Tuesday, June 16, 2009

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Μ Α Κ Ε Δ Ο Ν Ι Α

Βασιλέας Μακεδονίας καί έβδομος απόγονος τού ιδρυτού τής Μακεδονικής δυναστείας Περδίκκα, ήτο ό Αλέξανδρος ό Α΄ (Ηρόδοτος VΙΙΙ 137). Τρείς αδελφοί απόγονοι τού Ηρακλείδου Τημένου, ό Γαυάνης, ό Αεροπός καί ό Περδίκκας, αναχωρήσαντες έξ’άργους ήλθον είς Μακεδονίαν όπου ό Περδίκκας δημιούργησε τήν Μακεδονική τυραννίδα «Από τούτου δή Περδικκέω Αλέξανδρος ώδε εγένετο, Αμυνταίο παίς ήν Αλέξανδρος, Αμύντης δέ Αλκετέω, Αλκετέω δέ πατήρ ήν Αεροπός, τού δέ Φίλιππος, Φιλίππου δέ Αργαίος, τού δέ Περδίκκης, ό Κλησάμενος τήν Άρχην». Ό Περδίκκας εβασίλευσε τό 729-678πχ καί αυτού ό 7ος απόγονός είναι ό Αλέξανδρος Α΄. Ή πρωτεύουσα ήτο ή Έδεσσα πού αργότερα ονομάσθη Αιγαί ( λόγω τών καταρρακτών). Περίφημος Βασιλέας τής Μακεδονίας ήτο ό Αρχέλαος, ό οποίος εφονεύθη όταν είς τάς Αθήνας έπιε τό κώνειο ό Σωκράτης. Τότε άρχισε ή άνοδος τού Μακεδονικού στρατού. Στήν Μακεδονία έγραψε μάλιστα ό Ευριπίδης τά τελευταία έργα του. Στήν Μακεδονική αυλή ήρθαν μουσικοί (Τιμόθεος), ζωγράφοι (Ζεύξις) όπου εκόσμησαν τά ανάκτορα στήν Πέλλαν ή οποία έγινε ή πρωτεύουσα, λόγω τής πλησιεστέρας θέσεώς της στήν θάλασσα. Όλες γενικά οί πόλεις όπως ή Κόρινθος καί αί Αθήναι, πρίν τήν ακμή των, συγκέντρωναν ανθρώπους τού πνεύματος, οί οποίοι αναβάθμιζαν τόν δημόσιο βίο τών πολιτών. Τό Δίον έγινε ή Μακεδονική Ολυμπία. Εκεί ήτο ή κατοικία τών Πιερίδων Μουσών καί ό τάφος τού Ορφέως. Από τό 359-336πχ ανέλαβε ό Φίλιππος ώς επίτροπος τού νεαρού ανηψιού Αμύντου, υιού τού Περδίκκα φονευθέντος είς τινά μάχην κατά τών Ιλλυριών. Νέα πηγή πλούτου ήταν τά χρυσωρυχεία καί αργυρωρυχεία τού Παγγαίου. Τό 356πχ ό Φίλιππος παραμέρισε τόν ανηψιό του καί αφού εξασφάλισε τά βοριοδυτικά καί ανατολικά σύνορά του, έφθασε έως τάς Θερμοπύλας καί τόν Παγασητικόν κόλπον. Ό Φίλιππος ώς στόχο είχε τήν ένωση όλων τών Ελλήνων. Αντίθετος σ’αυτήν τήν ιδέα ήταν ό Δημοσθένης ό Αθηναίος. Ό Φίλιππος έμαθε στρατηγική από τόν Πελοπίδα καί τόν Επαμεινώνδα. Ώς τακτική ό Φίλιππος ήθελε νά κάνει συμμάχους τούς δυνατούς, νά δωροδοκεί τούς μέτριους καί νά εξοντώνη τούς αδυνάτους. Όπου υπήρχαν αντιπαραθέσεις επαινέβαινε ώς διαιτητής, μετά ώς προστάτης καί μετά ώς κύριος. Ό Πείθων ήτο ό εκπαιδευτής τών ανδρών του. ό Φίλιππος γιά πρώτη φορά εδημιούργησε στρατιωτικό επιτελείο. Ή Μακεδονική Φάλαγγα μέ 4000 άνδρες, είχε λόχο μέ 16 άνδρες, διαρχία μέ 32 άνδρες, τριαρχία μέ 64 άνδρες καί τετραρχία μέ 128 άνδρες. Τό σύνταγμα πού είχε τέσσερεις τετραρχίες καί δύο συντάγματα ήταν μία χιλιαρχία. Δημιούργησε πεζικό μέ 10000 άνδρες. Γιά ηγετικά στελέχη ό Φίλιππος έψαχνε σέ όλη τήν Ελλάδα. Τό ναυτικό του είχε 160 πλοία. Τό 349πχ κατέλαβε τήν Όλυνθο καί έφθασε στόν Δούναβη καί τόν Ελλήσποντο. Εξόντωσε τόν Βασιλέα τής Ηπείρου Αρρίβα καί έφθασε στήν Ανδριατική. Σέ Πανελλήνιο συνέδριο υπεσχέθη νά ελευθερώση τήν Ιωνία. Τό συνέδριο εγένετο στήν Κόρινθο όπου καί υπογράφη ή Φιλοκράτειος ειρήνη, μεταξύ Φιλοκράτους καί Φιλίππου. Πρίν τήν τελική ειρήνη όμως οί δημαγωγοί Κλέων, Διοφάντης καί Δημοσθένης οδηγούσαν τά πράγματα σέ δεύτερο εμφύλιο. Ό Νόμαχος από τήν Φώκεα μέ 20000 άνδρες καί 500 ιππείς νίκησε σέ δύο μάχες τό Φίλιππο, αλλά τήν Τρίτη ό εκνευρισμένος Φίλιππος στό Αλμυρό, διέλυσε τόν στρατό τού Νόμαχου καί τόν ίδιο τόν σταύρωσε. Υπέρ τού Φιλίππου ήταν ό Δημάδης ό οποίος αντιμαχόταν στίς συνελεύσεις τόν Δημοσθένη καί τόν Υπερίδη οί οποίοι ήθελαν νά μήν ενωθούν οί Έλληνες.


Τό 338πχ οί Αθηναίοι, Κορίνθιοι, καί Μεγαρείς, ευρέθησαν στήν Βοιωτία όπου στήν μάχη τής Χαιρωνείας ό Φίλιππος νίκησε τούς Αθηναίους καί τούς συμμάχων αυτών. Οί Θηβαίοι πρός τιμήν τού ιερού λόχου, πού άπαντες έπεσαν, ανήγειρον μαρμάρινο λέοντα.
Μετά τήν νίκη τού Φιλίππου ή ηγεμονία τού Ελληνικού κόσμου μεταβιβάσθη είς τάς χείρας τών Μακεδόνων. Έν Κόρινθο λοιπόν υπεγράφη ή ειρήνη καί από τό 336πχ ό Φίλιππος άρχισε τήν προπαρασκευή τής εξτρατείας κατά τών Περσών.
Στήν Δύση όμως, τό 345πχ αντιπροσωπεία Συρακουσών φθάνει στήν Κόρινθο. Στήν Σικελία ό Διονύσιος ό νεώτερος είχε εκδιωχθή από τόν Δίονα. Ό Διονύσιος ανατρέπει τόν Δίονα καί ό Ικέτας πού ήτο υπέρ τού Δίονος ζήτησε βοήθεια από τούς Καρχηδονίους. Ή Καρχιδόνα βρήκε ευκαιρία λοιπόν νά κατακτήσει τήν Σικελία καί νά διαλύση τήν ισχυροτέρα πόλι της. Ή Κόρινθος ώς μητρόπολις έπρεπε νά βοηθήση. Ό Τηλεκλίδης από τούς πρώτους τής Κορίνθου, πρώτεινε τόν ό Τιμολέοντα.Ό Τιμολέων χωρίς μεγάλες δυνάμεις αλλά μέ πίστη είς τήν υπεροχή τών Ελλήνων επήγε, ίνα αντιμετωπίση τούς εχθρούς τών Ελλήνω στήν Σικελία.

Tρείς ήτο αί αρχαί τού Τιμολέοντος 441- 331πχ :
1. οί προδότες πρέπει νά θανατώνονται
2. Mέ τούς βαρβάρους πρέπει νά βρισκόμαστε πάντα είς πόλεμο
3. Oί ανίκανοι δέν πρέπει νά διοικούν.

Ό Τιμολέων μέ 10 πλοία ξεκινά γιά τήν νήσον τής Περσεφόνης. Πρώτα έφθασε στό Ρήγιο όπου οί Καρχηδόνιοι πολιορκούσαν τίς Συρακούσες καί εμπόδιζαν τόν Τιμολέοντα. Σέ μία συνάντηση μέ τήν πρεσβεία τών Καρχηδονίων, ενώ όλοι μιλούσαν στήν εκκλησία τού Δήμου, ό Τιμολέων μέσα στό πλήθος χάθηκε καί πήγε στό Ταυρομένιον, όπου ό εκεί Βασιλέας τόν εξόπλισε καί μέ τά πλοία ό Τιμολέων έφθασε στίς Συρακούσες. Ό Ικέτης καί ό Ομάγων μέ 10000 άνδρες να βρίσκονται έξω από τά τείχη, αιφνιδιάζονται από 1200 άνδρες τού Τιμολέοντος, ό οποίος διέλυσε τόν στρατό τού Ικέτη καί Ομάγων καί εισήλθε στήν πόλιν. Οί Καρχηδόνιοι απεχώρησαν καί ό Διονύσιος ό νεώτερος παραδίδει τήν πόλι καί τόν στρατό στόν Τιμολέοντα. Κατόπιν ό πρώτος φεύγει γιά τήν Κόρινθο. Ό Τιμολέων πηγαίνει στήν Κατάνη καί μαζεύει στρατό. Οί Συρακούσες ελεύθερες πλέον, κάνουν τόν Τιμολέοντα νά ακολουθήσει τούς Καρχηδόνιους. Εκείνοι στέλνουν τόν Ασρούβα καί τόν Αμύκλα μέ 200 πλοία, πολιορκητικές μηχανές, καί 70000 άνδρες. Ό Τιμολέων μέ 5000 άνδρες καί 1000 ιππείς πηγαίνει 8 ημέρες δρόμο από τήν Κατάνη. Λίγο πρίν τόν Κρυμησό ποταμό ό Τιμολέων παρακολουθεί τούς χιλιάδες Καρχηδονίους νά παιρνούν αργά τόν ποταμό. Ό Τιμολέον βλέποντας πώς ή φάλαγξ των είναι σέ διάλυση λόγω τής πορείας στόν ποταμό, διατάσσει επίθεση. Οί Ιππείς πρώτα από τά πλάγια καί τό πεζικό από τόν λόφο, όρμησαν κατά τών βαρβάρων. Οί Καρχηδόνιοι στήν αρχή απέκρουσαν τούς Έλληνες, αλλά όταν άρχισαν νά πολεμούν μέ ξίφη, ή τεχνική τών Ελλήνων υπερείχε τόσο πού ήταν σάν νά πολεμούν γυναίκες μέ άνδρες. Οί Καρχηδόνιοι βλέποντας τούς νεκρούς υποχωρούσαν. Ό πανικός πού τούς περιέβαλε έφερε ώς αποτέλεσμα 3000 νεκρούς Καρχηδόνιους, γιά πρώτη φορά (οί Καρχηδόνιοι πολεμούσαν μέ δούλους κυρίως). Από τούς 3000 αυτούς άλλοι στήν Καρχηδόνα όμοιοί των σέ δόξα καί σέ πλούτη δέν υπήρχαν. Γενικά πάνω από 10000 σκοτώθηκαν από τούς Καρχηδονίους, ενώ όπως λέγει ό Πλούταρχος πολλοί ήσαν καί αυτοί πού παραδόθησαν.

Μ Ε Γ Α Σ Α Λ Ε Ξ Α Ν Δ Ρ Ο Σ

«Αρχή γάρ όντως τού Νικάν τό Θαρρείν»
Πλούταρχος έν βίω Θεμιστοκλέους

«Ή τύχη Βοηθάει τούς Τολμηρούς»
Βιργίλιος
«Γιά νά σέ σεβαστούν νά κάνεις ότι ζητάς από τούς Άνδρες σου
όχι λιγότερα όχι περισσότερα»
Μ.Αλέξανδρος

Από τό 350πχ στήν Ηπειρωτική Ελλάδα ανήρχετο ή Μακεδονική αυτοκρατορία. Στήν Αθήνα υπέρ τού Φιλίππου καί τής ενώσεως ήταν ό στρατηγός καί πολιτικός Φωκίων (402-317πχ). Ό Φωκίων αποκαλούσε τούς αντιπάλους του «εφυές τίποτα». Εφάρμοζε τόν Ζήνωνα λέγοντας : «πρίν ομιλήσουν οί ρήτορες πρέπει νά σκέφτονται». Κάποτε ό Χαρικλής ό γαμπρός του οδηγήθηκε στό δικαστήριο γιά απάτη. Τότε ζήτησε από τόν Φωκίωνα νά τόν βοηθήσει, αλλά εκείνος τού είπε «εγώ σέ έκανα γαμπρό μου γιά τά δίκαια όχι γιά τά άδικα». Ό Φωκίων δέν ανεγνώριζε τήν αξία τής μάζας καί ιδιαίτερα δέν τού άρεσε νά τόν χειροκροτούν. Όταν ό Χαβρίας όταν τού έδωσε 20 πλοία γιά νά εισπράξη φόρους , εκείνος τού είπε : «άν πηγαίνω νά εισπράξω τούς φόρους μέ τήν βία δέν μού φθάνουν, άν πάλι πηγαίνω ειρηνικά είναι πολλά». Ό ίδιος ό Δημοσθένης τόν αποκαλούσε «κόπις τών λόγων μου». Ό Δημοσθένης ήταν ό μεγαλύτερος εχθρός τού Φιλίππου, αλλά στά λόγια Όταν ό Αντίπατρος ό Μακεδών ερχόταν στήν Αθήνα, εκείνος εξαφανιζόταν. Ό Δημοσθένης ήταν εκείνος πού οδήγησε τούς Αθηναίους στήν μάχη τής Χαιρωνείας καί μετά τό αποτέλεσμα αυτής αυτοκτώνησε. Στό Πανελλήνιο συνέδριο πού συμμετείχαν ό Κάσσανδρος, ό Φωκίων, ό Δημάδης, ό Ξενοκράτης, ό Δείναρχος καί άλλοι, ό Κάσσανδρος ανεκάλυψε τίς επιστολές τού Δημάδη κατά τών Μακεδόνων καί τόν σκότωσε. Κατά τών Μακεδόνων ήταν καί ό Αριστογείτων, ό οποίος παρακινούσε τούς Αθηναίους γιά πόλεμο κατά τών Μακεδόνων. Κατά τήν προετοιμασία όμως τών Αθηναίων γιά πόλεμο, ό Αριστογείτων εμφανίστη κουτσός. Τότε ό Φωκίων είπε : «γράψε καί τόν Αριστογείτονα χολένοντα καί πονώντα». Οί Αθηναίοι μετά από 45 εκλογές τού, καταδίκασαν τόν Φωκίωνα μέ ένα ψήφισμα τού Ανδοκίδου. Οί Αθηναίοι μετανιωμένοι τό 305πχ γεμίζουν τήν πόλιν μέ Ανδριάντες του καί καταδικάζουν είς θάνατο τόν Ανδοκίδη. Ό υιός του Φωκίωνα, ό Φώκος σκότωσε τούς Δημόφιλο καί Επίκουρο, συνεργάτες τού Ανδοκίδου.

Τρείς ήταν οί αρχές τού Φωκίωνος :
«όταν οί νέοι θέλουν,
οί πλούσιοι συνεισφέρουν καί οί πολιτικοί είναι τίμιοι,
τότε ή πόλις θά είναι δυνατή καί ικανή γιά όλα».






Αλέξανδρος Γ΄ ο Μέγας (356-323 π.Χ.), εγενήθη Στίς 21 Αυγούστου. Βασιλιάς της Μακεδονίας, γιος του Φιλίππου Β΄ και της Ολυμπιάδας. Γεννήθηκε στην Πέλλα και είναι ο άνθρωπος που κατά το δεύτερο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα κατέκτησε μεγάλο τμήμα της Ανατολής και έκανε τον ελληνικό πολιτισμό κοινό κτήμα του τότε γνωστού κόσμου.
Ο Μέγας Αλέξανδρος γεννήθηκε στη Μακεδονία, σε μια εποχή γεμάτη από εξωτερικούς κινδύνους και εσωτερικές ταραχές, και σε περιβάλλον που έβραζε από ακατάσχετα πάθη. Εσωτερικοί αγώνες και φόνοι για το θρόνο είχαν φέρει τον τόπο στο χείλος της καταστροφής. Αλλά και το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν ανάλογο. Οι γονείς του δε ζούσαν αρμονικά. Τον ανάθρεψαν ωστόσο με πολύ μεγάλη φροντίδα και αγάπη. Ο Φίλιππος Β΄ εξάλλου –έξοχος στρατιώτης– ήταν μια μεγάλη μορφή στην ιστορία του αρχαίου κόσμου. Υπήρξε ο αναμορφωτής του μακεδονικού στρατού και εξαίρετος πολιτικός και διπλωμάτης. Μητέρα του Αλέξανδρου ήταν η Ολυμπιάδα, κόρη του Νεοπτόλεμου, βασιλιά των Μολοσσών, μια ισχυρή γυναικεία μορφή. Ήταν φιλόδοξη, φίλαρχη, αδίστακτη και ανυποχώρητη. Πρόσφορη σε θεϊκές καταληψίες και ενθουσιασμούς υπήρξε μέλος ενός ορφικού θιάσου, που τελούσε στα βουνά οργιαστικές τελετές για το Διόνυσο. Ο Αλέξανδρος της έτρεφε μεγάλη αδυναμία. Όσον αφορά το γενεαλογικό του δέντρο, ξέρουμε πως από την πλευρά του πατέρα του ήταν Ηρακλείδης, καταγόταν δηλαδή από τον Ηρακλή, μέσω του Κάρανου, ενώ από τη μητέρα του ήταν Αιακίδης και καταγόταν από τον γιο του Αχιλλέα Νεοπτόλεμο. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε πως ο Αλέξανδρος πήρε από τη φυλή του τη φυσική, πνευματική και ψυχική ρωμαλεότητά του, από τον πατέρα του τις μεγάλες πολιτικές και στρατιωτικές αρετές και από τη μητέρα του τη θυελλώδη ορμητικότητα, την περηφάνια, τη φιλοδοξία και έναν κάποιο μυστικισμό.
Και οι δύο γονείς του φρόντισαν με ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή τη διαπαιδαγώγηση του μικρού Αλέξανδρου, γι’ αυτό και κατά διαστήματα συγκεντρώνονταν στη μακεδονική βασιλική αυλή μεγάλες προσωπικότητες του αρχαίου κόσμου. Ο πρώτος δάσκαλος που είχε αναλάβει τη γενική ευθύνη για την αγωγή του ήταν ένας Ηπειρώτης, συγγενής της Ολυμπιάδας, με το όνομα Λεωνίδας. Η επιλογή αυτή ήταν στην ουσία η θέληση της Ολυμπιάδας. Ωστόσο ο Λεωνίδας δε συμμορφώθηκε με το δικό της πνεύμα και τα δικά της ήθη. Η μόρφωσή του μπορεί να ήταν πολύ ισχνή, αλλά είχε «αυστηρό ήθος». Ο Αλέξανδρος φοβόταν τα μάτια του, που τον παρακολουθούσαν παντού, ακόμα και όταν κοιμόταν. Παιδαγωγική μέθοδος του Λεωνίδα ήταν η σκληραγωγία. Το βασιλόπουλο, σύμφωνα με τον Ηπειρώτη παιδαγωγό, έπρεπε να διδαχτεί την «ολιγάρκεια», την αποχή και από τις παιδικές ακόμη χαρές. Ωστόσο ο Αλέξανδρος κατάλαβε αργότερα ότι ο Λεωνίδας δεν ήθελε το κακό του. Το 332 π.Χ., μάλιστα, του έστειλε από τη Συρία, όπου βρισκόταν, δώρα σε ένδειξη ευγνωμοσύνης.
Μαθήματα σε ειδικές σφαίρες γνώσεων έδωσαν στον Αλέξανδρο άλλοι δάσκαλοι. Ανάμεσά τους ήταν ο Φιλίσκος, που ακολούθησε τον Αλέξανδρο και σε κάποιες εκστρατείες, και πιθανότατα ο διάσημος μαθηματικός Μέναιχμος.
Ο Φίλιππος ωστόσο πίστευε πως ο γιος του χρειαζόταν ένα δάσκαλο που θα τον οδηγούσε στην ύψιστη σφαίρα της παιδείας. Είχε συλλάβει καλά το χαρακτήρα του γιου του. Είχε διαγνώσει ότι τον άκαμπτο μικρό Αλέξανδρο, που αντιστεκόταν σε κάθε βίαιη αγωγή, δεν έκαμπτε παρά μόνο ο λόγος και διαισθάνθηκε ότι τα όπλα του λόγου και του νου, κανένας άλλος δε θα μπορούσε να χειριστεί καλύτερα από τον Αριστοτέλη, ο οποίος στον «Προτρεπτικόν» του είχε ήδη χαράξει το δρόμο προς τη φρόνηση. Έτσι, όταν ο Αλέξανδρος ήταν 13 ετών –ένα ατίθασο αγόρι– ο Φίλιππος προσέλαβε ως δάσκαλό του τον Αριστοτέλη, ο οποίος του ενέπνευσε ιδιαίτερα την αγάπη για την ελληνική ποίηση. Με δάσκαλο τον Αριστοτέλη, ο Αλέξανδρος αγάπησε με πάθος τα γράμματα και τις επιστήμες. Ιδιαίτερα αγάπησε και θαύμασε τους ήρωες του Ομήρου και χαρακτηριστικό είναι το προσκύνημα που πραγματοποίησε στην ακρόπολη του Ιλίου. Αναφέρεται ότι είχε πάντα μαζί του την «Ιλιάδα» και στους ήρωές της έβλεπε τα πρότυπα της ελληνικής αρετής, φιλοδοξώντας να φανεί αντάξιός τους. Ο Αριστοτέλης ξύπνησε στον Αλέξανδρο την ορμή για τις μεγάλες πράξεις. Αυτός του εξευγένισε τα πάθη. Λένε ότι σεβόταν τόσο το δάσκαλό του, που έλεγε χαρακτηριστικά: «Στους γονείς μου οφείλω το ζην, αλλά στο δάσκαλό μου το ευ ζην». Το ίδιο ενδιαφέρον έδειξε ο Αλέξανδρος και για τις τέχνες. Ο αγαπημένος του καλλιτέχνης, που ήταν από τον ίδιο εξουσιοδοτημένος να τον αποδίδει με τη σμίλη του, ήταν ο Λύσιππος. Στην ερμαϊκή στήλη του Αζάρα σώζονται τα βασικά χαρακτηριστικά του σπουδαιότερου ανδριάντα του Αλέξανδρου.
Από πολύ μικρός ο Αλέξανδρος έδειξε την ευφυΐα και την πολυπραγμοσύνη του. Το πρώτο του κατόρθωμα σημειώθηκε στην ηλικία των 12 χρόνων, όταν έφεραν στο Φίλιππο ένα μεγάλο ατίθασο άλογο, το Βουκεφάλα, το οποίο κανείς δεν μπορούσε να δαμάσει. Το επεισόδιο με το Βουκεφάλα φανερώνει την εξαιρετική τόλμη και την εξυπνάδα του Αλέξανδρου. Όταν παρατήρησε πως το άλογο τρόμαζε από την ίδια τη σκιά του, το έστρεψε προς τον ήλιο και έτσι μπόρεσε να το δαμάσει και να το ιππεύσει. Το Βουκεφάλα τον πήρε αργότερα ο Αλέξανδρος στη μεγάλη του εκστρατεία και, όταν το άλογο πέθανε, έκτισε προς τιμή του μια πόλη, την Αλεξάνδρεια Βουκεφάλα.
Την πρώτη του εμπειρία, σε ό,τι αφορά την πολεμική τέχνη, την απέκτησε ο Αλέξανδρος έφηβος, σε ηλικία μόλις 16 χρόνων, όταν ο Φίλιππος, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του κατά του Βυζαντίου, εμπιστεύτηκε στο γιο του την αντιβασιλεία, γεγονός που έδωσε στο νεαρό πρίγκιπα την ευκαιρία να επιτεθεί κατά του θρακικού φύλου των Μαίδων και να ιδρύσει την πρώτη πόλη που έφερε το όνομά του («Αλεξάνδρου Πόλις»). Αλλά και αργότερα, στη μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.), ο Φίλιππος έδωσε στο 18χρονο Αλέξανδρο την ευκαιρία να διευθύνει την αποφασιστικής σημασίας επίθεση των 2.000 «εταίρων» του διαλεχτού ιππικού του.
Ο Αλέξανδρος μπήκε ουσιαστικά στην παγκόσμια ιστορία σε ηλικία 20 χρόνων. Μετά τη δολοφονία του Φιλίππου, στις αρχές φθινοπώρου του 336 π.Χ., ο Αλέξανδρος αναγνωρίστηκε από τη συνέλευση του στρατού ως διάδοχος του θρόνου και επομένως ως νόμιμος βασιλιάς. Ο νεαρός Αλέξανδρος δήλωσε αμέσως στους Μακεδόνες ότι μόνο το όνομα του βασιλιά άλλαξε στο κράτος και τίποτε άλλο. Το παρελθόν του εξάλλου και κυρίως ορισμένα χαρακτηριστικά γεγονότα, όπως η διπλωματικότητα με την οποία είχε αντιμετωπίσει ως αντιβασιλιάς, 16 μόλις χρόνων, την πρεσβεία των Περσών στην αυλή της Πέλλας, η νίκη που πέτυχε μόνος εναντίον των Μαίδων αργότερα και ιδιαίτερα η σπουδαία συμβολή του στη μάχη της Χαιρώνειας, είχαν ήδη εδραιώσει το κύρος του στο μακεδονικό στρατό. Αναμφισβήτητα την άνοδό του στο θρόνο βοήθησε αποτελεσματικά η νομιμοφροσύνη που έδειξαν απέναντί του οι δύο διακεκριμένοι στρατηγοί συνεργάτες του πατέρα του, ο Αντίπατρος και ο Παρμενίων. Οι ανταπαιτητές του θρόνου, που θα μπορούσαν να γίνουν επικίνδυνοι για τον Αλέξανδρο κατά τη διεξαγωγή του πολέμου εναντίον των Περσών, παραμερίστηκαν και ο ίδιος εκδικήθηκε τη δολοφονία του πατέρα του με τη εκτέλεση των ενόχων. Είναι γεγονός πως μόλις έφτασε στην Ελλάδα η είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου, άρχισαν να εκδηλώνονται στην κεντρική και νότια Ελλάδα απελευθερωτικές κινήσεις, με σκοπό την απαλλαγή από τη μακεδονική ηγεμονία. Ιδιαίτερα στην Αθήνα, ο Δημοσθένης, υποτιμώντας το νεαρό βασιλιά, αναζωπύρωνε τις ελπίδες για την ίδρυση της αθηναϊκής ηγεμονίας, παρά το ότι οι Έλληνες ήταν δεσμευμένοι απέναντι στον Αλέξανδρο και όφειλαν να τον αναγνωρίσουν ως ηγεμόνα τους, εφόσον είχαν συνάψει με το Φίλιππο «αιώνια» συνθήκη. Προκαλεί κατάπληξη ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε ο Αλέξανδρος τα μεγάλα προβλήματα που είχε να επιλύσει, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Από την πρώτη εκείνη στιγμή φάνηκαν τα εξαιρετικά του χαρίσματα: η αποφασιστικότητα, η ταχύτητα στην ενέργεια και η σπουδαία πολιτική του σκέψη. Όταν πληροφορήθηκε τις εξεγερτικές κινήσεις εναντίον του, θέλοντας να προασπίσει και με πόλεμο ακόμα, αν το επέβαλε η ανάγκη, τα δικαιώματά του, εισέβαλε επικεφαλής του στρατού του στη νότια Ελλάδα. Ανακηρύχθηκε από τους Θεσσαλούς «άρχων» αλλά και «ηγεμών» της ελληνικής συμμαχίας έως ότου, το 336 π.Χ., ανακηρύχθηκε στο Συνέδριο της Κορίνθου στρατηγός αυτοκράτωρ της πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών. Είναι αξιοθαύμαστο το ότι σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στερέωσε την εξουσία του στη Μακεδονία, αντιμετώπισε με μεγάλη επιτυχία την αντίδραση που εκδήλωσαν εναντίον του οι άλλες ελληνικές δυνάμεις και με δύσκολες αλλά επιτυχείς επιχειρήσεις κατέπνιξε τις εξεγέρσεις των γειτονικών φύλων της Μακεδονίας: Θρακών, Τριβαλλών, Γετών και Ιλλυριών. Οι κινήσεις αυτές αρκούσαν για να εξασφαλιστεί η ησυχία στα μετόπισθεν, όταν ο Αλέξανδρος θα βρισκόταν στην Ασία.
Στήν Περσία ό Δαρείος διαδέχεται τόν Αρταξέρξη τήν ίδια χρονιά. Ό Μέγας Αλέξανδρος αγαπούσε τόσο τόν Αριστοτέλη πού έλεγε : «Είς τό πατέρα μου οφείλω τό ζήν, είς τόν δάσκαλό μου οφείλο τό εύ ζήν». Τίς περισσότερες εικόνες τού Αλεξάνδρου εποίησε ό Λύσιππος.

Είς συνέδριον στήν Κόρινθο, ό Μέγας Αλέξανδρος ανηγορεύθη Αυτοκράτωρ τών Ελλήνων.

Σέ ηλικία 22 ετών καί 1η Απριλίου 334πχ εξεστράτευσε εναντίον τών Περσών, διά νά εκδικηθή τά εγκλήματά των καί νά τούς καταστρέψη οριστικώς.
Οί Έλληνες ακολούθησαν τόν Αλέξανδρο πανστρατιά, εκτός τών Λακεδαιμονίων. Ό Αλέξανδρος μέ δύο Μεγάλες Φάλαγγες (16.348 έκαστη), 5000 ιππείς καί 100 πλοία (Αρριανός Α11) ξεκινά τήν εξτρατεία.
Περνά στήν Μ.Ασία καί φθάνει στήν Τροία. Εκεί προσφέρει θυσίες είς τήν Αθηνά καί κατόπιν μεγάλες προσφορές είς τόν τάφον τού Αχιλλέως.

Ό περίφημος συγγραφέας Jouguet στό έργο του “I Imperialisme Macedonien” γράφει :

«ότι όλα αυτά δέν ήταν θετρική επίδειξη αλλά απόρροια ειλικρινούς Ελληνικού ενθουσιασμού καί υπερηφάνειας, γιατί άνηκε στό θεϊκό γένος τών ηρώων καί ότι πλησίαζαν οί χρόνοι πού ήταν άξιοι ενός νέου Ομήρου».

Ό νέος Αχιλλέας έπαιρνε τά όπλα
γιά τόν πατροπαράδοτο αγώνα τών Ελλήνων
Η περσική αυτοκρατορία, εναντίον της οποίας άρχιζε τον πόλεμο ο Αλέξανδρος, είχε αποφύγει τη διάλυση και για μια ακόμη φορά είχε αποκατασταθεί στην παλιά της έκταση, χάρη στην ενεργητικότητα του Αρταξέρξη Γ΄ Ώχου, ο οποίος διέθετε ένα ανεξάντλητο στρατιωτικό δυναμικό. Το πρόβλημα ήταν αν και κατά πόσο θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν οι δυνάμεις αυτές στον κατάλληλο χρόνο και τόπο, αν λάβει κανείς υπόψη του τις τεράστιες αποστάσεις και το ελάχιστα αναπτυγμένο σύστημα στρατολογίας. Παρ’ όλα αυτά, η αριθμητική και ποιοτική υπεροχή του περσικού στόλου, με την οποία ο Πέρσης βασιλιάς είχε την αναμφισβήτητη κυριαρχία στη θάλασσα, ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη για τον Αλέξανδρο. Είχε δηλαδή στη διάθεσή του ο Πέρσης μονάρχης το εξαιρετικό ναυτικό των Φοινίκων και των Κυπρίων, ενώ ο Αλέξανδρος στα 400 πλοία των Περσών μπορούσε να αντιπαρατάξει μόνο 160. Από αυτά λοιπόν τα δεδομένα προέκυψε η μεγαλοφυής βασική στρατηγική σκέψη του Αλέξανδρου να καταλάβει σε πρώτη φάση, με το πεζικό του, όλες τις περσικές ακτές στη Μεσόγειο θάλασσα, πριν κατευθυνθεί στο εσωτερικό. Έτσι, πέρασε στην Ασία με στρατό μόνο 30.000 πεζούς και 5.000 ιππείς. Αν και ο στρατός του ήταν μικρός σε αριθμό, ο Αλέξανδρος διαπνεόταν από ακλόνητη πίστη για τη νίκη. Η πίστη του αυτή άλλωστε βασιζόταν στην αυτοπεποίθηση που τον διέκρινε και στην εμπιστοσύνη που είχε στο στρατό του· ο στρατός που του άφησε ο πατέρας του Φίλιππος Β’ ήταν ο καλύτερος του κόσμου.
Ό Δαρείος μέ 300000 άνδρες συναντά τόν Αλέξανδρο στόν Γρανικό ποταμό. Μία έκ τών φαλάγγων είχε διοικητή τών Αλέξανδρο. Εκείνος διατάζει επίθεση καί επιτίθεται από τά δεξιά ενώ διά ήχους σαλπίγγων καί αλαλαγμούς πρός τόν Ευάλιον Άρη, διήλθαν οί Έλληνες τόν ποταμό καί αναπτύσσων τήν φάλαγγά του λοξώς, χτύπησαν τούς Πέρσες. Κατά τήν μάχη έσπασε τό δόρυ τού Αλεξάνδρου, αλλά ό στρατηγός Κλείτος ήτο πλεισίον του καί βοήθησε τόν Βασιλέα. Τό Περσικό ιππικό απεκόπη από Θεσσαλούς καί Ιλλυριούς καί διαλύθη. Γιά πρώτη φορά 1000 ιππείς σκοτώνονται σέ μία μάχη. Ή γραμμή τών Περσών εξασθενεί καί ή Μακεδονική φάλαγγα συντρίβει τούς Πέρσες. Οί 18000 νεκροί καί 2000 αιχμάλωτοι ήταν μεγάλο πλήγμα γιά τό ηθικό τών Περσών. Σπουδαίοι Πέρσες πέθαναν όπως οί Νιφάδης, Πετήνης, Σπιθριδάτης, ό γαμπρός τού Δαρείου Μιθριδάτης καί ό υιός αυτού Αρβουπάλης, ό Μιθροβουλάνης, ό Ωμάρης, ό αδελφός τής γυναίκας τού Δαρείου Φαρνάκης καί άλλοι. Από τήν μεριά τών Ελλήνων σκοτώθηκαν 85 ιππείς καί 50 πεζοί, αριθμοί βεβαίως απίστευτοι. Οί Αιολικές καί Ιωνικές πόλεις ελευθερώθησαν καί τό ηθικό τών Ελλήνων υψώθη. Κατόπιν ό Φρούραρχος τών Σάρδεων παρέδωσε τήν πόλιν στόν Αλέξανδρο, ενώ όλες οί πόλεις κατελήφθησαν έως τό Γόρδιον, παρά τόν ποταμόν Σαγγάριον. Τήν άνοιξη τού 333πχ ό Αλέξανδρος κατέλαβε τήν Ταρσόν καί εκεί επληροφορήθη τάς κινήσεις τού Δαρείου. Κατόπιν ό Αλέξανδρος εστρατοπέδευσε είς Μυρίανδρον, ενώ ό Δαρείος μετέβη είς Ισσόν όπου σκότωσε τούς τραυματίες καί ασθενείς Έλληνες στρατιώτας. Ό Αλέξανδρος οδήγησε τόν στρατό του στόν ποταμό Πίνδαρο καί συνάντησε τόν Δαρείο.
Η λαμπρή νίκη του Αλέξανδρου, στην πρώτη του αυτή σύγκρουση με τον περσικό στρατό στο Γρανικό, ήταν το προμήνυμα και των άλλων θριάμβων του, που οδήγησαν στην κατάλυση του περσικού κράτους. Έτσι εισβάλλει στην Ασία όχι μόνο ως στρατηγός της συμμαχίας, αλλά προπαντός ως βασιλιάς της Μακεδονίας που ήθελε να επεκτείνει την κυριαρχία του. Γι’ αυτό άρχισε να κυβερνά αμέσως τα εδάφη που είχε καταλάβει, ως βασιλιάς.

Την άνοιξη του 333 π.Χ. ο Αλέξανδρος προχώρησε ως την Κιλικία. Προηγουμένως, στο Γόρδιο της Φρυγίας, έκοψε με το ξίφος του, σύμφωνα με την παράδοση, το «γόρδιο δεσμό». Εκεί όμως αρρώστησε εξαιτίας του λουτρού που έκανε στα παγωμένα νερά του ποταμού Κύδνου και διέκοψε για αρκετό διάστημα την εκστρατεία. Μετά την ανάρρωσή του, κατευθύνθηκε προς την πεδιάδα της Ισσού. Εκεί, ο στρατός του και εκείνος των Περσών βρέθηκαν ο ένας παράλληλα με τον άλλο, χωρίς να το έχουν καταλάβει. Ο Αλέξανδρος, με την απεριόριστη πίστη του στη νίκη, είχε αποκλείσει εντελώς το ενδεχόμενο της ήττας.
Ό Ελληνικός στρατός αριθμούσε 30 χιλιάδες άνδρες ενώ ό Περσικός 600 χιλιάδες. Πρίν τήν μάχη ό Αλέξανδρος έφιππος διήλθε ανάμεσα από τούς άνδρες του καί τούς ενεψύχωσε. Κατόπιν οδήγησε τήν φάλαγγα μέ βήμα αργό γιά νά μήν διασπαστή. Οί Πέρσες τοξότες τούς θεώρησαν εύκολο στόχο καί δέν βιάσθηκαν. Τότε ό Αλέξανδρος ανέπτυξε ταχύτητα, απέφυγε τούς τοξότας καί κατέπληξε τούς Πέρσες. Αμέσως τά αριστερά τών Περσών ετράπησαν σέ φυγή, ενώ τά δεξιά τών Ελλήνων υποχωρούσαν, καθώς τό κέντρο λόγω τών αποκρήμνων ακτών εδημιούργησε κενό μεταξύ τών «σωμάτων». Ό υιός τού Σελεύκου Πτολεμαίος καί 120 Μακεδόνες πέφτουν μαχόμενοι. Ό Αλέξανδρος υπερέβαλε εαυτόν καί διά πλαγίου εισβολής απέκοψε τούς Πέρσας. Τήν ίδια στιγμή σκληρά ιππομαχία συνήφθη μεταξύ Θεσσαλικού ιππικού καί Περσικού. Οί Έλληνες στό κέντρο μέ τήν βοήθεια τού αριστερού άκρου κατέσφαξαν τό κέντρο τού Δαρείου καί ανάγκασαν αυτόν νά φύγη. Μόλις οί Πέρσες είδαν τόν Βασιλέα των νά υποχωρή, υποχώρησαν καί εκείνοι. Τό στρατόπεδο τού Δαρείου εκυριεύθη, ενώ ή οικογένεια τού Δαρείου καί οί ευγενείς συνελήφθησαν άπαντες. Οί απώλειες τών Περσών έφθαναν τούς 100 χιλιάδες πεζούς καί 10 χιλιάδες ιππείς, ενώ τών Ελλήνων τούς 350 πεζούς καί 150 ιππείς. Μετά τήν έν Ισσώ μάχη όλοι οί λαοί στόν δρόμο τού Αλεξάνδρου υπέκυπταν χωρίς αντίσταση. Ή Σιδώνα έπεσε αμαχητί, αλλά ή Τύρος παρ’όλο πού αντεστάθη, στό τέλος όμως έπεσε. Κατόπιν έπεσε ή Γάζα καί ό Αλέξανδρος επήγε στήν Αίγυπτον. Μετά 7 ημερών πορεία ό στρατός συνάντησε τόν Ηφαιστίωνα μέ τόν στόλο. Εκείθεν ό Αλέξανδρος προήλασε στήν Μέμφιδα καί Ηλιούπολιν. Μεταξύ τής θαλάσσης καί τής Μαρεώτιδος λίμνης έκτισεν τήν Αλεξάνδρειαν. Μετά τήν κατάκτηση καί οργάνωση τής Αιγύπτου, ό Αλέξανδρος εβάδιζε διά Παραιτωνίου, Αμμωνίου καί επανήλθε στήν Μέμφιν καί διά Τύρου καί Θαψάκου επροχώρησε πρός Τίγρην καί Ευφράτη.
Η νίκη στην Ισσό το 333 π.Χ. προκάλεσε στην Ελλάδα μεγάλη εντύπωση. Είναι χαρακτηριστικό πως τώρα, για πρώτη φορά, παρουσιάζεται ο Αλέξανδρος με αξιώσεις κατάκτησης όλης της περσικής αυτοκρατορίας.
Μετά την αποφασιστική νίκη του στη μάχη της Ισσού, ο Αλέξανδρος προέλασε στη Φοινίκη και την Παλαιστίνη, για να εδραιώσει την κατοχή των παραλίων της ανατολικής Μεσογείου. Πράγματι, αφού κυρίευσε, ύστερα από πολιορκία δύο μηνών, τη Γάζα, το 332 π.Χ., κατέλαβε την Αίγυπτο χωρίς να συναντήσει καμία απολύτως αντίσταση. Οι περσικές δυνάμεις κατοχής παραδόθηκαν άνευ όρων και ο λαός της Αιγύπτου, με τους ιερείς επικεφαλής, υποδέχτηκε τον Αλέξανδρο ως σωτήρα από τον περσικό ζυγό. Κέρδισε αμέσως τη συμπάθεια των Αιγυπτίων κυρίως χάρη στη θρησκευτική του ανεκτικότητα. Οι Αιγύπτιοι τον έστεψαν Φαραώ. Στην Αίγυπτο ο Αλέξανδρος ήθελε να ανοίξει το δρόμο για τον ελληνικό πολιτισμό. Πραγματικά ο δρόμος για τον ελληνισμό ανοίχτηκε για πάντα στην Αίγυπτο με την ίδρυση της Αλεξάνδρειας στις αρχές του 331 π.Χ.
Το κοσμοϊστορικό γεγονός της ίδρυσης αυτής της πόλης σημαδεύει την απαρχή μιας νέας –με χαρακτήρα όμως ελληνικό– μεγαλειώδους φάσης της ιστορίας της χώρας του Νείλου. Από τη Μέμφιδα έκανε ο Αλέξανδρος τη «ρομαντική» εκείνη πορεία προς την όαση του Άμμωνος Σίβα, η οποία είχε ήδη κατά την αρχαιότητα περιβληθεί με τους πιο διαφορετικούς μύθους και τις φανταστικές διηγήσεις. Στην πραγματικότητα η πορεία του αυτή δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με τα στρατηγικά σχέδια του Αλέξανδρου, αλλά οφείλεται στη βαθιά θρησκευτική του ανάγκη, πριν από τον επικείμενο αποφασιστικό αγώνα με το Δαρείο, να ρωτήσει για το μέλλον του το θεό Άμμωνα. Ο χαρακτηρισμός του, ως γιος του Άμμωνα, που του απηύθυνε ο προφήτης στο ιερό, εξ ονόματος του θεού, ήταν, όπως πίστευε ο Αλέξανδρος, αποκάλυψη του ίδιου του θεού. Εξάλλου ο ίδιος δήλωνε συχνά πως είχε μέσα του κάποια θεϊκή δύναμη, πράγμα που το πίστευε σε όλη του τη ζωή, χωρίς όμως ποτέ να θεσπίσει στην αυτοκρατορία τη λατρεία του προσώπου του ούτε να απαρνηθεί το φυσικό του πατέρα Φίλιππο.
Μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου, έχοντας εξασφαλίσει ο Αλέξανδρος απόλυτα τα νώτα του, στράφηκε προς το εσωτερικό του περσικού κράτους για την τελική αναμέτρηση με το Δαρείο.
Το 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος έφυγε από την Αίγυπτο για να εισβάλει πια στο εσωτερικό της Ασίας. Από τη Θάμψακο πορεύτηκε, χωρίς κανένα εμπόδιο, προς τον Ευφράτη. Στη συνέχεια, αφού διέσχισε τη βόρεια Μεσοποταμία, πέρασε τον ποταμό Τίγρη και παρέταξε το στρατό του σε θέση μάχης κατά του Δαρείου, στη μεγάλη πεδιάδα κοντά στο χωριό Γαυγάμηλα, την 1η Οκτωβρίου του 331 π.Χ.
Η περσική στρατιά στρατοπέδευσε κοντά στον ποταμό Βούμωδο. Ο Αλέξανδρος παρέταξε το στρατό του έτσι ώστε να αποτρέψει τον κίνδυνο υπερφαλάγγισής του από τον αριθμητικά υπέρτερο στρατό του αντιπάλου. Τοποθέτησε στα δύο άκρα της παράταξής του πλαγιοφυλακές από ιππείς και πίσω από την κύρια γραμμή μια δεύτερη τάξη από πεζούς.
Ό στρατός τού Δαρείου ανήρχετο σέ 1 εκατομύριο πεζικό, 40 χιλιάδες ιππείς, 200 άρματα καί 15 ελέφαντες. Ό Αλέξανδρος μέ 40 χιλιάδες άνδρες καί 7 χιλιάδες ιππείς παρετάχθη έμπροσθεν τού Δαρείου από τήν Δεξιά πλευρά τών Ελλήνων. Έφιππος διήλθε ανάμεσα από τούς άνδρες του, λέγοντας :
«σήμερον ήρθαμε εδώ ώς ελεύθεροι Έλληνες νά πολεμήσουμε γιά τήν ελευθερία καί τήν δόξα τής Ελλάδος, είς τό όνομα τούς Διός διατάσσω επίθεσιν»
Πρώτα οί Μήδοι εκτόξευσαν εκατομμύρια βέλη. Οί Έλληνες σηκώνουν τίς ασπίδες καί οί Φάλαγγες μένουν σέ διάταξη. Ό Παρμενίων φωνάζει κανένας νά μήν χαλάσει τήν Φάλαγγα, κανένας νά μήν φοβηθή, κανένας νά μήν υποχωρήση ούτε ένα μέτρο. Ό Αλέξανδρος δημιουργήσας ρήγμα διά τού ιππικού κατέπληξε τούς Πέρσας. Κατόπιν ό Αλέξανδρος προχωρούσε με το σύνολο των δυνάμεών του προς τα δεξιά καί δέχθηκε από το ιππικό του Βήσσου ισχυρή επίθεση, την οποία αντιμετώπισε μόνο με τις δυνάμεις της πλαγιοφυλακής. Στη συνέχεια, εισδύοντας με τις κύριες δυνάμεις του, εξαπέλυσε ορμητική επίθεση εναντίον των θέσεων του Δαρείου.
Τό κέντρο τών Ελλήνων δέχεται τήν πρώτη επίθεση 300000 Βαρβάρων. Οί φάλαγγες μένουν, οί ψηλοί βγαίνουν από τίς γραμμές χτυπώντας μέ πέτρες καί βέλη τούς ιππείς τών Περσών. Οί Σάρισες κατεβαίνουν καί οί Βάρβαροι πέφτουν πάνω των. Ή πρώτη γραμμή τών Βαρβάρων αποδεκατίζεται, οί Έλληνες προχωρούν καί ό Νέαρχος διατάζει τίς φάλαγγες νά ανοίξουν. Άρματα περνούν ανάμεσα καί οί Φάλαγγες κλείνουν καί ανασυγκροτούνται. Τό κέντρο στέκει, ενώ τά δεξιά προελαύνουν.
Ό Δαρείος χάνει τίς ελπίδες του καί επιτίθεται μέ ότι έχει στά αριστερά τών Ελλήνων. Ό Παρμενίων στά αριστερά επιέζετο, ανώ ό Αλέξανδρος φθάνει σέ απόσταση αναπνοής από τόν Δαρείο. Οί Βάρβαροι υποχωρούν σχεδόν σέ όλο τό μέτωπο, εκτός από τά αριστερά τών Έλλήνων , ένεκα τούτου ό Αλέξανδρος σταμάτησε τήν καταδίωξη τού Δαρείου πού υποχωρούσε καί βοήθησε τόν Παρμενίωνα.
Ο Πέρσης βασιλιάς υποχρεώθηκε να τραπεί σε φυγή. Από την πλευρά του αντίπαλου στρατού, Ινδοί και Πέρσες ιππείς εκμεταλλεύθηκαν αντίστοιχα το κενό που σχηματίστηκε στη μακεδονική φάλαγγα, πέρασαν από τη δεύτερη γραμμή και επιτέθηκαν στη φρουρά των σκευοφόρων. Σύντομα όμως τμήματα της δεύτερης αυτής γραμμής του Αλέξανδρου τους προσέβαλαν και τους ανάγκασαν να αποχωρήσουν.
Οί απώλειες τών Περσών ήσαν 30 χιλιάδες καί τών Ελλήνων 500 άνδρες. Νίκη εφώναξαν όλοι, νίκη, επιτέλους ή ανατολή στά χέρια τών Ελλήνων, ή Παγκόσμια Ιστορία αλλάζει.
Η μάχη στα Γαυγάμηλα, από τις σπουδαιότερες της αρχαίας ιστορίας, ήταν η μάχη «υπέρ ξυμπάσης της Ασίας», κατά την έκφραση του ίδιου του Αλέξανδρου. Τον πολυάριθμο στρατό του Δαρείου κατόρθωσε να κατανικήσει ο Αλέξανδρος, χάρη στην ποιοτική υπεροχή του στρατού του σε όλα τα επίπεδα, το εξαίρετο σχέδιο μάχης και την αριστοτεχνική διεύθυνσή της από τον ίδιο. Σε αυτή τη μάχη κρίθηκε οριστικά η τύχη της περσικής αυτοκρατορίας. Μετά τη νίκη του στα Γαυγάμηλα, ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε «βασιλεύς της Ασίας».
Αφήνοντας τα Γαυγάμηλα ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε προς τη Βαβυλώνα. Όταν πλησίασε στην πόλη, παρέταξε το στρατό του σε σχηματισμό μάχης. Ο Πέρσης σατράπης της Βαβυλώνας Μαζαίος, που είχε αγωνιστεί με γενναιότητα στη μάχη των Γαυγαμήλων, βλέποντας πόσο μάταιη θα ήταν η συνέχιση της αντίστασης, αποφάσισε να παραδώσει την πόλη. Όπως στην Αίγυπτο, έτσι και εδώ ο Αλέξανδρος έγινε δεκτός ως «βασιλεύς» της χώρας. Στη Βαβυλώνα άφησε το στρατό του να αναπαυθεί περίπου ένα μήνα. Ο ίδιος έδειχνε καθημερινά το σεβασμό του προς τους Βαβυλώνιους ιερείς και φρόντιζε την πόλη. Ασφαλώς η στάση του αυτή πρέπει να προξένησε στους εντόπιους μεγάλη εντύπωση. Είναι χαρακτηριστικό πως τον υποδέχτηκαν με μεγάλη επισημότητα οι άρχοντες, οι ιερείς και γενικά όλος ο πληθυσμός της πόλης.
Η τεράστια εντύπωση που έκανε στον Αλέξανδρο η Βαβυλώνα και η σημαντική γεωγραφική της θέση –σταυροδρόμι σπουδαίων εμπορικών δρόμων–, τον οδήγησαν στην απόφαση να την κάνει πρωτεύουσα του απέραντου βασιλείου του. Η παλιά πρωτεύουσα με τα λαμπρά κτίριά της, με την περίφημη Πύλη της Ιστάρ καί το παλάτι του Ναβουχοδονόσορα, προκάλεσε θαυμασμό και στους Έλληνες στρατιώτες.
Μετά τη Βαβυλώνα, ο Αλέξανδρος κατέλαβε τα Σούσα και στη συνέχεια την Περσέπολη, ενώ την ίδια περίοδο –γύρω στα τέλη φθινοπώρου του 331 π.Χ.– έλαβε την ευχάριστη είδηση ότι είχε αποκατασταθεί η ειρήνη στην Ελλάδα. Κύριος πλέον των αμύθητων θησαυρών των Περσών βασιλέων, ο Αλέξανδρος οργανώνει την κεντρική διοίκηση του απέραντου κράτους του και προελαύνει προς βορρά καταδιώκοντας το Δαρείο, αφού προηγουμένως καταλαμβάνει τις Πασαργάδες. Φτάνοντας στην περιοχή της Εκατομπύλου ο Αλέξανδρος βρίσκει το Δαρείο ήδη νεκρό, θύμα της προδοσίας των ηγεμόνων των ανατολικών σατραπειών.



Στά Σούσα εύρε 50000 τάλαντα αργύρου, καί πολλά αντικείμενα πού είχε κλέψει ό Ξέρξης από τάς Αθήνας. Μετά εβάδισε πρός Περσέπολιν καί Παρσαγάδας όπου ήταν ό τάφος τού Κύρου. Ό Αλέξανδρος διέταξε τόν Αριστόβουλο νά επισκευάση τόν τάφο καί νά τόν τακτοποιήση έκ νέου. Τήν άνοιξη τού 330πχ έφθασε στά Έκβατα, πρωτεύουσα Μυδίας, όπου εσυγκέντρωσε δυνάμεις καί οργάνωσε τά πάντα. Τότε ετράπη σέ καταδίωξη τού Δαρείου. Φθάσας παρά τήν Κασπίαν έμαθε πώς ό Σατράπης Βήσσος αιχμαλώτισε καί απήγαγε τόν Δαρείο στήν Βακτριανή, ίνα ανακηρύξη εαυτόν Βασιλέα. Ό Δαρείος μή δυνηθείς νά τόν ακολουθήση, ό Βήσσος τόν σκότωσε. Ό Αλέξανδρος εύρε τό πτώμα τού Δαρείου καί τό έστειλε στήν Περσέπολιν (πρωτεύουσα τών Περσών), όπου καί ανεγνωρίσθη (ό Αλέξανδρος) από τούς Πέρσας ώς Βασιλέας.
Στη συνέχεια, αφού έφερε το στρατό του στα Εκβάτανα, απέλυσε όλα τα στρατιωτικά τμήματα που προέρχονταν από τη νότια Ελλάδα. Αυτό σήμαινε ότι είχε εκπληρωθεί ο σκοπός της πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών, και είχε πάψει να ισχύει η ειδική εκείνη εξουσία που του είχε δοθεί από τους Έλληνες.
Μέσα στά επόμενα δύο χρόνια ό Έλλην Βασιλέας υπέταξε τήν Βακτριανήν καί Σογδιανήν, όπου καί νυμφεύθη τήν θηγατέρα τού Βασιλέα τών Βακτριανών, Ρωξάνη. Ό Αλέξανδρος προχώρησε καί νίκηση όποια φυλή αντιστεκόταν έως νά φθάσει στό τέλος τού κόσμου. Τό 327πχ μέ 120 χιλιάδες άνδρες διέβη τόν Ινδό όπου συνάντησε τόν Βασιλέα Πώρον όστις επαρατάχθη όπισθεν τού Υδάσπου ίνα εμποδίζει αυτόν.
Ο Αλέξανδρος, κατά το τέλος της άνοιξης του 327 π.Χ., αφού σταθεροποίησε τη θέση του, στράφηκε προς την Ανατολή, αρχίζοντας νέα μεγάλη εκστρατεία προς την Ινδία. Την εκστρατεία στην Ινδία ο Αλέξανδρος τη σκεφτόταν από καιρό. Η απόφαση αυτή αποτελούσε γενικότερα, πέρα από τους ψυχρούς υπολογισμούς των στρατιωτικών πλεονεκτημάτων και των υλικών ωφελειών, φυσική συνέχεια της ως τότε πορείας του Αλέξανδρου και οφειλόταν κυρίως στο χαρακτήρα του Μακεδόνα βασιλιά. Η εκστρατεία στην Ινδία, που αναμφίβολα στάθηκε το τελευταίο και το θρυλικότερο από τα κατορθώματα του Αλέξανδρου, μετά την εκστρατεία στο σημερινό Ιράν το 327 π.Χ., δείχνει ότι δεν ήταν ικανοποιημένος με την κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας στα τότε σύνορά της. Την επιχείρησή του ευνοούσε το γεγονός ότι στην Ινδία αντιμετώπιζε διάφορα φύλα χωρίς πολιτική ενότητα και μπορούσε να φέρει σε σύγκρουση το ένα εναντίον του άλλου. Αλλά ο Αλέξανδρος δεν ήταν μόνο πολεμιστής. Ο μαθητής του Αριστοτέλη είχε το πάθος του εξερευνητή για την ανακάλυψη νέων χωρών και το ζήλο του επιστήμονα για τη διεύρυνση των γεωγραφικών και άλλων γνώσεων της εποχής του. Επιθυμούσε να δει τον ωκεανό, τον οποίο θεωρούσε σύνορο του κόσμου, και να εξακριβώσει ιδιαίτερα αν ο Ινδός ποταμός ήταν πραγματικά ο Άνω Νείλος και αν η Ινδία ενωνόταν με την Αιθιοπία. Είχε μεγάλο ενδιαφέρον να γνωρίσει νέες ιδέες και διαφορετικούς πολιτισμούς. Γενικά γοητευόταν από το άγνωστο και το μυστηριώδες. Ήταν πραγματικά μια σημαντική στιγμή της ιστορίας, όταν για πρώτη φορά ήρθαν σε επαφή οι Έλληνες με τους Ινδούς, μια και ανοιγόταν τώρα ένας εντελώς νέος κόσμος.
Ο Αλέξανδρος επιδόθηκε με επιμέλεια στην προετοιμασία της εκστρατείας. Αφού συγκέντρωσε πληροφορίες για τη χώρα, κατέστρωσε το πλάνο των πολεμικών επιχειρήσεων και προχώρησε στη συγκρότηση ισχυρού εκστρατευτικού σώματος. Το σχέδιο ήταν στις γενικές του γραμμές απλό: προέλαση από την κοιλάδα του Κωφήνα ως τον Ινδό ποταμό με συντριβή των αντιστάσεων, όπου θα προβάλλονταν, διάβαση του Ινδού και των άλλων ποταμών με τοπικές συγκρούσεις και μεγάλες μάχες στην περιοχή αυτή, ανάλογα με το μέγεθος των δυνάμεων που θα αγωνίζονταν κάθε φορά.
Πράγματι, μετά τη συνάντηση των δύο τμημάτων του στρατού του, ο Αλέξανδρος πέρασε τον Ινδό, από τη γέφυρα που είχαν από πριν κατασκευάσει οι μηχανικοί του. Έπειτα από σφοδρές μάχες και επίπονες πολιορκίες υπέταξε ολοκληρωτικά τους Ινδούς της Πενταποταμίας πού έβρισκε μπροστά του. Η προέλαση συνεχίστηκε σκληρή αλλά θριαμβευτική, ώσπου ο στρατός του Αλέξανδρου έφτασε στον ποταμό Ύφαση. Εκεί όμως ήρθε αντιμέτωπος με την αμετάκλητη απόφαση των στρατιωτών του να μην προχωρήσουν ανατολικότερα.
Οί Ινδοί τών εκατομμυρίων ανδρών, καί εκατοντάδων πολεμικών ελεφάντων στάθηκαν στήν μεγαλυτέρα μάχη πού εγένετο στήν Ασία. Οί Ινδοί προσπαθούν νά αιφνιδιάσουν τόν Αλέξανδρο εκμεταλευομένοι τήν γνώση πού είχαν γιά τήν περιοχή. Ό Αλέξανδρος βλέποντας τούς ελέφαντες στέλνει τό ιππικό στό κέντρο πρίν τραπούν σέ φυγή οί Έλληνες. Οί ελέφαντες δέν υποχωρούν άν δέν νικηθούν καί αυτό είναι πρόβλημα. Ό Πτολεμαίος, ό Κρατερός είναι εκεί, ό Ηφαιστίων όλοι οί στρατηγοί τού Αλεξάνδρου προσπαθούν νά μήν διασπαστούν. Οί Ινδοί μοιάζουν ατελείωτοι, ενώ οί ελέφαντες ανίκητοι. Ό Αλέξανδρος μέ ένα μέρος τού ιππικού προσπαθή νά κόψη τάς γραμμάς τών Ινδών. Κατά τήν μάχη απομονώνεται καί κινδυνεύει. Ό Ελληνικός στρατός ανησυχεί, αλλά προχωρά. Ό Αλέξανδρος μάχεται μόνος καί τραυματίζεται. Τότε πανικός κυριεύει τούς Έλληνες, πού τρέχουν καί τόν υπερασπίζονται.
Ή μάχη είναι τρομερά οί Μακεδόνες πίπτουν ό ένας μετά τόν άλλο. Ήταν ή πιό αιματηρή μάχη πού έδωσε ποτέ, τό τέλος κάθε λογικής. Μετά από αυτήν τήν μάχη δέν γεννήθηκαν ξανά άνδρες.
Ό Αλέξανδρος ενίκησε καί αφού διέσχισε τήν πεδιάδα τών 5 ποταμών καί έφθασε πρό τού Υφάσιου καί σταμάτησε.
Ανέγηρε εκεί 12 βωμούς καί ίδρυσε τήν Νίκαια καί Βουκεφάλαν. Ό Νέαρχος μέ ισχυρόν στόλο διέπλευσε τόν Περσικό κόλπο καί τήν Αραβική θάλασσα. Τό ταξίδι τούτο διήρκεσε 3 μήνας.
Ο δρόμος της επιστροφής ήταν γεμάτος νέες περιπέτειες για τον Αλέξανδρο και τους συμπολεμιστές του. Έτσι, την άνοιξη του 323 π.Χ., αφού υπέταξε τους Κοσσαίους της οροσειράς του Ζάγρου, επέστρεψε στη Βαβυλώνα. Εκεί τον συνάντησαν πρέσβεις από όλα τα κράτη, ακόμα και από χώρες της μακρινής Δύσης, που είχαν έρθει για να υποβάλουν τα σέβη τους στο νέο κύριο της Ανατολής. Με πολύ εντατικούς ρυθμούς λαμβάνονταν τώρα τα τελευταία μέτρα για την αραβική εκστρατεία. Όχι μόνο στη Βαβυλώνα αλλά και στη Φοινίκη και την Κύπρο κατασκευάστηκαν νέα πλοία, τα οποία έπλευσαν κατά μήκος του Ευφράτη προς τη Βαβυλώνα, όπου κατασκευαζόταν μεγάλο πολεμικό λιμάνι. Ενώ λοιπόν η εκστρατεία προετοιμαζόταν με πυρετώδη ρυθμό, ο ακαταπόνητος βασιλιάς λάμβανε μέτρα για τη βελτίωση του αρδευτικού συστήματος, προκειμένου να ανακτήσει η Βαβυλωνία τη γονιμότητα του εδάφους που είχε πριν. Τελικά όλα ήταν έτοιμα ώστε να μπορεί να καθοριστεί η ημέρα της αναχώρησης. Ξαφνικά όμως αρρώστησε βαριά ο Αλέξανδρος.
Αφού χαιρέτισε με νεύματα τους Μακεδόνες συμπολεμιστές του, που περνούσαν ο ένας μετά τον άλλο από το κρεβάτι του.
Στο επίσημο ημερολόγιό του, στις «Εφημερίδες», βλέπουμε πόσο σκεφτόταν ακόμη την εκστρατεία και εξακολουθούσε να οργανώνει σχέδια, μέχρις ότου ήταν αδύνατο πλέον να μιλήσει.


Ό Μέγας Αλέξανδρος απέθανε σέ ηλικία 33 ετών αιφνιδίως, κατά τρόπο άγνωστο καί υπόπτο. Σήμερον πολλοί θεωρούν ότι απλά ασθένησε καί κατόπιν απέθανε.
Ή τελευταία λέξη τού Μεγάλου Αλεξάνδρου όταν ερωτήθη σέ ποιόν αφήνει τήν Βασιλεία του :
«Τώ Κρατίστω»

Οί Αιγύπτιοι καί οί Βαβυλώνιοι τόν υποδέχθησαν ώς ελευθερωτή, διότι ό ζυγός τών Περσών ήταν τόσο δυσβάσταχτος πού ό Άλέξανδρος τούς έσωσε.
Ό Αλέξανδρος επιχείρησε έναν οικουμενισμό βασισμένο σέ Ελληνικές αρχές. Ή Ελλάς είχε γεννήσει τήν ατομικότητα, τήν ιδιοκτησία καί τήν έννοια τού πολίτου. Ό Ανατολικός δεσποτισμός όμως δέν γνώριζε τήν παραμικρή προσωπική ελευθερία. Έτσι ό Άλέξανδρος ώς μαθητής τού Αριστοτέλους φέρνει στήν Ανατολή τήν έννοια τού πολίτου, ενώ μέχρι τότε υπήρχε ή γενικευμένη σκλαβιά
Κάρλ Μάρξ : Οί ανατολίτες, Πέρσες, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Αιγύπτιοι κτλ
ήσαν Κονιορτός Σκόνης τής Ιστορίας
Ό Αλέξανδρος τούς ανέδειξε καί τούς έκανε ανθρώπους από σκόνη, μάζα καί όχλο. Έδωσε προσωπικότητα στούς λαούς τής Ανατολής.
Ό Άλέξανδρος ίδρυσε 17 Αλεξάνδριες ενώ λέγεται ότι τελικά ήσαν περί τίς 70. Ό Αλέξανδρος στούς 4 γάμους πού έκανε επέκτησε παιδιά, τά οποία δυστυχώς εχάθηκαν από τό προσκήνιο, καθώς ή εποχή τών Επιγόνων δέν ήθελε κληρονόμους. Σήμερα απόγονοι τού στρατού τού Μεγάλου Αλεξάνδρου ζούν ακόμα στήν Ανατολή σέ πείσμα Χριστιανών καί Μουσουλμάνων. Έλληνες πού ό χρόνος δέν πέρασε ποτέ γιαυτούς, ζούν καί λέγουν πώς είναι απόγονοι τού Αλεξάνδρου. Στά βάθη τού Πακιστάν ζούν οί Παμίρσκοι Κούλοι, οί Ισκαντάρ Παμίρσκοι καί οί Καλας Παμίρσκοι. Ακόμα μιλούν κάποια λίγα Ελληνικά καί διατηρούν κάποια πανάρχαια Ελληνικά ήθη κάι έθιμα.
Στίς 13 Δαισίου (Ιουνίου) τού 323πχ ό Κοσμοκράτωρ Μ. Αλέξανδρος πεθαίνει. Ό Αλέξανδρος τίς τελευταίες ημέρες υπέφερε από πυρετό, τόσο πού έμεινε άφωνος. Οί Μακεδόνες επειδή δέν τόν είχαν δεί νόμιζαν ότι πέθανε καί μαζεύτηκαν φωνάζοντας καί χτυπώντας τίς πόρτες. Τελικά οί πόρτες τού ανακτόρου άνοιξαν καί ένας ένας οί Έλληνες μπήκαν στό δωμάτιο τού Βασιλέα καί τόν είδαν. Ό Πύθων καί ό Σέλευκος επήγαν στό Σεραπείο νά ρωτήσουν τί έπρεπε νά κάμουν, αλλά μάταια. Τήν επομένη ό Βασιλέας τών Ελλήνων καί Κοσμοκράτωρ εξεψύχησε. Έξι χρόνια μετά ακούσθηκε ότι μπορεί νά είχε δηλητηριασθή, γιαυτό καί ή Ολυμπιάς πολλούς εσκότωσε καί έρριξε έξω από τόν τάφο τά λειψανά των.
Το όνομα Αλέξανδρος χαρακτηρίζει το τέλος μιας εποχής της παγκόσμιας ιστορίας και την αρχή μιας νέας. Πραγματικά στα δεκατρία χρόνια της βασιλείας του (και αυτά όχι ακριβώς συμπληρωμένα) ο νεαρός βασιλιάς, χάρη στο γεγονός ότι κατέστησε την Ανατολή προσιτή στον ελληνικό πολιτισμό και στο ελληνικό εμπόριο, δημιούργησε εντελώς νέες βάσεις για ολόκληρη την επόμενη εξέλιξη του ανατολικού και δυτικού κόσμου.
Ως το τέλος της ζωής του προσπαθούσε να βελτιώσει με καινούριες ιδέες και μεθόδους την οργάνωση της νέας τεράστιας αυτοκρατορίας του. Αφαίρεσε από τη δικαιοδοσία των σατραπών τη διαχείριση του οικονομικού τομέα, δημιουργώντας ενιαίες φορολογικές περιφέρειες. Έθεσε τέρμα στο σύστημα αποθησαύρισης των Περσών βασιλέων, μετατρέποντας σε νομίσματα τα εκατομμύρια θησαυρούς τους.

Με τον τρόπο αυτό ο Αλέξανδρος δημιούργησε ενιαίο αυτοκρατορικό νομισματικό σύστημα, ώστε τα νομίσματά του να γίνουν το κύριο μέσο συναλλαγής σε όλο το μεσογειακό κόσμο.
Οι πολυάριθμες ελληνικές πόλεις που ίδρυσε, από την Αίγυπτο ως την Ινδία, έγιναν οι σπόροι για τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και σταθμοί για την ανάπτυξη του εμπορίου και της συγκοινωνίας.
Μια ξεχωριστή πλευρά του χαρακτήρα του ήταν το έντονο ενδιαφέρον για την επιστήμη. Αυτό γίνεται φανερό από το γεγονός ότι κατά την εκστρατεία του τον συνόδευε ένα επιτελείο από σοφούς και τεχνικούς, οι οποίοι είχαν ως αποστολή να ερευνήσουν και να περιγράψουν τα νέα εδάφη προς όλες τις κατευθύνσεις, αποβλέποντας ιδιαίτερα στη χλωρίδα, την πανίδα και τον ορυκτό πλούτο. Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι ο Αλέξανδρος έφερε τους Έλληνες ως την Ινδία, ενώ πριν έφταναν μόνο ως τις ακτές της Ανατολής, θα πρέπει να τον κατατάξουμε στους πιο σημαντικούς εξερευνητές όλων των εποχών.
Αν και δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην πραγματοποίηση των τελευταίων σχεδίων του, ωστόσο όλα όσα πέτυχε στη σύντομη ζωή του είχαν ως αποτέλεσμα την ολοσχερή μεταβολή της πορείας του τότε γνωστού κόσμου και αποτέλεσαν τη βάση για όλη την κατοπινή ιστορική εξέλιξη. Έτσι ο Αλέξανδρος έμεινε ως μορφή παραμυθιού ζωντανός στη φαντασία των λαών σε Ανατολή και Δύση.
Συνεχιστής του έργου του δεν υπήρχε. Δεν υπήρχε άξιος διάδοχος ούτε παγιωμένο πλαίσιο διακυβέρνησης που θα εξασφάλιζαν την επιβίωση της ποικιλόμορφης αυτοκρατορίας. Το γεγονός ότι μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Αλέξανδρου δεν υπήρχε κανένας νόμιμος διάδοχος που θα μπορούσε να λάβει, σύμφωνα με το πνεύμα του, την εξουσία, είχε τελικά ολέθριες συνέπειες για τη διατήρηση της αυτοκρατορίας.
Όταν ο Αλέξανδρος ρωτήθηκε την ώρα που ξεψυχούσε σε ποιον άφηνε το κράτος του, λέγεται ότι αποκρίθηκε: «στον ισχυρότερο». Οι λέξεις αυτές που απηχούν μάλλον πραγματισμό παρά μεγαλομανία, προοιώνιζαν καθαρά τα επερχόμενα χρόνια αναταραχών και αιματοχυσίας.
Τήν ίδια εποχή στήν δύση, έζησε ένας μεγάλος Έλλην στρατηγός, λόγω όμως τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, δέν κατέστη γνωστός όσο τού άξιζε. Ό Αγαθοκλής ( 361-289πχ) ήτο υιός ενός απλού αγγειοπλάστου. Ό ίδιος δέν ήταν δημοφιλής καί ζούσε ανάμεσα σέ φτωχές τάξεις. Σιγά σιγά όμως απέκτησε μεγάλη περιουσία καί επέτυχε νά εκλεγή στρατηγός, ενώ τό 326 έγινε τύραννος. Υπέταξε όλες τίς Σικελικές πόλεις καί κυβέρνησε μέ επιδεξιότητα. Τήν εποχή του οί Συρακούσες καί όλη ή Σικελία γνώρισαν μεγαλύτερη ακμή καί ευημερία, ακόμα καί από τήν εποχή τού Τιμολέοντος. Πολέμησε εναντίον τών Καρχηδονίων όπως καί ό Τιμολέων, αλλά επέτυχε κάτι τό εκπληκτικό. Καθώς οί Καρχηδόνιοι προσπαθούσαν νά καταλάβουν τάς Συρακούσας, εκείνος μέ τολμηρή ενέργεια επέτυχε τήν «μεταφορά» τού μετώπου στό έδαφος τών εχθρών. Επιβίβασε τόν στρατό του σέ πλοία καί ενώ οί Καρχηδόνιοι προσπαθούσαν νά καταλάβουν τίς Συρακούσες, εκείνος έφυγε πρός Καρχηδόνα. Οί εχθροί έκπληκτοι τόν ακολούθησαν καί έτσι σταμάτησε ή πολιορκία. Μόλις ό Αγαθοκλής έφθασε στήν Αφρική, περίμενε τούς Καρχηδονίους καί τούς διέλυσε στήν παραλία. Κατόπιν κατέλαβε τήν Καρχηδόνα καί έγινε διοικητής όλης τήν Βόρειας Αφρικής, τής Σικελία καί τής Μεγάλης Ελλάδος. Πέθανε σέ ηλικία 72 ετών, δηλητηριαζόμενος κατά μία εκδοχή από τόν εγγονό του Αρχάγαθο.

Ε Λ Λ Η Ν Ι Σ Τ Ι Κ Η Ε Π Ο Χ Η

Ο Αγαθοκλής αναγκάστηκε να αναμετρηθεί με τους Καρχηδόνιους και το 310 υπέστη σκληρή ήττα στην Ιμέρα. Όμως με ένα ευφυέστατο στρατήγημα πέρασε στις αφρικανικές ακτές και βρέθηκε μπροστά στην ανυπεράσπιστη Καρχηδόνα. Ο στρατός της τελευταίας εγκατέλειψε τη Σικελία και επέστρεψε στην Αφρική για να υπερασπιστεί την πόλη. Ο Αγαθοκλής, αν και ήταν γενναίος και ευφυής στρατιωτικός. Όταν πέθανε όρισε κληρονόμο του το λαό των Συρακουσών.
Έπειτα από τόν θάνατο τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, οί διάδοχοι του θά προσπαθήσουν έκαστος νά αναλάβουν τήν διοίκησιν τού απέραντου κράτους. Τό 301πχ στήν μάχη τής Ιψού τής Φρυγίας, εκρίθηκε οριστικά ή τύχη τού κράτους. Ό Αντίγονος ό σπουδαιότερος έκ τών διαδόχων, εσκοτώθη. Έτσι τό 306πχ ή αυτοκρατορία αλλάζει. Ή Μακεδονία απετέλεσε τό Βασιλείο τού Κασσάνδρου καί ή Θράκη τού Λυσιμάχου. Τό Βασίλειο τής Συρίας πού ήταν καί τό μεγαλύτερο από τά κράτη τών διαδόχων, ονομάσθη Βασίλειο τών Σελευκιδών έκ τού Σελεύκου Α΄. Οί διάδοχοι δέ αυτού ονομάσθησαν Σελευκίδαι. Ό Σέλευκος υπήρξε συνετός άνθρωπος καί ένας έκ τών σπουδαιοτέρων διαδόχων τού Αλεξάνδρου. Μετέθεσε τήν πρωτεύουσα τού κράτους από τήν Βαβυλώνα είς τήν Αντιόχειαν, τήν οποία ίδρυσεν ό ίδιος πλησίον τού ποταμού Οροντού. Λιμήν τής πόλεως ήτο ή Σελεύκεια ή οποία εγένετο καί σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Τό κράτος ήτο χωρισμένο σέ σατραπείες, είς τίς οποίες διοικητής ήτο Έλλην στρατηγός. Τόν Σέλευκο διαδέχθη ό Αντίοχος περί τό 280πχ. Επί τών ημερών του τό κράτος τών Σελευκιδών έγινε τό ισχυρότερο στόν κόσμο. Ό Σέλευκος καί οί διάδοχοί του έκτισαν 70 πόλεις, στήν Συρία καί αλλού. Οί Σελευκίδαι εκαλλιέργησαν τά γράμματα καί ίδρυσαν είς Αντιόχειαν βιβλιοθήκη. Επίσης έκαμαν γνωστάς, είς τάς νέας πατρίδας, νέες μεθόδους καλλιέργιας τής γαίας καί τήν Ελληνική τέχνη. Τό κράτος τής Αιγύπτου κατέλαβε ό Πτολεμαίος. Ό Πτολεμαίος εκατήγετο από τήν Πτολεμαϊδα τής Μακεδονίας. Ήτο από τούς ικανότερους στρατηγούς τού Αλεξάνδρου καί ονομαζόταν Σωτήρ. Ό Πτολεμαίος βραδύτερον κατέλαβε τήν Παλαιστίνη, τήν Κύπρο καί τήν κάτω Συρία. Ή Αίγυπτος ήταν ή πιό πλούσια χώρα σέ σίτο. Τούτου άφθονος ποσότης εστέλλετο είς τάς Ινδίας διά τής ερυθρής θαλάσσης. Οί Πτολεμαίοι Βασιλείς ελατρεύοντο ώς Θεοί όπως οί Αιγύπτιοι. Πρωτεύουσα ήτο ή Αλεξάνδρεια μέ μισό εκατομμύριο πληθυσμό. Είς τόν λιμένα της έφθαναν πλοία από όλα τά μέρη τής γής. Από τάς Βρεττανικάς νήσους έφθασαν πλοία μέ κασσίτερον, από τήν Κίνα μέ μετάξι καί από τάς Ινδίας μέ βαμβάκι, μπαχαρικά καί πολύτιμους λίθους. Οί ναυτικοί αντίκρυζον από μακράν τόν φάρον από λευκόν λίθον. Ό Σώστρατος 12 έτη εχρειάσθη γιαυτόν τόν πελώριον φάρον. Από τά μεγαλοπρεπή δημόσια κτήρια, εξείχον ή βιβλιοθήκη καί τό Μουσείον. Στό Μουσείον έμεναν οί φιλόσοφοι, οί επιστήμονες καί οί σπουδασταί από όλα τά μέρη τής Ελλάδος. Στήν βιβλιοθήκη υπήρχον περί τά 700 χιλιάδες χειρόγραφα από πάπυρο. Οί Βασιλείς βοήθησαν τούς σοφούς είς τάς μελέτας των, παρέχοντάς των τά πάντα. Μερικοί από αυτούς σπούδασαν καί δίδαξαν εκεί, όπως οί Ευκλείδης, Αρχιμήδης, Θεόκρητος, Αρίσταρχος καί άλλοι. Αλλο βασίλειο ήτο ή Πέργαμος είς τήν βορειοδυτική Μ.Ασία. Τό κράτος τής Περγάμου απέκτησε τήν μεγαλύτερη δύναμη είς τά χρόνια τού Αττάλου Α΄, ό οποίος κατενίκησε τούς βαρβάρους Γαλάτες, οί οποίοι επέδραμον κατά τόν 3ον αιώνα π.χ. είς τήν Μ.Ασία. Ο Άτταλος Β΄εκόσμησε τάς Αθήνας μέ διώροφον στοά είς τήν Αρχαία αγορά. Είς τήν Πέργαμο εκόσμησαν τήν πόλιν μέ λαμπρά οικοδομήματα, τών οποίων λαμπρότερο ήταν ό κολοσσιαίος βωμός επάνω είς τήν ακρόπολιν τής Περγάμου, αφιερωμένος είς τόν Δία Σωτήρ. Επάνω είς τήν ακρόπολιν υπήρχε καί ή περίφημος βιβλιοθήκη τής Περγάμου μέ πάνω από 200 χιλιάδες χειρόγραφα. Τά βιβλία αυτά εγράφονταν πάνω είς πάπυρον, αλλά επειδή ή Αιγύπτιοι απηγόρευσαν τήν εξαγωγή τού παπύρου, αντικατέστησαν τόν πάπυρο μέ περγαμήνη. Ή Ρόδος επίσης υπήρξε σπουδαίο κέντρο καί χιλιάδες κόσμος τήν επισκεπτόταν μόνο καί μόνο γιά νά δεί τόν κολοσσόν τής Ρόδου. Ήτο αφιερωμένος είς τόν Θεό Ήλιο. Τό σπουδαιότερο όμως έργο ήταν τό μαρμάρινο σύμπλεγμα τού Λακόοντος, έργο τού Αγησάνδρου καί τών δύο υιών αυτού (Αθηνόδωρος, Πολύδωρος). Είς τήν Ρόδο εκατασκευάσθη καί τό άγαλμα τής νίκης τής Σαμοθράκης τό οποίο εβρίσκεται στό μουσείο τού Λούβρου. Τούτο αφιερώθη είς τήν Σαμοθράκην πρός τιμήν τής νίκης τού Αντιγόνου τού Γονατά, πλησίον τής Κώ τό 262πχ.
Όταν ό Πύρρος εγένετο Βασιλέας Ηπείρου επεκτάθη έως τό Μαυροβούνιο. Όταν ή Μακεδονία έπεσε σέ παραγμή, οί Ιλλυριοί μέ Βασιλέα τόν Άγρωνα ξαναμεγάλωσαν τό κράτος των κατά μήκος τής Ανδρεατικής θαλάσσης. Αργότερα εκολούθησαν εμφύλιες διαμάχες μεταξύ τών πόλεων τής Ιλλυρίας, καί ή Απολλωνία μέ τήν Ίσσα, εζήτησαν βοήθεια από τήν Ρώμη. Διάδοχος τού Άγρωνα ήτο ή Βασίλισσα Τεύτα, ή οποία καί αντιμετώπισε τούς Ρωμαίους Κεντούμαλο καί Αλβίνο. Οί Ρωμαίοι κατέλαβαν τήν Κέρκυρα, τόν Φάρο καί τήν Ίσσα. Μετά τόν θάνατο τής Τεύτας, ό Δημήτριος ξεσήκωσε τούς Ιλλυριούς εναντίον τών Ρωμαίων, αλλά απέτυχε καί ηναγκάσθη νά καταφύγη στήν Μακεδονία (219π.χ.). Τό 168π.χ. Βασιλέας Μακεδονίας εγένετο ό Γένθιος ό οποίος προσχώρησε σέ συμμαχία μέ τόν Βασιλέα τής Μακεδονίας Περσέα. Τότε ό Ρωμαίος Ανίκιος κινήθηκε εναντίον αυτής τής συμμαχίας. Σέ μία μάχη στήν Σκόδρα ό Γένθιος αιχμαλωτίστηκε καί 70 πόλεις στήν Ήπειρο κατελήφθησαν. Τά επόμενα χρόνια πολλά επαναστατικά κινήματα έγιναν, αλλά εύκολα καταπνίγησαν από τούς Ρωμαίους. Επανάσταση πού έγινε τό 49π.χ. ανάγκασε τόν.ιδιο τόν Ιούλιο Καίσαρα νά έρθη στήν Μακεδονία γιά νά τήν καταπνίξη. Τότε όλη ή Ιλλυρία υποτάχθηκε καί απετέλεσε τήν Ιλλυρική επαρχία τής Ρώμης. Μέ τό όνομα αυτό οί Ρωμαίοι ονόμαζαν τήν χώρα μεταξύ Ανδριατικής καί τού Δούναβη. Ή Ουγγαρία, ή Δακία, ή Παννονία καί ή Μοισία, ονομάζονταν Ιλλυρικά όρια. Από εκεί καί πέρα ζούσαν βάρβαροι. Οί Ρωμαίοι αναγνώρισαν τάς στρατιωτικάς των ικανοτήτους καί στρατολογούσαν πολλούς Ιλλυριούς. Ανάμεσα στούς τολμηρότερους στρατιώτες πολλοί έφθασαν έως τό αξίωμα τού Αυτοκράτορος, όπως ό Κλαύδιος, ό Αυρήλιος, ό Πρόβος, ό Διοκλητιανός, ό Μαξιμίνος κλτ.
Τήν εποχή μετά τόν θάνατο τού Μ.Αλεξάνδρου, ό στρατός είναι κατ’ ουσία κληρονόμος τού στρατού αυτού. Ή κύρια ισχύς τού Ελληνιστικού στρατού ήταν ή φάλαγξ, μάζα συμπαγής σιδηρόφρακτος καί μέ τής εξέχουσες αιχμές τών σαρισσών, νά γίνεται άφθαρτος. Ό Σέλευκος ό Νικάνωρ, ιδρυτής τής δυναστείας καί οί διάδοχοι αυτού έφεραν έναν νεωτερισμό στόν Ελληνικό στρατό, διατηρώντας 500 ελέφαντες. Ό στρατός πού διέθεταν οί Ελληνιστικοί μονάρχες ήταν εντυπωσιακός καί τρόμος γιά τούς βαρβάρους. Ό Φιλάδελφος συγκέντρωνε 210 χιλιάδες άνδρες καί ό Φιλοπάτωρ 75000 άνδρες. Στή Ραφία ό στρατός τών Σελευκιδών ανέρχεται σέ 60000 άνδρες καί 12000 Ιππείς. Ό Πλούταρχος περιγράφει πώς μόνο ό Πύρρος, έχοντας περάσει όλη τήν ζωή του ασκούμενος στήν τέχνη τού πολέμου, επινόησε περισσότερο λεπτές καί ευέλικτες διατάξεις. Τάσσει τήν φάλαγγα στήν γραμμή μάχης καί ενδιάμεσα θέτει ευκίνητες μονάδες οπλισμένες οπωσδήποτε μέ ακόντια. Πετυχαίνει έτσι ένα πλέον ευέλικτο μέτωπο, καταλληλότερο γιά ελιγμούς μάχης καί ικανό νά παραμένει αρραγές καί κάτω από μεγάλη εχθρική πίεση. Οί Ρωμαίοι οφείλουν πολλά στόν Πύρρο καί ειδικότερα τήν χρήση τής ευέλικτης λεγεώνας των. Επίσης στόν τομέα τών πολεμικών μηχανών, εδημιουργήθησαν τρομερές μηχανές πυροβολικού καί μηχανήματα κατεδαφίσεως. Φυσικά όμως καί τό πολεμικό ναυτικό αλλάζει όψη. Ναυπηγούνται γιγάντια πλοία μέ τρείς σειρές κωπηλατών καί κατά τόν Καλλίξενο ό Φιλοπάτων ναυπηγεί πλοίο μέ 40 σειρές κωπηλατών. Ό Πτολεμαίος διαθέτει 200 πλοία, ό Δημήτριος ό Πολιορκητής 500 πλοία, ό Πύρρος στήν Σικελία 200 πλοία, ενώ ό Αντίοχος Γ΄ διαθέτει επίσης 200 πλοία. Τά νέα πλοία ήταν λιγότερο ευέλικτα βέβαια, αλλά πλωτά οχυρά. Ή θωράκισής των καθιστούσε τά πλοία άτρωτα στά έμβολα. Ήταν δυνατόν νά καταβληθούν μέ τό πυροβολικό καί τά εμπρηστικά έμβολα. Ή ναυμαχίες πλέον εγίνοντο κατά τρόπο παρόμοιο μέ τούς ανεπτυγμένους σχηματισμούς μέχρι προσφάτως. Παρά τά οποιαδήποτε όμως τεχνικά κατασκευάσματα καί τήν πρόοδο, πάντα αποφασιστικό ρόλο στήν διεξαγωγή τών μαχών έπαιζε ό Ηγήτωρ. Όπως μάς εξηγεί ό Πολύβιος ό Μεγαλοπολίτης μέγας Ιστορικός, ό άνθρωπος μέ οξυδέρκεια καί τόλμη, πολιτικές καί στρατηγικές γνώσεις, καί ακέραιο χαρακτήρα, ήταν εκείνος πού πάντα θά νικούσε καί θά υπερισχούσε έναντι τών άλλων, ακόμα καί μέ δυνάμεις ασυγκρίτως κατώτερες.
Στήν Αθήνα μετά τόν θάνατο τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, επρωτοστάτησαν κατά τών Μακεδόνων. Τήν πρωτοβουλία επήρε ό Υπερείδης, ενώ ό Φωκίων καί ό Δημάδης ήθελαν ειρήνη. Ή υπερίσχυσης είχε ώς αποτέλεσμα τήν έκρηξη τού Λαμιακού πολέμου, τού οποίου ή έκβασις καθώς καί ή ήττα στήν ναυμαχία τής Αμοργού, εσήμανεν τό τέλος τής Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Οί Μακεδόνες όρισαν κυβερνήτη Αθηνών τόν Δημήτριο τόν Φαληρέα. Ό Δημήτριος εσπούδασε στήν σχολή τού Θεοφράστου καί κατά τήν περίοδο τών 10 ετών πού εκυβερνούσε τήν Αθήνα, όλα εγνώρισαν άνθησιν. Ό Δημήτριος αναδείχθη άξιος άρχων καί δικαίωσε τήν γνώμη τού Πλάτωνος, ότι οί φιλόσοφοι πρέπει νά άρχουν. Σ’αυτήν τήν δεκαετία 317-307 είς τάς Αθήνας ήλθε ό Ζήνων όπου ίδρυσε τήν Στοά τών Στωικών φιλοσόφων. Τήν εποχή αυτή ό πληθυσμός ανήρχετο είς 120 χιλιάδες άτομα.
Έπειτα από τόν οξύν ανταγωνισμόν τών κυριοτέρων Ελληνιστικών φυσιογνωμιών πρός επικράτησιν είς τήν Μακεδονία, Κασσάνδρου, Δημητρίου Πολιορκητού καί Βασιλέως Ηπείρου Πύρρου, καθώς καί τήν απόσβησιν τού κινδύνου από τούς Γαλάτες, ή Μακεδονία εγνώρισε μόνιμον δυναστεία. Θεμελιωτής αυτής ήτο ό Αντίγονος ό Γονατάς, υιός Δημητρίου Πολιορκητού κατά τό 277πχ. Η πρωτεύουσα ήταν ή Κασσάνδρεια. Ή θρησκεία πού υπερίσχυσε τότε, ήταν ή λατρεία τού Απόλλωνος καί τής Αρτέμιδος. Ό Αντίγονος θαύμαζε καί μελετούσε τούς Ζήνωνα καί Μανέδημο. Ή Μακεδονική κυριαρχία επί Γονατά, έπειτα από τήν ήττα τού Πύρρου τής Ηπείρου είς Άργος καί τόν θάνατο αυτού, επεξετάθη εφ’όλης σχεδόν τής νοτίου Ελλάδος. Τό 272πχ μέ τήν πρωτοβουλία τού Πτολεμαίου Β΄τού Φιλαδέλφου, συνωμολογήθη σύμφωνο μεταξύ Αιγύπτου, Αθηνών καί Σπάρτης διά τήν προστασία τών κοινών συμφερόντων καί όλης τής Ελλάδος. Περί τό 262πχ ό Χερμωνίδης ό Αθηναίος έφτασε έως τόν πόλεμο μέ τόν Αντίγονο (Χερμωνίδειος πόλεμος) αλλά οί Αθηναίοι ηττήθησαν. Επίσης ή καταναυμάχησις τών ναυτικών δυνάμεων τού Πτολεμαίου στήν Κώ, εσήμανε τήν διάλυση τής συμμαχίας. Τήν ορμή τού Αντιγόνου εσταμάτησε ή ένωσις τών Ελληνικών πόλεων, τά λεγόμενα κοινά.




Αχαϊκή Συμπολιτεία. Ομοσπονδία των αχαϊκών πόλεων που ιδρύθηκε το 280 π.Χ. και βασίστηκε σε παλαιότερη αχαϊκή ομοσπονδία που είχε ιδρυθεί τον 8ο αι. π.Χ. Οι πρώτες πόλεις που συγκρότησαν τη Συμπολιτεία ήταν οι Δύμη, Τριταία, Πάτραι, Φαραί, ενώ αργότερα προστέθηκαν και άλλες.Τη Συμπολιτεία αρχικά διοικούσαν δύο στρατηγοί, ενώ από το 253 π.Χ., ένας στρατηγός, ένας ίππαρχος, ένας ναύαρχος και συμβούλιο από δέκα «δημιουργούς» ή «προβούλους», που αντιπροσώπευαν τις δέκα ομόσπονδες πόλεις. Οι αποφάσεις τους εγκρίνονταν από την κοινή σύνοδο των Αχαιών, που συνερχόταν στο Αίγιο. Η Αχαϊκή Συμπολιτεία ενισχύθηκε, όταν προσχώρησε σε αυτήν η Σικυώνα (σημερινό Κιάτο), την οποία απελευθέρωσε το 251 π.Χ. ο Άρατος από τον τύραννο Νικοκλέα, όργανο των Μακεδόνων.
Η Αχαϊκή Συμπολιτεία 271-213πχ (χωρίς τήν Αθηνά καί Σπάρτη πού ήσαν πλέον εξαντλημέναι) μέ αρχηγό τόν στρατηγό Άρατο από τήν Σικυώνα, αργότερα τόν Φιλοποίμηνα τόν μεγαλοπολίτη 252-183πχ καί κατόπιν τόν ιστορικό Πολύβιο τό 200 έως τό 120πχ. Κοιτίδα τής ενώσεως υπήρξε ή Αχαϊα. Συστήθηκε μέ πρώτη συμμετοχή τών πόλεων Δύμη καί Πάτρα καί κατόπιν προστέθηκαν οί : Τριταία, Φεραί, Αίγιο, Βούρα, Κερύνεια, Πελλήνη, Αιγαί, Ρύπαι, Κόρινθος, Σικυώνα. Κατά πρόταση τού Φιλοποίμενα ορίστηκε νά συνέρχονται γιά νά λύουν ειρηνικά τάς μεταξύ των διαφοράς, όχι σέ μία πόλι όμως, αλλά διαδοχικά σέ κάθε πόλι. Οί σύνεδροι συνέρχονταν δύο φορές τόν χρόνο καί σέ έκτακτες περιπτώσεις, καί απεφάσιζαν γιά ειρήνη ή πόλεμο. Στά ζητήματα τών εσωτερικών, οί αντιπρόσωποι όριζαν τούς πέντε προέδρους καί τούς άρχοντες πού ήσαν οί εισηγηταί τών διαφόρων θεμάτων. Οί πόλεις ήτο ισότιμες μεταξύ των. Τήν εκτελεστική εξουσία ασκούσαν 2 στρατηγοί μέ βοηθούς τόν Ίππαρχο καί αξιωματικούς, ενώ στά πολιτικά ζητήματα μέ βοηθούς τόν γραμματέα καί τό συμβούλιο τών δέκα.
Ψυχή της Αχαϊκής Συμπολιτείας υπήρξε ο Άρατος. Για περίπου 30 χρόνια (245-213 π.Χ.) εκλεγόταν κάθε δεύτερο χρόνο άρχοντας στρατηγός. Αύξησε την πολιτική δύναμη της ομοσπονδίας με την προσχώρηση σε αυτήν του Άργους, της Κορίνθου, των Μεγάρων κ.ά. πόλεων. Δυστυχώς όμως η διαμάχη μεταξύ των Ελλήνων, ο ανταγωνισμός και η διχόνοια στάθηκαν μεγάλα εμπόδια στα σχέδια του Άρατου. Στο μεταξύ εμφανίστηκε ο νεωτεριστής βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης, που νίκησε τον Άρατο στη Δύμη (226 π.Χ.). Αυτό έκανε τον Άρατο να αλλάξει πολιτική, να στραφεί στους Μακεδόνες και να ζητήσει την επέμβασή τους. Πράγματι, οι Μακεδόνες, με τον Αντίγονο Δώσωνα, νίκησαν τους Σπαρτιάτες το 222 στη μάχη της Σελλασίας και εντάξανε όλη την Πελοπόννησο στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Όταν πέθανε ο Άρατος (213 π.Χ.), τον διαδέχτηκε ο Φιλοποίμην ο Μεγαλοπολίτης, ο οποίος αναδιοργάνωσε το στρατό και προσπάθησε να ενώσει τις ελληνικές πόλεις, για να τις σώσει από την υποδούλωση. Και ενώ κατάφερε να προσχωρήσει και η Σπάρτη στη Συμπολιτεία, οι Ρωμαίοι ξεσήκωσαν τους Μεσσήνιους σε επανάσταση και κατάφεραν να καταδικαστεί ο Φιλοποίμην σε θάνατο. Έτσι προετοιμάστηκε το έδαφος για την υποταγή της Πελοποννήσου στους Ρωμαίους, οι οποίοι το 146 π.Χ. νίκησαν το στρατηγό Κριτόλαο στη Σκάρφεια και ύστερα το διάδοχό του Δίαιο στη Λευκόπετρα της Κορίνθου. Έτσι η Αχαϊκή Συμπολιτεία διαλύθηκε. Από τη χρονιά αυτή άρχισε η ρωμαιοκρατία στην Ελλάδα.




Αιτωλική Συμπολιτεία. Η πολιτική μορφή του συνασπισμού των αιτωλικών πόλεων κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων. Η πρώτη γνωστή αναφορά για την ύπαρξη της Αιτωλικής Συμπολιτείας ανάγεται στο 314 π.Χ. και θεωρείται ως εξέλιξη του «Κοινού των Αιτωλών». Πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της Αιτωλικής Συμπολιτείας ήταν οι Δελφοί, τους οποίους έσωσαν οι Αιτωλοί κατά τη διάρκεια της γαλατικής επιδρομής. Στη Συμπολιτεία συμμετείχε και ένα τμήμα της Ακαρνανίας καθώς και τμήματα Δωριέων, Δολόπων, Λοκρών και Αινιάνων.
Η δομή της Αιτωλικής Συμπολιτείας ήταν δημοκρατική και την εξουσία ασκούσαν εκλεγμένοι εκπρόσωποι (στρατηγός, ίππαρχος, δημόσιος γραμματέας και 7 ταμίες). Υπήρχε βουλή, τα μέλη της οποίας ονομάζονταν «απόκλητοι», ενώ κάθε χρόνο γινόταν κοινή σύνοδος εκπροσώπων των διάφορων περιοχών της Συμπολιτείας, που ονομάζονταν «συμπολιτευόμενοι». Κατά τη διάρκεια της συνόδου αυτής εκλέγονταν οι άρχοντες του επόμενου χρόνου και ψηφίζονταν νόμοι. Ωστόσο, η Συμπολιτεία δεν κατόρθωσε να αποκτήσει την απαιτούμενη συνοχή και διαλύθηκε με την κάθοδο των Ρωμαίων στην Ελλάδα.
Ή Αιτωλική συμπολιτεία μέ πρώτη πόλι τήν Θέρμο καί τάς : Υπάτη, Ηράκλεια, Λαμία, Λάρισα, Φάρσαλα, Φθία, Κίο καί άλλες. Οί πόλεις ήτο ισότιμες καί συνεδρίαζαν στήν Παναιτωλική συνέλευση πού συνέρχονταν κάθε χρόνο γιά νά εκλέξουν άρχοντες, νά ψηφίσουν νόμους καί νά αποφασίσουν γιά πόλεμο ή ειρήνη. Ανώτατος άρχων ήτο ό στρατηγός, πού εκλεγόταν από τό Παναιτώλιο γιά 1έτος. Δεύτερη εξουσία ήταν οί απόκλητοι, ή βουλή δηλαδη, αλλά μέ άγνωστο έως τώρα αριθμό μελών. Τά πρακτικά τά κρατούσε ό δημόσιος γραμματέας. Άλλα μέλη τής δημόσιας «μηχανής» ήταν οί νομογράφοι, ό Ίππαρχος καί οί ταμείαι πού εφρόντιζαν γιά τήν είσπραξη τών νόμων καί δίκαια διαχείρηση τού δημοσίου χρήματος.
Τό 243πχ ό Άρατος καί ή Αχαϊκή συμπολιτεία έδιωξαν τόν Μακεδονικό στρατό πράξη πού συντέλεσε στήν προσχώρηση άλλων πόλεων. Ή ακμή όμως τής συμπολιτείας αυτής προκάλεσε τόν φθόνο τής Σπάρτης πού συμμάχησε μέ τήν Αιτωλική συμπολιτεία καί επετέθησαν κατά τών Αχαιών. Ό Βασιλέας Κλεομένης τής Σπάρτης νίκησε τόν στρατό τού Αράτου. Ό δεύτερος ζήτησε βοήθεια από τόν Αντίγονο τόν Δώσωνα. Ό Αντίγονος έσπευσε στήν Πελοπόννησο καί νίκησε τόν Κλεομένη στήν Σελλασία τό 221πχ. Ο πόλεμος αυτός έφερε αντιπάλους τούς Μακεδόνες, τούς Αχαιούς καί Ηπειρώτες κατά τών Αιτωλών, τών Λακεδαιμονίων καί τών Ηλειών. Ή άφιξη τού Βασιλέα τής Μακεδονίας ανακούφισε τούς Αχαιούς από τίς λεηλασίες τών Αιτωλών. Κατόπιν επί Φιλοποίμενα ή Αχαϊκή συμπολιτεία απέκτησε πολύ μεγάλη δύναμη. Ό Φιλοποίμην νίκησε τούς Σπαρτιάτες, αλλά κατόπιν κινήθηκε κατά τού Φιλίππου Ε,΄αλλά στήν μάχη είς τάς Κυνός Κεφαλάς στά 197πχ έχασε καί ακολούθησε τήν τύχη τής υπόλοιπης νοτίου Ελλάδος. Εντελώς Εξασθενημένη ή νότιος Ελλάδα από αιώνες πολέμου καί λανθασμένων πολιτικών επιλογών, θά καταλυθεί από τούς Ρωμαίους.
Στή δύση καί έως τό 290πχ, μία νέα δύναμις οί Ρωμαίοι κατέλαβαν όλη σχεδόν τήν Ιταλία, αφού νίκησαν τούς γείτονας Σαμνίτας. Κατόπιν απεφάσισαν νά κυριεύσουν τάς Ελληνικάς πόλεις τού νότου. Οί Έλληνες βλέποντας τήν απειλή εζήτησαν βοήθεια από τήν μητροπολιτική Ελλάδα. Ό Βασιλεύς Πύρρος επήγε πρός βοήθεια τής περιφήμου πόλεως τού Τάραντος.



Τό282πχ ό Πύρρος εισέβαλε είς τήν Ιταλία. Στήν πρώτη μάχη τής Ηρακλείας ό Πύρρος νικά τούς Ρωμαίους, ενώ στή Δευτέρα μάχη οί Θεσσαλοί κατέσφαξαν τούς Ρωμαίους στρατιώτες. Παρ’όλαυτά οί Ρωμαίοι είχαν πλήθος ανδρών καί κατάφεραν στήν Τρίτη μάχη έν Βενεβέντω, νά επικρατήσουν τών Ηπειρωτών τού Πύρρου, μέ αποτέλεσμα οί Έλληνες νά χάσουν μία μεγάλη ευκαιρία κατά τών Ρωμαίων. Ό Πύρρος από 24000 άνδρες στήν αρχή, τώρα αριθμούσε μόλις 8000 χιλιάδας, επομένος δέν ήτο δυνατόν νά συνεχίση τόν πόλεμο. Επέστρεψε στήν Ελλάδα καί τό 272πχ συνάπτεται μάχη στό Άργος μεταξύ τών Μακεδόνων, τών Ρωμαίων, τών Σπαρτιατών καί τών Γαλατών. Ή σύγχιση πού προεκλήθη στή μάχη ήτο φοβερή. Πάνω σέ αυτό τό χάος πού επικρατούσε ό Πύρρος έβγαλε τήν περικεφαλέα του καί μία γυναίκα τόν χτύπησε, πετώντας του μία γλάστρα ή πέτρα από τό παράθυρό της.
Ό Ελληνισμός δημιούργησε ισονομία, ανεξιθρησκεία, ισηγορία, προσωπική ελευθερία, οικονομική ανάπτυξη, πνευματική ακμή καί πρωτοφανής πρόοδος τής τεχνολογίας. Πραγματοποιήθηκε ή μέγιστη δυνατή ελευθερία στόν ιδιωτικό βίο, στήν πνευματική καί καλλιτεχνική δημιουργία, στήν επιστημονική έρευνα καί στίς φιλοσοφικές αναζητήσεις. Διαμορφώθηκαν τά αποδοτικώτερα διοικητικά καί νομοθετικά συστήματα, από τά οποία προήλθαν τό Ρωμαϊκό καί Βυζαντινό. Μέ τήν αρτιώτερη οργάνωσι καί διοίκηση τής παραγωγής, τής κυκλοφορίας καί τής κατανομής τών προιόντων καί τήν ασφάλεια τών συγκοινωνιών, τό βοιωτικό επίπεδο τών Ελλήνων καί τών άλλων λαών πού ζούσαν υπό τήν σκέπη των, ανέβηκε σέ πρωτοφανές σημείο. Κορυφώνονται επιστήμες όπως :

 Γεωμετρία (Αυτόλυκος)
 Τριγωνομετρία (Απολλώνιος Περγαίος)
 Άλγεβρα (Διόφαντος)
 Αστρονομία (Ίππαρχος)
 Στήν ιατρική μελετώνται ό εγκέφαλος, οί αδένες καί όλο τό σύστημα τού ανθρωπίνου σώματος (Ηρόφιλος, Ερασίστρατος, Εύδημος).
 Γεννιέται ή φιλολογία (Ζηνόδοτος).

Οί Έλληνες ανοίγουν δρόμους νέους καί θέλουν ή ανθρωπότητα νά τούς ακολουθήση. Οί Έλληνες είναι ή πρωτοπορία τής ανθρωπότητος.

Ενώ ό πόλεμος πάντοτε υπήρξε στήν Ελλάδα ένα πρωταρχικό κοινωνικό φαινόμενο, κατά τήν Ελληνιστική εποχή τό προρρηθέν φαινόμενο έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις. Μετά 1000 έτη περίπου (Μινωικής, Μινυακής, Μυκηναϊκής, αυτοκρατορία), οί Έλληνες έγιναν υπερδύναμη καί στήν ξηρά. Ή Αθήνα μέ τόν μεγαλύτερο στόλο στήν Ιστορία, ήταν εκείνη πού κράτησε τόν Ελληνισμό δυνατό καί ικανό νά υπερνικήση κάθε βάρβαρη απειλή. Ό Μέγιστος ίσως τών Ελλήνων ό Αλέξανδρος, μέ μία περίλαμπρη εξτρατεία, κατέκτησε καί εκπολίτισε τήν πλέον αχανή αυτοκρατορία πού έχει δεί έως σήμερα ό κόσμος. Ακόμα καί μετά τόν περίεργο θάνατό του, οί Επίγονοι συνεχίζουν τό όνειρο μίας παγκόσμιας Ελληνικής αυτοκρατορίας.




Οί Έλληνες υπήρξαν πρωτοπόροι σέ κάθε τομέα καί δραστηριότητα. Μοιραίως τό εφευρετικό δαιμόνιο επεξετάθη καί στόν τομέα τού πολέμου. Οί Έλληνες στρατηγοί αντιμετώπιζαν τόν πόλεμο σάν ένα αναγκαίο κακό, στό οποίο όμως έπρεπε νά δείξουν τόν καλλίτερό των εαυτό.
Άνδρες όπως ό Μιλτιάδης, ό Ξενοφών, ό Αγησίλαος, ό Ιφικράτης, ό Επανμεινώνδας, ό Πελοπίδας, ό Μ.Αλέξανδρος, ό Αντίοχος Δ΄, ό Αρχύτας, ό Αρχιμήδης προσέθεσαν τό δικό τους λιθαράκι, σέ αυτό πού λέμε πολεμική τέχνη.
Ή Ελλάς ανέκαθεν διέθεται ισχυρό πεζικό κρούσης. Οί πρώτοι Έλληνες πεζοί ήσαν ελαφρά οπλισμένοι, αναλόγως τών Πελταστών τών κλασσικών χρόνων. Ήταν ό ιδανικός τύπος οπλισμού, γιά τό τραχύ Ελληνικό έδαφός. Άλλωστε δέν υπήρχε κάτι βαρύτερο νά απειλήσει τό Ελληνικό Πεζικό. Αργότερα εφηύραν τό ιππικό καί τά άρματα. Δέν είναι δύσκολο νά φανταστή κάποιος τήν επιδραση τού ιππικού επί τού ηθικού, κατά ελαφρά οπλισμένου πεζικού. Τόν 17ον αιώνα πχ οί Υκσώς κατέκτησαν τήν Αίγυπτο χάρις στά άρματα πού διέθεταν, διότι ό Αιγυπτιακός στρατός δέν διέθετε άρματα. Οί Αιγύπτιοι πεζοί ετρομοκρατήθησαν από τίς επελάσεις τών εχθρικών αρμάτων καί ετράπησαν σέ φυγή. Στήν Ελλάδα ή ανάγκη εφευρέσεως αντιδότου στά άρματα καί στό πεζικό, οδήγησε στήν Φάλαγγα. Ή Φάλαγγα μπορούσε νά αχρηστεύσει εντελώς τά άρματα. Τό δόρυ όμως ήταν μακρύ καί χρειάζονταν νά τό κρατούν μέ τά δύο χέρια των. Γιαυτόν τόν λόγο οί Έλληνες προσήρμοσαν στίς ασπίδες έναν ιμάντα ώστε νά τήν κρατούν μέ χέρι. Σέ άλλες περιοχές όπως στήν Μικρά Ασία, οί Έλληνες εφήρμοσαν τήν μέθοδο τών υπασπιστών, οί οποίοι κρατούσαν ασπίδες καί προστάτευαν τούς δορυφόρους. Τό 2630πχ συμφώνως μέ τά Σουμεριακά αρχεία, οί Ελληνικής προελεύσεως Σουμέριοι εδέχθησαν επίθεση από τούς Ελαμίτες. Οί δεύτεροι ώς γνήσιοι Ανατολίτες επολεμούσαν κυρίως μέ τόξα. Αποτέλεσμα ήταν οί Σουμέριοι μέ τήν φάλαγγα συνέτριψαν τούς Ελαμίτες καί τούς κατεδίωξαν έως τά Εκβάτανα καί λεηλάτησαν τήν χώρα αυτών. Περί τό 2300 πχ οί Πόλεις κράτη τών Σουμερίων επεδόθησαν ώς γνήσιοι Έλληνες σέ εμφυλίους, μέ αποτέλεσμα νά υποταχθούν ευκόλως από τούς Σημίτες Ακκαδίους, οί οποίοι είχαν υιοθετήσει τόν Ελληνικό τρόπο μάχεσθαι. Ύστερα από 200 έτη οί Σουμέριοι πού πλέον είχαν χάσει τούς δεσμούς τους μέ τήν Μυκηναϊκή καί Μινωϊκή Ελλάδα, εξηγέρθησαν, αλλά σιγά σιγά οί πόλεις των εξηφανίσθησαν από τίς ανερχόμενες δυνάμεις τής Βαβυλώνος καί τών Ασσυρίων κατά τό 1500-1400πχ. Σέ όλους αυτούς τούς αιώνες οί Έλληνες απετέλεσαν τό πρώτυπο τού μαχητού, αφού ό πραγματικός στρατιώτης αντιμετωπίζει τόν αντίπαλο έκ τού σύνεγγυς τόν κοιτάζει στά μάτια, κατανικά τόν ανθρώπινο φόβο καί εφορμά ώς ήρως. Αυτό τό πρότυπο παρουσιάζει ό Όμηρος. Στήν κλασσική εποχή οί Επαμεινώνδας καί Πελοπίδας από τήν Θήβα, χρησιμοποιούν κύριως τήν λοξή φάλαγγα. Ή όλη τακτική ενέκειτο στήν αρχή τής οικονομίας τών δυνάμεων. Τό εχθρικό μέτωπο απλώς απησχολείτο από ελαφρές φίλιες δυνάμεις, ενώ στήν κρίσιμη θέσι, επετύχε αριθμητική υπεροχή, μολονότι ό αντίπαλος στρατός μπορούσε νά ήταν περισσότερος. Αργότερα ό Φίλιππος συνδύασε τήν τακτική φάλαγγος μέ τό μακρύ δόρυ. Έτσι εγεννήθη ή Μακεδονική Φάλαγγα μέ ανάπτυξη βάθους 16 ζυγών. Ό Φίλιππος όπως καί ό Αλέξανδρος χρησιμοποιούσαν τήν φάλαγγα γιά νά απασχολούν τό εχθρικό μέτωπο, ενώ τήν διάρρηξη τού εχθρού τήν αναλάμβανε τό βαρύ ιππικό τών Εταίρων. Τήν παράδοση τού Αλεξάνδρου διετήρησε μόνο ό Σελευκιδικός στρατός. Τό 66μχ πρίν τήν υποταγή τών επιγόνων στούς Ρωμαίους, ό Αντίοχος οδήγησε τήν φάλαγγα πεζικού καί τούς ιππείς του εναντίων τών Ιουδαίων στόν ναό τού Σολομώντος, όπου καί τούς κατανίκησε.
Οι Αθηναίοι ποτέ δεν απέβαλαν την επιθυμία για ανεξαρτησία και αυτονομία. Αυτό φάνηκε αμέσως μετά την αναγγελία του θανάτου του Μ. Αλεξάνδρου, που συμπτωματικά τους βρήκε συγκεντρωμένους στην εκκλησία του δήμου. Χωρίς αποτέλεσμα έμεναν οι προσπάθειες του συνετού Φωκίωνα να τους συγκρατήσει. Η συνέλευση του λαού ψήφισε την κήρυξη του πολέμου κατά των Μακεδόνων. Έτσι άρχισε ο γνωστός στην ιστορία ως «Λαμιακός πόλεμος» (323-322 π.Χ.), στον οποίο οι Αθηναίοι προσπάθησαν να δώσουν πανελλήνιο χαρακτήρα, χωρίς όμως τελικά να το κατορθώσουν.
Ο πόλεμος αυτός ήταν μια νέα περιπέτεια για τους Αθηναίους, που κατέληξε σε βάρος τους. Ο τοποτηρητής του Μ. Αλεξάνδρου Αντίπατρος επέβαλε στους ηττημένους Αθηναίους βαρύτατους όρους, που μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: 1. Να παραδοθεί στους νικητές ο Δημοσθένης και μαζί του όλοι οι ηγέτες του αντιμακεδονικού κόμματος. 2. Το πολίτευμα της Αθήνας να μετατραπεί από καθαρά δημοκρατικό σε αριστοκρατικό και μάλιστα ολιγαρχικό. 3. Μακεδονική φρουρά να εγκατασταθεί στη Μουνιχία, για να εξασφαλίσει την υποταγή των Αθηναίων στη νέα κατάσταση πραγμάτων. 4. Οι Αθηναίοι να πληρώσουν τα έξοδα του πολέμου και μαζί ένα βαρύ πρόστιμο για την αποσκίρτησή τους από την πανελλήνια συμμαχία. 5. Να εγκαταλείψουν οι Αθηναίοι τα νησιά Λήμνο, Ίμβρο, Σκύρο και μαζί με αυτά και τον Ωρωπό.
Στη δεκαετία 317-307 π.Χ., κατά την οποία «επιστάτης», δηλαδή διορισμένος από το βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο κυβερνήτης της Αθήνας, ήταν ο φιλόσοφος και ρήτορας Δημήτριος ο Φαληρέας, η πόλη ηρέμησε και σημείωσε προόδους: βελτιώθηκαν τα οικονομικά της με τη σημαντική αύξηση των εσόδων και του αποθεματικού της, θεσπίστηκαν αξιόλογες κοινωνικές καινοτομίες και πραγματοποιήθηκαν εξωραϊστικά έργα. Ο Δημήτριος ο Φαληρέας ήταν ικανός και ευσυνείδητος και κατόρθωσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του «επιστάτη». Οι Αθηναίοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους προς αυτόν, έστησαν 360 ανδριάντες του σε διάφορα σημεία της πόλης. Το 307 π.Χ. εμφανίστηκε στο λιμάνι του Πειραιά με 20 πλοία ο Δημήτριος ο Πολιορκητής, στον οποίο παρέδωσε την πόλη ο Φαληρέας και έφυγε αρχικά για τη Θήβα και μετά για την Αλεξάνδρεια.
Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής εμφανίστηκε ως σωτήρας των Αθηναίων, για να τους απαλλάξει από την τυραννία του Κασσάνδρου, όπως δήλωσε προς το λαό. Οι Αθηναίοι τον υποδέχτηκαν με εξαιρετικές τιμές ως πραγματικό σωτήρα και του έδωσαν τον τίτλο του βασιλιά. Και ξεχνώντας την ευγνωμοσύνη τους προς το Δημήτριο Φαληρέα, που τόσα του όφειλαν, κατέστρεψαν όλους τους ανδριάντες του, εκτός από έναν στην Ακρόπολη, για να ευχαριστήσουν και να κολακέψουν το νέο τους κατακτητή. Οι δημόσιες αυτές εκδηλώσεις είναι σημεία των καιρών. Αποκαλύπτουν την πνευματική και πολιτική παρακμή της Αθήνας και τη φθορά και την κάμψη των ηθικών αξιών.
Ακολουθούν αναστατώσεις και η πόλη περνά δύσκολες στιγμές. Μια αναλαμπή παρουσιάζει η Αθήνα με την απόκρουση των Γαλατών (279 π.Χ.) σε συνεργασία με άλλες πόλεις της κεντρικής Ελλάδας.
Με το βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Β΄ Γονατά οι Αθηναίοι μπλέχτηκαν στο «Χρεμωνίδειο» πόλεμο (266-262 π.Χ.), διότι εξόρισαν τον πολιτικό φίλο του Αντίγονου, το Χρεμωνίδη, ο οποίος στη συνέχεια πολιόρκησε με στόλο τον Πειραιά. Οι Αθηναίοι στην αρχή αντιστάθηκαν με επιτυχία. Σ’ αυτό τους βοήθησε η συμπαράσταση της Αιγύπτου με στόλο και της Σπάρτης με στρατό. Τελικά νικήθηκαν και παραδόθηκαν στον Αντίγονο, ο οποίος όμως τους φέρθηκε με επιείκεια και αποχώρησε, αφήνοντας μόνο φρουρά μακεδονική στο Σούνιο και μια άλλη μέσα στην πόλη, στο λόφο του Μουσείου (262 π.Χ.). Ύστερα από εφτά χρόνια ο Αντίγονος απέσυρε τη φρουρά και από το Μουσείο και άφησε ελεύθερη την Αθήνα. Αργότερα ξαναεγκαταστάθηκαν μακεδονικές φρουρές στο Σούνιο, τη Σαλαμίνα, τον Πειραιά και τη Μουνιχία.
Κάτω από την απειλή της μακεδονικής φρουράς και κουρασμένη από τους αλλεπάλληλους αγώνες η Αθήνα από δω και πέρα έμεινε ήσυχη και οι πολίτες της στράφηκαν στην απόλαυση των αγαθών της ειρήνης και στην καλλιέργεια των γραμμάτων και των τεχνών. Η πόλη ξαναέγινε το σχολείο όλης της Ελλάδας. Τα πολλά οικοδομήματα όμως που χτίζονταν τώρα δεν είχαν ως χαρακτηριστικό την τελειότητα που εκφράζεται με τη λιτότητα, όπως συνέβαινε στην κλασική εποχή, αλλά είναι πολυτελέστατα, επειδή για τη δημιουργία τους ξοδευόταν άφθονο χρήμα από τους θαυμαστές της ιστορίας και της αίγλης της Αθήνας. Αυτοί είναι οι βασιλιάδες, που θεωρούσαν μεγάλη δόξα για τον εαυτό τους να διακοσμούν με μνημεία το ένδοξο «άστυ».
Πρώτοι οι Ατταλίδες, βασιλιάδες της Περγάμου, εγκαινίασαν την ίδρυση των μνημείων αυτών. Ο Ευμένης Β΄ (197-159 π.Χ.) έχτισε στη νότια πλευρά της Ακρόπολης τη Στοά, που έχει το όνομά του. Ο αδερφός του Άτταλος Β΄ (159-138 π.Χ.) κατασκεύασε στην ανατολική πλευρά της Αγοράς την περίφημη ομώνυμή του Στοά. Αυτή ανακατασκευασμένη πρόσφατα χρησιμεύει ως μουσείο των ευρημάτων της Αρχαίας Αγοράς. Τέλος, ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος ο Επιφανής (175-164 π.Χ.) συνέχισε το όνειρο του Πεισίστρατου χτίζοντας στα θεμέλια του ναού που είχε αρχίσει εκείνος το νέο κολοσσιαίο ναό του Ολύμπιου Δία. Το έργο αυτό όμως από την αρχή της σύλληψής του ήταν τόσο μεγάλο, ώστε και πάλι δεν ολοκληρώθηκε.
Είναι αλήθεια ότι την περίοδο αυτή οι Αθηναίοι δε στέκονταν πάντα στο ύψος που απαιτούσε το αρχαίο μεγαλείο της πόλης τους και πολλές φορές κολάκευαν τους διάφορους διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου. Κατόρθωσαν όμως να ξεπεράσουν το όνειρο του Περικλή κάνοντας την πόλη τους κάτι περισσότερο από σχολείο της Ελλάδας, δηλαδή σχολείο όλου του τότε κόσμου και παράδειγμα για μίμηση στη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τις καλές τέχνες.
Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν η Αθήνα όταν εμφανίστηκαν οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα. Οι Αθηναίοι νόμιζαν ότι ήρθε η ευκαιρία να απαλλαγούν από τους Μακεδόνες και συνεργάστηκαν με τους Ρωμαίους. Το αποτέλεσμα όμως δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Ύστερα από πολλές δυσάρεστες περιπέτειες υποδουλώθηκαν το 146 π.Χ. στους Ρωμαίους, όπως και οι άλλοι Έλληνες.
Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου το κράτος του το μοιράστηκαν οι στρατηγοί του, που είναι γνωστοί με το όνομα «διάδοχοι». Από τα σπουδαιότερα κράτη των διαδόχων ήταν το βασίλειο των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο, των Σελευκιδών στην Ασία και αυτό της Μακεδονίας. Οι πόλεις-κράτη της νότιας Ελλάδας ξαναγίνονται, ύστερα από πολλούς αγώνες, ανεξάρτητες και τότε ιδρύονται και οι δύο συμπολιτείες, Αχαϊκή και Αιτωλική. Όλα αυτά τα ελληνικά και ελληνιστικά κράτη βρίσκονται σε διαρκείς πολέμους μεταξύ τους, και η περίοδος παρουσιάζεται εξαιρετικά ταραγμένη.
Στον πολιτιστικό τομέα χαρακτηριστικό είναι η ανάπτυξη του «περιφερειακού ελληνισμού» και η δημιουργία μεγάλων πολιτιστικών κέντρων έξω από τον κυρίως ελληνικό χώρο, όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Πέργαμος κ.ά. Οι συνεχείς πόλεμοι όμως αποδυνάμωσαν τα ελληνιστικά κράτη, που πέρασαν ένα ένα στην κυριαρχία της Ρώμης.
Στα χρόνια αυτά οι ελληνικές χώρες ήταν επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους και επομένως δεν είχαν δική τους εξωτερική πολιτική. Οι προσπάθειες των Ελλήνων να αποκτήσουν και πάλι την ελευθερία τους δεν είχαν επιτυχία. Κατόρθωσαν όμως να διατηρήσουν την πολιτιστική τους αυτοτέλεια και μάλιστα να επηρεάσουν σημαντικά τους Ρωμαίους στον τομέα αυτό. Στη ρωμαϊκή περιόδο παρακμάζει οριστικά και ο θεσμός της πόλης-κράτους.
Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. οι Συρακούσες άρχισαν να παρακμάζουν. Το 278 η πόλη παραδόθηκε στους Καρχηδόνιους, αλλά απελευθερώθηκε από τον Πύρρο, βασιλιά της Ηπείρου. Παράλληλα, εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή της περιοχής η Ρώμη, χωρίς να εκλείψει ο μόνιμος για τις Συρακούσες κίνδυνος των Καρχηδονίων. Αφού ο Πύρρος προσωρινά έσωσε την ελευθερία των ελληνικών πόλεων, επεμβαίνοντας στα σικελικά πράγματα, ακολούθησε η τελευταία περίοδος ακμής των Συρακουσών στα χρόνια του Ιέρωνα του Β’ (270-216 π.Χ.). Ο Ιέρωνας ήταν εξαιρετικός διπλωμάτης και κατάφερε να διατηρήσει την ειρήνη και την ευημερία για την πόλη του. Δυστυχώς, ο διάδοχός του Ιερώνυμος δεν είχε την ίδια ποιότητα και κατάφερε γρήγορα να προκαλέσει την οργή της Ρώμης. Ο Ρωμαίος ύπατος Κλαύδιος Μάρκελλος, μετά από επίπονη και μακρόχρονη πολιορκία, κυρίευσε τις Συρακούσες (212 π.Χ.) παρά τη συστηματική οργάνωση της άμυνάς τους από τον Αρχιμήδη.
Δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατεί στην Κρήτη στα ελληνιστικά χρόνια. Πάντως το 334 π.Χ. βρίσκουμε στο εκστρατευτικό σώμα που οδηγεί ο Μ. Αλέξανδρος κατά των Περσών, πολλούς Κρητικούς τοξότες μισθοφόρους. Και άλλες φορές άλλωστε Κρητικοί τοξότες είχαν στρατολογηθεί σε μισθοφορικά στρατεύματα έξω από το νησί τους και μάλιστα φαίνεται πως ήταν περιζήτητοι. Στην Κρήτη από τον 4ο και κυρίως τον 3ο αι. π.Χ. γίνονται σκληροί αγώνες, που έχουν ως αφορμή την επικυριαρχία των δύο μεγαλύτερων κρητικών πόλεων, της Κνωσού και της Γόρτυνας. Στα μέσα περίπου του 3ου π.Χ. αι. οι δύο πόλεις συμμαχούν και έχουν στην κυριαρχία τους όλες τις άλλες πόλεις της Κρήτης. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η πόλη Λύκτος, που αρνήθηκε να αναγνωρίσει την επικυριαρχία της Κνωσού και της Γόρτυνας (220 π.Χ. περίπου). Το παράδειγμα της Κύκτου, που κατά την παράδοση ήταν η αρχαιότερη πόλη της Κρήτης ακολούθησαν σε λίγο και άλλες πόλεις, όπως η Λάππα, η Πολυρρηνία και άλλες μικρότερες. Τότε οι Κνώσιοι ζήτησαν από τους Αιτωλούς ενισχύσεις και με τους 1.000 άντρες που τους έστειλαν εκείνοι πέτυχαν να καταστρέψουν τη Λύκτο, επωφελούμενοι και από την απουσία όλων των μάχιμων αντρών της Λύκτου, οι οποίοι είχαν εκστρατεύσει κατά της Ιεράπυτνας. Μετά την καταστροφή της Λύκτου, η Πολυρρηνία και η Λάππα ζήτησαν τη βοήθεια του Φιλίππου Ε’ της Μακεδονίας και εξέφρασαν μάλιστα την επιθυμία να γίνουν μέλη της Κοινής Συμμαχίας. Ο Φίλιππος έστειλε αμέσως στην Κρήτη δύναμη 500 αντρών, με τη βοήθεια των οποίων οι Λαππαίοι και οι Πολυρρήνιοι κατάφεραν να αποσπάσουν από την Κνωσό τις πόλεις Άπτερα, Κυδωνίες και Ελεύθερνα. Με τον τρόπο όμως αυτόν ο Φίλιππος είχε επέμβει στα εσωτερικά των κρητικών πόλεων. Το 205/4 π.Χ. υποκίνησε τις πόλεις της Ανατολικής Κρήτης σε πόλεμο κατά των Ροδίων, το λεγόμενο κρητικό πόλεμο, επιδιώκοντας να επεκτείνει την κυριαρχία του στα νησιά του Αιγαίου και φροντίζοντας να μην πολεμήσει ο ίδιος φανερά εναντίον τους, αφού είχε έλλειψη στόλου. Το δόλωμα που χρησιμοποίησε ο Φίλιππος Ε’ για τους Κρητικούς ήταν ότι με την καταπολέμηση της πειρατείας από μέρους των Ροδίων βλάπτονταν σοβαρά τα κρητικά συμφέροντα, αφού, εκτός από τα πειρατικά πλοία που διέθεταν, ένα μεγάλο μέρος από τα έσοδά του προέρχονταν από τις συναλλαγές του με τους πειρατές. Παρ’ όλα αυτά οι Κρητικοί δεν αντιμετώπισαν με σοβαρότητα τον πόλεμο κατά των Ροδίων και έπειτα από μερικές αποτυχίες τον εγκατέλειψαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα επενέβη και πάλι ο Φίλιππος στα πράγματα της Κρήτης, όταν σε έναν καινούριο εμφύλιο πόλεμο οι Γορτύνιοι τον προσκάλεσαν για να του αναθέσουν τη στρατηγία. Ενώ ολόκληρη η Κρήτη συνταραζόταν από τις συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων πόλεων και τα παράλιά της υπέφεραν από τις πειρατικές επιδρομές, οι Γορτύνιοι συμμάχησαν με τους Κνωσίους και κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Κυδωνιατών και των συμμάχων τους (190 π.Χ.).
Ένα χρόνο αργότερα οι Ρωμαίοι επενέβησαν στα εσωτερικά του νησιού. Με το πρόσχημα ότι προσπαθεί να ελευθερώσει Ρωμαίους αιχμαλώτους, τους οποίους είχαν συλλάβει Κρητικοί πειρατές, ρωμαϊκός στόλος έπλευσε στην Κρήτη. Η πρώτη όμως αυτή εμφάνιση των Ρωμαίων δε φόβισε τους Κρητικούς. Μόνο οι Γορτύνιοι δέχτηκαν να παραδώσουν τους αιχμαλώτους τους. Μετά το γεγονός αυτό οι Ρωμαίοι έστελναν συνέχεια στην Κρήτη μεσολαβητές για να ρυθμίζουν τις διαφορές σε κάθε καινούρια σύγκρουση μεταξύ των κρητικών πόλεων. Γύρω στο 170 π.Χ. ένας άλλος ξένος ηγέτης επενέβη στις υποθέσεις της Κρήτης. Είναι ο Ευμένης Β’ της Περγάμου, που έστειλε βοήθεια 300 αντρών για τον εναντίον της Γόρτυνας πόλεμο των Κυδωνιών. Ενώ επικρατούσε στο νησί αυτή η κατάσταση με συνεχείς εμφύλιους σπαραγμούς και επεμβάσεις ξένων, οι Ρωμαίοι αποφάσισαν την κατάληψη της Κρήτης με πρόφαση τις φιλικές σχέσεις των Κρητικών και τους Κίλικες πειρατές και το βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη. Παρά τις πρώτες αποτυχίες του ρωμαϊκού στόλου, που με αρχηγό το Μάρκο Αντώνιο υπέστη μεγάλη καταστροφή από τα κρητικά πλοία μεταξύ του Ηρακλείου και του νησιού Δία, η Ρώμη δεν υποχώρησε. Από το 120 π.Χ. περίπου επανειλημμένες επιχειρήσεις κατά των κρητικών ακτών, όπως άλλωστε και των άλλων ακτών της Μεσογείου, απέβλεπαν στο ξεκαθάρισμα των πειρατών. Τελικά ο Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος κατάφερε από το 69-67 π.χ. να ξεκαθαρίσει τα παράλια της Κρήτης από τους πειρατές και να υποτάξει τελικά ολόκληρο το νησί. Το 67 π.Χ. σύμφωνα με απόφαση της ρωμαϊκής συγκλήτου, η Κρήτη συμπεριλήφθηκε στη ρωμαϊκή επαρχία της Κυρηναϊκής. Ο ανώτατος Ρωμαίος διοικητής και γενικά οι αρχές του νησιού έμεναν στη Γόρτυνα, η οποία και παρουσίασε μεγάλη ανάπτυξη εμπορική και πολιτιστική στα ρωμαϊκά χρόνια και στολίστηκε με λαμπρά οικοδομήματα. Οι Ρωμαίοι επίσης τίμησαν τους κατοίκους και άλλων μεγάλων κρητικών πόλεων, ενώ ταπείνωσαν τους Κνωσίους και τους Κυδωνιάτες τιμωρώντας τους έτσι για τη μεγάλη αντίσταση που προέβαλαν.













Νέαρχος (4ος αι. π.Χ.). Ναύαρχος του Μ. Αλεξάνδρου, γιος του Ανδροτίμου, από οικογένεια κρητικής καταγωγής εγκαταστημένη στην Αμφίπολη. Ως διοικητής του μακεδονικού στόλου πραγματοποίησε στα 325-324 π.Χ. τον περίφημο περίπλου της Ινδικής και της Περσικής θάλασσας.Ο Νέαρχος ακολούθησε το Μ. Αλέξανδρο, του οποίου ήταν παιδικός φίλος, στην εκστρατεία του στην Ασία. Όταν έφτασαν στη Λυκία, συνέβαλε με τέχνασμα στην κατάληψη της οχυρής Τερμησσού. Διορίστηκε μετά σατράπης της Λυκίας και της Παμφυλίας και στη συνέχεια πήρε μέρος στην εκστρατεία της Ινδικής ως διοικητής χιλιαρχίας.Όταν έφτασε η ώρα της επιστροφής, ο Αλέξανδρος έδωσε εντολή να ναυπηγηθεί ένας μεγάλος στόλος, που θα έπλεε από τις εκβολές του Ινδού ποταμού ως τον Περσικό κόλπο. Τη διοίκησή του την ανέθεσε στο Νέαρχο, υποχωρώντας και στην επιθυμία του ίδιου μετά από πολύ δισταγμό, γιατί δεν ήθελε να εκθέσει τον φίλο του στους κινδύνους ενός τέτοιου ταξιδιού. Βέβαια, έναν ανάλογο περίπου περίπλου είχε κάνει παλιότερα, με εντολή του Πέρση βασιλιά Δαρείου Α’, ο Σκύλακας από την Κορυανδό. Το γεγονός εκείνο όμως είχε τότε ξεχαστεί και ο Νέαρχος θα έπρεπε να αντιμετωπίσει εντελώς άγνωστες και επικίνδυνες θάλασσες. Σκοπός του ταξιδιού ήταν, σύμφωνα και με τις εντολές του Αλεξάνδρου, να ερευνηθεί η θαλάσσια οδός από την Ινδία ως την Περσία, να διαπιστωθεί αν υπήρχε δυνατότητα ίδρυσης αποικιών-λιμένων αλλά και να συγκεντρωθούν πληροφορίες για τους λαούς και για το φυσικό κόσμο των περιοχών εκείνων.Το μεγάλο ταξίδι άρχισε το Σεπτέμβριο του 325 π.Χ. Ο Νέαρχος κατέβηκε τον Ινδό ποταμό, βγήκε στον Ινδικό ωκεανό και οδήγησε το στόλο προς τα δυτικά, παραπλέοντας διαδοχικά τις χώρες των Ώρων, των Γαδρωσίων και των Ιχθυοφάγων. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αντιμετώπισε μεγάλα προβλήματα από αντίθετους ανέμους που καθήλωναν τα πλοία, από ξαφνικές θύελλες, από υφάλους αλλά και από την έλλειψη εφοδίων, ιδιαίτερα νερού. Τα αντιμετώπισε όλα αυτά χάρη στις ικανότητές του και το θάρρος του. Τέλος έφτασε στην πόλη Αρμόζεια (σημ. Ορμούζ), που βρίσκεται στις ακτές της Καρμανίας, στην είσοδο του Περσικού κόλπου. Εδώ συναντήθηκε με τον Αλέξανδρο, που είχε φτάσει οδηγώντας τον πεζικό στρατό. Η συνάντηση αυτή χαροποίησε ιδιαίτερα το Μακεδόνα βασιλιά, που φοβόταν ότι ο στόλος είχε καταστραφεί, και γιορτάστηκε με θυσίες, πομπές και διασκεδάσεις.
Από την Αρμόζεια ο στόλος μπήκε στον Περσικό κόλπο και παραπλέοντας τις ακτές της Περσίδας έφτασε στις εκβολές του ποταμού Πασιτίγρη, που τον ανέπλευσε ως τα Σούσα. Εκεί έγιναν γιορτές για την ολοκλήρωση της εκστρατείας καθώς και ομαδικοί γάμοι Μακεδόνων με Περσίδες. Ο Νέαρχος πήρε τότε γυναίκα την κόρη του Ρόδιου Μέντορα και της Βαρσίνης.
Ο Νέαρχος κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού και με βάση αυτό κατέγραψε στη συνέχεια τις εντυπώσεις του στο έργο που είχε τίτλο «Τα αμφί τω παράπλω», στο οποίο είχε καταχωρήσει πολύτιμες πληροφορίες γεωγραφικές, ναυτικές, φυσικές και εθνογραφικές για τις περιοχές στις οποίες είχε πλεύσει. Το έργο αυτό, που δε σώθηκε, το χρησιμοποίησε ως βασική πηγή ο Αρριανός, για να γράψει το σύγγραμμά του «Περί Ινδικής», καθώς και ο γεωγράφος Στράβων.Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου ο Νέαρχος αναμείχθηκε στις διαμάχες των διαδόχων, τάχθηκε με το μέρος του Αντίγονου και φρόντισε για τη ναυπήγηση μεγάλου στόλου το 315 π.Χ. στη Φοινίκη. Το 314 π.Χ. ήταν σύμβουλος του γιου του Αντίγονου Δημητρίου Πολιορκητή. Το τέλος του είναι άγνωστο. Είναι πιθανό να βρήκε το θάνατο σε κάποια από τις πολεμικές αναμετρήσεις της εποχής εκείνης.

Αντίγονος Α΄ ο Μονόφθαλμος ή Κύκλωπας (381-301 π.Χ.). Στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου, που διακρίθηκε για τις πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Οφείλει την επονομασία του μονόφθαλμος πιθανότατα στο γεγονός ότι έχασε το ένα του μάτι σε κάποια μάχη. Τα στρατιωτικά του προτερήματα, η γενναιότητά του και η ευφυΐα του εκτιμήθηκαν από το Μ. Αλέξανδρο, ο οποίος τον διόρισε το 333 σατράπη της Μεγάλης Φρυγίας. Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου έγινε διοικητής της Παμφυλίας και της Λυκίας και δεν άργησε να έρθει σε σύγκρουση με τον επιμελητή του Μακεδονικού Κράτους Περδίκκα. Μετά το θάνατο του Περδίκκα ο Αντίγονος παρέμεινε κύριος της Παμφυλίας, της Λυκίας της Φρυγίας και της Λυκαονίας. Το 320 π.Χ. περιόρισε τις δυνάμεις του Ευμένη, που ήταν σύμμαχος με τον Περδίκκα, στα Νώρα της Καππαδοκίας. Ανέλαβε την αρχηγία της στρατιάς για τη συνέχιση του πολέμου εναντίον των Περσών. Αφού εκμηδένισε τον Ευμένη, έμεινε ο μόνος κυρίαρχος στην Άνω Ασία. Το 313 π.Χ. άρχισε ο Πόλεμος των Διαδόχων μεταξύ του Αντίγονου και των συμμάχων Πτολεμαίου, Σέλευκου, Λυσίμαχου, Κάσσανδρου και Άσανδρου. Στη σύγκρουση αυτή διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και την ευρηματικότητά του στις πολιορκίες ο γιος του Αντίγονου, Δημήτριος ο Πολιορκητής. Το 306 π.Χ. στέφθηκε βασιλιάς και μέχρι τη μάχη της Ιψού, οπότε ηττήθηκε από το συνασπισμό των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου και πέθανε, πραγματοποίησε σε μεγάλο βαθμό το όραμά του για την επανένωση της αυτοκρατορίας του Μ. Αλεξάνδρου.
Κάσσανδρος (350-298 π.Χ.). Μακεδόνας στρατηγός και βασιλιάς της Μακεδονίας. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του στρατηγού Αντίπατρου. Επειδή ήταν πολύ μικρός, δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία. Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου ανέλαβε τη διοίκηση των υπασπιστών και το 321 διορίστηκε, κατά τη διανομή της αυτοκρατορίας που έγινε στον Τριπαράδεισο, χιλίαρχος του ιππικού του μακεδονικού στρατού στην Ασία, του οποίου διοικητής ήταν ο Αντίγονος. Οι σχέσεις ανάμεσα στον Αντίγονο και τον Κάσσανδρο δεν ήταν φιλικές.
Μετά το θάνατο του Αντίπατρου το 319, ο οποίος είχε ορίσει, πριν πεθάνει, διάδοχό του τον Πολυσπέρχοντα αντί του γιου του Κάσσανδρου, ο τελευταίος στράφηκε κατά του Πολυσπέρχοντα, έχοντας ως συμμάχους τον Πτολεμαίο, τον Αντίγονο, το Λυσίμαχο και τον Ευμένη. Ο Κάσσανδρος υπερίσχυσε στις προσπάθειές του εναντίον του Πολυσπέρχοντα και έγινε κύριος της Αθήνας, όπου διόρισε κυβερνήτη το Δημήτριο το Φαληρέα. Το 317 μάλιστα κατόρθωσε να φτάσει στη Μακεδονία, όπου είχε την εξουσία η Ευρυδίκη, γυναίκα του Φιλίππου Αριδαίου, η οποία τον διόρισε αντιβασιλιά.
Στο μεταξύ, επειδή ο Κάσσανδρος αναγκάστηκε να λείψει στη νότια Ελλάδα, η Ολυμπιάδα με στρατό ηπειρωτικό πήγε στη Μακεδονία και πήρε την εξουσία σκοτώνοντας το Φίλιππο Αριδαίο και την Ευρυδίκη. Ο Κάσσανδρος επέστρεψε και πολιόρκησε την Πύδνα, όπου είχε καταφύγει η Ολυμπιάδα. Η πόλη έπεσε (316) και ο Κάσσανδρος παρέδωσε την Ολυμπιάδα στους συγγενείς της Ευρυδίκης και του Φιλίππου Αριδαίου, που τη σκότωσαν με λιθοβολισμό. Ο Κάσσανδρος για να μειώσει τον αντίκτυπο της πράξης αυτής, παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδερφή του Μ. Αλεξάνδρου Θεσσαλονίκη. Προς τιμή της γυναίκας του ονόμασε αργότερα Θεσσαλονίκη τη νέα πόλη που ίδρυσε στις ακτές του Θερμαϊκού κόλπου. Στο ενεργητικό του αναφέρεται και η ίδρυση της Κασσάνδρειας, κοντά στην Ποτίδαια, και η ανοικοδόμηση της Θήβας. Με την ειρήνη του 311 ο Κάσσανδρος αναγνωρίστηκε στρατηγός της Μακεδονίας και ανέλαβε την προστασία του γιου του Μ. Αλεξάνδρου. Επειδή όμως φοβόταν πως οι αντίπαλοί του θα τον εκθρόνιζαν, όταν ο μικρός Αλέξανδρος θα ενηλικιωνόταν, διέταξε και τον σκότωσαν, όπως και τη μητέρα του Ρωξάνη, στην Αμφίπολη. Μετά απ’ αυτά τα γεγονότα ακολούθησε ο Τετραετής πόλεμος (307-304 π.Χ.). Ο γιος του Αντίγονου, Δημήτριος ο Πολιορκητής, κυρίεψε την Αθήνα και αφού νίκησε τον Κάσσανδρο στις Θερμοπύλες, κάλεσε συνέδριο στον Ισθμό και ανακηρύχθηκε αρχηγός στον αγώνα εναντίον του Κάσσανδρου. Η ήττα όμως του Αντίγονου στην Ιψό το 301 π.Χ., εδραίωσε την κυριαρχία του Κάσσανδρου στη Μακεδονία. Από το 306 π.Χ. ο Κάσσανδρος ονομάστηκε βασιλιάς και διατήρησε τον τίτλο του ως το θάνατό του. Λίγους μήνες μετά την καταστροφή του στόλου του στην Κέρκυρα από τον Αγαθοκλή των Συρακουσών, το έτος 298 π.Χ., ο Κάσσανδρος πέθανε. Κυβέρνησε τη Μακεδονία 19 χρόνια δείχνοντας εξαιρετική στρατηγική και πολιτική ικανότητα και διορατικότητα. Δε δίσταζε όμως να χρησιμοποιήσει και το πιο σκληρό μέσο για να πραγματοποιήσει τους σκοπούς και τι φιλοδοξίες του.
Σέλευκος Α’ ο Νικάτορας (περίπου 358/354-281 π.Χ.). Ήταν ο ιδρυτής του βασιλείου και της δυναστείας των Σελευκιδών. Βασίλεψε την περίοδο 312-281 π.Χ. Καταγόταν από την Ορεστίδα και ήταν γιος του Αντίοχου, στρατηγού του Φιλίππου Β’. Διακρίθηκε κατά την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου στην Ασία ως αρχηγός του σώματος των υπασπιστών. Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και του στρατηγού Περδίκκα έγινε σατράπης της Βαβυλωνίας (321 π.Χ.), αλλά το 318 π.Χ. αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αλεξάνδρεια, κοντά στον Πτολεμαίο της Αιγύπτου, λόγω της εχθρότητας του βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονου. Το 312 π.Χ., μετά τη νίκη του Πτολεμαίου Α’ στη Γάζα κατά του γιου του Αντίγονου, Δημήτριου του Πολιορκητή, ο Σέλευκος ξαναγύρισε στη Βαβυλώνα, την οποία κυρίεψε εύκολα με μικρή στρατιωτική δύναμη και έθεσε έτσι τα θεμέλια του κράτους του.
Η δύναμή του μεγάλωσε γρήγορα με την κατάκτηση της Μηδίας και της Σουσιανής και το 305 π.Χ. αναγορεύτηκε βασιλιάς. Το 301 π.Χ., μαζί με το βασιλιά της Θράκης Λυσίμαχο, νίκησε στην Ιψό τον Αντίγονο και πήρε ως μερίδιο τη Συρία, ενώ αργότερα κυρίεψε τη Φρυγία, την Κιλικία και όλες σχεδόν τις περιοχές ως τον ποταμό Ινδό. Παρά την αρχική συμμαχία του με το Δημήτριο τον Πολιορκητή, βασιλιά της Μακεδονίας, εναντίον του Πτολεμαίου, ο οποίος είχε αμφισβητήσει τις κτήσεις του στη νότια Συρία, ο Σέλευκος δεν άργησε να έρθει σε σύγκρουση μαζί του και το 286 π.Χ. τον αιχμαλώτισε στην Κιλικία. Το 282 π.Χ. κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του Λυσίμαχου, τον οποίο συνέτριψε στο Κύρου ή Κούρου Πεδίο (πεδιάδα της Λυδίας που τη διασχίζει ο ποταμός Φρύγιος). Ο Λυσίμαχος σκοτώθηκε και ο Σέλευκος, αφού κυρίεψε ολόκληρη τη δυτική Μ. Ασία και τα κοντινά νησιά εκτός από τη Σάμο, ανακηρύχτηκε από το στρατό βασιλιάς της Μακεδονίας. Τον επόμενο χρόνο (281 π.Χ.) αφήνοντας διάδοχο το γιο του Αντίοχο κατευθύνθηκε προς τη Μακεδονία, αλλά δολοφονήθηκε κοντά στη Λυσιμάχεια από το γιο του Πτολεμαίου Α’, Πτολεμαίο Κεραυνό, ο οποίος ανακηρύχτηκε τότε βασιλιάς της Μακεδονίας και της Θράκης.Ο Σέλευκος ήταν ικανότατος ηγεμόνας. Εκτός από τα στρατιωτικά είχε και σπάνια διοικητικά προσόντα και κατόρθωσε να διατηρήσει τη συνοχή του απέραντου κράτους του, το οποίο αποτελούσε μωσαϊκό διάφορων λαών και πολιτισμών. Για το σκοπό αυτό αποίκισε πολλές περιοχές, κυρίως της Συρίας, με Έλληνες, οι οποίοι ίδρυσαν σημαντικές πόλεις. Ο ίδιος ο Σέλευκος ίδρυσε εννιά τουλάχιστον πόλεις, στις οποίες έδωσε το όνομά του (Σελεύκεια).



Ακρότατος. Γιος του βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη Β΄. Μετά τη σπαρτιατική ήττα κατά τη μάχη με τον Αντίπατρο στη Μεγαλόπολη (331 π.Χ.), ο Ακρότατος αντέδρασε έντονα στην απόφαση των εφόρων της Σπάρτης να απαλλάξουν όσους σώθηκαν από την «ατιμία», την τιμωρία δηλαδή που ήταν η αφαίρεση των πολιτικών τους δικαιωμάτων ή και ο θάνατος εξαιτίας της ήττας που έπαθαν. Η ενέργειά του αυτή προκάλεσε το μίσος των πολιτών, γεγονός που συντέλεσε στο να δεχτεί ο Ακρότατος την πρόταση των Ακραγαντίνων. Αυτοί του πρόσφεραν την αρχηγία (314 π.Χ.) στον πόλεμο που έκαναν εναντίον του τυράννου των Συρακουσών Αγαθοκλή. Με λίγα πλοία και χωρίς να ζητήσει την άδεια των εφόρων ο Ακρότατος ξεκίνησε για τη Σικελία. Κι εκεί όμως η γεμάτη ωμότητα ζωή του προκάλεσε την αγανάκτηση των Ακραγαντίνων. Αφού έφυγε κρυφά από τη Σικελία –για να αποφύγει το μίσος του λαού–, γύρισε στη Σπάρτη, όπου πέθανε το 305 π.Χ.
Αλέξανδρος Δ΄ (323-311 π.Χ.). Γιος του Μ. Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης, που γεννήθηκε μετά το θάνατο του πατέρα του. Ο στρατός τον ανακήρυξε βασιλιά, αλλά συμβασίλευε μαζί του, λόγω της μικρής ηλικίας του, ο Φίλιππος Γ’ Αριδαίος, αδερφός του Μ. Αλεξάνδρου από άλλη μητέρα. Ο Αλέξανδρος δολοφονήθηκε το 310 (ή 309), μαζί με τη μητέρα του, με διαταγή του Κάσσανδρου, στην περίοδο των άγριων συγκρούσεων μεταξύ των στρατηγών διαδόχων του πατέρα του.
Αλέξανδρος Ε΄ (296-294 π.Χ.). Γιος του Κάσσανδρου και της Θεσσαλονίκης. Συμβασίλεψε με τον αδερφό του Αντίπατρο, υπό την κηδεμονία της μητέρας τους. Μετά τη δολοφονία της Θεσσαλονίκης, τα δύο αδέρφια ήρθαν σε σύγκρουση. Ο Αλέξανδρος ζήτησε τη βοήθεια του Πύρρου και του Δημήτριου του Πολιορκητή, αλλά δολοφονήθηκε από τον τελευταίο.
Αλέξανδρος Β΄ (272-260 π.Χ.). Γιος του βασιλιά Πύρρου. Οργάνωσε επίθεση κατά της Μακεδονίας και του βασιλιά της Αντίγονου Γονατά. Αρχικά είχε κάποιες επιτυχίες, κατατροπώθηκε όμως από το Δημήτριο, αδερφό του Αντίγονου. Εκδιώχθηκε από τη Μακεδονία και από την Ήπειρο. Αργότερα κατάφερε να επανακτήσει το θρόνο του, αλλά λίγο αργότερα δολοφονήθηκε.
Σέλευκος Β’ Καλλίνικος (260-226 π.Χ.). Γιος του Αντίοχου Β’ του Θεού και της Λαοδίκης. Βασίλεψε από το 247 ως το 226 π.Χ. Θέλοντας να ξαναπάρει τα εδάφη που ο Πτολεμαίος Β’ της Αιγύπτου είχε αποσπάσει από τη Συρία κατά τον γ’ συριακό πόλεμο και επωφελούμενος από την απουσία του Πτολεμαίου στην Αίγυπτο, ετοίμασε μεγάλο στόλο στη Μ. Ασία και έπειτα από μερικές επιτυχίες στο Αιγαίο –στις οποίες είχε βοηθούς τους Ροδίους και τον Αντίγονο Γονατά– ξανακυρίευσε την Άνω Συρία και ίδρυσε την πόλη Καλλίνικο (241 π.Χ.). Όταν όμως θέλησε να προχωρήσει και στην ανακατάληψη της Κάτω Συρίας, συνάντησε έντονη αντίσταση από τα στρατεύματα του Πτολεμαίου και τελικά νικήθηκε. Με τη βοήθεια του αδερφού του Αντίοχου του Ιέρακα, ο οποίος ήταν τότε στρατηγός Μ. Ασίας, κατάφερε να κλείσει συνθήκη ειρήνης με τον Πτολεμαίο. Λίγο αργότερα όμως ήρθε σε σύγκρουση με τον αδερφό του, που κατέληξε σε ένοπλη αναμέτρηση. Ο Σέλευκος αντιμετώπισε τις ενωμένες δυνάμεις του Αντίοχου και του Μιθριδάτη Β’ στην Άγκυρα (235 π.Χ.) και ο στρατός του γνώρισε μεγάλη καταστροφή. Διαδόθηκε μάλιστα πως και ο ίδιος σκοτώθηκε. Μετά από τη μάχη αυτή υπογράφτηκε ειρήνη ανάμεσα στους δύο αδερφούς, σύμφωνα με την οποία ο Αντίοχος αναγνωριζόταν μονάρχης της Μ. Ασίας.


Στο μεταξύ οι Πάρθοι και άλλοι λαοί της Άνω Ασίας είχαν στασιάσει και ο Σέλευκος βρίσκοντας ευκαιρία από το γεγονός ότι ο αδερφός του είχε να αντιμετωπίσει εσωτερικές ταραχές, εκστράτευσε στην Άνω Ασία. Δεν κατάφερε όμως να νικήσει τους Πάρθους. Τον ίδιο καιρό άλλωστε αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει στη Συρία για να καταστείλει εξεγέρσεις που είχαν γίνει στην Αντιόχεια. Λίγο αργότερα σκοτώθηκε πέφτοντας από το άλογό του.
Σέλευκος Γ’ ο Κεραυνός (244-223 π.Χ.). Γιος του προηγούμενου, τον οποίο διαδέχτηκε το 226 π.Χ. και βασίλεψε ως το 223 π.Χ. Στην αρχή επιτροπευόταν από το θείο του Ανδρόμαχο και το γιο του Ανδρόμαχου Αχαιό, οι οποίοι είχαν αρχίσει πόλεμο κατά του Αντίοχου του Ιέρακα και του Άτταλου της Περγάμου για να επανακτήσουν τις περιοχές της Φρυγίας. Στην εκστρατεία της Φρυγίας ο Σέλευκος δολοφονήθηκε έπειτα από συνωμοσία.
Σέλευκος Δ’ ο Φιλοπάτορας (217-175 π.Χ.). Γιος του Αντίοχου του Μεγάλου, τον οποίο διαδέχτηκε στο θρόνο. Βασίλεψε την περίοδο 188-175 π.Χ. Στα χρόνια της βασιλείας του το κράτος βρισκόταν σε αδράνεια από άποψη πολεμικών αναμετρήσεων· ο Σέλευκος όμως φρόντισε να απογυμνώσει με διπλωματικό τρόπο τους Ρωμαίους από τους συμμάχους τους, να αποκτήσει ο ίδιος συμμάχους, ενώ παράλληλα φρόντιζε να ενισχύσει το στρατό του για να αναμετρηθεί αργότερα με τη Ρώμη, στην οποία στο μεταξύ πλήρωνε πολεμική αποζημίωση, έπειτα από τον άτυχο πόλεμο του πατέρα του προς τους Ρωμαίους. Ο Σέλευκος δολοφονήθηκε το 175 π.Χ. από τον Ηλιόδωρο, που πιθανόν ήταν ο οικονόμος του.
Σέλευκος Ε’ ο Νικάτορας. Γιος του Δημητρίου Β’ και της Κλεοπάτρας Θεάς. Αιχμαλωτίστηκε, παιδί ακόμα, από τους Πάρθους (129 π.Χ.). Μετά από τέσσερα χρόνια αιχμαλωσίας αφέθηκε ελεύθερος και γύρισε στην πατρίδα του για να αναλάβει το θρόνο, δολοφονήθηκε όμως (125 π.Χ.) από τη φιλόδοξη μητέρα του, που ήθελε την εξουσία μόνο για τον εαυτό της.
Σέλευκος ΣΤ’ ο Επιφανής Νικάτορας. Γιος του Αντίοχου Η’ του Γρυπού και της Κλεοπάτρας Τρύφαινας. Διαδέχτηκε τον πατέρα του το 95 π.Χ. Συνέχισε τον πόλεμο που είχε αρχίσει ο πατέρας του κατά του Αντίοχου Θ’ του Κυζικηνού, ο οποίος είχε βλέψεις στο θρόνο του, εξαιτίας του γάμου του με τη μητέρα του Σέλευκου Κλεοπάτρα. Αφού κατάφερε να ξαναπάρει από εκείνον μερικές πόλεις, τον ανάγκασε τελικά να αυτοκτονήσει (95 π.Χ.). Ο γιος του Αντίοχου όμως, Αντίοχος Ι’ ο Ευσεβής, συγκέντρωσε στρατό, νίκησε το Σέλευκο και τον ανάγκασε να κλειστεί στη Μοψουεστία, όπου κάηκε ζωντανός μέσα στο ανάκτορο από τη φωτιά που έβαλαν οι φίλοι του Αντίοχου Ι’ (95 π.Χ.).
Αγαθοκλής (361-289 π.Χ.). Τύραννος των Συρακουσών και, από το 304 π.Χ., «βασιλιάς». Γεννήθηκε στις Ιμεραίες Θέρμες της Σικελίας και αργότερα ήρθε και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στις Συρακούσες. Νέος κατατάχθηκε στο στρατό και πήρε μέρος σε διάφορες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Συρακουσίων, όπως στη μάχη του ποταμού Κριμήσου κατά των Καρχηδονίων (341 π.Χ.), στην εκστρατεία κατά των Ακραγαντινών, στην αποστολή βοήθειας προς τον Κρότωνα για την αντιμετώπιση των Βρεττίων κ.ά. Σ' όλες αυτές τις επιχειρήσεις επέδειξε εξαιρετική γενναιότητα και στρατιωτικές αρετές και κέρδισε την εκτίμηση και την υποστήριξη του στρατηγού Δάμαντα, με αποτέλεσμα να ονομαστεί πολίτης των Συρακουσών και να προαχθεί στο βαθμό του χιλίαρχου.


Μετά το θάνατο του προστάτη του στρατηγού, πήρε γυναίκα την πλούσια χήρα του και απέκτησε έτσι πολύ μεγάλη περιουσία.Την περίοδο αυτή οι Συρακούσες συνταράσσονταν από πολιτικές έριδες. Ο Αγαθοκλής αναμείχθηκε στην πολιτική, αναδείχτηκε ηγετικό στέλεχος των δημοκρατικών και εξορίστηκε, όταν για ένα διάστημα επικράτησαν οι ολιγαρχικοί. Ξαναγύρισε στην πόλη το 322 π.Χ., αλλά εξορίστηκε και πάλι το 319 π.Χ., επειδή θεωρήθηκε επικίνδυνος για την επιβολή τυραννικού καθεστώτος. Τελικά επέστρεψε στις Συρακούσες, με τη βοήθεια, όπως λέγεται, του Καρχηδόνιου στρατηγού Αμίλκα, και πέτυχε να του αναθέσουν οι κουρασμένοι από τις πολιτικές διαμάχες Συρακούσιοι πολλές εξουσίες.Στην αρχή ο Αγαθοκλής συμπεριφέρθηκε με μετριοπάθεια. Στρατολόγησε όμως μεθοδικά οπαδούς και το 316 π.Χ. οργάνωσε μεγάλη σφαγή των ολιγαρχικών στις Συρακούσες. Μετά απ' αυτό, οι Συρακούσιοι του παραχώρησαν τα αξιώματα του «στρατηγού αυτοκράτορα» (ανώτατο στρατιωτικό αξίωμα) και του «επιμελητή της πόλης» (ανώτατο πολιτικό αξίωμα). Ουσιαστικά ο Αγαθοκλής είχε αποκτήσει τυραννικές εξουσίες.Μετά την κατάκτηση της εξουσίας στις Συρακούσες, ο Αγαθοκλής ετοιμάστηκε για να πραγματοποιήσει τους μεγάλους στόχους του, που ήταν να ενώσει όλη τη Σικελία κάτω από την κυριαρχία του και να απομακρύνει ολοκληρωτικά τους Καρχηδόνιους από το νησί. Στους στόχους αυτούς αφιέρωσε την υπόλοιπη πολυτάραχη ζωή του. Οι φιλοδοξίες του όμως έστρεψαν εναντίον του όχι μόνο τους Καρχηδόνιους αλλά και μεγάλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας, όπως τον Ακράγαντα, τη Μεσσήνη και τη Γέλα, που οργάνωσαν συμμαχικό στρατό με αρχηγό το στρατηγό Δεινοκράτη.Ο Αγαθοκλής ολοκλήρωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα τις στρατιωτικές προετοιμασίες του και άρχισε τις επιχειρήσεις για την πραγματοποίηση των σχεδίων του, σημειώνοντας από την αρχή αρκετές επιτυχίες. Το 311 π.Χ. όμως οι Καρχηδόνιοι έστειλαν στη Σικελία μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, για να τον αντιμετωπίσουν. Ο Αγαθοκλής συγκρούστηκε μαζί τους στον ποταμό Ιμέρα, νικήθηκε και αναγκάστηκε να περιοριστεί προσωρινά στις Συρακούσες, τις οποίες απειλούσαν ήδη οι αντίπαλοί του. Εκεί ετοίμασε γρήγορα ένα εκστρατευτικό σώμα και, επιχειρώντας έναν παράτολμο αντιπερισπασμό, αποβιβάστηκε στα παράλια της Λιβύης, απειλώντας την ίδια την Καρχηδόνα. Μπροστά στον κίνδυνο, οι Καρχηδόνιοι αναγκάστηκαν να αποσύρουν δυνάμεις από τη Σικελία και να τις στείλουν να υπερασπιστούν την πατρίδα τους.Ο Αγαθοκλής έμεινε στην Αφρική από το 310 ως το 307 π.Χ. Στα χρόνια αυτά νίκησε σε πολλές αναμετρήσεις το στρατό των Καρχηδονίων, αλλά δεν κατόρθωσε να τους εξουδετερώσει ούτε να καταλάβει την πόλη τους. Τη θέση του αποδυνάμωσε ο θάνατος του συμμάχου του βασιλιά της Κυρήνης καθώς και οι διαφωνίες και οι αποστασίες των άλλων συμμάχων του. Σε μια τελευταία αναμέτρηση (δεύτερη μάχη της Τύνητας, φθινόπωρο του 307 π.Χ.) νικήθηκε και αναγκάστηκε να επιστρέψει στις Συρακούσες.Μετά την επιστροφή του ο Αγαθοκλής έπρεπε να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του στη Σικελία, που στο μεταξύ, με στρατιωτικό ηγέτη το Δεινοκράτη, είχαν κερδίσει έδαφος και είχαν επικρατήσει στις περισσότερες πόλεις του νησιού. Ο Αγαθοκλής φρόντισε πρώτα να κλείσει ειρήνη με τους Καρχηδόνιους, που διατηρούσαν τις κτήσεις τους στη Δυτική Σικελία. Στη συνέχεια στράφηκε κατά του Δεινοκράτη και τον κατανίκησε στη μάχη του Γοργίου το 305 π.Χ. Μετά τη νίκη του αυτή έμεινε χωρίς σοβαρό αντίπαλο, επεξέτεινε και πάλι την κυριαρχία του σ' ολόκληρη σχεδόν τη Σικελία και το 304 αυτοανακηρύχτηκε «βασιλιάς».


Δημιουργώντας σχέσεις και με άλλους ηγεμόνες της εποχής, πήρε γυναίκα του (τρίτη) την κόρη του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Α΄ Θεοξένη.
Το 300 π.Χ., μετά από πρόσκληση ιταλιωτικών ελληνικών πόλεων, πέρασε με το στρατό του στην Κάτω Ιταλία και υποχρέωσε τους Βρεττίους να υπογράψουν ειρήνη. Κι όταν οι Κερκυραίοι, που τους πολιορκούσε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Κάσσανδρος, ζήτησαν τη βοήθειά του, ο Αγαθοκλής έσπευσε με το στόλο του, νίκησε το στόλο του Κασσάνδρου και προσάρτησε την Κέρκυρα, την οποία παραχώρησε μετά ως προίκα στην κόρη του Λάνασσα, γυναίκα του βασιλιά της Ηπείρου Πύρρου. Επανέλαβε στη συνέχεια τις εκστρατείες του στην Κάτω Ιταλία, προσάρτησε πολλές περιοχές της και ετοιμαζόταν για την πραγματοποίηση του μεγάλου στόχου του, για την ολοκληρωτική δηλαδή εκδίωξη των Καρχηδονίων από τη Σικελία. Πέθανε όμως το 289 π.Χ., σε ηλικία 72 ετών, πριν προλάβει να πραγματοποιήσει το όραμά του. Ο Αγαθοκλής ήταν αναμφίβολα ένας ηγέτης προικισμένος με πολλές ικανότητες. Ήταν σπουδαίος στρατηγός, ανδρείος και ριψοκίνδυνος άνθρωπος, είχε μεγάλες οργανωτικές αρετές στο στρατιωτικό και στον πολιτικό τομέα και είχε, επίσης, μεγάλα οράματα και φιλοδοξίες. Από την άλλη όμως, ήταν άνθρωπος χωρίς ηθικούς φραγμούς και δε δίσταζε να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, για να πραγματοποιήσει τους στόχους του. Κυβέρνησε αυταρχικά, συγκεντρώνοντας όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του, και όσα πέτυχε, δημιουργήματα της προσπάθειας ενός μόνο ανθρώπου, κατέρρευσαν μετά το θάνατό του.
Πύρρος (319-272 π.Χ.). Βασιλιάς της Ηπείρου (306-302 π.Χ. και 295-272 π.Χ.), φιλόδοξος ηγεμόνας και ένας από τους μεγάλους στρατηγούς της αρχαιότητας.
Το 316 π.Χ. ο πατέρας του Αιακίδης, βασιλιάς των Μολοσσών της Ηπείρου, εκθρονίστηκε σε μια επανάσταση που υποκίνησε ο Κάσσανδρος. Ο μικρός Πύρρος διασώθηκε από το βασιλιά των Ιλλυριών Γλαυκία, με τη βοήθεια του οποίου ανέβηκε στο θρόνο το 306 π.Χ., σε ηλικία 12 ετών. Το 302 π.Χ. μια εξέγερση τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Ήπειρο και να καταφύγει στο γαμπρό του Δημήτριο τον Πολιορκητή. Όταν ο τελευταίος συμμάχησε με τον Πτολεμαίο Α', ο Πύρρος στάλθηκε ως όμηρος στην Αίγυπτο, όπου παντρεύτηκε την κόρη του Πτολεμαίου και με τη βοήθειά του ξαναγύρισε στην Ήπειρο (297 π.Χ.). Εκεί, αφού συμβασίλεψε για ένα διάστημα με το Νεοπτόλεμο, τον εξόντωσε το 295 π.Χ. και έμεινε μόνος στο θρόνο.
Το 289 π.Χ. συγκρούστηκε με το Δημήτριο τον Πολιορκητή και με τη βοήθεια του Λυσίμαχου τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη Μακεδονία, την οποία μοιράστηκαν οι νικητές. Βασιλιάς της Μακεδονίας ανακηρύχτηκε ο Πύρρος (288 π.Χ.) και τον επόμενο χρόνο με δραστική επέμβαση ανάγκασε το Δημήτριο να λύσει την πολιορκία της Αθήνας και να φύγει στη Μ. Ασία. Στη συνέχεια επέκτεινε την κυριαρχία του και στη Θεσσαλία, αλλά το 284 π.Χ. συγκρούστηκε με τον πρώην σύμμαχό του Λυσίμαχο και αναγκάστηκε να περιοριστεί στην Ήπειρο και τη Δυτική Στερεά Ελλάδα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι φιλοδοξίες του Πύρρου στράφηκαν προς τη Δύση. Αφορμή για την επέμβασή του στην περιοχή αυτή στάθηκε η πρόσκληση των Ταραντίνων να τους βοηθήσει εναντίον των Ρωμαίων. Έτσι, το 280 π.Χ. ο Πύρρος οδηγώντας περίπου 25.000 στρατό και πολλούς πολεμικούς ελέφαντες αποβιβάστηκε στην Ιταλία και νίκησε τους Ρωμαίους στην Ηράκλεια (280 π.Χ.) και στο Άσκλο (279 π.Χ.). Παρά τις νίκες του όμως δεν κατόρθωσε να τους εξουδετερώσει και η θέση του αδυνάτισε, επειδή δεν μπόρεσε να αναπληρώσει τις μεγάλες του απώλειες.
Το 278 π.Χ. ύστερα από πρόσκληση των Ελλήνων της Σικελίας να τους βοηθήσει εναντίον των Καρχηδονίων αποβιβάστηκε στο νησί και έλυσε εύκολα την πολιορκία των Συρακουσών. Αμέσως όλες οι ελληνικές πόλεις τον αναγνώρισαν ως ηγέτη τους. Το 277 π.Χ. νίκησε επανειλημμένα τους Καρχηδόνιους και τους περιόρισε μόνο σε μια βάση, το Λιλύβαιο, στη δυτική άκρη της Σικελίας, που δεν μπόρεσε τελικά να κυριέψει. Σκέφτηκε τότε να χτυπήσει την ίδια την Καρχηδόνα αλλά στο μεταξύ οι Έλληνες της Σικελίας, δυσαρεστημένοι από την αυταρχικότητά του, είχαν αρχίσει να κινούνται εναντίον του, γι’ αυτό προτίμησε να ξαναγυρίσει στην Ιταλία (276 π.Χ.), όπου οι Ρωμαίοι πίεζαν και πάλι τις ελληνικές πόλεις. Η αποφασιστική σύγκρουση έγινε το 275 π.Χ. στο Βενεβέντο, όπου ο Πύρρος νικήθηκε από τους Ρωμαίους και απογοητευμένος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Δύση και τα φιλόδοξα σχέδιά του και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Η αναχώρησή του από την Κάτω Ιταλία είχε ως συνέπεια την εύκολη επικράτηση των Ρωμαίων στα χρόνια που ακολούθησαν.
Όταν γύρισε στην Ελλάδα ο Πύρρος, συγκρούστηκε με τον Αντίγονο Γονατά και κατόρθωσε να του αφαιρέσει ένα μεγάλο τμήμα της Μακεδονίας και τη Θεσσαλία (274 π.Χ.). Στη συνέχεια πραγματοποίησε μια εκστρατεία στην Πελοπόννησο και, αφού κυριάρχησε στο ΒΔ τμήμα της, επιχείρησε να κυριέψει τη Σπάρτη, χωρίς όμως επιτυχία. Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Αντίγονος με το στρατό του βάδιζε εναντίον του, προχώρησε και αυτός για να τον αντιμετωπίσει. Οι δύο αντίπαλοι μπήκαν σχεδόν ταυτόχρονα στο Άργος και στις σκληρές οδομαχίες που ακολούθησαν ο στρατός του Πύρρου αντιμετωπίζοντας τους Μακεδόνες, τους Αργείτες και τους Σπαρτιάτες είχε βαριές απώλειες. Ο ίδιος ο Πύρρος βρήκε το θάνατο χτυπημένος, σύμφωνα με ανεξακρίβωτη παράδοση, από μια κεραμίδα που του πέταξε μια γυναίκα από κάποιο σπίτι.
Ο Πύρρος αναδείχτηκε ένας από τους πιο μεγάλους στρατηγούς της εποχής του. Πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του με πολεμικές περιπέτειες και έδειξε στα πεδία των μαχών μεγάλες στρατιωτικές αρετές. Δεν μπόρεσε όμως να εκμεταλλευτεί τις πολεμικές επιτυχίες του, γιατί δεν είχε πολιτικές ικανότητες. Μετά το θάνατό του το βασίλειο της Ηπείρου έχασε οριστικά τη δύναμή του.

No comments:

Post a Comment