Wednesday, June 17, 2009

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Οθωμανική αυτοκρατορία

Το σύνολο των κτήσεων στις οποίες ασκούσε εξουσία ο Τούρκος σουλτάνος. Οφείλει την ονομασία της στους Οθωμανούς Τούρκους, οι οποίοι με τη σειρά τους ονομάστηκαν έτσι από τον Οσμάν ή Οθμάν (τέλη 13ου-αρχές 14ου αι.), αρχηγό μιας τουρκικής φυλής, ο οποίος και ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Μ. Ασίας.
Οι Οθωμανοί Τούρκοι εμφανίστηκαν μετά την παρακμή των Σελτζούκων το 13ο αι. Από το 1289 ως το 1923 (επανάσταση Νεότουρκων) πέρασαν από το θρόνο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας 39 σουλτάνοι. Στα χρόνια αυτά οι Τούρκοι φυσικά δεν είχαν πάντα την ίδια πάντα δύναμη, γιατί από το 17ο αι. άρχισε κλιμακωτά η παρακμή τους.
Μετά τον Οσμάν και το γιο του Ορχάν, ο Μουράτ Α' (1362-1389), καταλαμβάνοντας τη Μακεδονία και νικώντας στο Κοσσυφοπέδιο (1389) τους Σέρβους, άπλωσε την τουρκική κυριαρχία στα Βαλκάνια. Ο γιος του Βαγιαζίτ Α' (1389-1402) συνέχισε τις επιτυχίες του, αλλά ο Ταμερλάνος στη μάχη της Άγκυρας (1402) τον νίκησε και σταμάτησε για λίγο την εξάπλωση των Τούρκων. Τα επόμενα 20 χρόνια το οθωμανικό κράτος πέρασε μια περίοδο στασιμότητας, έως ότου έγινε σουλτάνος ο Μουράτ Β' (1421-1451). Αυτός κυρίεψε τη Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα (1430) και μετά τη μάχη της Βάρνας (1444), όπου κατανίκησε το στρατό των Πολωνών και των Ούγγρων με ηγέτη το Λαδίσλαο Γ’, κυριάρχησε οριστικά στα Βαλκάνια. Ο επόμενος στόχος στα σχέδια των Τούρκων ήταν η Κωνσταντινούπολη, η οποία μετά 9 χρόνια (1453) έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ Β' (1451-1481). Ακολούθησε η κατάκτηση της Πελοποννήσου (1460) και της Τραπεζούντας (1461). Αυτή την εποχή άρχισε η ρήξη των Τούρκων με τους Βενετούς. Ο α’ βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479) και ο β’ (1499-1502) τελείωσαν με επιτυχίες των Τούρκων, παρόλο που όλη η χριστιανική Ευρώπη ξεσηκώθηκε, με αρχηγούς τον πάπα Αλέξανδρο ΣΤ' Βοργία και τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Μαξιμιλιανό Α' των Αψβούργων.
Μετά το θάνατο του Σελίμ Α' (1512-1520) ανέβηκε στο θρόνο ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1520-1566) και συνέχισε τις επιτυχίες των προκατόχων του. Το 1521 πέφτει το Βελιγράδι και τον επόμενο χρόνο η Ρόδος. Το 1526 καταλήφθηκε η Βουδαπέστη, ενώ η Βιέννη μόλις και σώθηκε από τον Κάρολο Ε' (1532). Η Οθωμανική αυτοκρατορία έφτασε επί Σουλεϊμάν στο απόγειο της ακμής και της δόξας της. Εκτεινόταν από την Αδριατική θάλασσα ως τον Περσικό κόλπο και από τη Νότια Ρωσία ως τη Βόρεια Αφρική.
Το 1535 η Οθωμανική αυτοκρατορία επεμβαίνει για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή πολιτική, υπογράφοντας με τη Γαλλία την πρώτη διομολόγηση. Από τότε ο σουλτάνος άρχισε τις εκστρατείες του –δεκατρείς συνολικά– κατά της Ευρώπης, σε μια από τις οποίες σκοτώθηκε. Ο Σουλεϊμάν αναμφίβολα ήταν ο σπουδαιότερος σουλτάνος, γιατί με τους αγώνες του ανέδειξε την Οθωμανική αυτοκρατορία σε μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις του καιρού του. Μετά το θάνατό του άρχισε η παρακμή, χωρίς φυσικά να λείψουν και σημαντικοί σουλτάνοι. Ο γιος του Σουλεϊμάν, Σελίμ Β', κυρίεψε το 1571 την Κύπρο, την ίδια χρονιά όμως η χώρα του δέχτηκε την πρώτη μεγάλη ήττα της, στη ναυμαχία της Ναυπάκτου.


Στο διάστημα από το 1574 ως το 1623 μπορεί να διακρίνει κανείς την πρώτη φάση της παρακμής της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σημαντικότερα γεγονότα αυτής της περιόδου ήταν η συνθήκη του Szitya-Toroc (1606) επί Αχμέτ Α' (1603-1617), η επανάσταση του Διονυσίου Σκυλόσοφου (1611) στη Θεσσαλία και την Ήπειρο και η κίνηση του δούκα του Νεβέρ (1610-1625).
Το 1623 ανέβηκε στο θρόνο ο Μουράτ Δ' (1623-1640) και η Οθωμανική αυτοκρατορία άρχισε να ανορθώνεται. Σ' αυτό συνέβαλε και ο τριακονταετής πόλεμος (1618-1648) στην Ευρώπη. Το 1645 άρχισε η εκστρατεία των Τούρκων εναντίον της Κρήτης, επί Ιμπραήμ Α' (1640-1648). Μόνο ο Χάνδακας (Ηράκλειο) κατάφερε να αντισταθεί ως το 1669. Μετά από αυτή την επιτυχία τους οι Τούρκοι στράφηκαν πάλι προς την Ευρώπη. Ο Μεχμέτ Δ' (1648-1687) πολιόρκησε τη Βιέννη (δεύτερη πολιορκία, 1683), αλλά απέτυχε και οι Τούρκοι υποχώρησαν. Από το 1683 ως το 1800 οι ευρωπαϊκές δυνάμεις συνασπίστηκαν κατά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το 1684 δημιουργήθηκε ο συνασπισμός του Linz (Αυστρία-ΠολωνΙα-Βενετία) και το 1687 οι Βενετοί με το Μοροζίνι κατέλαβαν την Πελοπόννησο και την Αθήνα.
Στα τέλη του 17ου αι. (1669) η Οθωμανική αυτοκρατορία παύει να είναι ουσιαστικά μεγάλη δύναμη, γιατί με την τριπλή Συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699) χάνει την Ουγγαρία, Ουκρανία και Πελοπόννησο. Οι Τούρκοι θεώρησαν αυτή τη συνθήκη μια πρόσκαιρη αποτυχία και προσπάθησαν να ανασυγκροτηθούν, πράγμα που πέτυχαν, έστω πρόσκαιρα, στα επόμενα χρόνια.
Το 1710 ο Αχμέτ Γ' (1703-1730) νίκησε τους Ρώσους και έφτασε στο Αζόφ. Μετά από λίγα χρόνια (1714) κήρυξε νέο πόλεμο κατά των Βενετών και το 1715 οι Τούρκοι ξανακυρίεψαν την Πελοπόννησο. Ο Αχμέτ Γ' ονειρευόταν να πραγματοποιήσει τα σχέδια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, αλλά συνασπίστηκαν εναντίον του η Αυστρία και η Βενετία. Τέλος, το 1718, με τη συνθήκη του Πασάροβιτς, οι Τούρκοι αποχώρησαν από την Κεντρική Ευρώπη και οι Βενετοί από την Πελοπόννησο και μερικά νησιά. Η συνθήκη αυτή ωφέλησε μόνο τους Αυστριακούς. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, παρόλο που βρισκόταν στη δύση της, μετά από λίγα χρόνια κατόρθωσε να κερδίσει ό,τι έχασε στο Πασάροβιτς, με τη συνθήκη του Βελιγραδίου (1739). Τα επόμενα 30 χρόνια δεν έγιναν πόλεμοι στην Ευρώπη. Οι Τούρκοι όμως δεν κατόρθωσαν να αναδιοργανώσουν το κράτος τους. Το 1768 ξέσπασε ο α’ ρωσοτουρκικός πόλεμος, που οδήγησε σε ήττα των Τούρκων και κατέληξε στη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Πολλοί θεωρούν αυτή τη συνθήκη ως απαρχή της κατάρρευσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ο Αμπντούλ Χαμίτ Α' (1774-1789), που διαδέχτηκε το Μουσταφά Γ', υπογράφοντας τη συνθήκη, έδωσε πολλά εδάφη και προνόμια στους Ρώσους. Και ο β’ ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787-1792) δεν ωφέλησε την Οθωμανική αυτοκρατορία με τις συνθήκες της Σιστόβης (1791) και του Ιασίου (1792). Η κατάσταση στην Ευρώπη την εποχή αυτή άλλαξε· πέθανε η αυτοκράτειρα της Ρωσίας Μεγάλη Αικατερίνη, ενώ ο Μέγας Ναπολέων θριάμβευε. Ο τελευταίος, αφού απέτυχε στην εκστρατεία της Αιγύπτου, και παρόλο που είχε διακόψει τις σχέσεις του με την Οθωμανική αυτοκρατορία και την Αγγλία, πέτυχε το 1802 να αποκαταστήσει τις σχέσεις αυτές με τη συνθήκη της Αμιένης. Η συνθήκη αυτή δε διατηρήθηκε πολύ, γιατί δε συνέφερε τους Ρώσους και τους Άγγλους. Η σύγκρουση φαινόταν ότι θα ξεσπούσε μεταξύ των τριών ευρωπαϊκών κρατών, αλλά, μετά τις νίκες του Ναπολέοντα στο Ουλμ και το Αούστερλιτς, μπήκαν στη διένεξη και οι Τούρκοι. Ο Ναπολέοντας ώθησε την Τουρκία σε πόλεμο κατά της Ρωσίας (1806-1812), που κατέληξε στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους και τους Άγγλους και αργότερα στη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1812).
Μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου ο σουλτάνος Μαχμούτ Β' (1808-1839) προσπάθησε να αναδιοργανώσει την κρατική διοίκηση και το στρατό, χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Ελλάς κατά τήν Τουρκοκρατία

Η τουρκοκρατία μπορεί να χωριστεί σε δύο περιόδους. Στην πρώτη (15ος-17ος αι.) το έθνος, αφού κατόρθωσε αρχικά να επιβιώσει, προσπαθεί και πετυχαίνει να ανασυνταχτεί, ενώ στη δεύτερη (17ος-19ος αι.) προχωρεί σ’ όλους τους τομείς σε μια αναγέννηση που θα οδηγήσει στην ανεξαρτησία. Στη δεύτερη αυτή περίοδο καλλιεργήθηκε η παιδεία και σημειώθηκε μεγάλη ανάπτυξη του εμπορίου, που είχε ως συνέπεια την οικονομική ακμή των υποδούλων.
Όλα αυτά τα χρόνια το γένος δεν έπαψε να αγωνίζεται για την ανεξαρτησία του. Μια σειρά από κινήματα ξέσπασαν στην περίοδο της τουρκοκρατίας, αλλά τα περισσότερα στηρίζονταν σε ξένη βοήθεια. Από τα πιο σημαντικά ήταν του Διονυσίου, επισκόπου Τρίκκης (1612), του 1769 (ορλοφικά), η δράση του Λ. Κατσώνη (1788-1792), οι αγώνες των Σουλιωτών εναντίον του Αλή πασά (1769-1803) κ.ά.
Στο τέλος του 18ου αι. και στις αρχές του 19ου ιδιαίτερη απήχηση είχαν στους υπόδουλους Έλληνες οι ιδέες του διαφωτισμού. Κυριότερος εκπρόσωπος του «ελληνικού διαφωτισμού» είναι ο εθνομάρτυρας Ρήγας Βελεστινλής (1757-1798). Τέλος, το 1814, ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία, που είχε σκοπό να οργανώσει τον αγώνα, και γρήγορα η δράση της απλώθηκε σ’ όλο το βαλκανικό χώρο. Οι Έλληνες είχαν πια καταλάβει ότι για να κερδίσουν την ελευθερία τους έπρεπε να στηριχτούν κυρίως στις δικές τους δυνάμεις.
Το κίνημα της ανεξαρτησίας άρχισε πρώτα στις παραδουνάβιες ηγεμονίες το Φεβρουάριο του 1821 υπό την ηγεσία του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας Αλ. Υψηλάντη και ταυτόχρονα εκδηλώθηκε και στον κυρίως ελληνικό χώρο. Το 1822 είχε περιοριστεί εδαφικά, αλλά εδραιώθηκε στην Πελοπόννησο, τη Στερεά και σε πολλά νησιά του Αιγαίου. Στα χρόνια που ακολούθησαν η επανάσταση παρουσίασε διάφορες φάσεις και από το 1825, με την επέμβαση των Αιγυπτίων πέρασε σοβαρό κίνδυνο. Τέλος, με τη μεσολάβηση των Μεγάλων Δυνάμεων, ένα τμήμα του ελληνικού χώρου ελευθερώθηκε και δημιουργήθηκε το πρώτο ελληνικό κράτος. Στη διάρκεια του αγώνα ξεχώρισαν πολλές ηγετικές μορφές αγωνιστών, όπως ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο Δ. Υψηλάντης, ο Γ. Καραϊσκάκης, ο Αλ. Μαυροκορδάτος, ο Ανδρ. Μιαούλης, ο Κ. Κανάρης και πολλοί άλλοι.
Τήν πτώση τής Πόλεως ακολουθεί ή κατάληψις τής Αθήνας τό 1456μχ από τόν Ομάρ καί τό 1459μχ ολοκληρώνεται ή κατάληψις τής Σερβίας. Αποτυγχάνεται όμως ή κατάληψις τού Βελιγραδίου, παρά τήν στενή πολιορκία. Τό 1463μχ ό Πέτρος Μπούα καί ό Μιχαήλ Ράλλης επαναστατούν.Τό 1470μχ ό Μωάμεθ κατέλαβε τήν Βενετική Εύβοια. Τό 1473μχ ό Μωάμεθ νίκησε τόν Τουρκομάνο ηγέμωνα Ουζούν Χασά, ενώ τό 1479μχ ολοκληρώνεται ή κατάληψις τής Ηπείρου. Τό 1479μχ ό Κροκόδειλος Κλαδάς ξεσηκώνει τήν Κορώνη καί τήν Μάνη σέ Επανάσταση. Τό 1480μχ ό Μωάμεθ λεηλάτησε τό Οτράντο, απέτυχε όμως στήν πολιορκία τής Ρόδου. Ό Θάνατος τόν βρήκε στήν Βιθυνία τής Μ.Ασίας. Τόν διαδέχθη ό τριτότοκος υιός αυτού Βαγιαζίτ Β΄ό οποίος συνέχισε τήν κατακτητική πολιτική τού πατρός του.
Συγκρούσθηκε μέ τούς Βενετούς στό Αιγαίο κατά τόν Β΄ Τουρκοβενετικό πόλεμο, αλλά καί επικύρωσε τά προνόμια τής εκκλησίας. Ό Υιός του Σαλίμ Α΄τόν δηλητηρίασε καί κατόπιν τόν διαδέχθη είς τήν εξουσία. Τό 1481μχ ό Ιωάννης Καστριώτης καί ό Κλαδάς ξεσηκώνουν τήν Χειμάρρα καί προκαλούν επανάστασιν. Τό 1496-1499μχ ό Κάρολος Η΄παρακινεί επανάσταση στόν Μωριά (Μωρέας-Πελοπόννησος), τήν Ήπειρο καί τήν Στερεά. Τό 1513μχ νίκησε τόν Πέρση Σάχη Ισμαήλ Α΄ καί ενσωμάτωσε τήν Τυνησία. Τό 1518μχ ό Χαιρεντίν Πασάς Βαρβαρόσσας, παρέδωκε είς τόν Σουλτάνο τό Αλγέρι καί ανταμείφθηκε μέ τόν τίτλο τού Μπεηλέρμπεη. Τόν Σαλίμ Α΄διαδέχθη ό υιός αυτού Σουλεϋμάν Β΄δωδέκατος στήν σειρά Οθωμανός μονάρχης, πού τό μεγαλύτερο μέρος τής ζωής του τό πέρασε στούς πολέμους. Τό 1522μχ νίκησε καί έδιωξε τούς Ιωαννίτες ιππότες(ανεξάρτητο στρατιωτικό ιεροσολυμίτικο τάγμα τής Μάλτας) από τήν Ρόδο, ενώ τό 1526μχ νίκησε τούς Ούγγρους στήν μάχη τού Μόχακς. Τό 1529μχ πολιόρκησε τούς Αψβούργους τής Βιέννης, επιτυγχάνοντας έτσι νά επιβάλλη δικό του υποψήφιο γιά τήν Βασιλεία. Τό 1532μχ ό Κάρολος οργανώνει αντιτουρκική σταυροφορία, μέ αποτέλεσμα οί Τούρκοι νά καταλάβουν τήν Τύνιδα καί ό Βαρβαρόσσας νά καταστρέψη τόν Ισπανικό στόλο στήν Πρέβεζα. Τήν ίδια χρονιά γίνεται νέα επανάσταση είς τήν Πάτρα καί Κορώνη, υπό τών Νικόλαο Μαμωνά Παλαιολόγο, Μιχαήλ Καλόφωνο καί Θεόδωρο Βουκίτη.Τό 1538μχ ό Σουλεϋμάν έγινε κύριος τής Πελοποννήσου. Τό 1565μχ ό Τουρκικός στόλος απέτυχε νά καταλάβη τήν Μάλτα από τούς Ιωαννίτες Ιππότες. Τό 1566μχ ό Σουλεϋμάν παραδίδει τήν διαχείρηση τού Δουκάτου τού Αιγαίου στόν Εβραίο Ιωσήφ Νάζη. Τήν ίδια χρονιά κατά τήν εξτρατεία του στήν Ουγγαρία πεθαίνει καί τόν διαδέχεται ό Σελίμ Β΄ό οποίος κατέλαβε τήν Χίο από τούς Γενουάτες καί τήν Κύπρο από τούς Βενετούς (κατά τήν πτώση τής Αμμοχώστου ό υπερασπιστής τής πόλεως Μπραγκάντιν πέθανε μετά πολλών βασανιστηρίων). Τό 1571μχ ό Τουρκικός στόλος συντρίβεται από τόν Δόν Ζουάν τής Αυστρίας. Ό διάδοχος τού Σελίμ, Μουράτ Γ΄συνέχισε τούς πολέμους κατά Αυστρίας καί Περσών, έως τό 1595μχ. Τό 1571μχ μετά τήν καταστροφή τού Τουρκικού στόλου στήν Ναύπακτο από τόν Δόν Ζουάν, ή Πελοπόννησος, ή Στερεά καί ή Μακεδονία επαναστατούν.
Τό 1612μχ ό Δούκας τού Νέβερ Κάρολος Γονζάγιος Παλαιολόγος έρχεται σέ συνεννόηση μέ τούς Προκρίτους, μέ σκοπό τήν επανάστασιν. Οί μεγάλες δυνάμεις όμως αντιδρούν καί τά πλοία τού Καρόλου καίγονται από σαμποντάζ τών μεγάλων δυνάμεων. Κατόπιν ό δεσπότης Τρίκκης Διονύσιος επαναστατεί καί κυριεύει τά Γιάννενα.
Οί Πρόκριτοι προτείνουν γιά τήν έναρξη τής επαναστάσεως, νά δημοσιευθούν οί περιουσίες τών Εβραίων, από τούς οποίους είχαν σκοπό νά αντλήσουν τά υλικά μέσα.
Τό 1645μχ Τουρκοβενετικός πόλεμος εκρήγνυται στήν Κρήτη. Τά χανιά κυριεύονται υπό Τούρκων καί μετά τό Ρέθυμνο. Τό Ηράκλειο ανθίσταται γιά δύο έτη. Οί Βενετοί πετυχαίνουν νίκας είς τήν θάλασσα, στό Πόρτο Ράφτη Αττικής καί στόν Ελλήσποντο. Τελικώς οί Τούρκοι έως τό 1670μχ καταλαμβάνουν τό Ηράκλειο καί κατόπιν τήν Μάνη στήν Πελοπόννησο. Στήν συνέχεια αποτυγχάνει ή κατάληψις τής Εύβοιας, όπως αποτυγχάνει καί ό Βενετός Μοτσένιγος στήν πολιορκία τών Χανίων. Στήν Αθήνα καί σέ πολλά μέρη τής Ελλάδος εμφανίζονται επιδημίες. Στίς 25/4/1684 οί Ενετοί εκήρυξαν επίσημα τόν πόλεμο στήν Τουρκία. Στόν Ενετικό στρατό υπηρέτησαν Γερμανοί, Έλληνες, Ιταλοί, Ελβετοί, ενώ στόν στόλο ενώθηκαν Ελληνικά, Μαλτέζικα, Τοσκάνικα καί Παπικά πλοία.
Τά Ελληνικά πλοία ήταν γαλέρες μέ Έλληνες Πλοιάρχους καί πληρώματα. Στό πεζικό κατατάχθησαν 2000 Επτανήσιοι.Τό 1684μχ,Ενετικός στόλος(επικεφαλής ό Φραγκίσκο Μοροζίνι),κατέπλευσε πρός τήν Λευκάδα. Τό οχυρό τής αγίας Μαύρας παρεδόθη. Κατόπιν κατελήφθη ή Πρέβεζα καί στήν Ρούμελη οί Έλληνες επήραν τά όπλα. Στίς 24/6/1685μχ ή αρμάδα εισήλθε στόν Μεσσηνικό κόλπο καί 6400 άνδρες υπό τόν Ντέγκενφέλντ πολιόρκησαν τό φρούριο τής Κορώνης. Στίς 11 Αυγούστου τό οχυρό παρεδόθη καί κατέφθασαν σύμμαχοι Σάξωνες μέ 3300 άνδρες καί Μανιάτες μέ όπλα. Ελευθερώθηκε ή Καλαμάτα καί όλη ή Μάνη. Κατόπιν 11000 άνδρες υπό τόν Κένιγκσμαρκ κατέλαβαν τήν Μεθώνη καί όρμησαν κατά τού Ναυπλίου. Ό Ισμαήλ Πασάς αφίχθη όμως μέ 7000 άνδρες πρός βοήθεια τών Τούρκων πού επολιορκούνταν. Ό Κένιγκσμάρκ μεταξύ τών δύο ήταν σέ δύσκολη θέση, γι’αυτό εστράφη πρός τού Ισμαήλ. Ήταν ή πρώτη κατά παράταξη μάχη μεταξύ τών δύο αντιπάλων, πού έληξε μέ συντριβή τών Τούρκων. Ό Ισμαήλ επήγε στήν Κόρινθο, όπου ανασυντάχθηκε καί επιτέθηκε έκ νέου. Ό Σουηδός στρατηγός όμως τόν κατατρόπωσε. Τό 1687μχ εδόθη μάχη είς τήν θέσιν Ιτιές τής Πάτρας, όπου επεκράτησαν οί σύμμαχοι. Ή τελευταία Τουρκική κτίσις είς τήν Πελοπόννησον ήταν ή Μονεβασιά, ή οποία παρεδόθη είς τούς Ενετούς τό 1690μχ. Κατόπιν ό Μοροζίνι επήγε στόν Πειραιά όπου αποβιβάσθησαν δυνάμεις. Στίς 23 Σεπτεμβρίου άρχισε ή πολιορκία τής Ακροπόλεως. Οί Τούρκοι κατεδάφισαν τόν ναό τής Νίκης γιά τοποθετήσουν μία πυροβολαρχία. Οί Ενετοί αρχίζουν τό πύρ καί μία οβίδα έπληξε τά Προπύλαια. Τήν επομένη ημέρα οβίδα τού Ενετικού ολμοβόλου έπληξε τόν Παρθενώνα. Ό Ναός κομματιάσθηκε μαζί μέ 300 Τούρκους. Τρείς μέρες μετά ή Τουρκική φρουρά παρεδόθη. Ό Μοροζίνι κατόπιν εστράφη είς τήν Χαλκίδα. Ό Κένιγκσμαρκ απέθανε από νόσο καί ή επιχείρηση αυτή απέτυχε. Ό πόλεμος έληξε τό 1699μχ όπου υπεγράφη ή συνθήκη Κάρλοβιτς, βάσει τής οποίας οί Ενετοί κρατούν τήν Πελοπόννησο, Αίγινα καί Λευκάδα. Όμως σέ αυτόν τόν πόλεμο, τό σημαντικό ήταν πώς εβρέθησαν κατα τόπους συνολικά 10000 Έλληνες μέ όπλα, πράγμα πού καταδεικνύει τό μέγεθος τού πόθου τών Ελλήνων γιά ελευθερία. Τό 1714μχ ξεσπά νέος Τουρκοβενετικός πόλεμος. Οί Τούρκοι κυριεύουν τήν Κόρινθο καί διώχνουν όλους τούς κατοίκους. Από τό 1715μχ εκλέγονται ηγεμόνες Μολδαυίας καί Βλαχίας Φαναριώτες.
Τό 1717μχ οί Τούρκοι πολιορκούν τήν Κέρκυρα, αλλά αποκρούονται από τόν Σουλεμβούργο. Τό 1718μχ μέ τήν συνθήκη Πασσάροβιτς οί Τούρκοι κρατούν μόνο τάς Ιονίους νήσου, τήν Πράγα, τήν Πρέβεζαν, τήν Βονίτσαν καί τόν Βουθρωτόν.
Τό 1756 αρχίζει ό επταετής πόλεμος μεταξύ τής Πρωσίας καί τής Γαλλίας. Ό Πρωσικός στρατός παρά τήν άριστη εκπαιδευσί καί πειθαρχία, δέν εφαίνετο νά είχε καμία τύχη εναντίον τών εξαπλασίων συνασπισμένων εχθρικών δυνάμεων. Ό Βασιλεύς των όμως Φρεδερίκος ήταν λάτρης τών αρχαίων Ελλήνων στρατηγών. Τό 1757 στό Λωυντέν τής Σαξωνίας συναντήθησαν 30000 άνδρες τού Φρειδερίκου μέ τόν Αυστριακό στρατό καί τού συμμάχους του Βαυαρούς καί Βυρτεμβέργους, συνολικά 75000. Επρόκειτο γιά τήν αναβίωση τής μάχης τών Λεύκτρων. Ό Φρειδερίκος άφησε 5000 άνδρες νά απασχολή τόν όγκο τών εχθρών, καί μέ 25000 επετέθη στό σημείο πού ήθελε (λοξή φάλαγγα). Ό Πρίγκηψ τής Λωραίνης προσπάθησε νά ελιχθή, αλλά ήταν αργά. Ακόμα καί ό Ναπολέων θά κάνει χρήση τής λοξής Φάλαγγος στήν μάχη τού Αούστερλιτς στήν οποία εθριάμβευσε εναντίον τών Ρωσοαυστριακών. Ό Ναπολέων κάνοντας οικονομία δυνάμεων αγκίστρωσε τήν μάζα ελιγμού τής συμμαχικής στρατιάς στό δεξιό του καί τήν κρίσιμη στιγμή εξαπέλυσε αντεπίθεσι στό ακάλυπτο πλευρό τής εχθρικής επιθετικής μάζας, περικυκλώνοντας καί εξουδετερώνοντάς την.
Τήν λοξή φάλαγγα θά χρησιμοποιήσει στήν δεύτερη μάχη τού Έλ Αλαμέϊν ό Μοντγκόμερυ μέ τό αριστερό κέρας τής 8ης στρατιάς (όπου ήταν εντεταγμένη καί ή Ελληνική Ταξιαρχία) εναντίον τού Ρόμελ.
Τό 1770μχ πλήγει τήν Ελλάδα λοιμός. Τό 1766μχ ό Γρηγόριος Παπαδόπουλος επαναστάτησε κατά προτροπήν τού Ορλώφ. Όμως Τά Ελληνικά καί Ρωσικά στρατεύματα προδόθηκαν καί ηττήθηκαν παρά τήν Τρίπολιν καί Πάτραν. Τό1772μχ ό Οδυσσέας Ανδρούτσος νικά παρά τήν Βοστίτσαν καί ό Ρώσικος στόλος παρά τόν Τσεσμέν. Τήν ίδια χρονιά πολιορκούνται τά Σφακιά. Ό Μητρομάρας καί άνδρες του αμύνονται. Ό Μέγας πολεμιστής πού τό ξίφος του δέν μπορούσε άλλος νά τό βγάλη από τό θηκάρι, πίπτει νεκρός καί τό Σούλι υποτάσσεται. Τό 1774μχ μέ τήν Συνθήκη τού Κιουτσούκ Καϊναρτζή, οί χριστιανικοί πληθυσμοί υπό Τουρκικό κράτος, τίθεντε κάτω από τήν Ρωσική προστασία. Μέ αυτή τήν συνθήκη αναπτύσσεται ή οικονομία τών νησιωτών. Τά Ελληνικά πλοία μέ τήν χρήση τής Ρωσικής σημαίας, πλέουν ακίνδυνα. Τό 1777μχ ό Αλέξανδρος Υψηλάντης έρχεται είς τάς Παραδουνάβιας ηγεμονίας(αργότερα θά έρθει ό υιός του Κων/νος, μέγας διερμηνέας τής Πύλης καί ηγεμόνας τής Μολδαβίας καί Βλαχίας. Αυτόν θά τόν διαδεχθή ό υιός του Αλέξανδρος, πού ώς αρχηγός τών Φιλικών, οργάνωσε τήν Ελληνική Επανάσταση). Τό 1778μχ ό Αλή Πασάς γίνεται κύριος τών Ιωαννίνων, τής Θεσσαλίας καί Ακαρνανίας. Τήν ίδια χρονιά οί Ρώσοι παρακινούν τούς Σουλιώτες σέ επανάσταση καί ό Λάμπρος Κατσώνης έως τό 1793μχ κυριαρχεί είς τό Αιγαίο, προξενώντας στούς Τούρκους καταστροφές. Από τό 1790μχ Βέης τής Μάνης ήταν ό Τζανέτος Γρηγοράκης. Τό 1797μχ οί Γάλλοι στέλνουν δύναμη, καταλαμβάνουν τήν Κέρκυραν καί αυτό τό γεγονός υπογράφεται στήν συνθήκη Καμπού-Φορμίου. Ό Ναπολέων στέλνει στήν πατρίδα του τήν Μάνη, τούς αδελφούς Στεφανόπουλους Δήμο καί Νικόλαο. Τό 1798μχ Πατριάρχης γίνεται ό Γρηγόριος Ε΄ενώ στήν Τεργέστη συλλαμβάνεται ό Μέγας αφυπνιστής τού Έθνους Ρήγας Φεραίος, όπου φονεύεται από τόν Πασά τού Βελιγραδίου. Ό Ρήγας Βελενστινλής ήταν ό πρωτομάρτυρας τής Ελληνικής Επαναστάσεως. Τό πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνης Κυριαζής. Στήν Βιέννη αρχίζει τήν έκδοση βιβλίων, χαρτών καί προκηρύξεων. Διαφωτίζει, φρονηματίζει καί ξυπνά τήν αγάπη τών Ελλήνων γιά ελευθερία.
Ό Θούριος μία δυναμική προκήρυξη συγκλονίζει. Ή Αυστρία όμως εξυπηρετώντας τά συμφέροντάς της, συνέλαβε τόν Ρήγα καί τόν παρέδωσε στούς Τούρκους, μαζί μέ επτά συντρόφους του. Ό Αλή Πασάς τήν χρονιά αυτή κυριεύει τήν Πρέβεζα ενώ οί Ρώσοι σέ συνεργασία μέ τούς Τούρκους κυριεύουν τά Κήθυρα, τήν Ζάκυνθο, τήν Κεφαλληνία καί τήν Κέρκυραν. Οί Κλέφτες δρούν επιτυχώς κατά τών Τούρκων, αλλά ό κλέφτης Ζαχαριάς αιχμαλωτισθείς υπό τών Τούρκων φονεύεται. Από τό 1800μχ ό Αλή πασάς ξεκινά νέες επιθέσεις κατά τού Φώτη Τζαβέλλα. Ό Τζαβέλλας παρά τάς δυσκολίας αμύνεται επιτυχώς, έως καί τό 1803μχ όπου τό Σούλι πέφτει. Τό 1805μχ οί Αρματολοί υπό Νικοτσαράν βοηθούν τούς Σέρβους. Ή Ρωσία τό 1807μχ παραχωρεί τήν επτάνησον στήν Γαλλία, ενώ Πασάς τού Μωρέως γίνεται ό Βελής. Οί Έλληνες ναυτικοί μέ κέντρο τήν Σκιάθο εξ’ορμούν κατά τού Τουρκικού στόλου. Σ’αυτούς προσέρχονται οί Νικοτσαράς καί Κολοκοτρώνης. Τό 1808μχ στήν Θεσσαλία Αρματολοί επιχειρούν επανάστασιν κατά τού Αλή Πασά, όστις συνέλαβε τόν αρχηγό των Βλάχαβα τόν σκοτώνει μετά βασανισμού. Ό Κολοκοτρώνης βοηθά τόν Αλή Φαρμάκη τής Λάλας κατά τού Βελή, ενώ ό Αγγλικός στόλος βρίσκεται έν Ιόνιω καί αποκλείει λιμένες τών νήσων. Οί Άγγλοι τελικώς καταλαμβάνουν τά επτάνησα, εκτός τής Κέρκυρας, ήτις αντιστέκεται υπο τόν Δονζέλω.
Βέης τής Μάνης γίνεται ό Πέτρος Μαυρομιχάλης, ενώ ό Πουκέβιλ ώς πρόξενος τής Γαλλίας έρχεται είς Πάτραν. Οί Άγγλοι καταλαμβάνουν τήν Πάργα τό 1809μχ. Τό 1814μχ έν Οδυσσώ ιδρύεται ή Φιλική εταιρία από τόν Νικόλαο Σκουφά, Αθανάσιο Τσακάλωφ καί Εμμανουήλ Ξάνθο, μέ σκοπό τήν οργάνωση ένοπλου αγώνα γιά τήν απελευθέρωση τού Ελληνικού Έθνους. Οί Άγγλοι μετά από 6 επίμονα χρόνια καταλαμβάνουν τήν Κέρκυρα.Τό 1815μχ οί Ιόνιοι νήσοι κηρύσσονται ηνωμέναι πολιτείες, υπό τήν προστασία τής Αγγλίας. Κατόπιν ή Πάργα πωλείται υπό τών Άγγλων στόν Αλή Πασά, ό οποίος έρχεται είς προστριβάς μέ τήν Πύλη. Οί Σουλιώται πείθονται υπό τού Αλή Πασά νά πολεμήσουν μαζί του κατά τών Τούρκων. Ή αναταραχή μεταξύ Αλή πασά καί Πύλης, δίδει τήν ευκαιρία στόν Παπαφλέσσα καί Κολοκοτρώνη νά προπαρασκευάσουν τόν αγώνα πού θά ακολουθήσει.
Γιά νά φθάσουν όμως τά πράγματα στό 1821 καί τήν Επανάσταση, υπήρξαν κάποιες ευνοϊκές συγκυρίες. Από τό 16ον αιώνα οί Ιταλικές πόλεις παρακμάζουν έως τήν διάλυση τής Ενετικής δημοκρατίας από τόν Μέγα Ναπολέοντα., μέ αποτέλεσμα νά δωθούν περιθώρια στούς Έλληνες νά αναπτύξουν εμπορικές δραστηριώτητες. Ό Ρωσοτουρκικός πόλεμος είχε ώς αποτέλεσμα ή Ρωσία νά μήν έχει ελεύθερη διέξοδο στόν Εύξεινο πόντο, ενώ ή Τουρκία ποτέ δέν είχε επιδόσεις στό εμπόριο. Ύστερα από τήν συνθήκη τού Κιουτσούκ Καϊναρτζή 1774 καί τού Ιασίου 1792, όπου επί Αικατερίνης Β΄ ετερματίσθησαν οί πόλεμοι, τά Ελληνικά πλοία είχαν ελεύθερη ναυσιπλοϊα. Επίσης ή Αγγλία καί Γαλλία από τό 1789 βρίσκονταν σέ μεγάλο ανταγωνισμό μεταξύ των, μέ αποτέλεσμα ό ναυτικός αποκλεισμός τής Γαλλίας νά δώση τήν ευκαιρία στό Ελληνικό εμπόριο νά αναπτυχθή. Τολμηροί Έλληνες ναυτικοί μετέφεραν τρόφιμα στά αποκλεισμένια λιμάνια μέ μεγάλο κέρδος. Τέλος ή διοικητική ανεπάρκεια τού Τουρκικού κράτους καί οί τάσεις διασπάσεως (Αλή πασάς, Μωχάμετ Άλι) γεννούσαν προσδοκίες.
Από τό 1672 ό Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος Νοταράς, ιδρύει έν Ιασίω Ελληνικό τυπογραφίο. Οί αδελφοί Λειχούδη ιδρύουν είς Μόσχαν Ελληνική σχολή. Τό 1702 ό Παρθένιος ιδρύει έν Λαρίση Γυμνάσιο, ενώ στήν Σμύρνη ό παππούς τού Κοραή (Δ.Ρυσίου)ιδρύει Ελληνική σχολή. Στήν Σμύρνη πάλι τό 1730 ιδρύεται ή Ευαγγελική σχολή, ενώ ό Ευγένιος Βούλγαρης από τό 1753-1760 διατελεί σχολάρχης στήν Κοζάνη καί στήν Ακαδημία Βατοπεδίου. Είναι εκείνος πού μετέφρασε καί δίδαξε Βολταίρο. (Βολταίρος πνεύμα φωτεινό καί αντιπαθές βέβαια πρός τό κατεστημένο τής Εκκλησίας). Από τό 1770 ό Ρήγας Φεραίος αρχίζει νά αφυπνίζει τούς Έλληνες. Τά έργα του ήσαν : Φυσικής απάνθισμα, Σχολείον τών Ντελικάτων Εραστών, Ηθικός Τρίπους, Νέος Ανάχαρσις, Νέα πολιτική διοίκησις τών κατοίκων τής Ρούμελης, Μικράς Ασίας, τών Μεσογείων νήσων καί τής Βλαχομπογδανίας, ό Θούριος καί ό Ύμνος πατριωτικός. Εξίσου σπουδαίο έργο έφερε είς πέρας ό Κοσμάς ό Αιτωλός(1714-1779). Ιερομόναχος καί δάσκαλος από τήν Ναυπακτία, περιηγήθηκε είς τήν Ήπειρο, Μακεδονία καί Στερεά, τονώνοντας τόν Εθνικό φρόνημα τών Ελλήνων. Επίσης προσπάθησε νά κάνη τούς Έλληνες τής υπαίθρου νά καταλάβουν πώς οί Εβραίοι τής Θεσσαλονίκης τούς εκμεταλλεύονται καί πλουτίζουν σέ βάρος τών κόπων των. Επειδή λοιπόν άγγιξε τά συμφέροντα τών Εβραίων, εκείνοι πλήρωσαν τούς Τούρκους, οί οποίοι τόν συνέλαβαν καί τόν σκότωσαν στό Κολοντάσι τής Ηπείρου. Από τό 1748 εώς τό 1835 ό Αδαμάντιος Κοραής αρχίζει τό εκδοτικό του έργο, ενώ ή σχολή τού Λάμπρου Φωτιάδη είς τό Βουκουρέστιο (από τό 1795) ακμάζει. Τό 1808 είς τήν Κέρκυρα ιδρύεται ή Ιόνιος Ακαδημία. Ειδικώς από τό 1808 ή άνοδος τών γραμμάτων είναι ραγδαία. Έν Βιένη εκδίδεται τό πρώτο Ελληνικό περιοδικό «ό Λόγιος Ερμής» τού Άνθ.Γαζή.
Αργότερα εκδίδεται ή Ελληνική εφημερίς «Τηλέγραφος». Ό Καποδίστριας γίνεται πρόεδρος τής Εταιρίας τών φιλομουσών. Είς τάς Κυδωνίας ιδρύεται Γυμνάσιο. Ό Νεόφυτος Βάμβας εκδίδει τήν «Ρητορική» καί τό περιοδικό «Καλλιόπη». Ό Ιωάννης Βηλαράς εκδίδει τά ποιήματά του. Στήν Κέρκυρα εκδίδεται ή εφημερίς «Ιωνική». Ό Δούκας τό 1815 γίνεται σχολάρχης έν Βουκουρεστίω. Σιγά σιγά όλο καί περισσότεροι Έλληνες έχουν τήν δυνατότητα νά σπουδάσουν στήν δυτική Ευρώπη. Εύποροι Έλληνες προθυμοποιούνται νά ενισχύσουν τήν ίδρυση σχολείων στήν Ελλάδα. Βέβαια στήν Ευρώπη είναι ή εποχή πού εισάγονται οί θετικές επιστήμες καί τό πνεύμα τού διαφωτισμού (ελευθερία τού λόγου, δύναμη τού ορθού λόγου, ελεύθερη κριτική σκέψη, ανεξιθρησκεία κ.α.), αλλά ό Ελληνισμός έχει τήν δική του πνευματική κληρονομιά. Μία μακραίωνη ιστορία πού τόν είχε συντηρήσει ακόμα καί ώς μακρινή ανάμνηση, αλλά πού αποτελούσε μεγάλο καύχημα. Έτσι έγινε δεκτό ότι ή παιδεία θά φέρει ελευθερία, αλλά παιδεία από πού; Από τό Ευρωπαϊκό παρόν ή από τό Ελληνικό παρελθόν. Ό λαός δίδει τήν απάντησή του: οί Καραβοκύριδες δίδουν στά πλοία των ονόματα αρχαία, γονείς δίδουν στά παιδιά των ονόματα αρχαία, ενώ καί οί ενήλικοι είναι πρόθυμοι νά αλλάξουν τά δικάτων ονόματα. Τό 1817 στίς Κυδωνίες συντάσσεται ένα ψήφισμα καί στίς υπογραφές διαβάζουμε τά ονόματα : Τζάνος-Επαμεινώνδας, Χαβρίας- Λεωνίδας, Χαράλαμπος-Παυσανίας ... κτλ.
Όμως ή εκκλησία θορυβήθηκε καί καταδίκασε τήν τάση αυτή (όπως αφόρισε τόν Ρήγα καί τήν Επανάσταση) θεωρώντας ότι περιφρονούνται τά Χριστιανικά ονόματα. Αυτή ή αναγέννηση τών Ελλήνων έγινε κατανοητή από τόν Αλή Πασά τό 1819 λέγοντας: «κάτι έχουν στό μυαλό τους οί Έλληνες. Τά παιδιά τους δέν τά λένε Πέτρο, Γιάννη καί Γιώργο, παρά Θεμιστοκλή, Λεωνίδα καί Μιλτιάδη».
Το 1456 ο εμίρης της Θεσσαλίας Ομάρ κατέλυσε το φράγκικο δουκάτο της Αθήνας. Τότε για πρώτη φορά πάνω στον ιερό βράχο και πλάι στο ναό της Θεοτόκου, τον Παρθενώνα, υψώθηκε η ημισέληνος. Άρχιζε για την Αθήνα, όπως και για την υπόλοιπη Ελλάδα, η μακροχρόνια περίοδος της τουρκοκρατίας.
Οι Τούρκοι δεν έμειναν αδιάφοροι σχετικά με την παλιά φήμη της Αθήνας. Έδειξαν ιδιαίτερη εύνοια προς την ιστορική πόλη με την παραχώρηση ειδικών προνομίων. Το 1458 μάλιστα επισκέφτηκε την Αθήνα ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής και έμεινε γοητευμένος από την πόλη και ιδιαίτερα από την Ακρόπολη.
Από το 1456 ως το 1687, που είναι η πρώτη περίοδος της τουρκοκρατίας στην Αθήνα, η πόλη αλλάζει τρεις φορές διοικητική φυσιογνωμία. Μέχρι το 1470 αποτελεί έδρα πασά. Την περίοδο 1470-1610 υπάγεται στο σαντζάκι της Εύβοιας, ενώ από το 1610 ως το 1687 αποτελεί ανεξάρτητο διαμέρισμα με διοικητή βοεβόδα ή ζαμπίτη και ανήκει ως πρόσοδος στο χαρέμι του σουλτάνου.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της τουρκοκρατίας στην Αθήνα παρουσιάστηκε αξιόλογη αύξηση και δραστηριότητα του ελληνικού πληθυσμού. Προς το τέλος της περιόδου η Αθήνα είχε 2.053 σπίτια, από τα οποία τα 1.300 ελληνικά, 600 τουρκικά, 150 αρβανίτικα και 3 διάφορων ξένων. Χτίστηκαν τζαμιά για τον τουρκικό πληθυσμό της πόλης ή μετατράπηκαν χριστιανικοί ναοί σε τζαμιά με την προσθήκη μιναρέδων, όπως ο Παρθενώνας. Χτίστηκαν όμως παράλληλα και πολλοί χριστιανικοί ναοί και ιδρύθηκαν μοναστήρια ορθόδοξα, καθώς και άλλων δογμάτων.
Ο φρούραρχος με τη φρουρά του ήταν εγκαταστημένος στην Ακρόπολη. Μέσα στην πόλη όμως την αυτοδιοίκηση την ασκούσαν οι δημογέροντες. Οι Έλληνες κάτοικοι ήταν χωρισμένοι σε τέσσερις τάξεις: 1. Τους άρχοντες· αυτοί ήταν κυρίως γαιοκτήμονες, που δεν ασχολούνταν όμως οι ίδιοι με την εκμετάλλευση των κτημάτων τους, αλλά παραχωρούσαν τα χωράφια τους με αντιπαροχή σε αγρότες. 2. Τους νοικοκυραίους· αυτοί είχαν μικρότερους γεωργικούς κλήρους και συνήθως τους καλλιεργούσαν οι ίδιοι. 3. Τους παζαρίτες, δηλαδή τους εμπόρους και βιοτέχνες. 4. Τους αγρότες, κυρίως καλλιεργητές ξένων χωραφιών ή μικροϊδιοκτήτες που κατοικούσαν στα προάστια ή στην ύπαιθρο.
Επίσης παρατηρείται τώρα και κάποια πνευματική ζωή και κίνηση. Το 16ο και το 17ο αιώνα ιδρύονται μερικά ιδιωτικά σχολεία στην Αθήνα, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει το Παρθεναγωγείο της Φιλοθέης Μπενιζέλου (1589), του Δαμασκηνού και του Επιφάνιου. Στα σχολεία αυτά δίδαξαν μερικοί γνωστοί λόγιοι, όπως ο αριστοτελικός φιλόσοφος Θεόφιλος Κορυδαλλεύς κ.ά.
Από τα μέσα του 17ου αιώνα έχουμε και την ίδρυση των πρώτων ευρωπαϊκών προξενείων στην Αθήνα, όπως της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ολλανδίας κτλ.
Το 1684 άρχισε ένας από τους πολλούς βενετοτουρκικούς πολέμους και ο Βενετός αρχιστράτηγος Φραγκίσκο Μοροζίνι, αφού κατέλαβε την Πελοπόννησο, δέχτηκε την πρόσκληση των Αθηναίων, που ζήτησαν να τους απελευθερώσει. Το Σεπτέμβριο του 1687 τα βενετικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και αμέσως πολιόρκησαν τους Τούρκους, που είχαν καταφύγει για ασφάλεια στην Ακρόπολη της Αθήνας.Στη διάρκεια της πολιορκίας, και συγκεκριμένα στις 26 Σεπτεμβρίου του 1687, μια οβίδα του βενετικού πυροβολικού έπεσε πάνω στον Παρθενώνα, που οι Τούρκοι τον χρησιμοποιούσαν ως πυριτιδαποθήκη, και από την έκρηξη που προκάλεσε η ανάφλεξη των πυρομαχικών καταστράφηκε ένα μεγάλο μέρος του μνημείου.
Τελικά οι Τούρκοι παρέδωσαν με συμφωνία την Ακρόπολη και έφυγαν. Οι Βενετοί έγιναν έτσι κύριοι της Αθήνας, όπου όμως έμειναν μόνο για λίγους μήνες. Τον Απρίλιο του 1688 αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, που έπεσε πάλι στα χέρια των Τούρκων, και άρχισε έτσι η λεγόμενη δεύτερη τουρκοκρατία. Τους Βενετούς ακολούθησαν στη φυγή τους και πολλές οικογένειες Αθηναίων, γιατί φοβήθηκαν τα τουρκικά αντίποινα. Η πόλη είχε σχεδόν ερημωθεί.
Το 1690 ο σουλτάνος έδωσε στους Αθηναίους την άδεια να επιστρέψουν στην πόλη τους χωρίς να τιμωρηθούν. Η ζωή άρχισε πάλι να ξαναβρίσκει το ρυθμό της και η πόλη να λειτουργεί, με βάση μάλιστα τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί από την αρχή της τουρκοκρατίας. Ξανάρχισε η λειτουργία των σχολείων και παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη οικοδομική δραστηριότητα: χτίστηκαν σπίτια, εκκλησίες και ενισχύθηκε η οχύρωση της Ακρόπολης με τη χρησιμοποίηση οικοδομικού υλικού από τον καταστραμμένο Παρθενώνα.
Το 1754 οι Έλληνες αλλά και οι Τούρκοι κάτοικοι της Αθήνας, αγανακτισμένοι από την καταπίεση και τις αυθαιρεσίες του Τούρκου διοικητή της πόλης, εξεγέρθηκαν εναντίον του, με επικεφαλής το μητροπολίτη Άνθιμο. Οι Τούρκοι κατέστειλαν την εξέγερση και τιμώρησαν αυστηρά τους Αθηναίους, που έχασαν τότε ορισμένα από τα προνόμιά τους. Το 1760 η Αθήνα έπαψε να αποτελεί πρόσοδο του χαρεμιού και εντάχθηκε στις σουλτανικές κτήσεις. Αυτό είχε ως συνέπεια να «νοικιάζεται» στους πλειοδότες, οι οποίοι αύξαναν τη φορολογία.
Η πιο καταστροφική περίοδος για την Αθήνα ήταν η εικοσαετία 1775-1795. Ο «ενοικιαστής» της Αθήνας και βοεβόδας (διοικητής) της πόλης Χατζή Αλή Χασεκί, που άλλοτε διώχνεται και άλλοτε επιστρέφει στη θέση του, έγινε ο καταπιεστής της πόλης. Η δράση του χαρακτηριζόταν από αρπαγές, φυλακίσεις, απαγχονισμούς, απαιτήσεις από την κοινότητα για χρέη υποθετικά, αντιδικίες με τις πολιτικές και εκκλησιαστικές αρχές και φιλονικίες με τους αντιπάλους του Τούρκους. Κατά την περίοδο αυτή την τυραννία του Χασεκί συναγωνίζονταν οι συχνές επιδημίες, τα «θανατικά», που έπλητταν την πόλη. Οι Αθηναίοι απαλλάχτηκαν από αυτόν το 1795, όταν καταδικάστηκε σε θάνατο με σουλτανική διαταγή και εγκατέλειψε την πόλη για να σωθεί.
Παρά τις καταπιέσεις, τις ταραχές και τα «θανατικά» (πανούκλα στα 1754, ευλογιά στα 1777 κ.ά.) κατά το 18ο αιώνα σημειώνεται αξιόλογη πνευματική άνθηση στην Αθήνα. Με ελληνικά κεφάλαια του εξωτερικού ιδρύονται σχολεία ονομαστά, όπως του Ιωάννη Ντέκα (1750), ενώ μέλη της αγγλικής «Εταιρείας των Ερασιτεχνών» επισκέπτονται την Αθήνα και εκδηλώνουν με ποικίλους τρόπους το ενδιαφέρον τους για την ελληνική παιδεία. Και αξιόλογες προσωπικότητες αναφέρονται στην Αθήνα της περιόδου αυτής: Ιωάννης Πατούσας, Λιβέριος και Δημήτριος Κωλέτης, Γρηγόριος Σωτήρης, Λεονάρδος Καπετανάκης, Παναγιώτης Κοδρικάς, Δημήτριος Γαλανός κ.ά.
Η κατάληψη της Βενετίας από το Ναπολέοντα το 1797 στέρησε την Αθήνα από τα κληροδοτήματα των Ελλήνων της πόλης αυτής, στα οποία κυρίως στηριζόταν η αθηναϊκή εκπαίδευση, και η κοινότητα αναγκάστηκε να επιβαρυνθεί με τα σχετικά έξοδα.
Η ίδρυση όμως της «Φιλομούσου Εταιρείας» από τον Καποδίστρια και άλλες προσωπικότητες Ελλήνων του εξωτερικού, κατά το 1814, αντιστάθμισε την απώλεια του 1797. Η νέα εταιρεία ανέλαβε μια συστηματικότερη προσπάθεια για παροχή παιδείας στους υπόδουλους Έλληνες.
Ο 19ος αιώνας εγκαινιάστηκε με μια εγκληματική ενέργεια. Ο Άγγλος «αρχαιόφιλος» λόρδος Έλγιν λεηλάτησε τις αρχαιότητες της Ακρόπολης (1802) και, για να μετριάσει την κακή εντύπωση της αρπαγής, έχτισε με έξοδά του το «Ωρολόγιον» της αγοράς. Βανδαλισμοί του είδους αυτού συνεχίστηκαν και αργότερα από άλλους ξένους. Το 1809 επισκέφθηκε την Αθήνα ο λόρδος Βύρων, ο οποίος και έμεινε στην πόλη ένα χρόνο.
Από κοινωνική πλευρά, η δεύτερη περίοδος της τουρκοκρατίας ως μεγαλύτερη κατάκτηση μπορεί να προβάλει τη συμμετοχή στη δημογεροντία και μελών της δεύτερης και τρίτης τάξης, δηλαδή των νοικοκυραίων και των παζαριτών. Η λαϊκή αυτή κατάκτηση οφείλεται στην επίδραση των αρχών της γαλλικής επανάστασης.
Όταν αρχίζει η Επανάσταση του 1821, η Αθήνα είναι μια πόλη δεύτερης σειράς, στην οποία το ένα πέμπτο των κατοίκων είναι Τούρκοι. Παρ’ όλα αυτά, η έλξη που ασκούν πάνω στους Ευρωπαίους οι κλασικές αναμνήσεις τής δίνουν το προνόμιο να συγκεντρώνει κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης τα προξενεία των ξένων χωρών και να είναι πολυσύχναστο τουριστικό κέντρο.
Οι εξεγέρσεις των Ελλήνων της περιοχής ανάγκασαν στη συνέχεια τους Τούρκους να διαιρέσουν τη Μακεδονία σε αρματολίκια, για ν’ αντιμετωπίσουν τη δράση των κλεφτών. Γνωστοί αρματολοί και κλέφτες της περιόδου είναι ο Ζήδρος και ο γιος του Φώτης, ο Τότσκας, ο Γιάννης Φαρμάκης, ο Νικοτσάρας, ο Ρομφέης, ο Γιάννης Τσακνάκης, ο Ζιάκας, ο Καρατάσος κ.ά. Οι αρματολοί και κλέφτες του Ολύμπου εμπόδισαν τον Αλή πασά, αργότερα, να επεκταθεί και προς τη Μακεδονία (εκτός από μία περίπτωση, το 1804, όταν τα στρατεύματά του κατόρθωσαν να κυριέψουν τη Νάουσα και τη Βέροια).
Κατά τις αρχές του 18ου αι., οι εμπορικές συναλλαγές Αυστριακών και Τούρκων έδωσαν την ευκαιρία και στους Μακεδόνες να αναπτύξουν μια σημαντική εμπορική και οικονομική δραστηριότητα. Οι εμπορικές δυνατότητες που παρουσιάζονταν αλλά και η τουρκική καταπίεση, η οποία συνεχιζόταν πάντα έγιναν αιτία για μια έντονη μεταναστευτική κίνηση από το τέλος του 17ου αι. και ύστερα. Πολλοί Μακεδόνες υπήρξαν σημαντικά μέλη των ελληνικών παροικιών που δημιουργήθηκαν σε διάφορα μέρη του εξωτερικού και ευεργέτησαν με πολλούς τρόπους την υποδουλωμένη πατρίδα τους. Από αυτούς αναδείχτηκαν επιφανείς λόγιοι, συγγραφείς, αγωνιστές, δάσκαλοι, ευεργέτες του έθνους.
Οι επαναστατικές κινήσεις στην Πελοπόννησο μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) ενισχύονται από Ισπανούς και Βενετούς κυρίως. Κέντρο εξεγέρσεων είναι κυρίως η Μάνη. Το 1685 οι Βενετοί επεμβαίνουν ένοπλα στην Πελοπόννησο με αρχιστράτηγο το Φρ. Μοροζίνη, ο οποίος την κυρίευσε ολόκληρη σε διάστημα δύο χρόνων (εκτός από τη Μάνη που έπεσε αργότερα). Η βενετική κατοχή διάρκεσε ως το 1715. Από τη χρονιά αυτή ως το 1821 η Πελοπόννησος είναι και πάλι στα χέρια των Τούρκων.
Τα ορλοφικά (1770), αποτέλεσμα των επαναστατικών ζυμώσεων στην Πελοπόννησο, πληρώθηκαν με βαρύ φόρο αίματος. Οι Πελοποννήσιοι μετακινούνται είτε στα ορεινά είτε εκτός της Πελοποννήσου, καθώς στίφη Τουρκαλβανών λεηλατούν τη χώρα. Η σχετικά ήρεμη περίοδος από το 1780 μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης του 1821 επέτρεψε την ηθική και υλική εξύψωση του ελληνικού πληθυσμού της Πελοποννήσου. Η επανάσταση, όταν ξέσπασε, είχε ήδη δημιουργήσει στην Πελοπόννησο τις προϋποθέσεις που της επέτρεψαν όχι μόνο να αρχίσει, αλλά και να ανδρωθεί, ώστε μετά την απελευθέρωση της Πελοποννήσου το 1828 να γίνει η τελευταία ο πυρήνας του πρώτου ελεύθερου κράτους με πρωτεύουσα το Ναύπλιο (μέχρι το 1934). Στίγμα στην κατά τα άλλα ένδοξη πορεία της επανάστασης στην Πελοπόννησο αποτέλεσε η σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωση του τουρκικού πληθυσμού της μετά την κατάληψη της Τρίπολης.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ο Μυστράς πέρασε για ένα διάστημα (1687-1715) στην κυριαρχία των Βενετών. Από το 1825, όταν κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης τον πυρπόλησε ο Ιμπραήμ, ο Μυστράς άρχισε να εγκαταλείπεται από τον πληθυσμό του και τελικά ερημώθηκε, καθώς όλοι οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στη νέα Σπάρτη.
Οί Τούρκοι προσβάλλουν για πρώτη φορά τα Χανιά (Κρήτη 1645), που έπεσαν έπειτα από σύντομη πολιορκία. Τον επόμενο χρόνο ακολουθεί το Ρέθυμνο, που έχει την ίδια τύχη. Το 1648 αρχίζει η πολιορκία του Χάνδακα, που κράτησε 21 ολόκληρα χρόνια και στοίχισε πολλές απώλειες και στις δύο πλευρές. Τελικά το Σεπτέμβριο του 1669 ο Ενετός διοικητής της Κρήτης Φ. Μοροζίνι παρέδωσε με συνθήκη την πρωτεύουσα του νησιού. Σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή, οι Ενετοί μπορούσαν να διατηρήσουν τα φρούριά τους στη Σπιναλόγκα, τη Γραμβούσα και τη Σούδα. Μετά την πτώση του Ηρακλείου, ολόκληρο το νησί περιήλθε στα χέρια των Τούρκων.
Οι καινούριοι κατακτητές χώρισαν το νησί σε τρία τμήματα (σαντζάκια) των Χανίων, της Ρέθυμνας και του Χάνδακα με έδρες τις ομώνυμες πόλεις. Η κατάσταση του πληθυσμού ήταν απελπιστική. Καλλιεργούσαν τη γη τους, που τώρα ήταν μοιρασμένη στους Τούρκους αξιωματούχους, ως δουλοπάροικοι και έδιναν το ένα τρίτο των ακαθάριστων εσόδων στον κατακτητή. Εκτός από αυτό, μπορούσαν κάθε στιγμή να υποστούν κάθε είδους ταπείνωση από τον οποιοδήποτε Τούρκο. Πολλοί Κρητικοί εγκατέλειψαν τον τόπο τους φεύγοντας στην ηπειρωτική Ελλάδα ή το εξωτερικό. Αρκετοί κατέφυγαν στα ενετικά φρούρια και τις κορυφές του Ψηλορείτη και των Λευκών ορέων και άρχισαν με επιδρομές να ενοχλούν τους Τούρκους. Ήταν δηλαδή ό,τι οι κλέφτες και αρματολοί της ηπειρωτικής Ελλάδας. Προσπάθεια των Ενετών, που έγινε το 1692, να πολιορκήσουν τα Χανιά, αφού προηγουμένως είχαν καταλάβει το φρούριο της Κισσάμου, απέτυχε και οδήγησε στην κατάληψη από τους Τούρκους των τριών ενετικών φρουρίων και σε σκληρά αντίποινα κατά του πληθυσμού, ο οποίος είχε βοηθήσει τους Ενετούς. Λίγο αργότερα η μαρτυρική καταπίεση και η υπόσχεση ρωσικής βοήθειας –η Ρωσία βρισκόταν τότε σε πόλεμο με τους Τούρκους– έκανε τους Σφακιανούς, οι οποίοι ήταν οι μόνοι που διατηρούσαν την αυτονομία τους από τα χρόνια της ενετοκρατίας, να ξεσηκωθούν κατά των Τούρκων.
Στις 25 Μαρτίου 1770 ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης. Αρχηγός της επανάστασης ήταν ο Ανωπολίτης Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης. Η ρωσική βοήθεια όμως δεν ήρθε ποτέ και οι Τούρκοι, παίρνοντας θάρρος, εξαπέλυσαν μια τρομερή επίθεση κατά των επαναστατών. Πολύ γρήγορα το κίνημα καταπνίγηκε στο αίμα.
Στίς αρχές τού 17ου αιώνος (Βόρειος Ήπειρος) ίδρυσαν τήν Σουλιώτικη Συμπολιτεία. Οί Χειμαρριώτες έναν αιώνα μετά τόν θάνατο τού Σκερτέμπεη αποκαλούν τόν Καστριώτη ηγεμόνα τους. Σέ έγγραφο πρός τόν Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄ μέ ημερομηνία 12 Ιουλίου 1577 αποκαλούν τόν Σκερτέμπεη «Ρήγα» τους. Ό Καστριώτης συνέτασσε τά έγγραφά του στήν Ελληνική, πράγμα πού δέν συμφωνεί μέ τούς Αλβανολάτρες ιστορικούς. Αλλά ή ιστορία ποτέ δέν θά γίνει όργανο τής πολιτικής, όσο καί άν θέλουν τά ΜΜΕ καί τά Κόμματα στήν Ελλάδα τού 2008.
Μετά λοιπόν τήν Τουρκική εισβολή, οί βορειοηπειρότες κατέφυγαν στόν νότο γιά νά αποφύγουν τόν εξισλαμισμό. Στήν Αττική ίδρυσαν δύο κωμοπόλεις , τά Σπάτα καί τά Λιόσια, ενώ εκείνει πού εγκαταστάθηκαν στήν Πελοπόννησο, στήν Σαλαμίνα καί αλλού ενσωματώθηκαν αμέσως. Εκείνοι πού έμειναν στήν βόρειο Ήπειρο ανέβηκαν στά δυσπρόσιτα βουνά καί διατήρησαν ανυπότακτοι τήν γλώσσα των καί τήν ελευθερία των. Αυτοί ζούν έως καί σήμερα εκεί στίς Ελληνικές πόλεις τής Χειμάρρας, τού Αργυροκάστρου καί άλλων. Σήμερα ακόμα καί ή ανθρωπολογία δείχνει τήν διαφορά τών Ελλήνων καί τού λαού γνωστού μέ τήν ονομασία Αλβανοί. Ή Σλαβική προέλευση των είναι καταφανεστάτη. Ακόμα καί κοινωνιολογικώς βλέπουμε τήν διαφορά τών Αρβανιτών μέ τούς άλλους ανθρώπους πού ήρθαν είς τόν Ελληνικόν βασικόν χώρο.
Οί Αθίγγανοι βρίσκονται στήν Ελλάδα περισσότερους από 5 αιώνες καί πάρ’αυτα δέν έχουν κατορθώσει νά ομοεθνοποιηθούν. Τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τούς Μουσουλμάνους τής Θράκης. Μέ τούς Αρβανίτες συναντάμε τό παράδοξο νά ενσωματώνονται άμεσα.
Τό 1620 στήν Bόρειο Ήπειρο εγένετο ή μεγαλύτερη επέκταση τού εξισλαμισμού. 300 χιλιάδες Σλάβικής καταγωγής εγένετο Μουσουλμάνοι. Τό 1786 μέ τήν επέμβαση τής Ρωσίας σταμάτησαν οί μαζικοί εξισλαμισμοί. Οί Έλληνες σέ πολλές περιπτώσεις υιοθέτησαν τόν Μωαμεθανισμού, αλλά παρέμειναν χριστιανοί κρυφά. Αυτό τό κράμα τού Σλαβοσερικοκροατικού πληθυσμού απέκτησε συνείδηση μέ τό όνομα Αλβανοί. Αυτοί λοιπόν οί εξισλαμισθέντες Τουρκαλβανοί άρχισαν νά επεκτείνονται πρός βόρεια Ήπειρο, Μακεδονία, παλαιά Σερβία. Πολλοί Σέρβοι άρχισαν νά φεύγουν πρός Αυστρία. Δημιουργήθηκαν οί πασάδες τής Σκόδρας, γνωστοί ώς Μποσαλτήδες οί οποίοι ήρθαν σέ προστριβές μέ τίς Σουλτανικές δυνάμεις, αλλά μετά τήν αναγνώριση από τούς Τούρκους ώς άρχοντες τής περιοχής, επήραν μέρος στήν κατάπνιξη τής Ελληνικής επαναστάσεως. Ό Τουρκαλβανός Μουσταφά Μποσατλής έγινε γνωστός μέ τήν συνεργασία του μέ τόν Αλή Πασά τών Ιωαννίνων καί τήν συμμετοχή του στήν προσπάθεια τών Τούρκων νά καταπνίξουν τήν επανάσταση τού 1821. Έλαβε μέρος σέ μάχες στό Καπερνήσι όπου εσκοτώθη ό Μάρκος Μπόσταρης υπέρ Πατρίδος. Τά κινήμα καί οί ανταρσίες τών Αλβανών δέν είχαν τήν μορφή γενικότερης εκτάσεως, αλλά απέβλεπαν σέ επιδιώξεις προσωπικών κερδών. Οί συγκρούσεις τής Πύλης μέ τούς Αλβανούς τό 1833 καί 1847 οφειλόταν στήν φανατική αντίδραση τών φυλάρχων εναντίον οικονομικών μέτρων τού Σουλτάνου.
Τό 1878 ή πρώτη ενωμένη κίνηση Αλβανών διενεργείται μέ τήν δημιουργεία τού Αλβανικού συνδέσμου Ligue. Τό σχήμα αυτό ήταν ένα πνευματικό τέκνο τής Τουρκικής, Ιταλικής, καί Αυστροουγγαρικής διπλωματίας, τό οποίο γεννήθηκε γιά τήν εξυπηρέτηση τών σχεδίων των (Ήδη μέ τίς Τουρκοαυστριακές συνθήκες τού Κάρλοβιτς 1689, Πασσαροβιτς 1718 καί Βελιγραδίου 1739).
Πόντος κατά τήν Τουρκοκρατία. Τό 1774 Υπογράφεται στο Κιουτσούκ Καϊναρτζή της Μολδοβλαχίας συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη Ρωσία και την Οθωμανική αυτοκρατορία, έπειτα από τη λήξη ενός μεταξύ τους πολέμου, που διάρκεσε έξι χρόνια και έληξε με την ήττα της Τουρκίας. Με βάση έναν όρο αυτής της συνθήκης η Ρωσία είχε το δικαίωμα να προστατεύει τους χριστιανούς υπηκόους του σουλτάνου. Με το 3ο άρθρο της, επίσης, η Κριμαία κηρυσσόταν ανεξάρτητη. Βάσει άλλων άρθρων της συνθήκης, επιπλέον, ο Οθωμανός ηγεμόνας αναλάμβανε την υποχρέωση να μην επιτρέπει στους αξιωματούχους του κράτους του να επεμβαίνουν στην ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων των υπηκόων του, να επιτρέπει την ίδρυση νέων χριστιανικών ναών και την επιδιόρθωση των παλαιότερων κ.ά.
Τό 1789Ιδρύεται η Οδησσός (από τους 3.150 αρχικούς κατοίκους της οι 2.500 ήταν Έλληνες του Πόντου). Ενώ τό 1806 Λαζοί πειρατές οργανώνουν επιδρομή εναντίον της Οινόης, οι κάτοικοι της οποίας την εγκαταλείπουν και με επικεφαλής τον επίσκοπό τους Μελέτιο καταφεύγουν στη Σινώπη.
Τό 1814 Ιδρύεται η Φιλική Εταιρεία στην Οδησσό, ενώ τό 1819 Ο φιλικός Σάββας Τριανταφυλλίδης μυεί στα μυστικά της Εταιρείας το Σίλβεστρο Λαζαρίδη, διάκονο του Χαλδίας Σωφρονίου και μετέπειτα μητροπολίτη Χαλδίας.
Ο Σίλβεστρος στη συνέχεια μυεί το μητροπολίτη Σωφρόνιο, τον αρχιμεταλλουργό Ιάκωβο Γρηγοράντη κ.ά. Τον ίδιο χρόνο μυείται και ο διδάσκαλος του γένους Ηλίας Κανδήλης/Κανδήλογλους, ο οποίος πεθαίνοντας το επόμενο έτος (Δεκέμβριος του 1820) αφήνει με τη διαθήκη του 5.000 ρούβλια στον Αλ. Υψηλάντη για τους σκοπούς της Εταιρείας. Τό 1820 Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης γίνεται «γενικός έφορος της αρχής», δηλαδή αναλαμβάνει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας.

No comments:

Post a Comment