, χωρίς να κάνουν διάκριση των διαφόρων εθνοτήτων.
Μέχρι τον 8ο αι. σημειώθηκαν αλλεπάλληλες μετακινήσεις των γερμανικών φύλων και διεκδικήσεις εδαφών: οι Σάξονες και οι Φρίζοι κυριάρχησαν στο Βορρά, οι Φράγκοι στη Δύση, οι Θουρίγγιοι στην Κεντρική Γερμανία και οι Σουηβοί και Βαυαροί στο Νότο. Το 751 εγκαταστάθηκε στην περιοχή η δυναστεία των Φράγκων Καρολιγγιανών και μέσα σε λίγα χρόνια, υπό την ηγεσία του Καρλομάγνου, οι Φράγκοι κυριάρχησαν στην περιοχή μέχρι τον Έλβα (Α΄ Ράιχ). Το 800 ο Καρλομάγνος στέφθηκε από τον πάπα στη Ρώμη αυτοκράτορας, το 843 όμως το κράτος του διαλύθηκε και το βασίλειο των Ανατολικών Γερμανών υπό την ηγεσία του Λουδοβίκου του Γερμανικού αποτέλεσε τον πυρήνα του γερμανικού κράτους.
Οί ενώσεις πού σχηματίστηκαν τόν Μεσσαίωνα από τίς φυλές τών Αλαμάννων, τών Θουριγγίων, τών Βαυαρών, τών Σαξόνων κ.α ενσωματώθηκαν (6-9ος αιώνα μχ) στό Φραγκικό κράτος. Μετά τήν διάσπασή του σχηματίσθηκε τό ανατολικό φραγκικό βασίλειο (843-911) από τό οποίο αργότερα μέ τήν ένωση τών φυλετικών Δουκάτων (Σουηδία, Βαυαρία,Φραγκονία, Σαξονία, Θουριγγία, αναπτύχθηκε τό Γερμανικό κράτος.
Βερντέν, συνθήκη.Συνθήκη που υπογράφτηκε το 843 στην ομώνυμη πόλη της Γαλλίας μεταξύ των τριών γιων του Λουδοβίκου Α΄, αυτοκράτορα της αυτοκρατορίας που ίδρυσε ο Καρλομάγνος, μετά το θάνατό του το 840. Με τη συνθήκη τερματίστηκε η διαμάχη των διαδόχων για την εξουσία της αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η αυτοκρατορία διαμοιράστηκε σε τρία μέρη: Ο Λοθάριος, ο μεγαλύτερος γιος του Λουδοβίκου και νόμιμος διάδοχος του θρόνου, έλαβε τις κεντρικές περιοχές που περιλάμβαναν την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, την Αλσατία, τη Λορένη και τη Βουργουνδία, ο Λουδοβίκος Β΄ ο Γερμανικός έλαβε τις ανατολικές περιοχές (την περιοχή της σημερινής Γερμανίας), ενώ ο Κάρολος Φαλακρός, αργότερα αυτοκράτορας Κάρολος Β΄, έλαβε τις δυτικές περιοχές (την περιοχή της σημερινής Γαλλίας). Η συνθήκη ήταν η αρχή για τη δημιουργία των τριών μεγαλύτερων κρατών της Ευρώπης, Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας.
Ό Ερρίκος Α΄(919-936) καί ό Όθων Α΄(936-973) πολεμώντας τούς ισχυρούς κόμητες στηρίχθηκαν στούς ιππότες καί φεουδάρχες τής εκκλησίας. Κατά τόν 10ον αιώνα άρχισε ή εξόρμηση γερμανών φεουδαρχών πρός τήν ανατολή (Ντράγκ νάχ Όστεν). Χτύπησαν πρώτα τούς Σλάβους τού Έλβα καί τής Βαλτικής. Αργότερα ό Όθων έφθασε στήν Ιταλία δημιουργώντας τήν Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καί εξάρτησε τήν παπική Εκκλησία από τόν Γερμανό Αυτοκράτορα. Ό Όθων Β΄συνέχισε τόν πόλεμο στήν κάτω Ιταλία.Το 962 με τη στέψη του Όθωνα Α΄ δημιουργήθηκε η «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους», που έδωσε στους λαούς της Κεντρικής Ευρώπης ενιαία δομή και τους χάρισε μια μακριά περίοδο ειρήνης. Η άνθησή της κράτησε περίπου μέχρι το 1250. Ακολούθησε εποχή εδαφικών διαιρέσεων, στην οποία οι πρίγκιπες απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Τό 984 όμως ή επανάσταση τών Πολάβων έκανε τούς Γερμανούς νά χάσουν τίς κατακτήσεις των στήν Ανατολή. Ό διάδοχος τού Όθωνος Β΄ήτο ό Όθων Γ΄υιός τής Ελληνίδας Θεοφανούς από τήν Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αυτόν ακολούθησε ό Ερρίκος Β΄(1002-1024) τής Βαυαρικής γραμμής τών Οθώνων καί αύξησε στό έπακρο τίς απαιτήσεις τής αυτοκρατορίας επί τών υποχρεώσεων τών Επισκοπών καί μοναστηρίων. Ό Γρηγόριος Δ΄(996-999) υπήρξε μάλιστα ό πρώτος Γερμανός Πάπας. Τό 1024 Αυτοκράτωρ εκλέχθηκε ό Κόνραντ Β΄τού Φραγκονικού οίκου. Ό νέος Βασιλέας αναδείχθηκε από τούς πιό δυναμικούς τού Μεσαίωνα. Τό 1032 συνένωσε τό βασίλειο τής Βουργουνδίας μέ τήν Γερμανία. Διάδοχος καί υιός του ό Ερρίκος Γ΄(1039-1056), ό οποίος διατήρησε τήν αυστηρότητα τής Αυτοκρατορίας μέ τήν Εκκλησία. Μετά τόν θάνατό του ή Παπική Εκκλησία άρχισε αγώνα κατά τών Γερμανών ηγεμόνων. Έτσι ό Ερρίκος Δ΄(1056-1106) βρέθηκε σέ θανάσιμη αντίθεση μέ τήν Εκκλησία καί μέ τήν τάξη τών ευγενών. Ό Ερρίκος Ε΄ αποκατέστησε τίς σχέσεις μέ τήν Εκκλησία υπογράφοντας τό 1122 μέ τόν Πάπα Κάλλιξτο Β΄τό κογκορδάτο.
Μέ τόν θάνατο τού Λόταρ τής Σαξονίας (1125-1137) τελειώνουν οί αυτοκράτορες Φράγκοι-Σάλιοι καί Σάξονες-Λιουντολφίνγκερ. Από τό 1138 αναλαμβάνουν οί Στάουφερ μέ τόν Κόνραντ Γ΄τόν οποίο διαδέχεται ό Φρειδερίκος Α΄Βαρβαρόσσας (1152-1190). Ό Φρειδερίκος ήτο προσφιλής τής Γερμανικής Ιπποτικής κοινωνίας, αλλά απέτυχε μέ τίς εξτρατείες στήν Ιταλία. Παρά ταύτα ηγήθηκε μαζί μέ τόν Φίλιππο Β΄τής Γαλλίας καί τόν Βασιλέα Ριχάρδο Β΄τόν Λεοντόκαρδο τής 3ης Σταυροφορίας. Κατέλαβε τό Ικόνιο, αλλά πνίγηκε ενώ περνούσε τόν Καλύκανδο ποταμό τής Κιλικίας. Ό υιός του Ερρίκος ΣΤ΄τόν διαδέχθηκε στόν θρόνο καί επειδή πήρε γυναίκα τήν Κωνσταντία κληρονόμησε τήν Σικελία. Αυτόν διαδέχθηκε ό Όθων Δ΄, πού περιήλθε σέ σύγκρουση μέ τόν Πάπα Ινοκέντιο Γ΄, ό οποίος ήθελε γιά Βασιλέα τόν Φρειδερίκο Β. Ό τελευταίος εβασίλεψε από τό 1212 έως 1250. Μετά τόν θάνατο τού Φρειδερίκου ή Εκκλησία παίρνει τόν έλεγχο στήν εξουσία, ενώ οί πλούσιες πόλεις σχηματίζουν ενώσεις καί γενικά ή αυτοκρατορία διασπάζεται. Έως τό 1438 περνούν πολλοί Βασιλείς όπως : Κόνραντ Δ΄, Γουλιέλμος τής Ολλανδίας, Αλφόνσος τής Καστίλλης, Ριχάρδος τού Cornwall, Ροδόλφος Α΄τών Αψβούργων, Αδόλφος τού Νασσάου, Άλμπρεχτ Α΄τής Αυστρίας, Ερρίκος Ζ΄τού Λουξεμβούργου, Λουδοβίκος Δ΄, Φρειδερίκος ό Ωραίος τής Αυστρίας, Κάρολος Δ΄τού Λουξεμβούργου, Ρούμπρεχτ τού Παλατινάτου καί Σιγισμούνδος τού Λουξεμβούργου.
Τό 1438 ό θρόνος περνά στούς Αψβούργους μέ τόν Άλμπρεχτ Β΄, τόν Φρειδερίκο Γ΄, τόν Μαξιμιλιανό Α΄ τόν Κάρολο Ε΄κ.α. ή Γερμανία κατέλαβε περιοχές τής Αυστρίας, τίς κάτω χώρες, τήν Τσεχία, τήν Σιλεσία, τμήμα τής Ουγγαρίας καί Ιταλίας. Τό 1524 ξεσπά ό πόλεμος τών χωρικών πού απλώθηκε κυρίως στήν νότια Γερμανία. Ή επανάσταση καταπνίγηκε καί μέ τήν συγκατάθεση τού Λουθήρου, διότι ό Λουθηρισμός επροσαρμόσθη στά συμφέροντα τών ηγεμόνων.
Το 787 ή Βαυαρία πέρασε στην κυριαρχία του Καρλομάγνου και κυβερνιόταν από την Καρολίγγεια δυναστεία μέχρι το 10ο αι. Κατά τη διάρκεια της Μεταρρύθμισης η Βαυαρία παρέμεινε ρωμαιοκαθολική, γεγονός που προκάλεσε τις επιθέσεις των προτεσταντών κατά τον τριακονταετή πόλεμο (1618-1648).
Πρωσία ονομαζόταν αρχικά η περιοχή μεταξύ των ποταμών Βιστούλα και Νιέμεν, στη βόρεια Πολωνία. Οι παλιότεροι κάτοικοί της, σλαβικής καταγωγής, ήταν γεωργοί και δεν υπήρχαν στη χώρα αστικά κέντρα. Από το 10ο αιώνα άρχισαν οι απόπειρες των γύρω λαών, Γερμανών και Πολωνών ιδιαίτερα, να υποτάξουν και να εκχριστιανίσουν τους ειδωλολάτρες Πρώσους, που προέβαλαν επίμονη αντίσταση. Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν ως τις αρχές του 13ου αιώνα και με την προτροπή του πάπα οργανώθηκαν πραγματικές σταυροφορίες από μοναχικά τάγματα, που ιδρύθηκαν γι’ αυτό το σκοπό, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έτσι, το 1225 ο Πολωνός ηγεμόνας Κορράδος της Μαζοβίας αναγκάστηκε να αναθέσει την υποταγή της Πρωσίας στο ισχυρό τάγμα των Τευτόνων ιπποτών, που με τη βοήθεια του πάπα, του αυτοκράτορα της Γερμανίας και πλήθους εθελοντών, Γερμανών, Πολωνών και Τσέχων, κατόρθωσε ύστερα από σκληρούς αγώνες να κατανικήσει την ηρωική αντίσταση των Πρώσων και καταπνίγοντας τις επαναστάσεις που εκδηλώθηκαν να υποτάξει τελικά τη χώρα προς το τέλος του 13ου αιώνα. Ακολούθησε μεγάλο πλήθος Γερμανών αποίκων, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή και αλλοίωσε τον εθνογραφικό της χαρακτήρα.
Κάτω από την κυριαρχία των Τευτόνων η Πρωσία έφτασε το 14ο αι. σε μεγάλη ακμή· ιδιαίτερα αναπτύχθηκαν οι παράλιες πόλεις της Βαλτικής Ντάντσιχ, Έλμπιργκ, Τορ κ.ά., που ήταν μέλη της Χανσεατικής Ένωσης. Αργότερα όμως η δύναμη του τάγματος εξασθένησε εξαιτίας των εσωτερικών αντιθέσεων με τους εμπόρους των πόλεων και τους ευγενείς γαιοκτήμονες, που αντιδρούσαν στην απολυταρχική διοίκηση. Ακολούθησε μια σειρά αποτυχιών στους πολέμους με την Πολωνία, με αποκορύφωμα την ήττα στην αιματηρή μάχη του Τάνεμπεργκ (1410), όπου οι Τεύτονες έχασαν όλο σχεδόν το στρατό τους. Η στρατιωτική τους αποδυνάμωση είχε ως συνέπεια να γίνει η Πρωσία, με τις δύο συνθήκες του Τόρουν (1411 και 1466), υποτελής στο βασίλειο της Πολωνίας. Στις αρχές του 16ου αι. ένα τμήμα της αποτέλεσε το εξαρτημένο από την Πολωνία «Δουκάτο της Πρωσίας», το οποίο, μετά το θάνατο του δούκα Αλβέρτου (1525) πέρασε στην κυριαρχία του οίκου των Χοεντσόλερν, ηγεμόνων της μαρκιονίας του Βρανδεμβούργου.Η μαρκιονία του Βρανδεμβούργου ήταν ένα από τα πολλά μεσαιωνικά γερμανικά κρατίδια, στην περιοχή μεταξύ Έλβα και Όντερ, με πρωτεύουσα το Βερολίνο. Το 14ο αι. έγινε εκλεκτοράτο και το 15ο παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα στον ηγεμονικό οίκο των Χοεντσόλερν.
Στη Γαλατία, οί Βάνδαλοι εισέβαλαν το 406, προξένησαν φρικτές καταστροφές, των οποίων η ανάμνηση έμεινε άσβηστη και το όνομα «βάνδαλος» παροιμιακό. Το 409 επωφελήθηκαν από τους εμφύλιους πολέμους της Ισπανίας και με αρχηγό το Γονδέριχο υπέταξαν όλη σχεδόν τη χώρα. Στη συνέχεια πιεζόμενοι από τους Βησιγότθους αποφάσισαν να μετακινηθούν στη Βόρεια Αφρική. Με το νέο τους ηγεμόνα Γιζέριχο, πέρασαν το 429 το στενό του Γιβραλτάρ, συνέτριψαν το ρωμαϊκό στρατό που βρισκόταν στην περιοχή και κατέλαβαν την Ιππώνα στη Νουμιδία (431). Στη Βόρεια Αφρική Κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν σε μεγάλο τμήμα της Βόρειας Αφρικής, από τη Μαυριτανία ως τη Νουμιδία. Αργότερα κατέλαβαν την Καρχηδόνα (439), τη Σικελία, την Κορσική, τη Σαρδηνία, τις Βαλεαρίδες και το 455 και την ίδια τη Ρώμη, την οποία ερήμωσαν κυριολεκτικά. Επιδρομές έκαναν επίσης εναντίον της Μάνης, της Ζακύνθου και των ιταλικών παραλίων. Η πίεση που ασκούσαν οι Βάνδαλοι στους ορθόδοξους πληθυσμούς σταμάτησε μόνο με τη βασιλεία του Χιλδέριχου (523-530), ο οποίος κατάλαβε ότι ήταν αδύνατο να διατηρηθεί το κράτος των Βανδάλων χωρίς τη φιλία με το Βυζάντιο. Αυτό τον έφερε αντιμέτωπο με το συγγενή του Γελίμερο, που τον κατηγόρησε ότι είχε φιλικές σχέσεις με τον Ιουστινιανό και τον εκθρόνισε. Αυτό ήταν αφορμή για τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου να επέμβει και να αξιώσει την αποφυλάκιση του Χιλδέριχου. Ο Γελίμερος απάντησε αρνητικά και γι’ αυτό ο Ιουστινιανός έστειλε το 534, 500 πλοία και 15.000 στρατό, με αρχηγό το Βελισσάριο, εναντίον των Βανδάλων, τους οποίους και συνέτριψε. Αποτέλεσμα της ολικής τους ήττας ήταν η απελευθέρωση των χωρών που είχαν υποτάξει, ενώ οι ίδιοι κατατάχτηκαν σε ειδικά τάγματα του βυζαντινού στρατού.
Από τα τέλη του 8ου αι. και έως το 1100 η σημερινή Φιλανδία χρησιμοποιείται από τους Βίκιγκς, οι οποίοι αποικίζουν σποραδικά τμήματά της. Στα μέσα του 12ου αι. η χώρα καταλήφθηκε από το βασιλιά της Σουηδίας Έρικ Θ’ τον Άγιο, ο οποίος εγκατέστησε Σουηδούς αποίκους στα παράλια του Βοθνικού κόλπου και εκχριστιάνισε τους Φιλανδούς. Τη σουηδική κυριαρχία στη χώρα επιβεβαίωσε το 1323 η συνθήκη του Πανκινασαάρι, με την οποία η σημερινή Φιλανδία εντάχθηκε στο σουηδικό βασίλειο, ενώ και η περιοχή της Καρελίας διαιρέθηκε μεταξύ της Σουηδίας και των ηγεμόνων του Νόβγκοροντ. Το 1362 οι Φιλανδοί απέκτησαν ίσα δικαιώματα ως υπήκοοι του σουηδικού βασιλείου.
Από τόν 5ον αιώνα στήν Ισπανία φθάνουν Βησιγότθοι, Αλανοί, Βάνδαλοι, Σουηδοί. Οί Βησιγότθοι θά μείνουν στήν Ισπανία γιά 2 αιώνες, ενώ οί Σουηδοί θά απωθηθούν από τόν Εύριχο στό βόρειο τμήμα τής χώρας. Τό 554 στήν Ισπανία φθάνουν Βυζαντινοί πού κυριαρχίσουν στόν νότο. Από τό 633 στήν Ισπανία επιβάλλεται ό Χριστιανισμός μέ τήν μορφή τού Καθολικισμού. Τόν 7ον αιώνα στίς στήλες τού Ηρακλέους φθάνουν οί Μαυριτανοί.
Η Ισπανία έδωσε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μια σειρά αυτοκρατόρων (Αδριανός, Μάρκος Αυρήλιος, Θεοδόσιος).Το 409 εμφανίστηκαν τα πρώτα βαρβαρικά φύλα, οι Βάνδαλοι, που εγκαταστάθηκαν στην Ανδαλουσία (Βανδαλουσία), οι Σουήβοι και οι Αλαμανοί. Αργότερα, μέχρι το 484, οι Βησιγότθοι κυριάρχησαν στη χώρα ορίζοντας πρωτεύουσα του βασιλείου τους το Τολέδο. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του τελευταίου βασιλιά των Βησιγότθων (710-711), και, συγκεκριμένα, στις 19 Ιουλίου του 711, ο Ταρίκ, ο Άραβας μπέης της Ταγγέρης, διέσχισε το στενό του Γιβραλτάρ με το στρατό του και νίκησε το στρατό του Ροδρίγου στα νότια της Μεδίνα ντελ Σιντόνια. Έτσι, σιγά σιγά, όλη η χερσόνησος πέρασε στα χέρια των Αράβων, εκτός από τις βορειοδυτικές περιοχές (Αστουρίες), όπου σχηματίστηκαν ανεξάρτητα βασίλεια από χριστιανούς πρόσφυγες. Το 912 ιδρύθηκε το χαλιφάτο της Κόρδοβα από τον Αμπν-αλ-Ραχμάν Γ’. Εκεί η μουσουλμανική Ισπανία γνώρισε τη μεγαλύτερη λάμψη της και η Κόρδοβα έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα στις αρχές του ευρωπαϊκού μεσαίωνα.
Τό 711 ό Νουσούρ νικά τόν Ροδρίγο στά Γάδειρα καί καταλαμβάνει τήν Ισπανία. Τό 732 οί Μαυριτανοί φθάνουν έως τήν Γαλατία, αλλά στό Πουατιέ ό Κάρολος Μαρτέλ θά νικήσει καί θά σταματήσει τούς Μαυριτανούς. Τό 756 ή Ισπανία μετατρέπεται σέ ανεξάρτητο εμιράτο υπό Ραχμάν. Ή Καταλωνία βρίσκεται πάντα υπό καθεστός Γάλλων. Ό Βασιλέας τής Ναβάρρας τό 1000μχ Σάντσο Γ΄Γκαρθές θά ενώσει τά Βασίλεια καί τίς κομητείες τής Ισπανίας υπό τήν εξουσία του. Μετά τόν θάνατό του όμως ή Ισπανία μοιράζεται στήν Λεόν, Καστίλλη, Ναβάρρα καί Αργώνας.
Τον 11ο αιώνα αρχίζουν οι πρώτοι αγώνες ανεξαρτησίας των χριστιανικών κρατών. Το 1094 ο Ελ Σιντ Καμπεαντόρ ανακατέλαβε τη Βαλένθια.Τό 1212 οί Χριστιανοί νικούν στήν Λάς Νάβας ντέ Τολόζα τούς Άραβες. Οί Μουσουλμάνοι περιορίζονται έως τό 1492 στήν Γρανάδα. Ό Φερδινάνδος τής Καστίλλης τό 1238 κατακτά τήν Ανδαλουσία, τήν Κόρδοβα, τήν Σεβίλλη καί τήν Καρθαγένη, ενώ ό Ιάκωβος τής Αραγνωνίας κατακτά τήν Βαλένθια καί τίς Βαλεαρίδες.
Η εποχή της δόξας της Ισπανίας αρχίζει το 1479, όταν ο Φερδινάνδος Ε’ της Αραγονίας παντρεύτηκε την Ισαβέλα, κληρονόμο της Καστίλης. Η συνδυασμένη εξουσία των δύο έκανε τη χώρα μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου. Στις 2 Ιανουαρίου 1492 η Γρανάδα, πρωτεύουσα του τελευταίου μουσουλμανικού βασιλείου, παραδόθηκε στους ρωμαιοκαθολικούς μονάρχες. Επί Ισαβέλλας τής Καστίλλης 1474-1504 ό Κολόμβος ανακαλύπτει τήν Αμερική. Ή Ιωάννα ή Τρελλή είναι διάδοχος τής Ισαβέλας. Ό Κάρολος υιός της, ανακηρύσσει τό Βασίλειο τής Ισπανίας τό οποίο αποτελείται από Καστίλλη, Αραγώνα καί Ναβάρρα.
Η εποχή αυτή σημαδεύτηκε από μια μισαλλόδοξη εσωτερική πολιτική, που είχε ως κύρια χαρακτηριστικά της την Ιερά Εξέταση και τους διωγμούς σε βάρος των Αράβων και των Σεφαραδιτών, Εβραίων της Ισπανίας, οι οποίοι ξεριζώθηκαν ολοκληρωτικά από τη χώρα (ένα μέρος αυτών εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη).
Ανδαλουσία.Τό 4ον αιώνα μ.χ. στήν χώρα φθάνουν οί Βάνδαλοι κάτω από τήν πίεση τών Βησιγότθων. Οί Βησιγότθοι έμειναν στήν Ισπανία έως τήν κατάληψή της από τούς Άραβες τό 711μ.χ. ό Ταφίκ μέ 7000 πολεμιστές συνέτριψε τόν Βασιλέα τών Βησιγότθων Ροδερίκο. Παράλληλα ό Μουζά Ίμπν Νουζάϊρ κυρίευσε τήν Σαραγόσσα, τήν Σεβίλλη καί τήν Μερίντα. Ή Δαμασκός διόριζε πλέον τούς κυβερνήτες τής Ανδαλουσίας. Τόν 10ον αιώνα ή Ανδαλουσία είχε πρωτεύουσα τήν Καρδούη υπό τήν κυριαρχία τού Εμιράτου τών Μαρβανίδων. Σιγά σιγά οί Ισπανοί Βασιλείς δυνάμωνουν καί επί Αλφόνσο ΣΤ΄οί Άραβες υποχωρούν από τήν Βαιτική. Τό 1212 οί ηγέμονες Αλμοχάδες πού είχαν διαδεχθεί τούς Αλμοραβίδες νικήθηκαν στό Λάς Νάβας ντέ Τολόζα καί οί Μουσουλμάνοι έχασαν γιά πάντα τήν Κουρδούη, τήν Σεβίλλη, τήν Βαλένθια καί περιορίστηκαν μόνο στήν Γρανάδα. Τό 1492 οί Μουσουλμάνοι χάνουν καί τήν Γρανάδα καί από τότε ή Ανδαλουσία έγινε τμήμα τού Ισπανικού κράτους. Ύστερα από αιώνες παρακμής καλλιτέχνες σάν τόν Μουρίλλο, τόν Βελάσκουεθ καί τόν Γκαρθία Λόρκα, τήν ξαναφέρνουν στό προσκήνιο.
Αραγονία. Από τον 8ο μέχρι το 10ο αι. την περιοχή έλεγχαν οι Μαυριτανοί, ενώ σύντομα πέρασε στην επιρροή των Φράγκων. Το 1024 η κομητεία της Αραγονίας πέρασε στον οίκο της Ναβάρας. Το 1035 ο βασιλιάς της Ναβάρας Σάντσο Γ’ έδωσε την Αραγονία στον τέταρτο γιο του Ραμίρο Α’. Ο ηγεμόνας αυτός έγινε γενάρχης της αραγονικής δυναστείας, που αριθμεί 20 βασιλιάδες. Οι δύο γιοι του επέκτειναν το βασίλειο της Αραγονίας καταλαμβάνοντας διάφορες πόλεις της κοιλάδας του Έβρου.
Το 1137 η Αραγονία ενώθηκε με την Καταλονία και τη Βαρκελόνη. Οι βασιλείς της Αραγονίας, που αποτέλεσαν τον τρίτο οίκο της αραγονικής δυναστείας, ανέδειξαν το βασίλειο σε σημαντική ναυτιλιακή δύναμη επεκτείνοντας τα σύνορά του κατά το 13ο και το 14ο αι. μέχρι τη Σαρδηνία, τη Σικελία και την Ιταλία. Το 1412 εγκαινιάστηκε ο τέταρτος οίκος της Αραγονίας και της Καστίλης, μετά την ανάρρηση στο θρόνο του Φερδινάνδου Α’, το 1469. Ο ανιψιός του, Φερδινάνδος Β’, παντρεύτηκε την Ισαβέλλα της Καστίλης και έτσι ενώθηκαν και στην πράξη τα δύο βασίλεια. Η επίσημη, όμως, ένωσή τους έγινε το 1516 από το βασιλιά της Ισπανίας Κάρολο Α’ (αργότερα Κάρολο Ε’ της Γερμανίας). Η Αραγονία διατήρησε, ωστόσο, τη διοικητική της αυτονομία ως τα τέλη του 17ου αι., οπότε και έγινε επαρχία της Ισπανίας.
Βάσκοι. Στο γραπτό λόγο χρησιμοποιεί το λατινικό αλφάβητο, έχει απλή σύνταξη και φτωχό λεξιλόγιο.Οι Βάσκοι της Ισπανίας ζουν κυρίως στις αυτόνομες περιοχές της Βισκαΐας και της Ναβάρας, ενώ πολλοί είναι διασκορπισμένοι σε άλλα μέρη (Αφρική, Αμερική). Η χώρα τους απλώνεται από τα Πυρηναία ως τα Κανταβρικά όρη. Η περιοχή είναι πλούσια και τα βουνά της σκεπάζονται από οξιές, βαλανιδιές, καστανιές, ενώ χαμηλότερα καλλιεργούνται οπωροφόρα, αμπέλια, δημητριακά και λαχανικά. Στα πλούσια λιβάδια είναι ανεπτυγμένη η κτηνοτροφία, ενώ στα παράλια οι κάτοικοι ασχολούνται με την αλιεία. Τα σιδηρομεταλλεύματα της Βισκαΐας, όπως ονομάζεται μια από τις βασκικές επαρχίες, έδωσαν τη δυνατότητα για την ανάπτυξη αξιόλογης βιομηχανίας σιδήρου. Οι Βάσκοι είναι καθολικοί στο θρήσκευμα και αντιστάθηκαν στην επιβολή των γαλλικών και ισπανικών εκκλησιαστικών αρχών.Οι Βάσκοι της Γαλλίας κατοικούν στην περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στον ποταμό Αντούρ, την κορυφή Αν των Πυρηναίων και τον Ατλαντικό ωκεανό (γαλλ. Νομός Κάτω Πυρηναίων). Οι Βάσκοι αναφέρονται σε γραπτά κείμενα τον 1ο αι. π.Χ., όταν αντιστάθηκαν με επιτυχία στους Ρωμαίους κατακτητές, διατηρώντας την ανεξαρτησία τους καθ’ όλη της διάρκεια της κυριαρχίας της Ιβηρικής χερσονήσου από τους Ρωμαίους. Τον 6ο αι. αντιμετώπισαν με επιτυχία τις ορδές των Βησιγότθων, ενώ στη συνέχεια αντιστάθηκαν στους Μαυριτανούς, οι οποίοι κατέλαβαν το μεγαλύτερο τμήμα της χερσονήσου από τον 8ο μέχρι τον 11ο αι. Οι Βάσκοι διατήρησαν την αυτονομία τους κατά το μεσαίωνα. Όταν στα τέλη του 15ου αι. ιδρύθηκε το ισπανικό βασίλειο, οι Βάσκοι διατήρησαν τα έθιμα και τους νόμους τους
Γιβραλτάρ.Το 711 οι Άραβες, αφού πέρασαν τον πορθμό, κυρίεψαν τη χερσόνησο και στη συνέχεια την Ισπανία. Από τότε το λιμάνι άρχισε να αποκτά σημασία. Ο βράχος οχυρώθηκε και παρέμεινε στους Άραβες μέχρι το 1462, οπότε, ύστερα από αγώνες, περιήλθε στο βασίλειο της Καστίλης.
Καταλανία ή Καταλονία Η Καταλανία ήταν υποτελής στους Φράγκους, οι οποίοι την είχαν συμπεριλάβει στην Ισπανική Μαρκιωνία και την είχαν οργανώσει σύμφωνα με το φεουδαρχικό σύστημα. Ήταν η μόνη περιοχή της Ισπανίας που μετείχε στην πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητα των Φράγκων. Από το 10ο αιώνα η κυριαρχία των Φράγκων ήταν μόνο τυπική. Το 1137, με το γάμο του κόμη Ραϊμόνδου Βερεγγάριου Δ’ με την Πετρονίλα, διάδοχο του θρόνου της Αραγόνας, η Καταλανία ενώθηκε με την Αραγονία. Τα δύο κράτη οργανώθηκαν και άρχισαν μια επεκτατική πολιτική. Το 13ο αιώνα η Καταλανία είχε προσαρτήσει τη Βαλένθια, τη Μαγιόρκα, τη Σικελία, τη Σαρδηνία και την Κορσική. Η μεγάλη ακμή της Καταλανίας συνεχίστηκε ως το 15ο αιώνα. Τότε, ιδίως μετά το γάμο του Φερδινάνδου και της Ισαβέλας και την ένωση των βασιλείων της Καστίλης και της Αραγονίας (1469), άρχισε η παρακμή.
Ανδόρα. Κρατίδιο της Νοτιοδυτικής Ευρώπης, στα Πυρηναία όρη, ανάμεσα στην Ισπανία και τη Γαλλία.Οι Ανδορινοί είναι κυρίως καταλανικής καταγωγής, μιλούν την καταλανική διάλεκτο και ανήκουν θρησκευτικά στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Το πολίτευμα είναι δημοκρατικό. Τη νομοθετική εξουσία ασκεί το Γενικό Συμβούλιο από 24 μέλη, που εκλέγονται από τις κοινότητες της χώρας κάθε 4 χρόνια. Την εκτελεστική εξουσία ασκεί ο δήμαρχος και οι δύο αντιπρόσωποι του επισκόπου της Ουρχέλ (Ισπανίας) και του Γάλλου προέδρου. Η μορφή αυτή της εξουσίας παγιώθηκε το 1278, όταν η περιοχή πέρασε κάτω από τη διπλή κυριαρχία του επισκόπου της Ουρχέλ και των κομήτων του Φουά. Οι τελευταίοι παραχώρησαν τα δικαιώματά τους στη Γαλλία και έτσι εξηγείται το σημερινό δυαδικό σύστημα της εκτελεστικής εξουσίας.
Το 843 μ.Χ. ο Κάρολος ο Φαλακρός παραχώρησε τις κοιλάδες της Ανδόρας στον κόμη Σενιφρέδο της Ουρχέλ-Θερδάνια. Το 1278 εγκαθιδρύθηκε κοινή κυριαρχία του Ισπανού επισκόπου της Ουρχέλ και των κομήτων του Φουά και το 1607 τα αρχικά δικαιώματα των Φουά μεταβιβάστηκαν στο γαλλικό στέμμα.



Ό Καρλομάγνος διέσωσε τήν Αυστρία από τήν Σλαβική κατοχή. Βέβαια ή Ιστορία τής Αυστρίας είναι δύσκολο νά διαχωρισθή από αυτή τής Γερμανίας. Τό 1156 ή Αυστρία εγένετο Δουκάτο. Τό 1282 ό Γερμανός Βασιλέας Ροδόλφος τών Αψβούργων παραχώρησε τήν περιοχή στούς υιούς του, Αλβέρτο καί Ροδόλφο. Τόν 15ον αιώνα όταν Αυτοκράτορας τής ενωμένης Αυστροουγγαρίας ήτο ό Φερδινάνδος, ή χώρα βρέθηκε σέ πόλεμο μέ τούς Οθωμανούς πού προσπαθούσαν νά μπούν στήν κεντρική Ευρώπη. Ή αυτοκρατορία βρέθηκε σέ ακμή επί Καρόλου Ε΄.
Στην Αυστρία έχουν βρεθεί ερείπια προϊστορικών οικισμών που χρονολογούνται από τη εποχή του σιδήρου. Το 400 π.Χ., περίπου, ιλλυρικά και κελτικά φύλα εισέβαλαν στη χώρα και δημιούργησαν την πρώτη οργανωμένη ζωή με το βασίλειο Νόρικουμ. Το 15 π.Χ. οι Ρωμαίοι εισέβαλαν στην περιοχή και προσάρτησαν στα εδάφη της στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το 166 μ.Χ. άρχισαν να εισβάλουν στην περιοχή από το βορρά διάφορες γερμανικές φυλές. Οι Αλαμάνοι άρχισαν να επιτίθενται στην περιοχή τον 3ο αι., ενώ τον 5ο αι. άρχισαν οι επιθέσεις των Ούννων. Από τα μέσα του 5ου αι. άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή Λογγοβάρδοι και Γότθοι. Τον 6ο αι. Σλάβοι και Άβαροι εισβάλουν στην περιοχή από τα νοτιοανατολικά, ενώ στα μέσα του 6ου αι. οι Βαυαροί κατακτούν την περιοχή του Τιρόλου.
Το 803 ο αυτοκράτορας των Φράγκων Καρλομάγνος καθόρισε την περιοχή ως προμαχώνα της αυτοκρατορίας του και την ονόμασε Όστμαρκ. Αργότερα πήρε την ονομασία Όσταριχτ ή Όστεραϊχ, δηλαδή ανατολικό κράτος, και στα λατινικά Αούστρια (Ανατολή). Το 955 περιήλθε στην κυριαρχία της Γερμανίας με βασιλιά τον Όθωνα Α’. Το 10ο αι. ο Όθων Β΄ την παραχώρησε στο Λεοπόλδο της Βαβεμβέργης (976-994), οι διάδοχοι του οποίου μετέφεραν την πρωτεύουσα στη Βιέννη (12ος αι.). Το 1156 έγινε δουκάτο της γερμανικής αυτοκρατορίας. Το 1278 το δουκάτο περιήλθε στη βασιλεία του Ροδόλφου Α’, που ίδρυσε τη δυναστεία των Αψβούργων στην Αυστρία, κατά τη διάρκεια της οποίας η Αυστρία γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της. Από το 1438 ως το 1806 οι αρχιδούκες της Αυστρίας έχουν τον τίτλο του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια του Μαξιμιλιανού Α’ από το 1486 ως το 1519 η αυτοκρατορία των Αψβούργων γνώρισε τη μεγαλύτερη επέκτασή της, λόγω των γάμων που σύναψαν μέλη της οικογένειας με μέλη άλλων βασιλικών οικογενειών της Ευρώπης.
Μετά τήν Ρωμαϊκή κατοχή οί Σάλιοι Φράγκοι κατέκλυσαν τό βόρειο τμήμα τής χώρας (Βέλγιο). Ακολούθησαν οί Ριπουάριοι Φράγκοι πού κατέκτησαν ολόκληρη τήν Γαλατία. Τόν Μεσαίωνα τό Βέλγιο ήτο τμήμα τού Φραγκικού Βασιλείου πού διαιρέθηκε από τόν Καρλομάγνο σέ κομητείες. Αργότερα χωρίστηκε σέ τμήμα Γαλλικό καί Γερμανικό. Τόν 14ον αιώνα οί Φλαμανδικές πόλεις επέκτησαν μεγάλο πλούτο. Τό 1384 οί δούκες τής Βουργουνδίας ενώθηκαν μέ τίς Ολλανδικές επαρχίες. Τό 1477 ό Μαξιμιλιανός τής Αυστρίας ήρθε σέ γάμο μέ τήν Μαρία τής Βουργουνδίας.
Η χώρα αρχικά κατοικήθηκε από γερμανικές και κελτικές ομάδες. Κατά την εποχή της ρωμαιοκρατίας οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να κατακτήσουν την περιοχή του Βελγίου ύστερα από σκληρές μάχες με τις κελτικές φυλές. Από το 768 ως το 814 το Βέλγιο αποτελούσε τμήμα της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου. Από το 1300 μέχρι το 1500 η Φλάνδρα ήταν το οικονομικό κέντρο της Δ. Ευρώπης. Το 1516 το Βέλγιο και η Ολλανδία περιήλθαν σε ισπανικό έλεγχο (η Ολλανδία ανεξαρτητοποιήθηκε το 1581).


Μεγάλη επίδραση στην κατοπινή εξέλιξη των Ελβετών είχε ο προσηλυτισμός τους στο χριστιανισμό. Κατά τον 7ο αι. Ιρλανδοί ιεραπόστολοι διέδωσαν τη χριστιανική πίστη και ίδρυσαν τις πρώτες εκκλησίες, πολλές από τις οποίες σώζονται ακόμη. Όταν τον 6ο αι. ο Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος) ίδρυσε την τεράστια αυτοκρατορία του, υπέταξε και την Ελβετία. Έτσι άρχισε η περίοδος της κυριαρχίας των Φράγκων, κατά την οποία σημαντική ήταν η πρόοδος στα γράμματα και τον πολιτισμό.Μετά τη διάλυση της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας (9ος αι.) το έδαφος της Ελβετίας ενσωματώθηκε στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους και χωρίστηκε σε μικρά κρατίδια που κυβερνούσαν δούκες ή επίσκοποι και αργότερα ονομάστηκαν καντόνια.Το 1276 η εκλογή του Ροδόλφου των Αψβούργων στο θρόνο της Γερμανίας ήταν μια απειλή για την ανεξαρτησία των καντονιών. Για το λόγο αυτό το 1291 τα καντόνια Ούρι, Σβιτς και Άντερβάλντεν έκαναν ένα σημαντικό σύμφωνο. Το σύμφωνο διευρύνθηκε το 1353 με τα καντόνια Λουκέρνης, Ζυρίχης, Γκλάρους, Τσουκ και Βέρνης και το 1513 με τα καντόνια Φράιμπουργκ, Σόλοτουρν, Βασιλείας, Σοφχάουζεν και Άπεντσελ.
Όπως προκείπτει από Θρύλους ό χώρος τής Δανίας κατοικήθηκε από τούς Τεύτονες, Κίμβρους, Ιούτες, Σάξονες καί Άγγλους από τόν 5ον αιώνα όπου έγινε εισβολή από τήν νότια Σουηδία. Μέ τούς αιώνες ενισχύθηκε ή εξουσία τών Δανών Πολεμάρχων (Κόνογκ). Η πρώτη καταγεγραμμένη επιδρομή των Βίκιγκς χρονολογείται το 793, όταν Νορβηγοί έκαναν επιδρομή σε ένα νησί βορειοανατολικά των ακτών της Βρετανίας. Από τότε οι Βίκιγκς ταξίδεψαν στη Βόρεια θάλασσα και τη Βαλτική ως την Κασπία θάλασσα, έφτασαν στη Ρωσία, άνοιξαν εμπορικούς δρόμους στο Βόλγα και το Δνείπερο, ίδρυσαν πόλεις όπως το Κίεβο και το Νόβγκοροντ, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη και άνοιξαν εμπορικούς δρόμους προς τις αγορές της Άπω Ανατολής.
Στη δυτική Ευρώπη επιτέθηκαν στο Αμβούργο, το Παρίσι, τη Νάντη, το Μπορντό έως ότου το 911 απέκτησαν με συνθήκη περιοχή στη βόρεια Γαλλία, η οποία ονομάστηκε Νορμανδία (η χώρα των Βορείων). Βόρεια κατέκτησαν τα νησιά της Σκοτίας, μεγάλο μέρος της ενδοχώρας και τα νησιά των Εβρίδων. Ίδρυσαν τις πρώτες πόλεις της Ιρλανδίας Δουβλίνο, Γουότερφορντ, Λίμερικ κ.ά. Πρώτοι έφτασαν στα νησιά Φερόες, στην Ισλανδία και τη Γροιλανδία. Από τη Γροιλανδία επιχείρησαν εξερευνητικές αποστολές στις ανατολικές ακτές της Βόρειας Αμερικής (νησιά Μπάφιν, Λαμπραντόρ και Νέα Γη), αλλά δεν κατάφεραν να ιδρύσουν μόνιμες αποικίες σε αυτές τις περιοχές λόγω της αντίστασης των ιθαγενών.
Μεταξύ τού 6ου καί 8ου αιώνα ακμάζουν στήν Δανία οί Βίκινγκς καί εξορμούν εναντίον τής Αγγλίας καί Γαλλίας. Μετά τόν 8ον αιώνα ή Δανία εμφανίζεται στήν Ιστορία επίσημα, μολονότι δέν αναφέρεται στό λεξικόν Σουϊδα. Οί Βίκινγκς επετέθησαν εναντίον τού Καρλομάγνου καί κατέλαβαν τήν ανατολική Αγγλία. Εκείνοι ίδρυσαν στήν Νορμανδία τό Νορμανδικό Δουκάτο (911). Τήν εποχή εκείνη αρχηγός των ήτο ό Γκόρμ ό Γέροντας. Τό 1013 ό Σβέν ό Διχαλογένειος κατέλαβε τήν Αγγλία ολόκληρη. Τό 1016 ό υιός του Κνούντ ό Μέγας κατέκτησε καί τήν Νορβηγία. Τό 1042 ελευθερώθηκε ή Αγγλία ενώ όλο τό Κράτος τής Δανίας υπέφερε τό 1090 από σιτοδεία. Τήν εποχή εκείνη αρχίζει ό εκχριστιανισμός τής Δανίας επευκαιρία τής παρακμής. Από τό 1157 έως 1204 οί Βαλντεμάρ Α΄Β΄ κατέκτησαν τήν Βαλτική, αλλά τό 1227 στήν μάχη τού Μπορνχαϊβεντ έχασαν τά εδάφη από τούς Γερμανούς. Στήν εποχή τού Βαλτεμάρ Δ΄Αττερντάγκ (1340-1375) εκατακτήθη τό νησί Γκοτλάνδη καί ή περιοχή Σκόνε. Ή Κόρη τού Βαλτεμάρ Δ΄, Βασίλισσα Μαργαρίτα κατόρθωσε τό 1397 νά ενώση τήν Δανία μέ τήν Σουηδία καί Νορβηγία μέ τήν γνωστή “ ένωση Κάλμαρ” ή οποία διατηρήθηκε ώς τό 1814. Τό 1513 μετά τίς ωμότητες τού Βασιλέα Χριστιανού Β΄τής Δανίας, οδήγησε τήν Σουϊδία νά ελευθερωθή καί νά εξελέξη Βασιλέα τόν Γουσταύο Βάζα. Στήν Δανία από τό 1523 καθιερώνεται ό λουθηρανισμός.
Η εξαφάνιση των Βίκιγκς συμπίπτει με την εμφάνιση ισχυρών κρατών στη δυτική Ευρώπη.
Οι κάτοικοι της Δανίας ανήκαν στην ίδια εθνότητα με τους Βίκιγκς της Σκανδιναβικής χερσονήσου. Η Δανία ως αυτοτελές έθνος εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 8ο αι. με τη δυναστεία Ίγκλιγκερ της Γιουτλάνδης. Οι Δανοί θαλασσοπόροι έκαναν επιδρομές μαζί με τους Σκανδιναβούς Βίκιγκς στη Βόρεια Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Αγγλία. Το 10ο αιώνα ο βασιλιάς της Δανίας Χάραλντ Μπλάτααντ ασπάστηκε τη χριστιανική θρησκεία και ολόκληρο το δανικό έθνος εκχριστιανίστηκε. Το 1013 ο βασιλιάς Σβέιν, γιος του Χάραλντ, κατέκτησε την Αγγλία. Ο γιος του Σβέιν, Κανούτος ο Μέγας, ένωσε τη Δανία, την Αγγλία και ολόκληρη σχεδόν τη Σκανδιναβική χερσόνησο στο βασίλειό του. Μετά το θάνατό του όμως ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους επίδοξους διαδόχους του, ώσπου ο Βάλντεμαρ Α’ (1157-1182) σταθεροποίησε ξανά την ηγεμονία της Δανίας στη Σκανδιναβία. Το 1282 οι ευγενείς επέβαλαν στο βασιλιά Έρικ Ε’ την αναγνώριση του «Μεγάλου Χάρτη» των δικαιωμάτων τους και την υποχρέωση να μοιραστεί την εξουσία του με το κοινοβούλιο και ένα συμβούλιο ευγενών.Το 1380 κάτω από την εξουσία του Όλαφ Β’ ενώθηκε με τη Δανία η Νορβηγία, στα εδάφη της οποίας συμπεριλαμβάνονταν η Ισλανδία και τα νησιά Φερόες. Το 1389 η μητέρα του Όλαφ Β’ Μαργαρίτα Α’, διάδοχος του θρόνου μετά το θάνατο του γιου της, κατέκτησε και το βασίλειο της Σουηδίας και άρχισαν οι προσπάθειες ένωσης των τριών βασιλείων (Δανίας, Νορβηγίας, Σουηδίας) που επιτεύχθηκε τελικά με την Ένωση του Κάλμαρ το 1397. Τη μεγαλύτερη δύναμη μέσα στην Ένωση διατήρησε η Δανία. Στις αρχές του 16ου αιώνα η Σουηδία απέκτησε την αυτονομία της και το 1523 την ανεξαρτησία της, με πρώτο βασιλιά της το Γουσταύο Α’, γεγονός που οδήγησε στη διάλυση της Ένωσης του Κάλμαρ.Το 18ο αι. η Δανία άρχισε τον αποικισμό της Γροιλανδίας την οποία είχε κατακτήσει ήδη από το 1380.
Το 432 μ.Χ. εκχριστιανίστηκε από το Βρετανό επίσκοπο άγιο Πατρίκιο, που θεωρείται ακόμα και σήμερα ο προστάτης άγιος της Ιρλανδίας, και άρχισε να αναπτύσσεται με γρήγορο ρυθμό ο πολιτισμός και η παιδεία, κυρίως στα μοναστήρια. Τον 8ο αιώνα το νησί αναστατώθηκε από τις επιδρομές των Σκανδιναβών Βίκιγκς, που τη λεηλατούσαν για δύο αιώνες, μέχρι το 1014. Κατά τη διάρκεια των δύο αυτών αιώνων, διάφορα κελτικά βασίλεια που είχαν στο μεταξύ δημιουργηθεί στην περιοχή (Μάνστερ, Λένστερ, Όλστερ κ.ά.) συγκρούονταν συνεχώς μεταξύ τους για το ποιο θα επικρατήσει. Το 1172 ο τότε βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος Β’ κατέλαβε την Ιρλανδία, μετά από ανακήρυξή του σε βασιλιά του νησιού από τον πάπα Αδριανό ΣΤ’. Μια σειρά από εξεγέρσεις των Ιρλανδών εναντίον των Άγγλων το 13o αιώνα δεν ευοδώθηκαν. Το 15o αιώνα οι εξεγέρσεις συνεχίστηκαν, ενώ από τον 16ο αιώνα, οπότε η Αγγλία αποσπάστηκε από την Εκκλησία της Ρώμης και έγινε επίσημα προτεσταντική, δημιουργήθηκε αγεφύρωτο πλέον χάσμα με τη ρωμαιοκαθολική Ιρλανδία. Το αποτέλεσμα ήταν να ενταθούν οι αγώνες εναντίον των Άγγλων κατακτητών, ενώ παράλληλα στην περιοχή του Όλστερ εγκαταστάθηκε ένας σημαντικός αριθμός Άγγλων προτεσταντών.


Τόν 5ον αιώνα μχ ή ισχύς τής δυναστείας τού Κόννωτ έφθασε στό απόγείο της στήν Ιρλανδία. Τήν εποχή αυτή ό Άγιος Πατρίκιος επήγε καί προσηλύτισε όλη τήν χώρα, μετατρεποντάς της σέ χριστιανικό κράτος. Ή άνθιση πάντως τής ιστορίας τής Ιρλανδίας έγινε τόν 7ον αιώνα. Τόν 8 αιώνα όμως εμφανίσθησαν στήν νήσον οί Νορβηγοί καί λεηλάτησαν γιά 2 αιώνες. Τελικά εγκαθίδρυσαν τό Βασίλειο τού Δουβλίνου καί τού Λίμερικ. Τόν 12ον αιώνα άρχισε ή κατάκτηση τής νήσου από Αγγλονορμανδούς Βαρώνους. Ή καταλήστευση τής Ιρλανδίας από τούς Άγγλους εντάθηκε ιδιαίτερα κατά τόν 16ον αιώνα. Ή Μαρία Τυδώρ εδίωξε τούς ντόπιους πληθυσμούς καί μετέφερε στήν νήσον Άγγλους, πολιτική τήν οποία ακολούθησε καί ή Ελισάβετ μέ τόν Ερρίκο Η΄. Ήθελαν νά ελέγχουν τήν νήσον καί νά επιβάλλουν πλήρη θρησκευτική ομοιομορφία.
Από τόν 8ον έως καί τόν 10ον αιώνα μχ ή Ισλανδία αποικίστηκε από Νορβηγούς μετανάστες καί από Σκώτους, οί οποίοι απεκατέστησαν στενούς δεσμούς μέ τήν Ιρλανδία. Τό έργο Landnamabok τού 12ου αιώνα περιγράφη 400 ονόματα αποίκων πού έφυγαν από τήν Νορβηγία επί Χάραλδ Ά Καλλίκομου, πού έχει βάλει κάτω από τόν έλεγχο ολόκληρη τήν Νορβηγία από τό 872. Τό 1000 οί κάτοικοι τής Ισλανδία έγιναν χριστιανοί καί τήν ίδια εποχή ίδρυσαν αποικία στήν Γροιλανδία καί έφθασαν έως τήν βόρειο Αμερική. Τό 1262 ή Ισλανδία ενώθηκε μέ τήν Νορβηγία καί τό 1380 ενώθηκε καί ή Δανία. Τό 1811 ή Ισλανδία ζήτησε ανεξαρτησία μέ αρχηγό τόν Σίγκουρδσον, πράγμα πού έγινε μέ τήν αναγνώρισή της από τήν Δανία τό 1918. στόν Α΄παγκόσμιο πόλεμο παρέμεινε ουδέτερη, ενώ στόν 2ον παγκόσμιο πόλεμο κατελήφθη από Αγγλικά καί Αμερικανικά στρατεύματα. Ή Ισλανδία διαμαρτυρήθηκε αλλά ποιός θά τήν άκουγε, αφού τά μέλη τών Ε.Ε. ήταν εκείνα πού άρχισαν τόν πόλεμο καί προκειμένου νά νικήσουν τήν Γερμανία καταπατούσαν κάθε δικαίωμα τών ουδετέρων χωρών. Τό 1944 οί δυνάμεις κατοχής τής Δύσεως αποχωρούν καί ό Βασιλέας Σβάϊν Μπγιέρσον επέστρεψε στήν χώρα. Τό 1949 ή Ισλανδία μπήκε στό Νάτο, αφού οί Αμερικάνοι όχι μόνο δέν απέσυραν τάς δυνάμεις των, αλλά έκαναν καί πολεμική βάση στό Κεφλάβικ τό 1951 μέ τήν δικαιολογία πώς είναι βάση τού Νάτο.
Πριν το 800 μερικοί Ιρλανδοί μοναχοί μετανάστευσαν στο νησί, όμως ο αποικισμός της Ισλανδίας αρχίζει ουσιαστικά το 861, οπότε Νορβηγοί Βίκιγκς αποίκισαν το νησί. Το 877 ο Ιγκολφούρ Αρναρσόν έχτισε τον πρώτο συνοικισμό του Ρέικιαβικ. Σταδιακά μετανάστευσαν πολλές εκατοντάδες Νορβηγών και Δανών, οι οποίοι το 930 εδραίωσαν ένα καθεστώς δημοκρατίας, θεσπίζοντας ως νομοθετικό όργανο ένα ενιαίο κοινοβούλιο, το «Άλθιγκ», που θεωρείται το πρώτο κοινοβούλιο στη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία. Παράλληλα, άρχισε ο εποικισμός της Γροιλανδίας. Γύρω στα 1000 άρχισε ο προσηλυτισμός στο χριστιανισμό. Το 1056 ιδρύθηκε η πρώτη επισκοπή στη Νότια Ισλανδία και το 1106 η δεύτερη στη Βόρεια. Το 1262 η χώρα αναγκάστηκε να αναγνωρίσει την επικυριαρχία του Χάκωνα Δ’, βασιλιά της Νορβηγίας, και το 1380 η Ισλανδία παραχωρήθηκε στη Δανία. Ο λουθηρανισμός επιβλήθηκε βίαια στην περιοχή το 1540.
Ο Άγιος Μαρίνος Ανεξάρτητο κρατίδιο, στην ιταλική χερσόνησο, που βρίσκεται στα ανατολικά της Κεντρικής Ιταλίας. Ιδρύθηκε από τον ερημίτη Μαρίνο τον 4ο αιώνα ως μοναστική πολιτεία.




Οι Αζόρες είναι τμήμα της μητροπολιτικής Πορτογαλίας και διαιρούνται σε τρεις επαρχίες: στην Πόντα Ντελγκάντα, Άγκρα ντο Εροΐσμο και Χόρτα, με ομώνυμες πρωτεύουσες. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους έχουν πορτογαλική καταγωγή.Το νησιωτικό αυτό σύμπλεγμα ήταν άγνωστο στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους. Ανακαλύφτηκε από τους Νορμανδούς και τους Άραβες, αλλά δεν αποικίστηκε. Για το Δυτικό Κόσμο ήταν ανύπαρκτο ως το 1351, οπότε για πρώτη φορά σημειώθηκε σε κάποιο χάρτη. Από τότε έγινε γνωστό στους θαλασσοπόρους, τους βασιλιάδες και τους εμπόρους. Το 1433 ο Πορτογάλος πρίγκιπας Ερρίκος ο Θαλασσοπόρος έστειλε το ναύαρχο Γκοντζάλο Καμπράλ να καταλάβει και να αποικίσει τις Αζόρες. Με την ενέργεια αυτή, ολόκληρο το αρχιπέλαγος πέρασε στην κυριαρχία των Πορτογάλων.
Βοημία. Αφού έφυγαν οί Ρωμαίοι, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή οι Σλάβοι και μια φυλή από αυτούς, οι Τσέχοι, οι οποίοι ονομάστηκαν έτσι από τον αρχηγό τους Τσεχ, επικράτησε. Ο χριστιανισμός διαδόθηκε από τους ισαποστόλους Κύριλλο και Μεθόδιο (863)· ο Μεθόδιος μάλιστα βάφτισε και τον ηγεμόνα Βοργιβόι Α΄ (873). Τον επόμενο αιώνα ο ηγεμόνας Βενσέσλαος (921929), που θεωρείται από τους σπουδαιότερους της εποχής, νικήθηκε από τους Γερμανούς και έγινε φόρου υποτελής. Ωστόσο η Βοημία παρέμεινε το πιο ισχυρό δουκάτο της εποχής. Αργότερα κατακτήθηκε από τους Πολωνούς, αλλά γρήγορα ελευθερώθηκε.Η παρακμή του βασιλείου της Γερμανίας στους επόμενους αιώνες ευνόησε τη Βοημία, της οποίας ο ηγεμόνας Ότοκαρ Α΄ στέφθηκε το 1097 κληρονομικός βασιλιάς. Η δυναστεία του Λουξεμβούργου, που κυβέρνησε τη Βοημία από το 13101437, έφερε το γερμανικό στοιχείο στη χώρα και προκάλεσε αντιθέσεις με τους ντόπιους εθνικιστές. Η αντίθεση εκδηλώθηκε και με θρησκευτικούς πολέμους που προκλήθηκαν από θρησκευτικούς μεταρρυθμιστές, όπως οι Ουίκλερ και Ιωάννης Ούσιος (Χους). Οι επόμενοι αιώνες ήταν εποχή θρησκευτικών ερίδων.
Στη διάρκεια του 10ου και του 11ου αιώνα η Βουλγαρία αποτελούσε το κέντρο του σλαβικού πολιτισμού. Αργότερα η κατάκτηση της χώρας από τους Βυζαντινούς οδήγησε στην εισαγωγή πολιτισμικών στοιχείων του βυζαντινού πολιτισμού, ενώ στη συνέχεια δέχτηκε πολιτιστικά στοιχεία ελληνικά, τουρκικά (εξαιτίας της τουρκικής κατάκτησης του 14ου αι.), ρωσικά (την περίοδο του κομουνιστικού καθεστώτος) αλλά και στοιχεία της Δυτικής Ευρώπης (κυρίως μετά την κατάρρευση του κομουνισμού).
Οι Βούλγαροι είναι τουρκομογγολικής καταγωγής. Εμφανίστηκαν αρχικά στη περιοχή γύρω από Βόλγα ποταμό και στα μέσα του 7ου αιώνα πέρασαν το Δούναβη και έφτασαν στη Μοισία, ανάμεσα στον ποταμό Δούναβη, την οροσειρά του Αίμου (Βαλκάνια όρη) και τον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη θάλασσα), που τότε ήταν επαρχία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες επέτρεψαν στους Βουλγάρους να εγκατασταθούν στην περιοχή αυτή. Με την πάροδο του χρόνου οι Βούλγαροι αναμείχθηκαν με Έλληνες και Σλάβους, πήραν από αυτούς γλωσσικά στοιχεία, ήθη, έθιμα κ.ά., εκχριστιανίστηκαν και ίδρυσαν δικό τους κράτος.
Οι Βούλγαροι σύντομα επιχείρησαν να επεκτείνουν το κράτος τους με επιδρομές και μακροχρόνιους πολέμους με το Βυζάντιο. Το 10ο αι. ο τσάρος τους Σαμουήλ επανίδρυσε το ισχυρό βουλγαρικό κράτος, το οποίο το 1396 υπέταξαν οι Τούρκοι.




Κορσική.Μετά την κατάλυση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Κορσική υπέφερε από επιδρομές Βανδάλων (8ος και 7ος αι.) και Αράβων (9ος-11ος αι.). Όταν οι τελευταίοι διώχτηκαν οριστικά από το νησί, ο πάπας εμπιστεύτηκε την προστασία και τη διοίκησή του στους Πισάτες (11ος αι.). Οι τελευταίοι λίγο αργότερα διώχτηκαν από τους Γενουάτες.
Λευκορωσία. Την περίοδο του μεσαίωνα στην περιοχή σχηματίστηκαν αρχικά τα πριγκιπάτα Σμολένσκ, Τουρόφ και Πολότσκ. Όταν το 13ο αι. οι Τάταροι εισέβαλαν στη Ρωσία, οι κάτοικοι της σημερινής περιοχής της Λευκορωσίας πρόβαλαν σκληρή άμυνα και παρέμειναν από τους λίγους που δεν πλήρωναν φόρο υποτέλειας. Η απομόνωσή της όμως την έκανε εύκολη λεία στους Λιθουανούς, οι οποίοι το 14ο αι. την κυρίεψαν. Με το γάμο του δούκα των Λιθουανών Γιαγκελόν και της βασίλισσας Γιαντβίγκα της Πολωνίας (1386) η Λευκορωσία έγινε τμήμα της Πολωνίας.
Οι Λιθουανοί, βαλτική φυλή, εγκαταστάθηκαν οριστικά στην περιοχή του ποταμού Νέμαν κατά τον 11ο αι. Το 13ο αι. δημιουργήθηκε το βασίλειο της Λιθουανίας και πολέμησε ενάντια στους Τεύτονες ιππότες, οι οποίοι προσπαθούσαν να κατακτήσουν τη χώρα, με την πρόφαση της διάδοσης του χριστιανισμού. Το 1386 η Λιθουανία ενώθηκε με την Πολωνία, όταν ο Λιθουανός δούκας Γιαγκελόν παντρεύτηκε την κληρονόμο του πολωνικού θρόνου και αναγορεύτηκε βασιλιάς με το όνομα Λαδίσλαος Β’. Η ένωση έγινε ακόμα πιο στενή κατά το 15ο και το 16ο αι. και ευνόησε τον ολοκληρωτικό προσηλυτισμό των Λιθουανών στο ρωμαιοκαθολικισμό.
Λουξεμβούργο.Τον 9ο αι. προσαρτήθηκε στο βασίλειο της Λοθαριγγίας (Λορένης) και το 963 έγινε κομητεία. Το 1354 έγινε δουκάτο. Υπαγόταν κατά διαστήματα στους Βουργουνδούς, τους Γάλλους, τους Ισπανούς και τελικά στους Ολλανδούς.
Μασσαλία. Το 1252 καταλήφθηκε από τον Κάρολο Α’ της Ανδεγαυίας. Την εποχή των Σταυροφοριών η πόλη ανέπτυξε εμπορικές σχέσεις με τους λαούς της Ανατολής, γεγονός που έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξή της. Το 1481 η Μασσαλία έγινε –μαζί με όλη την Προβηγκία– γαλλική. Μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ και την κατοχή της Αλγερίας, η Μασσαλία γνώρισε νέα περίοδο ακμής.
Η Μολδαβία κατοικήθηκε αρχικά από τους Γέτες και τους Δάκες και αργότερα από τους Τατάρους, που την κατέκτησαν και κατόρθωσαν να την κρατήσουν στην εξουσία τους ως το 14ο αι. Αυτοί εκδιώχθηκαν από τους Ρουμάνους με τη βοήθεια των Ούγγρων, αλλά οι ίδιοι οι Ρουμάνοι υποτάχτηκαν στους τελευταίους. Ο βοεβόδας Μπογδάν πέτυχε να την ελευθερώσει και να την ονομάσει Μπογδανία. Οι πόλεμοι όμως με τους Ούγγρους και τους Τούρκους δε σταμάτησαν, μέχρι που η Μολδαβία αναγνώρισε την επικυριαρχία της Πολωνίας. Η σύγχρονη Μολδαβία καλύπτει το ανατολικό τμήμα του άλλοτε πριγκιπάτου της Μολδαβίας, το οποίο άκμασε επί 500 χρόνια περίπου (από το 1359).
Το πριγκιπάτο τού Μονακό τέθηκε από το 1297 υπό την προστασία της γενουατικής οικογένειας των Γκριμάλντι. Το 16ο αι. αναγκάστηκε να δεχτεί την προστασία της Ισπανίας και από το 1641 τέθηκε υπό γαλλική προστασία.
Νορβηγία. Στα πρώτα χρόνια της χριστιανικής εποχής στο βόρειο τμήμα της χώρας κατοικούσαν οι Λάπωνες και το υπόλοιπο της Νορβηγίας βρισκόταν στα χέρια των Νορβηγών. Στα τέλη του 8ου αι. οι Νορβηγοί αυτοί στράφηκαν στη θάλασσα, την μόνη διέξοδο από την απομόνωση στην οποία έζησαν τόσο καιρό. Σκληροτράχηλοι πολεμιστές, σε πρωτόγονο στάδιο ευρισκόμενοι, ξεκίνησαν από τις χώρες τους και εφόρμησαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Είναι οι περίφημοι Βίκινγκς.
Αυτές οι εξορμήσεις των Βίκινγκς έφεραν σημαντικές αλλαγές στη ζωή των Νορβηγών. Άρχισαν να εγκαθίστανται στην Ιρλανδία, την Βρετανία, την Ισλανδία. Το 985 ο Έρικ ο Ερυθρός έφτασε στη Γροιλανδία και πολλοί μελετητές ισχυρίζονται πως ο γιος του, ο Λιφ Έρικσον, οδήγησε τους Βίκινγκς μέχρι την Αμερική, ισχυρισμός που φαίνεται να έχει μεγάλη δόση αλήθειας. Ακολουθώντας άλλες διευθύνσεις, άλλοι Βίκινγκς έφτασαν στη Ρωσία και αποτέλεσαν μια βασική συνιστώσα του μελλοντικού ρωσικού κράτους, ενώ άλλοι ακόμα έφτασαν στη Μεσόγειο και τη Σικελία και συγκρούστηκαν με τους Βυζαντινούς. Είναι οι Νορμανδοί των Βυζαντινών ιστορικών.
Στο τέλος του 9ου αι. γίνεται η πρώτη απόπειρα για μια μορφή πολιτικής ένωσης των Νορβηγών της μητέρας πατρίδας με τη δυναστεία των Ίγκλινερ και το βασιλιά Χάρολντ Α’ τον Καλλίκομο. Με το θάνατό του όμως (940) το βασίλειό του μοιράζεται στους διαδόχους του. Ακολουθεί μια ταραγμένη περίοδος γεμάτη από εσωτερικές συγκρούσεις για την ηγεμονία. Μια γενική ανασυγκρότηση σημειώνεται στις αρχές του 11ου αι., όταν ο βασιλιάς Όλαφ Β' Χάραλντσον (1016-1030, γνωστός και ως Άγιος Όλαφ) ολοκληρώνει τον εκχριστιανισμό των κατοίκων, αφού πρώτα είχε καταφέρει να ενώσει υπό το σκήπτρο του όλη τη χώρα.
Οι δύο επόμενοι αιώνες (11ος-12ος) σημαδεύουν τη σταδιακή δημιουργία του νορβηγικού έθνους, μέσα από διαδοχικούς εμφύλιους (κυρίως δυναστικούς) πολέμους ή πολέμους κατά γειτονικών λαών. Αναδύονται σημαντικές προσωπικότητες βασιλέων που προχώρησαν τη διαδικασία αυτή, αν και οι συνεχείς πόλεμοι εξάντλησαν κατά περιόδους τη χώρα. Το εμπόριο αντιπροσώπευε την σημαντικότερη πηγή πλούτου για τη χώρα και στο τέλος του 13ου αι. ο Μάγκνους ΣΤ' ο Νομοθέτης δίνει σημαντική ώθηση στην οικονομία, με τη μεταρρυθμιστική του νομοθεσία και την αλλαγή στη διοίκηση. Δημιουργούνται τα πρώτα σημαντικά εμπορικά κέντρα. Το απόγειο της ακμής της Νορβηγίας σημειώνεται στη διάρκεια της βασιλείας του Χάκωνα Ε’ (1270-1319), που συνέτριψε την ισχύ των γαιοκτημόνων. Όμως αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της αριστοκρατίας και τη μετατροπή της χώρας σε έθνος αγροτών, τη στιγμή που οι εμπορικές δραστηριότητες πέρασαν στα χέρια της Χανσεατικής Ένωσης. Μετά από μια περίοδο αδύναμων μοναρχών η Νορβηγία τίθεται υπό το σκήπτρο του Ερρίκου της Πομερανίας και με την ένωση του Κάλμαρ (1397) η Νορβηγία αποτέλεσε ενιαίο κράτος με τη Δανία και τη Σουηδία.
Νορμανδία.Την περιοχή κατέλαβαν τον 5ο αι. οι Φράγκοι και την ενέταξαν στο βασίλειο της Νευστρίας. Από τον 8ο αι. άρχισε να δέχεται τις συχνές επιδρομές των Βίκιγκς, που προκαλούσαν μεγάλες καταστροφές. Στις αρχές του 10ου αι. ο αρχηγός των Βίκιγκς Ρολόν ανάγκασε το βασιλιά της Γαλλίας Κάρολο Γ’ να του παραχωρήσει μια έκταση γύρω από τη Ρουέν, που την ονόμασε «Δουκάτο της Ρουέν», και πήρε τον τίτλο του δούκα της Νορμανδίας.
Μετά την κατάκτηση της Αγγλίας (1066) από το Γουλιέλμο δούκα της Νορμανδίας, γνωστό ως Γουλιέλμος ο Κατακτητής, η Νορμανδία ενώθηκε με την Αγγλία και απέκτησε σπουδαία στρατιωτική δύναμη. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μεγάλες ανησυχίες στη γαλλική αυλή και σοβαρά σχέδια για την κατάκτησή της. Τελικά η περιοχή κατακτήθηκε το 1204 από το βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο Β' και ενσωματώθηκε στο γαλλικό κράτος.Υπό την κυριαρχία των Γάλλων απέκτησε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη, η οποία όμως ανακόπηκε την περίοδο του εκατονταετούς πολέμου, στη διάρκεια του οποίου ολόκληρη η Νορμανδία είχε καταληφθεί από τους Άγγλους. Την επανακατέκτησαν οι Γάλλοι το 1450.
Οί Νορμανδοί, λαοί του Βορρά, όπως δηλώνει και η λέξη (North-Βορράς), οι οποίοι στα χρόνια του μεσαίωνα κατοικούσαν στις σκανδιναβικές χώρες και από τον 8ο αι. εξαπλώθηκαν στις δυτικές και νότιες περιοχές της Ευρώπης. Αποτελούσαν κλάδο των Βίκιγκς. Η εξάπλωσή τους οφειλόταν σε πολιτικούς, κλιματολογικούς και υπερπληθυσμιακούς λόγους και αρχική επιδίωξή τους ήταν οι λαφυραγωγήσεις πλούσιων πόλεων και το εμπόριο. Αργότερα άρχισαν να δημιουργούν εγκαταστάσεις σε διάφορες περιοχές και να σταθεροποιούνται εκεί.
Στην αρχή ίδρυσαν αποικίες στα βαλτικά παράλια. Μια ομάδα τους, γνωστοί ως Βάραγγοι, έφτασε στις ρωσικές περιοχές της Κασπίας και της Μαύρης θάλασσας (8ος αι.). Οι Νορμανδοί αυτοί, που είναι γνωστοί για τις πολλές επιδρομές τους εναντίον του βυζαντινού κράτους (9ος και 10ος αι.), εκσλαβίστηκαν, ενώ με τη σειρά τους έδωσαν την πρώτη βασιλική δυναστεία των Ρώσων. Οι υπόλοιποι Νορμανδοί έκαναν επιδρομές στην Ιρλανδία (τέλη του 8ου αι.) και στις ιρλανδικές και αγγλικές ακτές (787 και 791). Η Γροιλανδία ήταν γνωστή στους Νορμανδούς από το 870, αλλά η πρώτη αποικία ιδρύθηκε το 985 από τον ηγεμόνα τους Έρικ τον Ερυθρό. Το 840 οι Νορμανδοί, αφού έπλευσαν το Σηκουάνα από τις εκβολές του, προχώρησαν στο εσωτερικό της Γαλλίας κάνοντας άγριες λεηλασίες και απειλώντας το φραγκικό κράτος των Καρολιδών. Τελικά εγκαταστάθηκαν το 911 στην περιοχή της Νευστρίας και ίδρυσαν το δουκάτο της Νορμανδίας, ονομασία που παραμένει και στη σύγχρονη εποχή. Το 1066 ο δούκας της Νορμανδίας Γουλιέλμος ο Κατακτητής κατέκτησε την Αγγλία.
Στις αρχές του 11ου αιώνα οι Νορμανδοί, από τη Νορμανδία της Γαλλίας, έκαναν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους στην Ιταλία ως μισθοφόροι στην υπηρεσία Λομβαρδών μικρών ηγεμόνων ή στο βυζαντινό στρατό. Σιγά σιγά αυξήθηκαν σε αριθμό και άρχισαν να ενεργούν για δικό τους λογαριασμό.Την περίοδο αυτή οι Βυζαντινοί ήταν απασχολημένοι στην Ανατολή με τους Σελτζούκους και δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το νέο κίνδυνο στη Δύση. Έτσι οι Νορμανδοί, με ηγέτη τον ικανότατο Ροβέρτο Γυϊσκάρδο, κυριάρχησαν στη Νότια Ιταλία και το 1071, μετά από πολιορκία τριών μηνών, κατέλαβαν το Μπάρι, τελευταία κτήση του Βυζαντίου στην Ιταλία. Παράλληλα ο αδερφός του Γυϊσκάρδου, ο Ρογήρος, πέρασε στη Σικελία, μετά από πρόσκληση των ίδιων των αρχηγών αντιμαχόμενων παρατάξεων των Σαρακηνών, και ως το 1091 κατέλαβε όλο το νησί, διώχνοντας τους Άραβες.Οι φιλοδοξίες των Νορμανδών δε σταμάτησαν εκεί. Έχοντας, ύστερα από τόσες επιτυχίες, υπερβολική εμπιστοσύνη στη δύναμή τους, οραματίστηκαν την υποταγή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και πραγματοποίησαν μια σειρά από εκστρατείες για να επιτύχουν αυτό το σκοπό.Η πρώτη επιδρομή των Νορμανδών στην Ανατολή έγινε το 1081. Με ηγέτη το Ροβέρτο Γυϊσκάρδο πέρασαν την Αδριατική και κατέλαβαν την Κέρκυρα, το Δυρράχιο, την Αυλώνα, τα Ιωάννινα και άλλες πόλεις. Για να τους αντιμετωπίσει ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός ζήτησε τη βοήθεια των Βενετών, που θίγονταν και αυτοί από τη νορμανδική παρουσία στην Αδριατική, και τους παραχώρησε πολλά εμπορικά προνόμια. Τελικά οι Νορμανδοί ηττήθηκαν στη θάλασσα από το βυζαντινό και τον ενετικό στόλο, ενώ μια επιδρομή του γιου του Γυϊσκάρδου Βοημούνδου στη Λάρισα αντιμετωπίστηκε με επιτυχία από το βυζαντινό στρατό. Στη συνέχεια οι Νορμανδοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις που είχαν καταλάβει και να γυρίσουν στη Σικελία. Κατά την επιστροφή πέθανε ο Ροβέρτος Γυϊσκάρδος. Στα 1130 ο ηγέτης των Νορμανδών Ρογήρος συνένωσε τις νορμανδικές κτήσεις και στέφθηκε στο Παλέρμο βασιλιάς ως Ρογήρος Α’. Η Σικελία και η Νότια Ιταλία συναποτέλεσαν έτσι νορμανδικό βασίλειο με πρωτεύουσα το Παλέρμο.Ο Ρογήρος Α’ πραγματοποίησε δεύτερη επιδρομή στα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το 1147 κατέλαβε αιφνιδιαστικά την Κέρκυρα και στη συνέχεια λεηλάτησε την Κόρινθο και τη Θήβα. Από τις πόλεις αυτές πήρε τους μεταξουργούς και τους μετέφερε στο Παλέρμο. Έτσι διαδόθηκε η μεταξουργία στη Σικελία. Τους Νορμανδούς αντιμετώπισε με επιτυχία ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός, που ανακατέλαβε, μετά από πολιορκία, την Κέρκυρα. Ο Ρογήρος πέθανε το 1154 και τον διαδέχτηκε ο Γουλιέλμος Α’.Ο Μανουήλ θέλησε να μεταφέρει τον πόλεμο σε νορμανδικά εδάφη, ελπίζοντας να αποκαταστήσει και τη βυζαντινή κυριαρχία στη Δύση. Έτσι βυζαντινός στρατός έφτασε στη Νότια Ιταλία και στην αρχή είχε ορισμένες επιτυχίες. Κατέλαβε μάλιστα και το Μπάρι. Όμως οι Νορμανδοί πέτυχαν μεγάλη νίκη κατά των Βυζαντινών το 1156 κοντά στο Μπρίντιζι. Τότε ανακατέλαβαν και κατέστρεψαν το Μπάρι. Ο Μανουήλ αναγκάστηκε να υπογράψει το 1158 ειρήνη και το γεγονός αυτό σημείωσε το τέλος της πολιτικής και στρατιωτικής παρουσίας του Βυζαντίου στη Δύση.Το 1185 οι Νορμανδοί, με το Γουλιέλμο Β’, πέρασαν για μια ακόμη φορά την Αδριατική και κατέλαβαν το Δυρράχιο. Στη συνέχεια προχώρησαν στη Μακεδονία, έφτασαν στη Θεσσαλονίκη και πολιόρκησαν την πόλη από στεριά και από θάλασσα. Παρά την ηρωική αντίσταση των κατοίκων της, που είχαν 7.000 νεκρούς, κατέλαβαν τελικά την πόλη τον Αύγουστο του 1185 και τη λεηλάτησαν. Βάδισαν μετά προς την Κωνσταντινούπολη, αλλά νικήθηκαν κοντά στις Σέρρες από το Βυζαντινό στρατηγό Αλέξιο Βρανά και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω στη Σικελία.Μετά το θάνατο του Γουλιέλμου Β’ το νορμανδικό βασίλειο έπαψε να υπάρχει, καθώς πέρασε στην κυριαρχία του Γερμανού αυτοκράτορα Ερρίκου ΣΤ’.
Ουγγαρία. Άβαροι, Σλάβοι κυριάρχησαν για κάποιες περιόδους, αλλά κανείς απ’ αυτούς τους λαούς δεν εγκαταστάθηκε οριστικά στη χώρα, μέχρι την άφιξη των Μαγυάρων ή Ούγγρων.
Οι Ούγγροι ανήκουν στη φινoουγγρική οικογένεια και η κοιτίδα τους βρισκόταν στην περιοχή των Ουραλίων, ίσως και πιο ανατολικά. Από εκεί, υπό την πίεση των Χαζάρων, μετακινήθηκαν προς τα δυτικά και στο τέλος του 9ου αι. (896) εγκαταστάθηκαν στην παννονική πεδιάδα. Ήταν χωρισμένοι σε φυλές, από τις οποίες επικρατέστερη ήταν η φυλή των Μαγυάρων, που αποτελούσαν τη στρατιωτική αριστοκρατία του πληθυσμού και έδωσαν το όνομά τους σε ολόκληρο τον λαό. Αρχηγός των Ούγγρων ήταν ο Αρπάντ, πρόσωπο που βρίσκεται μεταξύ μύθου και ιστορίας. Οι Ούγγροι ήξεραν μόνο να πολεμούν και αυτό έκαναν ξεκινώντας τις επιδρομές τους εναντίον των γειτονικών χωρών, κυρίως των πλούσιων, για να καρπωθούν τα πλούτη τους. Το 955 όμως, ο Όθων Α’, αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τους συνέτριψε στον ποταμό Λεχ, σταματώντας την κατακτητική ορμή τους. Μετά τη συντριβή τους αναθεώρησαν τη στάση τους και σταμάτησαν τις επιδρομές. Ήρθαν σε στενότερες σχέσεις με τους πιο εξελιγμένους γείτονές τους και άρχισαν να μιμούνται την κοινωνική οργάνωσή τους. Αυτή η εξελικτική διαδικασία ξεκίνησε την εποχή του Γκέζα (972-997). Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός επηρέασε την Ουγγαρία και ο λαός, μιμούμενος τον ηγέτη τους, προσχώρησε στο χριστιανισμό. Ο γιος του Γκέζα Στέφανος ο Άγιος (997-1038) ολοκλήρωσε τον εκχριστιανισμό της Ουγγαρίας και ίδρυσε εκκλησίες, μοναστήρια και επισκοπές. Οι Ούγγροι βρέθηκαν στην πνευματική δικαιοδοσία του πάπα της Ρώμης Σίλβεστρου Β', που σε αντάλλαγμα πρόσφερε στο Στέφανο το βασιλικό στέμμα (1000). Έτσι ο Στέφανος ίδρυσε τη δυναστεία των Αρπάντ.
Το σύστημα της Ουγγαρίας την περίοδο αυτή είναι φεουδαρχικό. Οι βασιλείς στηρίζονταν σε μια τάξη μεγαλογαιοκτημόνων-στρατιωτικών και οι υπόλοιπες τάξεις δεν είχαν ουσιαστικά δικαιώματα. Σημαντική υπήρξε η βασιλεία του Λαδίσλαου Α' (1077-1095), που συμμαχώντας με τον πάπα ισχυροποιήθηκε πάρα πολύ και με συνεχείς επεκτατικούς πολέμους κατέκτησε την Κροατία, τη Βοσνία, τη Τρανσιλβανία και τη Σλαβονία.
Στα μέσα του 12ου αι. ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός (1143-1180), μέσω του γάμου του με μια πριγκίπισσα της βασιλικής οικογένειας, έλεγχε το θρόνο της Ουγγαρίας και για να δημιουργήσει αντίβαρο στην κεντρική εξουσία παραχώρησε μεγάλες εκτάσεις γης, που ανήκαν στον θρόνο, σε εκπροσώπους της τοπικής αριστοκρατίας. Μετά το θάνατο του Μανουήλ η προηγούμενη δυναστεία επανήλθε στην εξουσία και προσπάθησε να ξαναπάρει τα εδάφη αυτά. Όμως οι άρχοντες που είχαν επωφεληθεί από την προηγούμενη κατάσταση δε δέχονταν να εκχωρήσουν τα προνόμιά τους και μεταξύ θρόνου και ενός μεγάλου τμήματος των αριστοκρατών δημιουργήθηκε αντιπαράθεση. Την εποχή αυτή οι φυγόκεντρες τάσεις στο βασίλειο είναι μεγάλες και ο βασιλιάς, εκπρόσωπος της κεντρικής εξουσίας, αδυνατεί να επιβάλει τη θέση του.
Όμως και στα λαϊκά στρώματα, εξαιτίας των συνεχών πολέμων που εξάντλησαν τον πληθυσμό, η έντονη δυσαρέσκεια κατά της μοναρχίας μεγάλωσε. Το 1222 ο βασιλιάς Ανδρέας Β' αναγκάστηκε να υπογράψει Χρυσόβουλο (που ονομάζεται και ουγγρική Μάγκνα Χάρτα), με το οποίο παραχωρούσε σημαντικά πολιτικά προνόμια στους ευγενείς, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τις ρίζες της αντιπαράθεσης. Η τρομερή επιδρομή των Μογγόλων, το 1241, είχε ως αποτέλεσμα φοβερές καταστροφές, φέρνοντας σε ακόμα πιο δύσκολη θέση τη δυναστεία.
Οι τελευταίοι βασιλιάδες της δυναστείας των Αρπάντ αποδείχτηκαν ανεπαρκείς και με το θάνατο του Ανδρέα Γ' (1301), τελευταίου εκπροσώπου της, οι ευγενείς βρήκαν την ευκαιρία να ανατρέψουν τη δυναστεία. Η Ουγγαρία περιήλθε σε καθεστώς αναρχίας και οι συγκρούσεις μεταξύ των αντιμαχόμενων παρατάξεων γενικεύτηκαν. Οι πόλεμοι για το στέμμα έληξαν το 1307 με ωφελημένο το Γάλλο Κάρολο Ροβέρτο τον Ανδεγαυικό, τον πρώτο βασιλιά της ανδεγαυικής δυναστείας με το όνομα Κάρολος Α’. Ο Κάρολος επανέφερε την τάξη στο βασίλειο και περιόρισε την ασυδοσία των ευγενών, κατάφερε να επεκτείνει το κράτος του στη Σερβία, ενώ χρησιμοποιώντας το γάμο των παιδιών του ως διπλωματικό μέσο κατάφερε να κερδίσει το θρόνο της Πολωνίας. Ο γιος του Λουδοβίκος, ο επονομαζόμενος Μέγας, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους βασιλείς της εποχής του, αλλά τόσο ο ίδιος όσο και οι διάδοχοί του ήρθαν αντιμέτωποι τους Οθωμανούς.
Ο οθωμανικός κίνδυνος που εμφανίστηκε στις αρχές του 15ου αι. γινόταν όλο και μεγαλύτερος. Ο γαμπρός του Λουδοβίκου Σιγισμούνδος οργάνωσε μια σταυροφορία, αλλά ηττήθηκε το 1397 και η προσπάθειά του εξανεμίστηκε αμέσως μετά. Στο εσωτερικό της Ουγγαρίας η κατάσταση χειροτέρευε, οι Βενετοί εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και νίκησαν τους Ούγγρους αποσπώντας σημαντικά εδάφη του βασιλείου στην Αδριατική. Οι Τούρκοι προωθούνταν σταθερά από τα νότια και το κράτος σώθηκε χάρη στο Ιωάννη Ουνιάδη, στρατηγό και εθνικό ήρωα της Ουγγαρίας, που νίκησε τους Τούρκους σε πολλές και σημαντικές μάχες. Μάλιστα, το 1456 συνέτριψε τους Τούρκους έξω από το Βελιγράδι και η νίκη αυτή μετέτρεψε το όνομά του σε θρύλο. Το 1458 η ουγγρική αριστοκρατία παρέδωσε το στέμμα στο γιο του Ουνυάδη Ματθία, που φαινόταν το μοναδικό ικανό πρόσωπο να αντιμετωπίσει τους Τούρκους.
Ο Ματθίας βασίλεψε μέχρι το 1490 και υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος βασιλιάς της Ουγγαρίας. Επανέφερε τη χώρα στη θέση που κατείχε επί Λουδοβίκου του Μεγάλου, αλλά μετά το θάνατό του η Ουγγαρία εισήλθε και πάλι σε εποχή εμφύλιων συγκρούσεων και ταραχών. Μια μεγάλη εξέγερση των χωρικών το 1514 καταπνίγηκε στο αίμα από τον Ιωάννη Ζαπόλια, τη στιγμή που τοπικοί φεουδάρχες προσπαθούσαν να αποσπαστούν από τον κεντρικό έλεγχο.
Η Ουκρανία από τον 3ο μ.Χ. αι. και μετά δέχτηκε αλλεπάλληλες επιθέσεις από Γότθους, Σλάβους και άλλους βαρβαρικούς λαούς. Τον 9ο αι. οι Σλάβοι ίδρυσαν στην περιοχή της Ουκρανίας το κράτος του Κιέβου και δέχτηκαν το χριστιανισμό. Κατά το 13ο και 14ο αι. η Ουκρανία δοκιμάστηκε σκληρά από τις επιδρομές των Τατάρων, οι οποίοι για ένα διάστημα την κυρίεψαν (1240). Αργότερα η Λιθουανία κυρίεψε την περιοχή της Βολινίας και του Κιέβου, και η Πολωνία την κυρίως Ουκρανία. Πολλοί χωρικοί για να αποφύγουν τη δουλοπαροικία μετανάστευσαν στην περιοχή του Κάτω Δνείπερου και έγιναν νομάδες και συγχρόνως στρατιώτες που πολεμούσαν τους Τατάρους και τους Τούρκους.
Στο χώρο, περίπου, της σημερινής Πολωνίας σημειώνονταν από τα πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια εισβολές διάφορων λαών. Από τα τέλη του 5ου αι. και τις αρχές του 6ου σλαβικά κυρίως φύλα εγκαταστάθηκαν στα βαθύπεδα του Βιστούλα και του Όντερ και δημιούργησαν τις πρώτες οργανωμένες κοινωνίες. Από τον 9ο αι. σχηματίστηκε μια μορφή κράτους, που οριστικοποιήθηκε όμως μόνο στις τελευταίες δεκαετίες του 10ου αι., υπό την ηγεμονία του Μιέσκο Α’, που έγινε ιδρυτής της δυναστείας των Πιάστ.
Στα χρόνια της βασιλείας του Μιέσκο (960-992) το πολωνικό κράτος επεκτάθηκε στη Σιλεσία και στην Πομερανία και οι κάτοικοι εκχριστιανίστηκαν. Ο γιος και διάδοχός του Βολέσλαος Α’ ο Ανδρείος (992-1025) κατάφερε να του αναγνωριστεί ο τίτλος του βασιλιά από τον αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και επέκτεινε την κυριαρχία του. Με τους συνεχείς πολέμους όμως και κυρίως τις καταπιεστικές επιδρομές των Τευτόνων Ιπποτών, το κράτος εξασθένησε και βαθμιαία χωρίστηκε σε μικρά δουκάτα. Το 1333 ο Καζιμίρ Γ’ ο Μέγας (1333-1370), από τη δυναστεία των Πιάστ, κατάφερε να ενώσει και πάλι το κράτος, να το επεκτείνει και να δημιουργήσει στους Πολωνούς το αίσθημα της εθνικής συνείδησης. Σε αυτόν οφείλεται και η ίδρυση του πανεπιστημίου της Κρακοβίας (1364). Τον Καζιμίρ διαδέχτηκε στο θρόνο ο Λουδοβίκος Α' ο Μέγας και αυτόν η κόρη του Εδβίγη, η οποία μετά το γάμο της με τον ηγεμόνα των Λιθουανών Λαδίσλαο Γιγκέλο πέτυχε την ένωση του πολωνικού με το λιθουανικό βασίλειο. Ο Λαδίσλαος Β', όπως ονομάστηκε ως βασιλιάς της Πολωνίας, κατατρόπωσε το 1410 τους Τεύτονες Ιππότες και επέκτεινε το κράτος του προς τα ανατολικά.
Μετά το θάνατο του Λαδίσλαου ακολούθησαν δύο σχεδόν αιώνες στους οποίους οι Πολωνοί αντιμετώπισαν συνεχείς πιέσεις από μέρους των Τούρκων, των Πρώσων και των Ρώσων και το κράτος τους συρρικνώθηκε κατά πολύ.
Πορτογαλία.Τον 5ο αι. μ.Χ. κυρίεψαν τη χώρα οι Σουηβοί και στη συνέχεια οι Βησιγότθοι. Στις αρχές του 8ου αι. οι Άραβες κατέλαβαν την περιοχή μαζί με την υπόλοιπη Ιβηρική χερσόνησο. Το 10ο αι. ο βασιλιάς των Αστουριών (Ισπανίας) Αλφόνσος Γ΄ και τον 11ο αι. ο Φερδινάνδος Α’ της Καστίλης απελευθέρωσαν διαδοχικά τις περιοχές Πόρτο, Ντούρο και Μοντέγκο. Η περιοχή του Πόρτο ονομάστηκε κομητεία της Πορτογαλίας και παραχωρήθηκε στον Ερρίκο της Βουργουνδίας, που κατόρθωσε να απαλλαγεί από την κηδεμονία της Καστίλης νικώντας τα στρατεύματά της το 1128. Τέλος, το 1139 η Πορτογαλία έγινε ανεξάρτητο βασίλειο με πρώτο βασιλιά τον Αλφόνσο Α’, διάδοχο του Ερρίκου της Βουργουνδίας, και πρωτεύουσα την Κοΐμπρα. Παράλληλα συνεχίστηκε ο πόλεμος κατά των μουσουλμάνων και το 13ο αι. η Πορτογαλία είχε πάρει περίπου τη σημερινή της έκταση. Η δυναστεία των Βουργουνδών τερματίστηκε το 1383 με το θάνατο του Φερδινάνδου Α’ και το γεγονός αυτό έδωσε αφορμή στο βασιλιά της Καστίλης να επιδιώξει την κατάληψη του θρόνου της χώρας. Στα σχέδιά του όμως αντέδρασαν οι αστοί της Λισαβόνας, οι οποίοι σε συνεργασία με τους ιππότες ανακήρυξαν βασιλιά το μεγάλο μάγιστρο του πολεμικού τάγματος των Αβίς, Ιωάννη, ο οποίος ήταν ετεροθαλής αδελφός του Φερδινάνδου. Με τον Ιωάννη Α’ (1385-1433) άρχισε η δυναστεία των Αβίς, η Πορτογαλία γνώρισε μεγάλη ακμή και έγινε η πρώτη ναυτική δύναμη του κόσμου κατά το 15ο και το 16ο αι. Ο Ιωάννης έδωσε όλο το βάρος στην αύξηση του ναυτικού του και στην ενθάρρυνση των εξερευνητικών αποστολών. Με τη βοήθεια της αστικής τάξης, που οργάνωσε το εμπόριο στις αποικίες, η οικονομία της χώρας αναπτύχθηκε σημαντικά. Ο γιος του Ιωάννη, πρίγκιπας Ερρίκος ο θαλασσοπόρος, οργάνωσε καλύτερα το ναυτικό της Πορτογαλίας και διεύθυνε από το Σάγκρες την εξερευνητική εξόρμηση. Μετά την κατάκτηση της Θέουτα, της Μαδέρας και των Αζορών, ο Μπαρτολομέο Ντιάζ παρέκαμψε το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας (1487) και βγήκε στον Ινδικό ωκεανό. Το 1498 ο Βάσκο ντα Γκάμα έφτασε στις Ινδίες και λίγο αργότερα ως την Άπω Ανατολή, ενώ το 1500 ο Πέντρο Καμπράλ αποβιβάστηκε στη Βραζιλία. Το 1505 διορίστηκε πρώτος αντιβασιλιάς των Ινδιών ο Φρανσίσκο ντε Αλμέιντα, που με τους διαδόχους του και ιδιαίτερα τον Αλφόνσο ντε Αλμπουκέρκε οργάνωσαν το ανατολικό αποικιακό κράτος της Πορτογαλίας χτίζοντας φρούρια και εμπορικούς σταθμούς σε καίρια σημεία. Κατόρθωσαν έτσι να εξουδετερώσουν το μουσουλμανικό ανταγωνισμό σε όλες τις περιοχές και να αναλάβουν όλο το διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Παράλληλα αξιοποιήθηκαν κατά τον καλύτερο τρόπο υπέρ της μητρόπολης οι τεράστιες φυτείες της Βραζιλίας, της Γουινέας, της Αγκόλας και άλλων αποικιών.
Ρουμανία.Η λατινικότητα διατηρήθηκε ανέπαφη σε όλο το μεσαίωνα, αν και από την Ρουμανία πέρασε πλήθος λαών, όπως ήταν οι Ούννοι, οι Γότθοι, οι Άβαροι, οι Βούλγαροι και οι Μαγυάροι. Οι επιδρομές των Σλάβων και των Πετσενέγων ήταν οι τελευταίες από χρονική άποψη, πριν τους Μογγόλους που πραγματοποίησαν μια σύντομη επιδρομή, αλλά γρήγορα ξαναγύρισαν στις εστίες τους (13ος αι.).
Το 14ο αι. στην περιοχή διαμορφώθηκαν δύο ηγεμονίες, η Βλαχία και η Μολδαβία, και η Τρανσυλβανία, που στο μεγαλύτερο διάστημα βρισκόταν υπό ουγγρική κηδεμονία. Η Βλαχία (1417) και η Μολδαβία (μέσα του 15ου αι.) μεταβλήθηκαν σε υποτελείς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διατηρώντας σημαντική αυτονομία στις εσωτερικές τους υποθέσεις. Η μοναδική εποχή που η Ρουμανία στο σύνολό της κέρδισε την ανεξαρτησία της ήταν την περίοδο της βασιλείας του Μιχαήλ του Γενναίου της Βλαχίας (1593-1601). Ο Μιχαήλ επαναστάτησε κατά του σουλτάνου και νίκησε τους Οθωμανούς επανειλημμένα, αλλά μετά το θάνατό του το βασίλειό του διαλύθηκε και οι Τούρκοι απεκατέστησαν την εξουσία τους.

No comments:

Post a Comment