Friday, June 19, 2009

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Η επιστήμη που ερευνά και μελετά τα μνημεία από το παρελθόν του ανθρώπου, καθετί υλικό που είναι έργο ανθρώπων ή δηλώνει παρουσία και δράση ανθρώπων από τη μακρινή εποχή του Λίθου ως το πρόσφατο παρελθόν, με στόχο να γνωρίσει τη ζωή και την ιστορική πορεία της ανθρωπότητας, τους διάφορους πολιτισμούς κ.ά. Από το σύντομο αυτόν ορισμό προκύπτει ότι η αρχαιολογία ασχολείται με την ανεύρεση μνημείων, ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική τους αξία, με το χρονικό προσδιορισμό και την κατάταξή τους, με την αποκατάσταση και διατήρηση της παλιάς, όσο είναι δυνατό, μορφής τους, με την ανασύνθεση της εικόνας του πολιτισμού που αντιπροσωπεύουν κτλ.
Η αρχαιολογία επιδιώκοντας τη γνώση αρχαίων πολιτισμών συγγενεύει με τη φιλολογία, την εθνολογία, την ανθρωπολογία, ακόμη και με την παλαιοντολογία, τη γεωλογία, τη γεωγραφία, την ιστορία κ.ά., με τις οποίες συνεργάζεται, αξιοποιεί τα πορίσματά τους για τους δικούς της σκοπούς ή καταφεύγει στη βοήθειά τους, για να λύσει διάφορα προβλήματά της. Με την παραπάνω έννοια, με ορισμένες από τις συγγενικές της επιστήμες, ιδιαίτερα τη φιλολογία, δεν είναι εύκολο να χωριστεί η αρχαιολογία με αυστηρά, απαραβίαστα όρια. Ερευνά, για παράδειγμα, η αρχαιολογία να βρει αρχαία κείμενα, γραμμένα ή χαραγμένα σε κάθε είδους υλικά, αλλά η ανάγνωση (αποκρυπτογράφηση, συμπλήρωση κτλ.) και η ανάλυσή τους είναι έργο του φιλολόγου. Στη συνέχεια, το περιεχόμενο των κειμένων, αφού αναλυθεί από το φιλόλογο, μπορεί να βοηθήσει την προσπάθεια της αρχαιολογίας να μελετήσει και να αποκαταστήσει την εικόνα του πολιτισμού της εποχής, στην οποία ανήκει το κείμενο. Κατά τον ίδιο τρόπο οι άλλες επιστήμες, που μελετούν και προσδιορίζουν τις ζώνες των υλικών της αρχαιολογίας, τους λαούς που έζησαν τότε, τη μορφή της κοινωνίας τους κ.ά., προσφέρουν σημαντική βοήθεια στο έργο της αρχαιολογίας.
Ειδικά και συγκεκριμένα, η αρχαιολογία ασχολείται με τα μνημεία του παρελθόντος, για να στηριχτεί σε αυτά και να αποκαταστήσει τον αρχαίο πολιτισμό, αλλά συγχρόνως και με την ιστορία της αρχαίας τέχνης. Γι’ αυτό το λόγο η αρχαιολογία δεν είναι μόνο επιστήμη, αλλά ταυτόχρονα και ιστορία της τέχνης, αφού μελετά έργα τέχνης, όπως τα μνημεία, παρά το γεγονός ότι την ενδιαφέρει κάθε αντικείμενο του παρελθόντος και όχι μόνο τα μνημεία - έργα τέχνης.
Από το γεγονός ότι κάθε λαός είναι φυσικό να ενδιαφέρεται για την ιστορία του και να αναζητά τις ρίζες του πολιτισμού του, τα διάφορα στάδια της εξέλιξής του, τις επιδράσεις που δέχτηκε κτλ., εξηγείται γιατί δόθηκε τόση σημασία στους πολιτισμούς της Ελλάδας και της Ρώμης, της Αιγύπτου και της Ανατολής, του Αιγαίου, της Μεσογείου και της Ευρώπης και αργότερα του Μεσαίωνα και του Βυζαντίου. Συγκεκριμένο και απτό στοιχείο κάθε περασμένου πολιτισμού αποτελούν τα μνημεία του, δηλαδή το υλικό που μελετά η αρχαιολογία. Όλα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία επιμέρους τομέων της αρχαιολογίας, κατά περιοχές και περιόδους, όπως προϊστορική αρχαιολογία, αιγυπτιακή αρχαιολογία, αρχαιολογία της Εγγύς Ανατολής, αρχαιολογία της Άπω Ανατολής, ελληνική αρχαιολογία, ρωμαϊκή αρχαιολογία, ετρουσκική αρχαιολογία, χριστιανική αρχαιολογία, βυζαντινή αρχαιολογία κτλ. Εννοείται ότι τα ευρήματα της αρχαιολογίας δεν ενδιαφέρουν μόνο το σύγχρονο λαό, που κατοικεί στην ίδια περιοχή όπου ανακαλύπτονται τα αρχαία μνημεία, αλλά κάθε καλλιεργημένο άνθρωπο.


Ιστορία

Από παλιά άρχισε το ενδιαφέρον του ανθρώπου για τα στοιχεία του πολιτισμού περασμένων εποχών. Από ό,τι γνωρίζουμε, στην αρχαία Ελλάδα από τον 5ο αιώνα π.Χ. με τον Ηρόδοτο πρωτοπαρουσιάζονται περιγραφές παλιότερων μνημείων της Ελλάδας και άλλων λαών της Ασίας και της Αφρικής. Στην ελληνιστική εποχή, όπως και στη ρωμαϊκή, το ενδιαφέρον μεγάλωσε και διευρύνθηκε και η μελέτη συστηματοποιήθηκε. Ιδρύθηκαν βιβλιοθήκες, μελετούνταν χειρόγραφα, δημιουργήθηκαν συλλογές, ακόμη και με διαρπαγές αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων και άλλων έργων τέχνης (από Ρωμαίους αυτοκράτορες και ιδιώτες). Κατά την Αναγέννηση αναγνωρίστηκε η αξία του κλασικού ελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού, έγινε στροφή προς τα επιτεύγματά τους και άρχισαν να αναζητούνται και να μελετούνται μαζί με τα κείμενα και τα μνημεία με βάση τις πηγές, οι επιγραφές, τα νομίσματα κ.ά. Το αρχαιολογικό ενδιαφέρον τονώθηκε σημαντικά με την ανακάλυψη της Πομπηίας (1748).
Θεμελιωτής της αρχαιολογίας ως επιστήμης θεωρείται ο Γερμανός Βίνκελμαν, με την έκδοσή του «Ιστορία της Τέχνης της Αρχαιότητας» (1764), όπου προσπάθησε να διακρίνει τις τεχνοτροπίες και τις εποχές της αρχαίας τέχνης. Τον όρο όμως αρχαιολογία, αντί του όρου «ιστορία της τέχνης», χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο καθηγητής Χάινε (μέσα του 18ου αι.) στα νεότερα χρόνια. Με τις ανασκαφές, που στην αρχή είχαν περισσότερο «αρπακτικό» χαρακτήρα και αργότερα έγιναν επιστημονικό έργο έρευνας και μελέτης, η αρχαιολογία πήρε τη σημερινή της μορφή, σε συνδυασμό και με αντίστοιχες προστατευτικές νομοθεσίες. Στην Ελλάδα η επιστημονική έρευνα στον τομέα της αρχαιολογίας βοηθήθηκε σημαντικά και για πρώτη φορά συστηματοποιήθηκε με την ίδρυση στην Αθήνα της Αρχαιολογικής Εταιρείας, το 1837. Παράλληλα με την εξέλιξη της αρχαιολογίας και τον πλούτο των ευρημάτων που αυξάνεται, οργανώνονται μουσεία, όπου εκτίθενται τα φορητά αντικείμενα, ενώ ταυτόχρονα τελειοποιούνται οι μέθοδοι για την αποκατάσταση και αναστήλωση των αρχιτεκτονικών, προπάντων, μνημείων.
Μέσα. Η αποκατάσταση των μνημείων είναι έργο δύσκολο και πολύπλοκο. Προϋποθέτει βαθιά γνώση της περιόδου που κατασκευάστηκαν και της αρχαίας τεχνικής, σύγχρονα τεχνικά μέσα και μεθόδους, όπως και αισθητική αντίληψη και έμπνευση για το συνθετικό και, ως ένα βαθμό, δημιουργικό έργο της αποκατάστασης. Ορισμένα μνημεία διασώθηκαν βέβαια σε σχετικά καλή κατάσταση, τα περισσότερα όμως έχουν καταστραφεί, μερικά ή ολοκληρωτικά. Τα αίτια της καταστροφής είναι ή φυσικά (φθορά από το χρόνο, την υγρασία, τη βλάστηση κτλ., σεισμός, καθίζηση, πλημμύρα, έκρηξη ηφαιστείου, πρόσχωση, πυρκαγιά κ.ά.) ή οφείλονται σε ενέργειες του ανθρώπου (εμπρησμοί, στάσεις και πόλεμοι, θρησκευτικός φανατισμός, κατασκευή έργων - τειχών, γεφυρών, οδών κτλ. με υλικά παλιών μνημείων, ασβεστοποίηση κ.ά.). Τα αίτια της καταστροφής είναι χρήσιμο να τα γνωρίζει και να τα διαπιστώνει ο αρχαιολόγος στα μνημεία που εξετάζει. Έτσι, θα είναι δυνατό, για παράδειγμα, από μάρμαρα που χρησιμοποιήθηκαν σε χριστιανικό ναό να διαπιστωθεί, είτε με τη μελέτη της επεξεργασίας και της τεχνοτροπίας τους είτε και με τυχόν επιγραφές που μπορεί να βρεθούν σε κάποιο απ’ αυτά, ότι υπήρχε κοντά αρχαιότερος ναός και αυτός να αναζητηθεί. Ανάλογη έρευνα μπορεί να γίνει σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί πρόσχωση, έκρηξη ηφαιστείου κτλ.
Η ανεύρεση αρχαίων μνημείων και αντικειμένων μπορεί να είναι ή τυχαία ή αποτέλεσμα αναζητήσεων με βάση ενδείξεις ή περιγραφές παλιών πηγών ή επιγραφών. Και στις δύο περιπτώσεις ο αρχαιολόγος πρέπει να εξαντλεί το πεδίο της έρευνας, για να αποκαλυφτούν όλα τα στοιχεία που βρίσκονται στο χώρο αυτόν. Κατόπιν χρειάζεται να μελετηθούν, να καταταχθούν και να αποτελέσουν το υλικό με το οποίο θα δημιουργηθεί η ιστορική και η καλλιτεχνική εικόνα της αντίστοιχης περιόδου στο συγκεκριμένο χώρο. Αυτό το συνθετικό έργο δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας της επιστήμης και της τέχνης. Δε συμβαίνει πάντοτε τα αρχαιολογικά στοιχεία να έχουν και καλλιτεχνική αξία. Κάθε αρχαίο αντικείμενο όμως ενδιαφέρει την αρχαιολογία αρκεί να συμβάλλει στη γνώση μιας πλευράς της ζωής των ανθρώπων που το κατασκεύασαν ή το χρησιμοποίησαν. Γι’ αυτό εξετάζεται και η μορφή του και το υλικό του και η χρησιμότητά του, επιζητείται και μάλιστα και η συνδρομή άλλων επιστημών για την ερμηνεία και τη λύση ορισμένων σχετικών προβλημάτων.
Κλάδοι. Με βάση τα ποικίλα ενδιαφέροντα της αρχαιολογίας και τα αντίστοιχα για μελέτη πλούσια ευρήματα, δημιουργούνται ειδικότητες ή κλάδοι της για τη συστηματικότερη και πληρέστερη μελέτη των αντίστοιχων τομέων. Έτσι, από το ένα μέρος μπορούμε να μιλάμε για την επιγραφική ως βοηθητική μελέτη της κυρίως αρχαιολογίας, τη νομισματική (τη μελέτη των αρχαίων νομισμάτων), τη σφραγιδογλυφία, τη μελέτη δηλαδή των αρχαίων σφραγιδόλιθων κτλ.
Πηγές. Για την επισήμανση των αρχαιολογικών χώρων η αρχαιολογία στηρίζεται σε κάθε πηγή και ένδειξη (γεωγραφίας, ιστορίας, φιλολογίας κτλ.). Μελετά π.χ. τον Παυσανία, το Στράβωνα, τον Πλίνιο, τον Πτολεμαίο και κάθε αρχαίο συγγραφέα που αναφέρεται σε θέματα που την ενδιαφέρουν, συμβουλεύεται μεταγενέστερους σχολιαστές και λεξικογράφους, εξετάζει θέσεις που παρουσιάζουν πολλά όστρακα (θραύσματα) αγγείων, ερευνά γύρω από σύγχρονους οικισμούς που έχουν αρχαία –αμετάβλητα ή παραφθαρμένα– ονόματα, αντλεί πληροφορίες από περιηγητές των νεότερων χρόνων που επισκέφτηκαν και περιγράφουν διάφορες περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος κ.ά. Αφού επισημανθεί ο χώρος, οργανώνεται η ανασκαφική έρευνα. Με επικεφαλής ειδικό επιστήμονα συγκροτούνται συνεργεία επιστημόνων και τεχνικών, επιστατών και εργατών, γίνονται οι απαραίτητες προετοιμασίες για την αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων και αρχίζει η ανασκαφή.
Πρώτα απομακρύνονται οι επιχώσεις, αφού εξεταστούν με προσοχή, ώστε να μην απορριφθούν τυχόν χρήσιμα αντικείμενα και λαμβάνονται μέτρα για να μην καταστραφούν τα ευρήματα με τα ανασκαφικά εργαλεία. Ύστερα αποχωματίζονται, καθαρίζονται, φωτογραφίζονται επιτόπου και τέλος εξάγονται, αφού καταγραφούν λεπτομερειακά οι συνθήκες και η ημερομηνία ανεύρεσής τους. Τα στοιχεία αυτά αντιγράφονται σε πινακίδες και τοποθετούνται, μαζί με αυτές, σε φακέλους, κουτιά ή σάκους, και μεταφέρονται σε ασφαλείς χώρους. Τα παραπάνω ισχύουν για τα κινητά ευρήματα. Αν πρόκειται για οικοδομήματα, τοίχους, θεμέλια, δάπεδα κ.ά. αυτά καθαρίζονται και προστατεύονται από τυχόν φθορά ή καταστροφή με περίφραξη ή, αν χρειάζεται, με στέγαση. Σε περίπτωση που αποκαλυφθούν και ανθρωπολογικά ή ζωολογικά στοιχεία, περισυλλέγονται, τα επεξεργάζονται ειδικοί επιστήμονες και τα πορίσματά τους συμπληρώνουν την έρευνα της αρχαιολογίας.
Συντήρηση ευρημάτων. Μεγάλο πρόβλημα αποτελεί η συντήρηση και η διαφύλαξη των αρχαιολογικών μνημείων. Τα αρχιτεκτονικά και γενικά όσα επιβάλλεται να διατηρηθούν επιτόπου χρειάζονται ορισμένα μέτρα προστασίας: στήριξη τοίχων, υποστήριξη τμημάτων που κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, ενίσχυση ευαίσθητων τμημάτων κτλ. Κατόπιν είναι απαραίτητο, για ορισμένα, να γίνει μερική αναστήλωση. Αυτή χρειάζεται μεγάλη προσοχή, πλήρη τεχνική, καλλιτεχνική αλλά και ιστορική γνώση σχετικά με το αρχιτεκτονικό έργο, την εποχή και τον κατασκευαστή του, και επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή των αναστηλωτικών εργασιών, για να μην υπερβούν τις απαραίτητες και, ταυτόχρονα, μη παραμορφωτικές συμπληρώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις γίνονται και πλήρεις αναστηλώσεις (π.χ. έτσι αναστηλώθηκε η Στοά του Αττάλου στην Αγορά των Αθηνών). Παρόμοια μέτρα επιβάλλονται, όταν επιχειρείται συμπλήρωση και των φορητών μνημείων (αγαλμάτων, αγγειογραφικών παραστάσεων, ψηφιδωτών κτλ.) ή τοιχογραφιών. Γενικά, κατά τη συμπλήρωση κάθε έργου, από τα μεγάλα αρχιτεκτονικά μέχρι τα πολύ μικρά, από μέταλλο ή άλλα ευαίσθητα υλικά, μικροαντικείμενα κ.ά., χρησιμοποιούνται σήμερα σύγχρονα τεχνικά μέσα και μέθοδοι, ακόμη και οι επιτεύξεις της Χημείας. Για τη διαφύλαξη των μνημείων λαμβάνονται μέτρα και εναντίον της φυσικής φθοράς και κατά του κινδύνου των δονήσεων, της ρύπανσης της ατμόσφαιρας εξαιτίας των καυσαερίων κτλ., που τα απειλούν.
Ερμηνεία ευρημάτων. Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα της αρχαιολογίας είναι η πλήρης και ασφαλής ερμηνεία των μνημείων, δηλαδή ο χρονολογικός προσδιορισμός τους, η ύλη, οι διαστάσεις, η μορφή και η χρήση τους, ο τόπος κατασκευής τους, ο δημιουργός τους, οι τυχόν μεταβολές κατά το παρελθόν κ.ά. Ολόκληρη τεχνική έχει αναπτυχθεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών και εξειδικευμένες εργασίες χρησιμοποιούνται με βάση νέες μεθόδους, που υπαγορεύει η σύγχρονη επιστήμη: τοπογραφήσεις και χαρτογραφήσεις των αρχαιολογικών χώρων και των αντικειμένων τους, φωτογραφήσεις επιτόπου με τελειότατα μηχανήματα, αεροφωτογραφίες, έγχρωμες φωτογραφίες, χημικές μέθοδοι (όπως η χημική αναγωγή), φυσικές μέθοδοι (όπως του άνθρακα 14, του παλαιομαγνητισμού, της ραδιοϊσοτοπικής σύνθεσης του οξυγόνου) κ.ά. Όλα αυτά τα μέσα τελειοποιούνται συνεχώς και ποτέ δεν πρέπει να στηρίζεται η αρχαιολογία στα πορίσματα μιας μόνο μεθόδου, αλλά να τα διασταυρώνει, να τα ελέγχει και να προσπαθεί να τα επιβεβαιώσει και με άλλες. Η μέθοδος, για παράδειγμα, του άνθρακα 14, που στην αρχή είχε θεωρηθεί επαναστατική και αλάθητη, στην πορεία αποδείχτηκε ανεπαρκής, γιατί στη μέτρηση της ραδιενεργού ακτινοβολίας των οργανικών υλών μέσα στα αρχαιολογικά στρώματα, φαίνεται ότι παρεμβάλλονται και άλλοι, άγνωστοι ακόμη παράγοντες, που η επίδρασή τους επηρεάζει τα αποτελέσματα της μέτρησης και κατά συνέπεια τη χρονολόγηση.
Ενάλια αρχαιολογία. Το θεωρητικό και το πρακτικό ενδιαφέρον για την εντόπιση, τη διερεύνηση, τη διάσωση, τη συντήρηση, την ανάδειξη και τη μελέτη του ενάλιου αρχαιολογικού πλούτου συνθέτουν το αντικείμενο της ενάλιας αρχαιολογίας και καθορίζουν το σκοπό και το έργο της. Για την πραγματοποίηση του εντελώς εξειδικευμένου έργου της περιλαμβάνει την υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα που γίνεται στον υδάτινο χώρο, στην επιφάνεια του βυθού και κάτω από το βυθό των θαλασσών και των λιμνών.
Η Ελλάδα είναι η κατεξοχήν χώρα στον κόσμο με το μεγαλύτερο και το σημαντικότερο ενάλιο αρχαιολογικό πλούτο, που τον συνθέτουν κτιριακά λείψανα και ναυαγισμένα πλοία με πολύτιμο, πολλές φορές, φορτίο. Η πραγματικότητα αυτή επιβεβαιώνεται πρώτα από όλα, από το γεγονός ότι ο τόπος αυτός κατοικήθηκε αδιάλειπτα περίπου από το 7000 π.Χ., και ένα μεγάλο μέρος, το μεγαλύτερο ίσως, της οικιστικής, εμπορικής και πολιτιστικής του δραστηριότητας ασκήθηκε στα παράλια, τόσο του ηπειρωτικού κορμού όσο και στα νησιώτικα μέλη του, κυρίως στο Αιγαίο. Κατά δεύτερο λόγο, στις ελληνικές θάλασσες αναπτύχθηκε η ναυτιλία και η ναυπηγία, παρουσιάζοντας αδιάλειπτη ανοδική πορεία, με κορύφωση την περίοδο της ανάπτυξης των μεγάλων και δυναμικών εμπορικών κέντρων, στους αρχαϊκούς, τους κλασικούς και τους ελληνιστικούς χρόνους, με συνέπεια την αύξηση του αριθμού των ναυαγίων.
Η Εφορία Εναλίων Αρχαιοτήτων, ο εξειδικευμένος και υπεύθυνος κρατικός φορέας για την προστασία, τη μελέτη, τη συντήρηση και την ανάδειξη της υποβρύχιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας, ιδρύθηκε το 1976. Έχει έδρα στην Αθήνα και αρμοδιότητα για όλη την επικράτεια.
Ανασκαφή. Ο όρος σημαίνει το σύνολο των κατάλληλων και απαραίτητων εργασιών για να έρθουν στο φως, με σκάψιμο του εδάφους, αρχαία μνημεία ή άλλα αντικείμενα και στοιχεία, χρήσιμα για τη γνώση της Ιστορίας. Δικαίωμα ανασκαφής έχει μόνο το επίσημο κράτος, που μπορεί να αναθέσει σε αρμόδιο ίδρυμα, ακόμη και ξένης εθνικότητας, την ανασκαφή ενός αρχαιολογικού χώρου. Κάθε ανασκαφή που γίνεται χωρίς σχετική άδεια θεωρείται λαθραία και τιμωρείται από το νόμο.
Σύμφωνα με τις πηγές, τις πρώτες ανασκαφές έκανε ο Ονόμαρχος (4ος π.Χ. αιώνας), στρατηγός των Φωκέων στους Δελφούς, για να βρει και να αρπάξει τους θησαυρούς του μαντείου. Από το 100 π.Χ., περίπου, άρχισαν και συνεχίζονταν για πολλά χρόνια ανασκαφές από τυμβωρύχους στην Κόρινθο για την εύρεση αρχαίων αντικειμένων, κυρίως σε τάφους, τα οποία είχαν μεγάλη ζήτηση στη Ρώμη. Συστηματικές ανασκαφές έκανε η αγία Ελένη (4ος αιώνας) στην Ιερουσαλήμ, όπου βρήκε τον Τίμιο Σταυρό. Την περίοδο της Αναγέννησης πραγματοποιήθηκαν πολλές ανασκαφές με σκοπό την ανεύρεση πολύτιμων αντικειμένων, κυρίως έργων τέχνης της κλασικής περιόδου, χωρίς γενικότερο επιστημονικό και ιστορικό ενδιαφέρον.
Πρώτη επιστημονική ανασκαφή θεωρείται εκείνη που έγινε το 18ο αιώνα στην Πομπηία που προσδιόρισε τη θέση ολόκληρου οικοδομικού συγκροτήματος της πόλης. Από τότε συνεχίστηκαν οι ανασκαφές σ' αυτήν και τις άλλες δύο πόλεις (Ηράκλειο και Σταβίες), που είχαν καταστραφεί το 79 π.Χ. από έκρηξη του Βεζούβιου. Στο 19ο αιώνα άρχισαν να συστηματοποιούνται οι ανασκαφές, να διευρύνεται το επιστημονικό ενδιαφέρον, να τελειοποιούνται οι μέθοδοι και η τεχνική και να αποκαλύπτεται πλουσιότατο υλικό για τη μελέτη αρχαίων πολιτισμών. Αυτή η ανοδική πορεία συνεχίζεται ως την εποχή μας, που διαθέτει τελειότατα μέσα για τις ανασκαφές.
Στην αρχή οι ανασκαφές απέβλεπαν στην εύρεση έργων και αντικειμένων τέχνης. Κατόπιν τα ενδιαφέροντα επεκτάθηκαν σε κάθε εύρημα της ανθρώπινης δραστηριότητας, στο χώρο και στην περίοδο που ερευνούνταν με τις ανασκαφές. Έτσι, διαπιστώθηκε ότι δεν έπρεπε να αποσπάται το οποιοδήποτε αρχιτεκτονικό εύρημα (τοίχος, θεμέλια κτλ.) από το ιστορικό του περιβάλλον, γιατί τότε γίνεται πολύ δύσκολη η χρονολόγησή του. Αυτή η διαπίστωση οδήγησε στην εφαρμογή της στρωματογραφικής τεχνικής στις ανασκαφές. Προχωρώντας από τη σημερινή επιφάνεια του εδάφους, ξεχωρίζουμε και χρονολογούμε τα διάφορα στρώματα και τα αντικείμενα που βρίσκουμε μέσα σ' αυτά, ως το παρθένο έδαφος-βράχο. Σήμερα η τεχνική διαθέτει ασύγκριτα μεγαλύτερες δυνατότητες και τελειότερες μεθόδους για τις ανασκαφές, όπως αεροφωτογραφίες για τους ερευνώμενους χώρους, μαγνητόμετρα για την εξέταση του εδάφους, εισαγωγή περισκόπιου σε τάφους και άλλους χώρους κάτω από το έδαφος, για να διαπιστωθεί τι αντικείμενα υπάρχουν και σε ποια θέση βρίσκονται, άνθρακα-14 για τη χρονολόγηση αντικειμένων κ.ά. Επίσης οι υποβρύχιες ανασκαφές, όπως και οι ανασκαφές με στοές, σε μεγάλο βάθος, χωρίς να θιγεί η επιφάνεια του εδάφους (όπως στη Σαντορίνη) έγιναν δυνατές χάρη στα σύγχρονα μέσα.
Οι σημαντικότερες ανασκαφές στον ελληνικό χώρο είναι: της Ολυμπίας (1831) από τους Γάλλους, της Ακρόπολης (1833) από τον Κυρ. Πιττάκη, των Μυκηνών από τον Ερρ. Σλίμαν (1874-1876), του Ορχομενού και της Τίρυνθας από τον ίδιο, της Κνωσού από το Άρθ. Έβανς (1896-1900) και προηγούμενα από τους Χατζιδάκη και Ξανθουδίδη, της Κύπρου (1869 κ.ε.) από τον Τσεσνόλα, της Θεσσαλίας (Σέσκλο και Διμήνι), Κυκλάδων, Ερέτριας, Τανάγρας, Λακωνικής, Μυκηνών, από το Δρ. Τσούντα, της Επιδαύρου και της Ακρόπολης από τον Καββαδία, των Παγασών, της Δημητριάδας και των Γόννων από τον Α. Αρβανιτόπουλο. Στους περισσότερους από αυτούς τους αρχαιολογικούς χώρους οι ανασκαφές συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Μετά την απελευθέρωση έγιναν ανασκαφές και σε άλλους χώρους από Έλληνες και ξένους, ιδίως από ξένες Σχολές: Αμερικανική (Ακρόπολη Αθηνών και γύρω χώρος, Αγορά κ.ά.), Γαλλική (Δήλος, Δελφοί κ.ά.), Γερμανική (Ολυμπία κ.ά.), Ιταλική (Λήμνος κ.ά.). Στη Βόρεια Ελλάδα σημαντικές ανασκαφές διενεργήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, τη Βεργίνα Ημαθίας από το Μ. Ανδρόνικο, την Πέλλα, την Έδεσσα, τη Βέροια, τη Θάσο, τους Φιλίππους, το Δίο, το Μακρύγιαλο, τα Λευκάδια της Νάουσας (Μίεζα), την Όλυνθο, την Αμφίπολη, τα Στάγιρα, την Αιανή, τα Άβδηρα, τη Μεσημβρία της Θράκης, τη Μαρώνεια, τη Σαμοθράκη κ.α.
Η επέκταση της διερεύνησης του εδάφους ξεπέρασε τα καθαρά αρχαιολογικά ενδιαφέροντα, περιέλαβε και παλαιοντολογικά και άλλα και έτσι δημιουργήθηκαν νέοι κλάδοι: η προϊστορική αρχαιολογία, η παπυρολογία (ανασκαφή για ανεύρεση παπύρων), η οστρακολογία (μελέτη των γραπτών μνημείων πάνω σε όστρακα, δηλαδή αγγεία και θραύσματά τους) κ.ά.
Ανασκαφές έχουν γίνει και γίνονται σε πολλές περιοχές όλης της Γης. Γνωστές είναι οι ανασκαφές της Τροίας (1870) από τον Ερρ. Σλίμαν, πολλών περιοχών της Μ. Ασίας και των χωρών της Μέσης Ανατολής (Αίγυπτος, Συρία, Παλαιστίνη, Ιορδανία, Ιράκ, Περσία), της Ιταλίας κ.ά. Στη Μεσοποταμία (Ιράκ) και την Ιορδανία ανασκαφές έφεραν στο φως πανάρχαια κτίρια και ολόκληρες πόλεις, ενώ στην Αμερική, τις Ινδίες, την Κίνα κ.α. οι ανασκαφές αποκάλυψαν πολύτιμα στοιχεία του αρχαίου πολιτισμού των ιθαγενών φυλών.
Χρονολόγηση. Ο προσδιορισμός της ηλικίας, η τοποθέτηση στο χρόνο γεγονότων, αντικειμένων κτλ. Πραγματοποιείται με διάφορα συστήματα και μέσα. Πολλές και διαφορετικές είναι, για παράδειγμα, οι τεχνικές που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό της ηλικίας των πετρωμάτων, των παλαιοντολογικών δειγμάτων, των αρχαιολογικών τοποθεσιών κτλ. Οι σχετικές τεχνικές χρονολόγησης χρονολογούν ένα δείγμα σε σχέση με ένα άλλο. Για παράδειγμα, η στρωματογραφία χρησιμοποιείται για να αποδείξει τη διαδοχή των απολιθωμάτων. Οι απόλυτες (ή χρονομετρικές) τεχνικές δείχνουν έναν απόλυτο υπολογισμό της ηλικίας και διακρίνονται σε δύο κύριες ομάδες. Η πρώτη εξαρτάται από την παρουσία κάποιου πράγματος που αναπτύσσεται με έναν εποχιακά διάφορο ρυθμό, όπως στη δενδροχρονολόγηση. Η άλλη χρησιμοποιεί μερικές μετρήσιμες αλλαγές που συμβαίνουν σε μια γνωστή αναλογία, όπως στη χημική χρονολόγηση, στη ραδιενεργή (ή ραδιομετρική) χρονολόγηση και στο θερμοφωτισμό.
Χρονολόγηση με κάλιο-αργό. Τεχνική χρονολόγησης ορισμένων πετρωμάτων που εξαρτάται από τη μεταστοιχείωση του ραδιοϊσότοπου κάλιο-40, σε αργό-40, μια διαδικασία με ημιπερίοδο ζωής περίπου 1,27x1010 χρόνια. Βασίζεται στην υπόθεση ότι όλο το αργό-40 που σχηματίζεται σε ορυκτά τα οποία φέρουν κάλιο, συσσωρεύεται σε αυτό και ότι όλο το αργό που υπάρχει σχηματίζεται από τη μεταστοιχείωση του καλίου-40. Υπολογίζεται το σύνολο του καλίου-40 και του αργού-40 στο δείγμα και στη συνέχεια το δείγμα χρονολογείται με βάση μαθηματικούς υπολογισμούς.
Χρονολόγηση με λεπτά αργιλικά ιζηματογενή στρώματα. Μια απόλυτη τεχνική χρονολόγησης η οποία χρησιμοποιεί λεπτά αργιλικά ιζηματογενή στρώματα που ονομάζονται varve. Τα στρώματα αυτά υπάρχουν κυρίως στη Σκανδιναβία και έχουν αλλεπάλληλους φωτεινούς δακτυλίους για τις παύσεις του χειμώνα και του καλοκαιριού αντίστοιχα. Τα περισσότερα από αυτά βρέθηκαν στη σειρά πετρωμάτων του πλειστόκαινου, όπου οι άκρες των πετρωμάτων μπορούν να συσχετιστούν με την ετήσια υποχώρηση του στρώματος του πάγου, αν και σχηματίζονται varve μερικές φορές και σήμερα. Υπολογίζοντας τα varve είναι δυνατόν να σχηματιστεί μια απόλυτη χρονολογική κλίμακα για απολιθώματα ηλικίας 20.000 χρόνων.
Χρονολόγηση με ουράνιο-μόλυβδο. Ομάδα μεθόδων χρονολόγησης συγκεκριμένων πετρωμάτων που εξαρτάται από τη μεταστοιχείωση των ραδιοϊσοτόπων ουράνιο-238 σε μόλυβδο-206 (ημιπερίοδος ζωής 4,5x109 χρόνια) ή από τη μεταστοιχείωση του ουρανίου-235 σε μόλυβδο-207 (ημιπερίοδος ζωής 7,1x108 χρόνια). Μια μορφή της χρονολόγησης με ουράνιο-μόλυβδο εξαρτάται από τον υπολογισμό του μεγέθους της αναλογίας του ποσού του ηλίου που είναι παγιδευμένο στο πέτρωμα με το ποσό του ουρανίου που είναι παρόν (εξαιτίας του γεγονότος ότι η μεταστοιχείωση ελευθερώνει 8 σωματίδια άλφα). Μια άλλη μέθοδος ανεύρεσης της ηλικίας των πετρωμάτων είναι να υπολογιστεί η αναλογία του ραδιογενούς μολύβδου (Ρb-206, Pb-207, Pb-208) που είναι παρών σε μη ραδιογενή μόλυβδο (Pb-204). Αυτές οι μέθοδοι δίνουν αξιόπιστα αποτελέσματα για ηλικία της σειράς 107-109 χρόνια.
Χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα. Μέθοδος υπολογισμού των ηλικιών αρχαιολογικών δειγμάτων βιολογικής προέλευσης. Ως αποτέλεσμα της κοσμικής ακτινοβολίας και του βομβαρδισμού με νετρόνια ένας μικρός αριθμός πυρήνων ατμοσφαιρικού αζώτου συνεχώς μετατρέπεται σε ραδιενεργούς πυρήνες άνθρακα-14. Μερικά από αυτά τα ραδιενεργά άτομα λαμβάνονται από τα ζώντα δέντρα και τα άλλα φυτά με τη μορφή του διοξειδίου του άνθρακα κατά τη φωτοσύνθεση. Όταν τα δέντρα κόβονται, η φωτοσύνθεση σταματάει και η αναλογία των ραδιενεργών ατόμων προς τα σταθερά άτομα άνθρακα αρχίζει να μειώνεται, καθώς οι ραδιενεργοί πυρήνες ελαττώνονται. Η αναλογία σε ένα δείγμα μπορεί να μετρηθεί, και έτσι γίνεται δυνατός ο υπολογισμός του χρόνου ο οποίος έχει παρέλθει από τότε που το δέντρο κόπηκε. Έχει αποδειχθεί ότι η μέθοδος αυτή δίνει σταθερά αποτελέσματα για δείγματα ηλικίας ως περίπου 40.000 ετών, αν και η ακρίβειά της εξαρτάται από τις παραδοχές σχετικά με την παρελθούσα πυκνότητα της κοσμικής ακτινοβολίας. Η τεχνική αναπτύχθηκε από τον Ουίλαρντ Φρανκ Λίμπι και τους συνεργάτες του το 1946-1947.
Χρονολόγηση με ρουβίδιο-στρόντιο. Μέθοδος χρονολόγησης γεωλογικών δειγμάτων που βασίζεται στη φθορά του ραδιοϊσοτόπου ρουβιδίου-87 μέσα στο σταθερό ισότοπο στρόντιο-87. Το φυσικό ρουβίδιο περιέχει 27,85% ρουβίδιο-87 το οποίο έχει ημιπερίοδο ζωής 4,7x1,011 χρόνια. Ο λόγος Pb – 87 / Sz – 87 σε ένα δείγμα δίνει έναν υπολογισμό της ηλικίας του (μέχρι μερικές χιλιάδες εκατομμύρια χρόνια).
Χρονολόγηση με σχιζογονία. Μέθοδος υπολογισμού της ηλικίας του γυαλιού και άλλων ανόργανων αντικειμένων από παρατηρήσεις στα ίχνη που δημιουργούνται μέσα σ’ αυτά από τη σχάση τεμαχίων των πυρήνων ουρανίου το οποίο περιέχουν. Με ακτινοβόληση των αντικειμένων με νετρόνια –για να προκαλέσουν σχάση– και συγκρίνοντας την πυκνότητα και τον αριθμό των ιχνών πριν και μετά την ακτινοβόληση είναι δυνατό να εκτιμηθεί ο χρόνος που έχει περάσει από τη στερεοποίηση του αντικειμένου.
Χρονολόγηση χημική. Απόλυτη τεχνική χρονολόγησης που βασίζεται στον υπολογισμό της χημικής σύνθεσης ενός είδους. Η χημική χρονολόγηση μπορεί να χρησιμοποιείται, όταν το είδος είναι γνωστό ότι παθαίνει χημική αλλαγή σε επίσης γνωστή κλίμακα. Π.χ. ο φωσφόρος στα θαμμένα οστά αντικαθίσταται αργά από φθοριούχα ιόντα που υπάρχουν στην εδαφική υγρασία. Υπολογισμός της αναλογίας φθορίου που υπάρχει μας δίνει μια πρόχειρη εκτίμηση του χρόνου παραμονής των οστών στο έδαφος. Μια άλλη ακριβέστερη μέθοδος βασίζεται στο γεγονός ότι τα αμινοξέα στους ζωντανούς οργανισμούς είναι L- οπτικά ισομερή. Μετά το θάνατο αλλοιώνονται, και η ηλικία των οστών μπορεί να υπολογισθεί με τη μέτρηση της παρουσίας D- και L- αμινοξέων.
Σλίμαν, Ερρίκος (1822-1890). Γερμανός αρχαιολόγος, γνωστός κυρίως για τις αρχαιολογικές ανασκαφές του στην Τροία και στις Μυκήνες. Γεννήθηκε στο Νόιμπουκοφ του Μέκλεμπουργκ και ήταν γιος διαμαρτυρόμενου ιερέα. Πέρασε τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια γεμάτα δυσκολίες και περιπέτειες. Αναγκάστηκε να εργαστεί για ένα διάστημα βοηθός σε παντοπωλείο, ενώ λίγο αργότερα μπαρκάρισε σε ένα πλοίο που ταξίδευε στη Ν. Αμερική. Το πλοίο ναυάγησε και ο Σλίμαν βρέθηκε στο Άμστερνταμ, για να προσληφθεί σε λίγο υπάλληλος σε ένα μεγάλο εμπορικό οίκο. Στο Άμστερνταμ, όταν τα οικονομικά του βελτιώθηκαν, βρήκε την ευκαιρία να ασχοληθεί συστηματικά με την εκμάθηση ξένων γλωσσών, ασχολία που δεν εγκατέλειψε ούτε αργότερα, όταν το κατάστημα στο οποίο εργαζόταν τον έστειλε ως αντιπρόσωπο στην Πετρούπολη (1846). Στην τότε ρωσική πρωτεύουσα με την ακμαία και δραστήρια ελληνική παροικία βρήκε την ευκαιρία να μάθει τα αρχαία και τα νέα ελληνικά, ενώ παράλληλα απέκτησε σημαντική περιουσία. Αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή του και την περιουσία του στο μεγάλο του πάθος για τη μελέτη και την έρευνα.
Σε μια εποχή που οι σοφοί ιστορικοί της χαρακτηρίζονταν για τις υπερκριτικές τους θέσεις απέναντι στα ομηρικά έπη, ο Σλίμαν ξεκίνησε να τα επαληθεύσει. Ταξίδεψε δύο φορές στην Ελλάδα (1859 και 1860) ως περιηγητής, για να εγκατασταθεί σε λίγο μόνιμα στο Παρίσι αποφασισμένος να μελετήσει αρχαιολογία (1864-1868). Το 1868 ήρθε για τρίτη φορά στην Ελλάδα, παντρεύτηκε τη Σοφία Καστρωμένου και άρχισε την πρώτη του έρευνα στην Ιθάκη. Απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της πρώτης αρχαιολογικής δραστηριότητάς του (ο συνεργάτης του Ντέρπφελντ οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η ομηρική Ιθάκη είναι η σημερινή Λευκάδα), ταξίδεψε στην Τουρκία και άρχισε τις ανασκαφές στο λόφο Χισαρλίκ, όπου πίστευε πως ήταν θαμμένη η ομηρική Τροία. Αυτή τη φορά στάθηκε τυχερός. Και αν ακόμα δεν κατάφερε να ταυτίσει σωστά την ομηρική Τροία με μια από τις εφτά –όπως πίστευε ο ίδιος– αλλεπάλληλες Τροίες (νεότερες έρευνες τις θεωρούν εννιά), εργάστηκε ως το θάνατό του πάνω στα ερείπια της Τροίας. Την 1η Αυγούστου 1890 η σκαπάνη των εργατών που ο ίδιος πλήρωνε έπεσε πάνω σε ένα σύνολο από ανεκτίμητα αρχαιολογικά ευρήματα. Για να αποκτήσει την κυριότητα των ευρημάτων αυτών πλήρωσε στη σουλτανική κυβέρνηση 55.000 χρυσά φράγκα. Στη σύγχρονη εποχή όλα τα ευρήματά του βρίσκονται στο Αρχαιολογικό μουσείο του Βερολίνου, όπου δωρήθηκαν από τον ανασκαφέα, εκτός από μια μικρή συλλογή –αγγείων κυρίως– που εκθέτονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών (δωρεά Σοφίας Σλίμαν).
Στις Μυκήνες, που ανέσκαψε το 1874 και 1876, έφερε στο φως τον πρώτο ταφικό περίβολο με τους έξι τάφους, μέσα από την Πύλη των Λεόντων. Ένα πλήθος από κτερίσματα χρυσά, ασημένια, ελεφαντοστέινα και πήλινα συνόδευαν τους νεκρούς. Μόνο τα χρυσά ζυγίζουν στο σύνολο τους περίπου 15 κιλά (φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών). Ο Σλίμαν πίστεψε πως βρήκε τους τάφους του Αγαμέμνονα και των άλλων θυμάτων του Αίγισθου. Οι σύγχρονοί του αρχαιολόγοι ήταν της γνώμης ότι τα λαμπρά αυτά κτερίσματα ανήκαν σε τάφους αρχηγών βάρβαρων επιδρομέων της μεσαιωνικής εποχής κλεμμένα, ποιος ξέρει από ποιους λαούς.
Το 1878 επέστρεψε στην Ιθάκη και συνέχισε τις ανασκαφές του στη θέση Αετός. Το 1881 ανακάλυψε στον Ορχομενό, όπως πίστευε, το θησαυρό του Μινύα (ένα μυκηναϊκό θολωτό τάφο) και στα 1884-1885 έσκαψε στην Τίρυνθα, όπου με συνεργάτη τον αρχιτέκτονα Ντέρπφελντ έφερε στο φως το βασιλικό μέγαρο με τα γύρω του διαμερίσματα. Πέθανε στο πλοίο, στη Νεάπολη της Ιταλίας, καθώς γύριζε στην Αθήνα. Τον έθαψαν στην Αθήνα, όπου από χρόνια είχε εγκατασταθεί στο νεοκλασικό μέγαρο που έχτισε ο ίδιος ονομάζοντάς το Ιλίου Μέλαθρον, στο οποίο από το 1999 στεγάζεται το Νομισματικό Μουσείο.
Παρ’ όλες τις επικρίσεις που δέχτηκε ο Σλίμαν για τον τρόπο των ανασκαφών του (αντιεπιστημονικές, θησαυροθηρικές κ.ά.), καθώς και για τα συμπεράσματά του, που τα παρουσιάζει στις δημοσιεύσεις του («Μυκήναι» 1878, «Ίλιον» 1881 κ.ά.), η σύγχρονη αρχαιολογική επιστήμη αναγνωρίζει την ανεκτίμητη προσφορά του.
Βέντρις, Μάικελ (1922-1956). Άγγλος αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος. Ήταν μόλις 18 χρόνων, όταν δημοσίευσε το πρώτο του άρθρο για τη μινωική γραφή. Το 1953 διατύπωσε τα πορίσματά του στο περιοδικό «Εφημερίδα των Ελληνικών Σπουδών» (αμερικανικό), όπου αποκρυπτογραφούσε τη λεγόμενη γραμμική γραφή Β, σε συνεργασία με τον Τζον Τσάντγουικ. Με την αποκρυπτογράφηση που πέτυχε ο Μ. Βέντρις έγινε δυνατή η ανάγνωση των επιγραφών της μυκηναϊκής εποχής. Σκοτώθηκε μόλις 34 ετών σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, το 1956. Σε συνεργασία με τον Τσάντγουικ δημοσίευσαν τα έργα «Μαρτυρίες για την ύπαρξη ελληνικής διαλέκτου στα μυκηναϊκά αρχεία» (1953) και «Γραπτές μαρτυρίες στη μυκηναϊκή ελληνική» (1956).
ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΣΤΗ ΒΕΡΓΙΝΑ
Το 1855 ένας ιερέας της περιοχής οδήγησε το Γάλλο αρχαιολόγο Εζέ (Leon Heuzey) σε φυσικό εξώστη στις βόρειες παρυφές των Πιερίων. Εδώ ο Εζέ ανακάλυψε το ανάκτορο της Βεργίνας. Το ανέσκαψε το 1861. Ο ίδιος ανέσκαψε και τον πρώτο μεγάλο μακεδονικό τάφο της περιοχής, που δυστυχώς έχει καταστραφεί.
Το 1938 ο Κ. Ρωμαίος, καθηγητής της αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ανακάλυψε έναν ακόμη μακεδονικό τάφο με ναόσχημη πρόσοψη. Εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο του τάφου αυτού, που χρονολογείται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. και ήταν συλημένος, είναι ο επιβλητικός μαρμάρινος θρόνος.
Ένας από τους φοιτητές-βοηθούς του Κ. Ρωμαίου, ο Μ. Ανδρόνικος, σαράντα χρόνια αργότερα ολοκλήρωσε την ανασκαφή του ανακτόρου, ταύτισε τη Βεργίνα με τις Αιγές, που ως τότε τοποθετούνταν στην Έδεσσα, και ανακάλυψε ασύλητο τον τάφο του βασιλιά Φιλίππου Β΄, του πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο ίδιος διακεκριμένος αρχαιολόγος ανακάλυψε δύο ακόμη βασιλικούς τάφους, το θέατρο των Αιγών, τα τείχη της πόλης, το ναό της Εύκλειας κ.ά.
Ο τάφος του Φιλίππου ανακαλύφθηκε (1977) κάτω από μια τεράστια τεχνητή τούμπα με διάμετρο 110 μ. και ύψος 12 μ. Φαίνεται πως τη δημιούργησε ο Αντίγονος Γονατάς (276-239 π.Χ.) μετά την επιδρομή του Πύρρου στη Μακεδονία (274-273 π.Χ.). Οι Γαλάτες στρατιώτες του Πύρρου, λεηλατώντας άγρια τις Αιγές, δε σεβάστηκαν ούτε τους βασιλικούς τάφους. Είναι θαύμα πώς σώθηκε αυτός του Φιλίππου και, για να μη συληθεί στο μέλλον, καλύφθηκε με τεράστιο όγκο χωμάτων κι έμεινε θαμμένος εκεί είκοσι τρεις αιώνες.
Ο εξαιρετικά μεγάλος αυτός τάφος (έχει μήκος 9,50 μ., πλάτος 5,56 μ., ύψος 5,30 μ.) περιλαμβάνει τη μεγαλόπρεπη πρόσοψη, προθάλαμο και κύριο θάλαμο.
Στον προθάλαμο του τάφου υπάρχει μαρμάρινη σαρκοφάγος. Σ’ αυτή φυλασσόταν η μικρότερη από τις δύο χρυσές λάρνακες, βάρους 8,250 κιλών, κοσμημένη με δωδεκάκτινο ανάγλυφο ήλιο. Περιείχε οστά, ίσως της βασίλισσας Κλεοπάτρας, τελευταίας συζύγου του Φιλίππου, τυλιγμένα σε χρυσοπόρφυρο ύφασμα, με χρυσό διάδημα στεφανωμένα. Το ύφασμα είναι το πολυτελέστερο αρχαίο ύφασμα που βρέθηκε ως τώρα και το διάδημα το πιο ωραίο από τα γνωστά αρχαία κοσμήματα.
Στο θάλαμο σώθηκε και άλλη μαρμάρινη σαρκοφάγος. Αυτή έκρυβε το μέγα εύρημα, τη χρυσή λάρνακα με τα οστά του Φιλίππου. Έχει βάρος 10,8 κιλά, πόδια λιονταριού, πλούσιο διάκοσμο στις πλευρές και λαμπρό το δεκαεξάκτινο ήλιο –έμβλημα των Αργεαδών– ανάγλυφο στο κάλυμμα. Τα οστά στεφάνωνε βαρύτιμο χρυσό στεφάνι με 313 φύλλα βελανιδιάς και 68 βελανίδια. Γύρω από τη σαρκοφάγο βρίσκονταν η κατεστραμμένη κλίνη, ο χρυσοποίκιλτος θώρακας, η περίφημη χρυσελεφάντινη τελετουργική ασπίδα, άλλη ασπίδα πολεμική, το κράνος με ανάγλυφο το κεφάλι της Αθηνάς, το ξίφος, έξι αιχμές δοράτων, κνημίδες και άλλα σκεύη.
Εκπληκτικά είναι τα 14 ελεφαντοστέινα κεφάλια, απομεινάρια από διάκοσμο της βασιλικής κλίνης. Ανάμεσά τους διακρίνονται εκείνα του Φιλίππου Β΄, του Μ. Αλεξάνδρου, της Ολυμπιάδας. Θαυμάσια είναι τα ανάγλυφα του Διονύσου, του Σιληνού κ.ά.
Οι επιτύμβιες στήλες, που βρέθηκαν κομματιασμένες στη Μεγάλη Τούμπα, αποτελούν επίσης σημαντικά ευρήματα. Χρονολογούνται από το 350 ως το 275 π.Χ., προέρχονται από τάφους απλών πολιτών και όλες –εκατοντάδες στήλες– φέρουν τα ονόματα νεκρών Μακεδόνων. Όλα είναι ελληνικά, πολλά μάλιστα τοπικά μακεδονικά, ασυνήθιστα στη Νότια Ελλάδα. Σε πολλές στήλες αναγράφεται και το πατρώνυμο του νεκρού: ΞΕΝΟΚΡΑΤΗΣ ΠΙΕΡΙΩΝΟΣ, ΑΔΥΜΟΣ ΚΛΕΩΝΥΜΟΥ, ΑΡΠΑΛΟΣ ΠΕΥΚΟΛΑΟΥ κ.ά.
Ο λεγόμενος Τάφος της Περσεφόνης βρέθηκε συλημένος κοντά στον Τάφο του Φιλίππου. Χρονολογείται στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα και ανήκε μάλλον σε γυναίκα. Μοναδικές είναι οι τοιχογραφίες αυτού του τάφου. Στους τρεις τοίχους του, πάνω στη ζωφόρο, θαυμάσια διακοσμημένη με γρύπες και άνθη, σε εκπληκτική σύνθεση εικονίζεται η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα.
Ο Τάφος του Πρίγκιπα είναι ο δεύτερος μακεδονικός τάφος που βρέθηκε ασύλητος. Η πρόσοψή του έχει πολλά κοινά με εκείνη του τάφου του Φιλίππου. Από την κλίνη του τάφου σώθηκε ένα ελεφαντοστέινο ανάγλυφο. Παριστάνει τον Πάνα να οδηγεί έναν άνδρα και μια γυναίκα και χαρακτηρίστηκε ως το αριστούργημα της ελληνικής μικρογλυπτικής.
Από άλλο μεγάλο γειτονικό τάφο βρέθηκε η εντυπωσιακή πρόσοψη, η μόνη με ελεύθερη κιονοστοιχία.
Στο γειτονικό κτήμα Μπέλλα, κοντά σε άλλο μεγάλο τάφο, που είχε ανασκάψει στα 1861 ο Λ. Εζέ και από τον οποίο, όπως αναφέραμε, σχεδόν τίποτε δεν απέμεινε, ανακαλύφθηκαν τρεις μακεδονικοί και ένας κιβωτιόσχημος τάφος, που χρονολογούνται στην ελληνιστική εποχή. Όλοι ήταν συλημένοι.
Το Νεκροταφείο των Τύμβων, νεκρόπολη με περισσότερους από 300 μικρούς τύμβους, τεράστιο, απλώνεται στα ανατολικά των βασιλικών τάφων, ανάμεσα στη Βεργίνα και τα Παλατίτσια. Οι τάφοι, που καλύπτουν αυτοί οι τύμβοι, χρονολογούνται από την πρώιμη εποχή του σιδήρου (11ος-8ος αι. π.Χ.) ως το 2ο π.Χ. αιώνα.
Το Ηρώο, δίπλα στον τάφο του Φιλίππου, ήταν ιερό αφιερωμένο στη λατρεία του μεγάλου νεκρού.
Το θέατρο των Αιγών ανασκάφτηκε το 1981. Η μεγάλη ορχήστρα του έχει διάμετρο 28 μ. Οι κερκίδες ήταν ξύλινες. Μόνο η πρώτη σειρά ήταν από πωρόλιθο. Στο θέατρο αυτό δολοφονήθηκε ο Φίλιππος Β΄ (336 π.Χ.) και αναγορεύτηκε βασιλιάς ο Μ. Αλέξανδρος.
Ο ναός της Εύκλειας είναι μικρός με πρόδομο και σηκό στα βόρεια του θεάτρου. Στη βάση αγάλματος, στη δυτική πλευρά του ναού, υπάρχει η αναθηματική επιγραφή: ΕΥΡΥΔΙΚΑ ΣΙΡΡΑ ΕΥΚΛΕΙΑ. Ήταν προσφορά της Ευρυδίκης, μητέρας του Φιλίππου Β΄, στη θεά Εύκλεια.
Το ανάκτορο των Αιγών σε υπερκείμενο πλάτωμα αποτελούσε ενιαίο συγκρότημα με το θέατρο και το ναό, στην περιοχή των οποίων πρέπει να βρισκόταν και η αγορά της πόλης. Το επιβλητικό αυτό οικοδόμημα πρέπει να χτίστηκε στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. και εντυπωσιάζει με το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του. Έχει μήκος 104,5 μ. και πλάτος 88,5 μ. και καλύπτει επιφάνεια 9.248 τ.μ. Το ανατολικό τμήμα του πιθανόν να ήταν διώροφο. Σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς υπήρχε στοά με δωρική κιονοστοιχία, θαυμάσιος εξώστης προς την πόλη και την πεδιάδα. Εδώ βρέθηκε η επιγραφή: ΗΡΑΚΛΗΙ ΠΑΤΡΩΩΙ, δηλαδή στον ΠΑΤΡΩΟ ΗΡΑΚΛΗ, το γενάρχη των Μακεδόνων βασιλέων. Ο χώρος ήταν επίσης ιερός.
Έχουν ανακαλυφθεί επίσης αρκετά τμήματα από τα ισχυρά τείχη των Αιγών και έχει εντοπιστεί η Ακρόπολη.
Το 1998 ανακαλύφθηκαν δύο ακόμη μακεδονικοί τάφοι στην περιοχή, ενώ το 2000 ανακαλύφθηκαν νέα ευρήματα στον τάφο της Εύκλειας.
Το 2001 ανακαλύφθηκε έμβλημα σε θραύσμα κεραμιδιού με το κεφάλι αίγας που ενισχύει την ταύτιση της Βεργίνας με τις Αιγές.
Νέα τεχνητή Μεγάλη Τούμπα, στη θέση του αρχαίου τύμβου, κάλυψε και πάλι τους Βασιλικούς Τάφους και τους προστατεύει από τις καιρικές μεταβολές. Κάτω από αυτήν έχει διαμορφωθεί μοναδικό στο είδος του υπόγειο «μουσείο», σαν κυψέλη, με ειδικές θέσεις για τους τάφους, μουσειακούς χώρους κ.ά., όπου φυλάγονται το χρυσό βασιλικό διάδημα, ο θώρακας και οι περικνημίδες του Φιλίππου Β΄ και άλλα ευρήματα.
Βεργίνας δημοτικό διαμέρισμα. Δημοτικό διαμέρισμα του δήμου Βεργίνας του νομού Ημαθίας. Έχει έναν οικισμό και 1.246 κατοίκους
Ανδρόνικος, Μανόλης (1919-1992). Έλληνας αρχαιολόγος. Γεννήθηκε στην Προύσα της Μ. Ασίας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου τελείωσε το γυμνάσιο. Σπούδασε κλασική αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, από όπου αποφοίτησε το 1940. Στη συνέχεια διορίστηκε καθηγητής μέσης εκπαίδευσης στο Διδυμότειχο της Θράκης. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής διέφυγε στη Μέση Ανατολή, όπου κατατάχθηκε στρατιώτης στις ελληνικές δυνάμεις. Μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως καθηγητής σε ιδιωτικό γυμνάσιο. Την ίδια χρονιά διορίστηκε επιμελητής αρχαιοτήτων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Το 1952 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα «Ο Πλάτων και η Τέχνη», την οποία δημοσίευσε το 1984. Στα 1954-55 παρακολούθησε στην Οξφόρδη μαθήματα ειδίκευσης κοντά στο διάσημο αρχαιολόγο σερ Τζον Μπίζλεϊ. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1957 διορίστηκε υφηγητής της αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με τη μελέτη του για τα «Λακωνικά ανάγλυφα», και το 1964 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα, όπου και παρέμεινε έως το 1983. Από τη θέση του ως επιμελητή και ως εφόρου αρχαιοτήτων πραγματοποίησε πολλές ανασκαφές σε διάφορες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπως στη Βέροια, το Κιλκίς, τη χερσόνησο της Χαλκιδικής, τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο οι έρευνές του είχαν επικεντρωθεί στη Βεργίνα, στην οποία για πρώτη φορά εργάστηκε ως φοιτητής κοντά στο δάσκαλό του Κων. Α. Ρωμαίο, η διδασκαλία του οποίου στάθηκε αποφασιστική για το μέλλον και την εξέλιξη του Μ. Ανδρόνικου.
Από το 1951 ο Ανδρόνικος ανέσκαψε στη Βεργίνα συνολικά 32 τύμβους της πρώιμης εποχής του σιδήρου (1000-700 π.Χ.). Τα αποτελέσματα των ανασκαφών αυτών είναι δημοσιευμένα σ’ έναν ογκώδη τόμο με τίτλο: «Βεργίνα Ι. Το Νεκροταφείο των τύμβων».
Οι συστηματικές ανασκαφές στη Μεγάλη Τούμπα ξεκίνησαν το 1976. Το 1977 οι εντατικές έρευνες έφεραν στο φως δύο τάφους και τα θεμέλια ενός οικοδομήματος, του «Ηρώου». Ο μεγαλύτερος από τους δύο τάφους ήταν ασύλητος και τα πλούσια ευρήματά του οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι ήταν βασιλικός. Η χρονολόγησή του, που τοποθετείται στο τρίτο τέταρτο του 4ου π.Χ. αιώνα επιβεβαίωσε την υπόθεση ότι πρόκειται για τον τάφο του Φιλίππου Β’, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Και οι δύο τάφοι κοσμούνται με θαυμάσιες τοιχογραφίες, που αποτελούν εξαιρετικά και μοναδικά δείγματα της κλασικής ελληνικής ζωγραφικής. Το 1978 αποκαλύφθηκε άλλος ένας ασύλητος μακεδονικός τάφος, ο «Τάφος του Πρίγκιπα», με σημαντικά ευρήματα. Η αποκάλυψη των βασιλικών τάφων ενίσχυσε την άποψη ότι στη Βεργίνα πρέπει να τοποθετηθεί η πρώτη πρωτεύουσα των Μακεδόνων, οι Αιγές.
Από το 1979 και έπειτα οι τομές στο κέντρο του τύμβου έδειξαν πως δεν υπάρχουν άλλοι μνημειακοί τάφοι κάτω από την επίχωσή του.
Το 1981 εγκαινιάστηκε η ανασκαφή στον τύμβο του αγρού Μπέλλα, κοντά στα Παλατίτσια, που έφερε στο φως τρεις μακεδονικούς τάφους και έναν μικρό ασύλητο κιβωτιόσχημο ελληνιστικής εποχής. Στη συνέχεια άρχισε η συστηματική ανασκαφή στην ακρόπολη και τα τείχη του αρχαίου οικισμού, ενώ εντοπίστηκε παράλληλα το θέατρο των Αιγών.
Ο Μ. Ανδρόνικος συνέχισε να εργάζεται στη Βεργίνα έως το 1991.
Πέρα από την αρχαιολογική του δραστηριότητα, αξιόλογη ήταν η παρουσία του στην πνευματική ζωή της χώρας. Υπήρξε πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βόρειας Ελλάδας, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής της UNESCO, πρόεδρος του Αρχαιολογικού Συμβουλίου, ισόβιος εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, μέλος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη», του ελληνικού τμήματος της AICA και άλλων σωματείων.
Έχει πάρει μέρος σε πολλά διεθνή αρχαιολογικά συνέδρια και έχει δώσει διαλέξεις ως προσκαλεσμένος καθηγητής σε διάφορα πανεπιστήμια της Ευρώπης.

No comments:

Post a Comment