Wednesday, June 17, 2009

ΡΩΜΗ & ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΙΙ

Αννίβας καί Καρχηδόνα (247-183 π.Χ.).

Καρχηδόνιος στρατηλάτης και πολιτικός, ο μεγαλύτερος στρατιωτικός ηγέτης του β’ καρχηδονιακού πολέμου, επονομαζόμενος στην αρχαιότητα «Μέγας» και «Αήττητος». Ήταν γιος του στρατηγού Αμίλκα Βάρκα και γεννήθηκε στην Καρχηδόνα. Όταν ήταν εννιά χρονών, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στα Γάδειρα της Ισπανίας (το σημερινό Κάδιξ), αφού προηγουμένως τον έβαλε να ορκιστεί αιώνιο μίσος κατά της Ρώμης. Το 221 π.Χ., σε ηλικία 26 χρονών, διαδέχτηκε τον κουνιάδο του Ασδρούβα στη διοίκηση των καρχηδονιακών δυνάμεων. Συνεχίζοντας την πολιτική του πατέρα του, θεωρούσε την αναμέτρησή του με τη Ρώμη απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια την ύπαρξη της Καρχηδόνας. Αφορμή τού έδωσε η πόλη Ζάκανθα, που ανήκε στο καρχηδονιακό έδαφος αλλά ήταν πιστή σύμμαχος των Ρωμαίων. Η πολιορκία και κατάληψη της Ζάκανθας το 219 π.Χ. οδήγησαν στην έκρηξη του β’ καρχηδονιακού πολέμου, που λέγεται και «Αννιβαϊκός» από το όνομα του μεγάλου στρατηγού. Πιστεύοντας ότι θα πλήξει καίρια τη Ρώμη μόνο αν εισβάλει στην Ιταλία, ο Αννίβας ξεκίνησε τον Απρίλιο του 218 π.Χ. με 40.000 στρατό και αρκετούς ελέφαντες και πέρασε τις Άλπεις. Νίκησε τις ρωμαϊκές δυνάμεις κοντά στους ποταμούς Τίκινο και Τρεβία και στη λίμνη Τρασιμένη. Η μεγάλη όμως νίκη του Αννίβα ήταν η κατάληψη των Κανών το 216 π.Χ. και η καταστροφή του πολύ ισχυρότερου σε αριθμό ρωμαϊκού στρατού, αποτέλεσμα της ανώτερης τακτικής του Καρχηδόνιου στρατηγού. Δεν εκμεταλλεύτηκε όμως τη νίκη του ο Αννίβας. Εγκατέλειψε την ιδέα να επιτεθεί εναντίον της ίδιας της Ρώμης, επειδή δεν είχε πολιορκητικές μηχανές και αρκετές εφεδρείες. Έτσι έχασε και την τελευταία ευκαιρία το 211 π.Χ., ενώ είχε φτάσει σε τρία μόλις μίλια απόσταση από την πόλη και είχε προκαλέσει μεγάλο πανικό στον πληθυσμό που φώναζε: «Hannibal ante portas!» (Ο Αννίβας μπροστά στις πύλες).
Από τότε άρχισε για τον Αννίβα η κάμψη. Το 209 π.Χ. έχασε τον Τάραντα και δυο χρόνια αργότερα ο αδελφός του Ασδρούβας Βάρκας σκοτώθηκε κοντά στο Μέταυρο, όπου και ο καρχηδονιακός στρατός καταστράφηκε τελείως. Ο Αννίβας αποσύρθηκε αβοήθητος στο Βρούττιο, βλέποντας μια μια τις πόλεις που είχε καταλάβει να περνούν και πάλι στα χέρια των Ρωμαίων. Στο μεταξύ ο πόλεμος μεταφέρθηκε στην Αφρική. Οι Ρωμαίοι είχαν ήδη πάρει μεγάλο θάρρος από τις προηγούμενες νίκες τους. Στη «Μεγάλη Πεδιάδα» (Campus Magnus) της Βαργκάδας το 203 π.Χ. και στη Ζάμα το 202 π.Χ., ο καρχηδονιακός στρατός εκμηδενίστηκε τελείως και ο ίδιος ο Αννίβας ζήτησε να συναφθεί ειρήνη.
Ο μεγάλος στρατηγός γύρισε πικραμένος στην Καρχηδόνα, όπου όμως προσπάθησε και πάλι να δημιουργήσει δίκτυο συμμαχιών, με σκοπό να προετοιμάσει μια νέα σύγκρουση με τη Ρώμη. Αλλά οι πολιτικοί του αντίπαλοι πρόδωσαν στους Ρωμαίους τα σχέδιά του και έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει σε διάφορες ηγεμονικές αυλές της Ανατολής, προσπαθώντας να ξεσηκώσει τους λαούς εναντίον των Ρωμαίων. Τελικά αυτοκτόνησε στην αυλή του Προυσία, ηγεμόνα της Βιθυνίας, το 183 π.Χ. παίρνοντας δηλητήριο για να αποφύγει τη σύλληψη από τους Ρωμαίους.
Ο Αννίβας ήταν ένας από τους πιο μεγαλοφυείς στρατιωτικούς ηγήτορες όλων των εποχών. Στη μάχη των Κανών αναδείχτηκε αντάξιος μαθητής του Αλεξάνδρου και του Πύρρου, των οποίων τελειοποίησε την τακτική της συνδυασμένης κίνησης πεζικού και ιππικού. Διέθετε διπλωματικές ικανότητες και είχε το προσόν να επιβάλλεται στον ετερόκλητο στρατό του, ο οποίος παρ’ όλες τις αντιξοότητες που αντιμετώπισε δεν έκανε ποτέ την παραμικρή ανταρσία.










Μιθριδατικοί πόλεμοι

Τρεις πόλεμοι, μεταξύ της Ρώμης και του Μιθριδάτη ΣΤ’, βασιλιά του Πόντου.

Α’ μιθριδατικός πόλεμος (89-84 π.Χ.). Άρχισε μετά την ξαφνική ενέργεια του Μιθριδάτη ΣΤ’ να προσαρτήσει στο κράτος του τη Βιθυνία, παραμερίζοντας το νόμιμο βασιλιά της, Νικομήδη Γ’, και αποκρούστηκε με επιτυχία από τους Ρωμαίους. Ο Μιθριδάτης ΣΤ’ με σύμμαχό του το βασιλιά της Αρμενίας και γαμπρό του, Τιγράνη, καθώς και με την υποστήριξη πολλών ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, στις οποίες εμφανίστηκε ως απελευθερωτής με την επωνυμία «Νέος Διόνυσος», πήρε τη Μικρά Ασία από τους Ρωμαίους. Τις επιχειρήσεις για την κατάκτηση του ελλαδικού χώρου ο Μιθριδάτης ΣΤ’ ανέθεσε στο στρατηγό του Αρχέλαο. Θέλοντας να εκμηδενίσει τους Ρωμαίους έδωσε διαταγή να εξοντωθούν όλοι οι Ρωμαίοι και οι ιταλικής καταγωγής έμποροι, μαζί με τις οικογένειές τους, που βρίσκονταν στη Μικρά Ασία. Κατά τον «Εφέσιο Εσπερινό» (88 π.Χ.), όπως ονομάστηκε η ενέργεια αυτή του Μιθριδάτη, δολοφονήθηκαν περίπου 80.000 άνθρωποι. Στο μεταξύ μαζί του είχαν ταχτεί αρκετές ελληνικές περιοχές, όπως η Αθήνα, η Βοιωτία και η Λακεδαίμονα. Ο ίδιος για να εδραιώσει τη συμμαχία με την Ελλάδα παντρεύτηκε μια Εφέσια. Επικεφαλής του ρωμαϊκού στρατού είχε αναλάβει ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας, που κατατρόπωσε το στρατηγό του Μιθριδάτη, Αρχέλαο, στη Χαιρώνεια και στον Ορχομενό, ενώ κατέλαβε ύστερα από πολιορκία την Αθήνα και τον Πειραιά (86 π.Χ.). Το 85 π.Χ. ο Μιθριδάτης αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να υπογράψει τη Συνθήκη της Δαρδάνου (δε διασώζεται πάντως γραπτό τεκμήριο), σύμφωνα με την οποία έπρεπε να παραιτηθεί από όλες τις κατακτήσεις του, να πληρώσει πολεμική αποζημίωση και να παραδώσει το μεγαλύτερο μέρος του στόλου του.
Β’ μιθριδατικός πόλεμος (83-81 π.Χ.). Γρήγορα ο Μιθριδάτης επανέκτησε τις δυνάμεις του και, παίρνοντας αφορμή από την αλαζονική συμπεριφορά του διοικητή της Ασίας, Λεύκιου Λικίνιου Μουρήνα, κήρυξε τον πόλεμο στη Ρώμη, κατά τον οποίο βγήκε νικητής και κατέλαβε τμήμα της Καππαδοκίας, έχοντας ως συμμάχους το στασιαστή Σερτώριο και τους πειρατές.
Γ’ μιθριδατικός πόλεμος (74-67 π.Χ.). Η νέα πολεμική σύρραξη μεταξύ Ρώμης και Μιθριδάτη αρχίζει μετά την ξαφνική εισβολή του τελευταίου στη Βιθυνία, την οποία ο βασιλιάς της Νικομήδης είχε κληροδοτήσει στη Ρώμη. Με νέα στρατεύματα ο Μιθριδάτης νικά αρχικά το Ρωμαίο ύπατο Μάριο Αυρήλιο Κόττα στη Χαλκηδόνα, αλλά στη συνέχεια υφίσταται αλλεπάλληλες ήττες από το Ρωμαίο επικεφαλής της επιχείρησης, Λεύκιο Λικίνιο Λούκουλλο, ο οποίος τον αναγκάζει να υποχωρήσει και να καταφύγει στο σύμμαχο και γαμπρό του, Τιγράνη (70/71 π.Χ.). Παρά τις δύο νικηφόρες μάχες του Λούκουλλου στα Τιγρανοκέρατα (69 π.Χ.) και στην Αρτάξατα (68 π.Χ.), η ρωμαϊκή σύγκλητος τον αντικατέστησε με το Γναίο Πομπήιο, γιατί προκλήθηκε ανταρσία στο στράτευμα. Σκληρότερος από τους προηγούμενους αντιπάλους του, ο Πομπήιος νίκησε τον Τιγράνη και το Μιθριδάτη και τους ζήτησε να παραδοθούν άνευ όρων. Ο τελευταίος κατέφυγε στο Παντικάπαιο (Κερτς) (64 π.Χ.), στον Κιμμέριο Βόσπορο, και από εκεί σχεδίαζε να εκστρατεύσει κατά της Θράκης, της Ιταλίας και της Ιλλυρίας, όταν ξέσπασε ανταρσία των στρατευμάτων του, που ανακήρυξαν βασιλιά το γιο του, Φαρνάκη Β’. Βλέποντας το τέλος να πλησιάζει ο Μιθριδάτης διέταξε να σκοτώσουν όλες τις γυναίκες και τα παιδιά του και τέλος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο. Δεν τα κατάφερε όμως, γιατί έχοντας συνηθίσει ο οργανισμός του στα δηλητήρια είχε πάθει ανοσία, και έτσι διέταξε ένα Γαλάτη μισθοφόρο να τον σκοτώσει με ξίφος (63 π.Χ.). Το κράτος του μαζί με τη Βιθυνία έγινε ρωμαϊκή επαρχία και ο γιος του, Φαρνάκης ο Β’, δήλωσε «φίλος και σύμμαχος» των Ρωμαίων.


Αύγουστος (Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός) (63 π.Χ.-14 μ.Χ.).

Πρώτος αυτοκράτορας της Ρώμης και ένας από τους πιο σημαντικούς. Ήταν γιος της Αετίας, ανιψιάς του Ιούλιου Καίσαρα. Ο Οκταβιανός, νέος 18 χρονών, θετός γιος του Ιούλιου Καίσαρα, διεκδίκησε μετά το θάνατο αυτού (44 π.Χ.) τα κληρονομικά του δικαιώματα από το σφετεριστή συνεργάτη του Καίσαρα Μάρκο Αντώνιο, έχοντας την υποστήριξη της Συγκλήτου. Η ζωή του διακρίνεται σε τρεις περιόδους:
α) Περίοδος Αντωνίου - Οκταβιανού. Αφού επισημοποίησε την πράξη υιοθεσίας του από τον αποθανόντα, ο Οκταβιανός κατάλαβε ότι οι προστριβές του με τον Αντώνιο ωφελούσαν τους δημοκρατικούς και τη Σύγκλητο, γι’ αυτό ήρθε σε συνεννόηση με τον Αντώνιο και το Λέπιδο, αρχηγό του ιππικού της Ρώμης. Οι τρεις αυτοί άντρες ως τριανδρία με υπατική εξουσία επιδίωξαν την αναδιοργάνωση της πολιτείας, με πρώτο στόχο την τιμωρία των δολοφόνων του Ιούλιου Καίσαρα. Επακολούθησαν προγραφές των αντιπάλων. Η μάχη στους Φιλίππους (42 π.Χ.) κατά των δημοκρατικών δολοφόνων του Ιούλιου Καίσαρα υπήρξε ένδοξη για τη νέα τριανδρία και το τέλος της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Οι νικητές μοίρασαν τη λεία τους. Ο Οκταβιανός κράτησε τη Δύση με σκοπό να γίνει απόλυτος μονάρχης. Πήρε με το μέρος του τη Σύγκλητο και κατέστειλε την εξέγερση του Λούκιου Αντωνίου, αδελφού του Αντωνίου της τριανδρίας. Επισφράγισε τις συμφωνίες για τη διαίρεση και τη διοίκηση του κράτους με το γάμο της αδελφής του Οκταβίας με τον Αντώνιο. Ύστερα από τη νικηφόρα εκστρατεία κατά του Σίξτου Πομπήιου, ο Οκταβιανός έγινε κύριος της Σικελίας και της Σαρδηνίας, έχοντας έτσι τον έλεγχο της θάλασσας. Ο Λέπιδος παραμερίστηκε. Στο μεταξύ, το κύρος του Αντωνίου κλονίστηκε στη Ρώμη, ύστερα από την άτυχη έκβαση του πολέμου κατά των Πάρθων (32 π.Χ.) στην Ανατολή και το γάμο του με τη βασίλισσα της Αιγύπτου Κλεοπάτρα. Τα γεγονότα αυτά έδωσαν στον Οκταβιανό την κατάλληλη ευκαιρία να δράσει καταγγέλλοντας τη συνεργασία τους. Η νίκη του κατά του ρωμαιοαιγυπτιακού στόλου του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας (31 π.Χ.), στο ακρωτήριο Άκτιο του Αμβρακικού κόλπου, υπήρξε η αρχή της χρυσής εποχής των χρόνων του Αυγούστου που ανέτειλε στη Ρώμη. Τον επόμενο χρόνο κατέλαβε την Αίγυπτο και ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα αυτοκτόνησαν.
β) Περίοδος αυτοκρατορίας. Με το όνομα του Αυγούστου είναι στενά συνδεδεμένη μια νέα περίοδος της πολιτικής ζωής της Ρώμης, που ως κέντρο της παγκόσμιας πολιτικής δύναμης γνώρισε το «χρυσό αιώνα» της. Η ισχυρή προσωπικότητα του Οκταβιανού εξασφάλισε την τάξη και την ειρήνη στο αχανές ρωμαϊκό κράτος. Επιδιώκοντας το συμβιβασμό ανάμεσα στις δημοκρατικές και τις αυτοκρατορικές τάσεις, διατήρησε ο ίδιος τη στρατιωτική εξουσία και τη διεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής του κράτους, αφήνοντας την πολιτική διοίκηση στο λαό και τη Σύγκλητο, της οποίας φρόντισε να αυξήσει τα μέλη. Το 27 π.Χ. ανακηρύχτηκε από τη Σύγκλητο αρχηγός του κράτους και του δόθηκε η επωνυμία «Αύγουστος» (Σεβαστός), δηλαδή πρόσωπο ιερό. Η επιβολή της προσωπικής του εξουσίας ενισχύθηκε με τον τίτλο του «μεγάλου ποντίφικα» (μεγάλου αρχιερέα), το 12 π.Χ. Ο σύνδεσμος της εξουσίας στο θρόνο και το βωμό έγινε δεκτός ομόφωνα από το λαό.
γ) Περίοδος της Pax augusta. Μετά τη νίκη του Αυγούστου κατά του Αντωνίου η ρωμαϊκή αυτοκρατορία περιελάμβανε τις περιοχές από τον Ατλαντικό ωκεανό ως τη Μεσόγειο, μέχρι τον Ευφράτη ποταμό ως ανατολικό όριο, ενώ ο Δούναβης και ο Ρήνος αποτελούσαν τα βόρεια όρια του κράτους. Η πολιτική του Αυγούστου, «ειρήνη επί γης», εκδηλώθηκε με το κλείσιμο του ναού του Ιανού, το 29 π.Χ., και την καθιέρωση γιορτής «ευχαριστιών» ως αρχή περιόδου ειρήνης.
Ο Αύγουστος διαίρεσε την Ιταλία σε έντεκα περιοχές και τη Γαλατία σε τρεις επαρχίες. Την Αίγυπτο όρισε ως προσωπική του ιδιοκτησία, αναθέτοντάς την σε έμπιστό του «νομάρχη». Αύξησε τον αριθμό των πραιτόρων (10) και των ταμιών (20), δημιουργώντας μια τάξη ικανών υπαλλήλων. Ίδρυσε κρατική ταχυδρομική υπηρεσία. Συστηματοποίησε οδικό δίκτυο κυκλοφορίας. Αναδιοργάνωσε το φορολογικό σύστημα. Εκτός από το δημόσιο, ίδρυσε και αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο, για τα έξοδα του στρατού και του στόλου. Δημιούργησε ισχυρή γραφειοκρατία και μείωσε τα μέλη της Συγκλήτου σε 600. Ευνόησε τη μικρή ιδιοκτησία και θεσμοθέτησε νόμους για τη βελτίωση των ηθών. Ήξερε να διαλέγει τους κατάλληλους συνεργάτες, ανάμεσα στους οποίους υπήρξαν οι εξαίρετοι στρατηγοί Αγρίππας, Μαικήνας, Τιβέριος και Δρούσος.
Ο στρατός, ο οποίος αποτελούνταν από Ρωμαίους πολίτες και εθελοντές μισθοφόρους, κατοίκους των επαρχιών, οργανώθηκε με βάση αμυντικό και όχι κατακτητικό πρόγραμμα. Οι 25 λεγεώνες και ο μόνιμος στόλος είχαν ως σκοπό τους τη διαφύλαξη των συνόρων. Ο Αύγουστος κατέπνιξε τις εσωτερικές διαμάχες των Πάρθων και των Αρμενίων στην Ανατολή, εδραίωσε την ειρήνη στην περιοχή της Ισπανίας και ίδρυσε νέα αποικία στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, τη Λουζιτανία. Οι στρατηγοί του Τιβέριος, που τον έχρισε και διάδοχό του, και Δρούσος κατέπνιξαν την επανάσταση των Γερμανών κατά του διοικητή Βάρου και έφτασαν στο Δούναβη και τον Έλβα ποταμό.
Το ρωμαϊκό κράτος στα χρόνια του Αυγούστου, με την τεράστια έκτασή του, υπήρξε από πολιτική πλευρά ένωση κρατών και ηγεμόνων κάτω από τη ηγεμονία της Ρώμης. Η Ρώμη, με την εισροή απελεύθερων πολιτών από την Ανατολή, απέκτησε μια ιδιότυπη προσωπικότητα με το ελληνικό και το ανατολικό στοιχείο που δέχτηκε μέσα της. Η ρωμαϊκή ειρήνη («pax romana»), κύριος σκοπός και επίτευγμα του Αυγούστου, θεωρήθηκε έργο θείας δύναμης σε όλη τη διάρκεια της αρχής του, γι’ αυτό γύρω από την προσωπικότητά του στρέφονταν οι εκδηλώσεις της πνευματικής ζωής της Ρώμης.

Πομπήιος Γναίος ο Μέγας (106-48 π.Χ.).

Ρωμαίος στρατιωτικός και πολιτικός. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια και ο πατέρας του, Πομπήιος Στράβωνας, είχε διατελέσει διοικητής Σαρδηνίας και ύπατος. Ήταν φιλόδοξος και απέκτησε φήμη με στρατιωτικές επιτυχίες, που δεν οφείλονταν τόσο στις προσωπικές του ικανότητες, και μέσα στο πολιτικό κλίμα που είχαν δημιουργήσει οι εμφύλιοι πόλεμοι στη Ρώμη κατόρθωσε να φτάσει ως τα ανώτατα αξιώματα.
Αρχίζοντας τη σταδιοδρομία του στην υπηρεσία του Σύλλα σημείωσε τις πρώτες του επιτυχίες κατά των οπαδών του Μάριου στη Σικελία και κατά του βασιλιά των Νουμιδών Ιάρβα και του ύπατου Αηνοβάρβου στην Αφρική. Για τις τελευταίες του αυτές νίκες ονομάστηκε Μέγας. Μετά το θάνατο του Σύλλα εκλέχτηκε ύπατος και επανέφερε πολλές από τις δημοκρατικές διατάξεις που εκείνος είχε καταργήσει (78 π.Χ.).
Το 77 π.Χ. τοποθετήθηκε διοικητής της Ισπανίας, όπου κατέστειλε τη στάση του στρατηγού Σερτώριου, οπαδού του Μάριου. Επιστρέφοντας το 71 π.Χ. νίκησε στη βόρεια Ιταλία τα τελευταία τμήματα του στρατού των δούλων του Σπάρτακου, που, μετά την ήττα τους στη νότια Ιταλία από τον Κράσσο, προσπαθούσαν να διαφύγουν. Στη συνέχεια οι δύο στρατηγοί, Πομπήιος και Κράσσος, κατάργησαν όλες τις συντηρητικές μεταρρυθμίσεις του Σύλλα επισύροντας έτσι την εχθρότητα της Συγκλήτου.
Το 67 π.Χ. ο Πομπήιος πέτυχε την εξόντωση των πειρατών, οι οποίοι με ορμητήριο την Κιλικία είχαν κυριαρχήσει στη Μεσόγειο και δημιουργούσαν επισιτιστικά προβλήματα στη Ρώμη. Από το 66 ως το 64 π.Χ. συνέχισε τις επιχειρήσεις στην Ανατολή, νικώντας το βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη και της Αρμενίας Τιγράνη και προσθέτοντας νέα εδάφη (Πόντο, Κιλικία, Συρία) στο ρωμαϊκό κράτος. Όταν όμως επέστρεψε στη Ρώμη, η Σύγκλητος προσπαθώντας να περιορίσει τη δύναμή του αρνήθηκε να επικυρώσει τις πράξεις του στην Ανατολή. Τότε ο Πομπήιος στράφηκε προς τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Κράσσο, που ήταν ισχυρά πολιτικά πρόσωπα, και οι τρεις μαζί δημιούργησαν την «Πρώτη Τριανδρία» (60 π.Χ.) μοιράζοντας την εξουσία.
Το 59 π.Χ. ο Καίσαρας ορίστηκε διοικητής της Γαλατίας και αναχώρησε για την επαρχία του, ενώ ο Κράσσος έφυγε στη Συρία, όπου σκοτώθηκε αργότερα πολεμώντας κατά των Πάρθων. Ο Πομπήιος, που είχε κρατήσει τη διοίκηση της Ισπανίας, έμεινε στη Ρώμη μόνος. Για να αντιμετωπίσει την ανερχόμενη δύναμη του Καίσαρα, που είχε γίνει πολύ ισχυρός μετά τις επιτυχίες του στη Γαλατία, ήρθε σε συνεννόηση με τη Σύγκλητο και την έπεισε να τον ανακαλέσει. Ο Καίσαρας όμως βάδισε με το στρατό του εναντίον της Ρώμης και ο Πομπήιος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ελλάδα.
Η τελική αναμέτρηση έγινε κοντά στα Φάρσαλα το 48 π.Χ. Ο στρατός του Πομπήιου νικήθηκε και ο ίδιος κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου δολοφονήθηκε με εντολή του βασιλιά της χώρας, Πτολεμαίου ΙΒ' Διόνυσου.

Ακτίου ναυμαχία

Ιστορική ναυμαχία, που έγινε στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ. κοντά στο ακρωτήριο Άκτιο, στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, μεταξύ των ενωμένων στόλων του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας και του στόλου του Οκταβιανού Αυγούστου. Κατά τη ναυμαχία αυτή τα μικρά και ευκίνητα πλοία του Οκταβιανού κινούνταν με άνεση και ταχύτητα ανάμεσα στα εχθρικά, σπάζοντας τα κουπιά τους. Με τον τρόπο αυτό τα ακινητοποιούσαν και έπειτα τα έκαιγαν. Μετά τις πρώτες επιτυχίες του στόλου του Οκταβιανού, η βασίλισσα της Αιγύπτου εγκατέλειψε το χώρο της ναυμαχίας με μερικά από τα καλύτερα πλοία της· λίγο αργότερα την ακολούθησε και ο Αντώνιος. Έτσι, τα πλοία τους έμειναν στη διάθεση του αντιπάλου και σύντομα καταλήφτηκαν όλα. Με τη νίκη αυτή του Οκταβιανού, ο οποίος αργότερα πήρε τον τίτλο του Καίσαρα, έληξαν οι μακροχρόνιοι αγώνες για την κατάκτηση της ρωμαϊκής εξουσίας, που είχαν αρχίσει μετά το θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα, μεταξύ των μελών της δεύτερης Τριανδρίας (Αντωνίου, Λεπίδου και Οκταβιανού).





Αδριανός καί Ρώμη (76-138 μ.Χ.).

Ένας από τους πιο σημαντικούς Ρωμαίους αυτοκράτορες, γνωστός και για το φιλελληνισμό του. Γεννήθηκε στην ισπανική πόλη Ιτάλικα από πατέρα συγκλητικό. Μετά το θάνατο του πατέρα του την κηδεμονία του ανέλαβε ο εξάδελφός του Τραϊανός, ο μετέπειτα αυτοκράτορας. Ανατράφηκε στη Ρώμη και από πολύ νωρίς έδειξε σπουδαίες πνευματικές και σωματικές αρετές. Ο αυτοκράτορας Τραϊανός, ο οποίος τον εκτιμούσε πολύ, τον πάντρεψε με την ανεψιά του Βίβια Σαβίνα, τον έκανε ταχτικό σύντροφό του στις εκστρατείες του και του έδωσε υψηλά δημόσια αξιώματα. Το 117 ο Τραϊανός πέθανε και ο στρατός ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Αδριανό, που ήταν τότε τοποτηρητής στη Συρία. Η εκλογή του επικυρώθηκε στη συνέχεια από τη ρωμαϊκή σύγκλητο. Ο Αδριανός γνώριζε πια τον τρόπο της στρατιωτικής και πολιτικής διοίκησης, παράλληλα όμως είχε ασχοληθεί και με τις Καλές Τέχνες, κυρίως τη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική, και αγαπούσε την ποίηση και τη λογοτεχνία. Αυτό το απέδειξε αργότερα με τα αρχιτεκτονικά έργα του, τις ιστορικές μελέτες, την ποίηση και τις δημηγορίες του.
Βασική επιδίωξη του Αδριανού ήταν να επικρατήσει ειρήνη σ' ολόκληρη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Για να το επιτύχει αυτό, εγκατέλειψε τις τελευταίες κατακτήσεις του Τραϊανού στη Μεσοποταμία και την Αρμενία και έκανε συμφωνίες με τους Πάρθους, δίνοντας έτσι τέλος στους μακροχρόνιους αγώνες με τον πολεμικό αυτό λαό. Η μόνη πολεμική ενέργεια που αναγκαστικά ανέλαβε ήταν η καταστολή της εξέγερσης των Εβραίων στα 132-134 μ.Χ. Οι Ρωμαίοι χρειάστηκε να καταβάλουν πολλές προσπάθειες, για να κάμψουν τους επαναστάτες και να υποτάξουν και πάλι την Παλαιστίνη. Αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων καταστράφηκαν 50 φρούρια και 985 χωριά και εξοντώθηκαν 580.000 Εβραίοι, ενώ πολλοί απ' αυτούς που επέζησαν πουλήθηκαν σε διάφορα μέρη ως δούλοι. Τέλος, τους απαγορεύτηκε να επισκέπτονται την Ιερουσαλήμ περισσότερες από μια φορά το χρόνο.
Στα εσωτερικά θέματα της αυτοκρατορίας, ο Αδριανός προχώρησε σε σημαντικές αλλαγές και βελτιώσεις. Οργάνωσε σε νέες βάσεις τη διοίκηση, αναμόρφωσε το φορολογικό σύστημα, ταχτοποίησε τα οικονομικά, φρόντισε για τη νομοθεσία και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης και βελτίωσε τη θέση των δούλων. Στους χριστιανούς φέρθηκε με σχετική ανεκτικότητα. Γενικά, η ειρήνη που επικράτησε στο κράτος και η βελτίωση της εσωτερικής οργάνωσης είχαν ως αποτέλεσμα την τόνωση του εμπορίου και της βιοτεχνίας και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
Ένα κύριο χαρακτηριστικό του Αδριανού ήταν τα συνεχή ταξίδια που έκανε σ' όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας του. Υπολογίζεται ότι τα περισσότερα από τα μισά χρόνια της βασιλείας του βρισκόταν μακριά από τη Ρώμη, γεγονός που είχε προκαλέσει και αρκετές δυσαρέσκειες. Σκοπός των ταξιδιών αυτών ήταν να γνωρίσει ο ίδιος την επικράτειά του, να διαπιστώσει από κοντά τις αμυντικές και τις άλλες ανάγκες που υπήρχαν και να τις θεραπεύσει. Παράλληλα όμως τον έσπρωχνε και μια ασυγκράτητη περιέργεια να γνωρίσει τα πάντα καθώς και η μεγάλη φιλομάθειά του.
Ξεκίνησε τα ταξίδια του το 121 μ.Χ. και κατευθύνθηκε πρώτα στις δυτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Περιόδευσε τη Γαλατία, τη Γερμανία και τη Βρετανία, όπου έδωσε εντολή να κατασκευαστεί το μεγάλο τείχος που έχει το όνομά του. Στη συνέχεια πήγε στην Ισπανία, πέρασε στη Βόρεια Αφρική και προχωρώντας προς τα ανατολικά έφτασε στη Μ. Ασία και από εκεί το 125 μ.Χ. στην Αθήνα, όπου και παρέμεινε για ένα διάστημα. Στην Αθήνα ξαναγύρισε και έμεινε και άλλες φορές. Συνεχίζοντας, ταξίδεψε στις ανατολικές επαρχίες του κράτους του και πήγε μετά στην Αίγυπτο. Εκεί, στον ποταμό Νείλο, πνίγηκε ο ευνοούμενός του Αντίνοος, γεγονός που προκάλεσε στον Αδριανό μεγάλη θλίψη.
Από όλα τα μέρη που επισκέφτηκε ο Αδριανός αγάπησε περισσότερο την Αθήνα και φαίνεται ότι στην πόλη αυτή έζησε τις πιο ευτυχισμένες μέρες του. Όσες φορές έμεινε εκεί συμπεριφερόταν σαν απλός ιδιώτης, φορούσε ελληνική ενδυμασία, έπαιρνε μέρος σαν Αθηναίος πολίτης στις εκδηλώσεις της πόλης και έδειχνε ξεχωριστό ενδιαφέρον για φιλοσοφικές και καλλιτεχνικές συζητήσεις, ενώ είχε μυηθεί και στα Ελευσίνια Μυστήρια. Η αγάπη του για την Αθήνα εκδηλώθηκε και με μια σειρά από μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα. Στα ανατολικά της Ακρόπολης οικοδόμησε μια ολόκληρη νέα συνοικία, στα όρια της οποίας χτίστηκε η «Πύλη του Αδριανού», που σώζεται ως σήμερα σχεδόν ανέπαφη. Ολοκλήρωσε το μεγάλο ναό του Ολυμπίου Διός, που είχε αρχίσει στα χρόνια του Πεισίστρατου (6ος αι. π.Χ.). Έχτισε τη Βιβλιοθήκη που έχει το όνομά του και είναι ένα λαμπρό ορθογώνιο κτίριο με μεγάλο εσωτερικό άνοιγμα περιστοιχισμένο από στοά. Σπουδαίο, τέλος, έργο κοινής ωφέλειας ήταν το «Αδριάνειο υδραγωγείο». Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης οι Αθηναίοι έστησαν αγάλματά του στο θέατρο του Διονύσου και σε άλλα σημεία της πόλης.
Με πολλά και σπουδαία αρχιτεκτονικά έργα κόσμησε ο Αδριανός και τη Ρώμη. Ανάμεσα στα άλλα, ξαναέχτισε το Πάνθεο, που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά, και οικοδόμησε ένα κυκλικό Μαυσωλείο, που σώζεται κι αυτό ως σήμερα και είναι γνωστό ως «Κάστρο του Αγίου Αγγέλου». Σε μικρή απόσταση από τη Ρώμη, στο σημερινό Τίβολι, έχτισε τη μεγάλη και πολυτελή έπαυλή του, στο χώρο της οποίας αναπαράστησε σε μικρογραφία τους τόπους και τα μνημεία που αγάπησε.
Το 134 μ.Χ. ο Αδριανός, κουρασμένος από τα ταξίδια και μεγάλος πια στην ηλικία, επέστρεψε οριστικά στη Ρώμη και εγκαταστάθηκε στην έπαυλή του. Εκεί έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, που ήταν όμως θλιβερά. Τα γηρατειά, οι κακές σχέσεις με τη σύζυγό του, το γεγονός ότι δεν απέκτησε παιδιά και η κακή υγεία του συντέλεσαν ώστε να γίνει καχύποπτος, κακότροπος και μισάνθρωπος. Όλα αυτά έγιναν αιτία να δημιουργήσει πολλές αντιπάθειες και να χρωματιστεί από μερικούς βιογράφους του με μελανά χρώματα. Ο Αδριανός πέθανε, το 138 μ.Χ., στα λουτρά των Βαϊών, όπου είχε πάει για να βρει ανακούφιση από τα προβλήματα υγείας που είχε.

Γερμανικός, Γάιος Ιούλιος Καίσαρας (15 π.Χ.-19 μ.Χ.).

Ρωμαίος στρατηγός. Γεννήθηκε στη Ρώμη και πέθανε στην Αντιόχεια. Ήταν γιος του Νέρωνα Κλαύδιου Δρούσου και της Αντωνίας, της μικρότερης κόρης του Μάρκου Αντωνίου και εγγονής του Αυγούστου. Ο αυτοκράτορας Κλαύδιος (41-54 μ.Χ.) ήταν νεότερος αδελφός του. Το αρχικό του όνομα ήταν Τιβέριος Δρούσος Νέρωνας. Το επίθετο Γερμανικός, που το είχε και ο πατέρας του, του δόθηκε έπειτα από τις νίκες του εναντίον των Γερμανών, με απόφαση της συγκλήτου. Έπειτα από διαταγή του Καίσαρα τον υιοθέτησε ο θείος του Τιβέριος και τον διόρισε διάδοχο του θρόνου. Έτσι πήρε το όνομα Γάιος Ιούλιος Καίσαρας Γερμανικός. Σε ηλικία 21 ετών πήρε μέρος σε εκστρατεία του Τιβέριου εναντίον των Δαλματών. Εκεί διακρίθηκε και αξιώθηκε από τη σύγκλητο να τελέσει θρίαμβο. Στη συνέχεια, συνόδευσε τον Τιβέριο στη Γερμανία. Πριν από τη νόμιμη ηλικία εκλέχτηκε ύπατος. Όταν ο Τιβέριος ανέβηκε στο θρόνο της Ρώμης, μετά το θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.), οι λεγεώνες της Γερμανίας επαναστάτησαν και ανακήρυξαν αυτοκράτορα το Γερμανικό. Όμως αυτός κατέστειλε την επανάσταση, εξακολούθησε να πολεμά τους Γερμανούς και έφτασε στη δεξιά όχθη του ποταμού Βέζερ, όπου κατατρόπωσε τον εθνικό ήρωά τους, τον Αρμίνιο. Προχωρώντας συνεχώς έφτασε ως τον Έλβα. Το 16 μ.Χ. ανακλήθηκε στη Ρώμη, όπου τιμήθηκε με μεγαλοπρέπεια και προσλήφθηκε ως συνύπατος από τον Τιβέριο. Όμως ο αυτοκράτορας ζηλεύοντας και φοβούμενος τη δημοτικότητα του θετού γιου του τον έστειλε στην Ανατολή αφού του έδωσε δικτατορικά δικαιώματα. Πολεμώντας εναντίον των Πάρθων ο Γερμανικός κέρδισε νέες μάχες και σε λίγο υπέταξε την Καππαδοκία, ανακηρύσσοντάς την ρωμαϊκή επαρχία. Στην Αρμενία διόρισε βασιλιά που ο ίδιος διάλεξε. Επισκέφθηκε την Αίγυπτο, τη Συρία, την Ιουδαία. Παντού τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Όμως ο διοικητής της Συρίας Γναίος Πείσωνας τον διέταξε να εγκαταλείψει την επαρχία του. Σε ηλικία 34 ετών αρρώστησε και πέθανε στην Αντιόχεια. Ο φθόνος και η εχθρότητα που προκάλεσε η προσωπικότητά του, ο θρίαμβος και η δημοτικότητα του Γερμανικού, έδωσαν αφορμή για φήμες ότι δηλαδή δηλητηριάστηκε από τον Πείσωνα έπειτα από διαταγή του Τιβέριου. Όμως οι Λατίνοι συγγραφείς Τάκιτος και Σουητώνιος διαφωνούν μεταξύ τους για τα αίτια που προκάλεσαν το θάνατό του. Η γυναίκα του Αγριππίνα έφερε την τέφρα του στη Ρώμη, όπου με εξαιρετικές τιμές κατατέθηκε στο μαυσωλείο του Αυγούστου.
Ο Γερμανικός έφερε στον κόσμο έξι παιδιά. Από αυτά το ένα ήταν μετέπειτα ο αυτοκράτορας Καλιγούλας και το άλλο η μητέρα του Νέρωνα, Αγριππίνα η νεότερη.
Ο Γερμανικός ξεχώριζε και για τη ρητορική του δεινότητα αλλά και για την επίδοσή του στα γράμματα. Έγραψε ποιήματα, επιγράμματα και κωμωδίες σε ελληνική γλώσσα. Μετέφρασε σε στίχους το έργο του Άρατου «Φαινόμενα», από το οποίο έχουν σωθεί μόνο λίγα αποσπάσματα.

Σεβήρος

Όνομα Ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι σπουδαιότεροι από τους οποίους ήταν:

1) Σεβήρος Α’, Λεύκιος Σεπτίμιος (146-211). Ήταν αυτοκράτορας της Ρώμης την περίοδο 193-211. Καταγόταν από τη Λέπτιδα της Τριπολίτιδας (περιοχή της Βόρειας Αφρικής). Αναγορεύτηκε αυτοκράτορας από τα στρατεύματα της Παννονίας, των οποίων ήταν στρατηγός, μετά τη δολοφονία του προκατόχου του αυτοκράτορα Περτίνακα. Αναγκάστηκε τότε να αντιμετωπίσει το διεκδικητή του θρόνου Πεσκέννιο Νίγρα, διοικητή της Συρίας, που είχε κυριαρχήσει στις ανατολικές επαρχίες, και τον νίκησε ύστερα από σκληρούς αγώνες (194-196). Στη συνέχεια αντιμετώπισε τον Κλαύδιο Αλβίνο, διοικητή της Βρετανίας, που είχε ανακηρυχτεί αυτοκράτορας και βάδιζε κατά της Ρώμης, και τον νίκησε μετά από σκληρή μάχη στο Λούγδουνο (197). Αμέσως μετά επιχείρησε εκστρατεία στην Ανατολή εναντίον των Πάρθων (197-202) και κυρίεψε τη Μεσοποταμία. Τέλος, το 208 εκστράτευσε στη Βρετανία, για να αντιμετωπίσει τις ανυπότακτες φυλές της περιοχής, και πέθανε στο Εβόρακο (Υόρκη).





Ο Σεπτίμιος Σεβήρος Α’ περιόρισε πολύ τη δύναμη της συγκλήτου και κυβέρνησε ως απόλυτος μονάρχης με στήριγμα το στρατό. Αναδιοργάνωσε το σώμα των πραιτοριανών πλαισιώνοντάς το με άντρες από τις λεγεώνες των επαρχιών και βελτίωσε γενικά τη θέση των στρατιωτικών. Έδωσε πολλές εξουσίες στο αξίωμα του αυλάρχη, που το λάμβαναν νομομαθείς (Παπινιανός) και φρόντισε για την βελτίωση της νομοθεσίας και για την ανόρθωση των οικονομικών. Στην εποχή του οι επαρχίες άρχισαν να διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στα πράγματα της Ρώμης, σε βάρος της Ιταλίας.
2) Σεβήρος Β’, Μάρκος Αυρήλιος Αλέξανδρος (208-235). Αυτοκράτορας της Ρώμης την περίοδο 222-235. Διαδέχτηκε σε ηλικία 14 χρονών τον Ηλιογάβαλο και στη διάρκεια της βασιλείας του την πραγματική εξουσία άσκησαν η μητέρα του και ο νομομαθής Ουλπιανός, που είχε το αξίωμα του αυλάρχη. Ο Ουλπιανός θέσπισε σημαντικούς νόμους και έκανε ορισμένες στρατιωτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Η προσπάθεια, ωστόσο, του Σεβήρου Β’ να περιορίσει τη δύναμη των πραιτοριανών κατέληξε στη δολοφονία του από αυτούς. Στα θρησκευτικά θέματα ο Σεβήρος έδειξε ανοχή τόσο απέναντι στους Εβραίους όσο και στους χριστιανούς. Εκστράτευσε εναντίον του ιδρυτή της περσικής δυναστείας Αρδασίρ Α’ και ύστερα από σκληρούς αγώνες στην Ανατολή περιόρισε τους Πέρσες στην επικράτειά τους (232). Το 234 επιχείρησε εκστρατεία εναντίον των Γερμανών στον ποταμό Ρήνο. Δολοφονήθηκε από στρατιώτες του στασιαστή αξιωματικού Μαξιμίνου από τη Θράκη, που ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Μετά το θάνατο του Σεβήρου Β’ άρχισε για τη Ρώμη η περίοδος της στρατιωτικής αναρχίας.

Αέτιος Φλάβιος καί Ρώμη (390;-453 ή 454 μ.Χ.)

Ο τελευταίος μεγάλος στρατηγός του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους

Ο Αέτιος Φλάβιος γεννήθηκε στο Δορύστολο της Μοισίας (σημ. Σιλίστρια, στη δεξιά όχθη του Δούναβη) στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 4ου αιώνα μ.Χ. Από νέος ακολούθησε το στρατιωτικό στάδιο, ενώ για ένα διάστημα έμεινε ως όμηρος κοντά στον ηγεμόνα των Βησιγότθων Αλάριχο καθώς και στους Ούννους, με τους οποίους δημιούργησε αρχικά φιλικές σχέσεις. Αυτό του έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσει καλά τους δύο αυτούς λαούς, που ήταν τότε οι πιο σημαντικοί αντίπαλοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Γρήγορα ο Αέτιος ανέβηκε ψηλά στη στρατιωτική ιεραρχία, χάρη στις εξαιρετικές του ικανότητες, και έγινε αρχηγός του αυτοκρατορικού στρατού. Ανάμεσα στις πολεμικές του επιτυχίες αξιοσημείωτες ήταν οι νικηφόρες επιχειρήσεις του κατά των Γότθων και των Φράγκων στη Γαλατία (432-440) καθώς και η καταστολή ανταρσιών και εξεγέρσεων που εκδηλώθηκαν την περίοδο εκείνη σε διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας. Το κατόρθωμα όμως που τον δόξασε ήταν η απόκρουση της επιδρομής των Ούννων στη Γαλατία.
Το 451 μ.Χ. οι Ούννοι, μαζί με ορισμένες φυλές Γερμανών και Γότθων, ένα φοβερό πλήθος που ξεπερνούσε σε αριθμό, κατά τις μαρτυρίες, το μισό εκατομμύριο, προχώρησαν προς τα δυτικά με ηγέτη τον Αττίλα, τη «μάστιγα του Θεού», όπως ονομάστηκε. Οι επιδρομείς εισέβαλαν στη Γαλατία καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά τους και έφτασαν έξω από τα τείχη της Ορλεάνης. Εναντίον τους κινήθηκε ο Αέτιος οδηγώντας το ρωμαϊκό στρατό, στον οποίο συμμετείχαν και πολλές γερμανικές φυλές και τον οποίο ήρθαν να ενισχύσουν σημαντικά οι Βησιγότθοι της Τολώσης, με επικεφαλής το βασιλιά τους Θεοδώριχο Α΄ και το γιο του Θορισμούνδο.
Η μεγάλη αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο αντίπαλες στρατιές, γνωστή και ως «μάχη των εθνών», έγινε το 451 στα Καταλαυνικά Πεδία (Campi Catalauni), κοντά στη σημερινή πόλη Σαλόν σιρ Μαρν της ΒΑ Γαλλίας. Η μάχη, από τις πιο αιματηρές της ιστορίας, ήταν σκληρή και κράτησε όλη την ημέρα. Οι Ούννοι νικήθηκαν, χάρη στη στρατηγική ικανότητα του Αέτιου και στη γενναιότητα του βασιλιά των Βησιγότθων Θεοδώριχου, που σκοτώθηκε πολεμώντας, και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και τελικά να αποσυρθούν, χωρίς ωστόσο να συντριβούν. Έτσι σώθηκε η Γαλατία, αλλά και γενικότερα η Δυτική Ευρώπη, από μια μεγάλη καταστροφή.
Το τέλος του μεγάλου στρατηγού δεν ήταν αντάξιο της προσωπικότητας, των κατορθωμάτων και γενικά της προσφοράς του. Τον δολοφόνησε σ' ένα συμπόσιο, το 453 ή 454, ο ίδιος ο ανίκανος αυτοκράτορας Βαλεντινιανός Γ΄, επειδή φοβήθηκε μήπως ο Αέτιος διεκδικήσει και του πάρει το θρόνο του. Όπως γράφει ο ιστορικός Μ. Κάρι (Ρωμαϊκή Ιστορία, Β, 511): «Μετά το θάνατο του Αετίου επισπεύστηκε η τελική κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».

Ο ΕΥΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΡΩΜΑΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Το 64/63 π.Χ. ο Πομπήιος ίδρυσε τη διπλή επαρχία Βιθυνίας και Πόντου, η οποία εκτεινόταν κατά μήκος της νότιας παραλίας του Εύξεινου Πόντου και περιλάμβανε ουσιαστικά τις επαρχίες Βιθυνία, Παφλαγονία και Πόντο. Οι παλιές παραλιακές πόλεις, όπως η Ηράκλεια, η Σήσαμος, η Σινώπη, η Αμισός, η Κερασούντα και η Τραπεζούντα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον εξελληνισμό της περιοχής. Τα υπόλοιπα ποντιακά εδάφη μοιράστηκαν σε δυνάστες και ηγεμόνες που είχαν προσφέρει συμμαχία στους Ρωμαίους εναντίον του Μιθριδάτη. Έτσι, την περιοχή δυτικά του Ίρη ποταμού, χωρίς την Αμισό, έλαβε ο Δηιόταρος, τετράρχης Γαλατίας, που την ένωσε με τη Γαλατία ονομάζοντάς την «Πόντο Γαλατικό». Στη δικαιοδοσία του Δηιόταρου υπάγονταν επίσης ο υπόλοιπος Πόντος και η Μικρή Αρμενία, ενώ ο Αρίσταρχος ανέλαβε τη βασιλεία των Κόλχων και των άλλων γειτονικών λαών. Τη χερσόνησο της Ταυρικής (Κριμαία) δώρισε ο Πομπήιος στο γιο του Μιθριδάτη, Φαρνάκη Β'. Το ανατολικό τμήμα του Πόντου ονομάστηκε Πολεμωνιακός Πόντος και αποδόθηκε περί το 36 π.Χ. από το Μάρκο Αντώνιο στον Πολέμωνα, εγγονό του Μιθριδάτη και γιο του επιφανή ρήτορα Ζήνωνα από τη Λαοδίκεια. Αργότερα ο Πόντος Γαλατικός και ο Πόντος Πολεμωνιακός ενσωματώθηκαν στην επαρχία Γαλατίας και Καππαδοκίας. Έτσι, ο Πόντος περιλάμβανε την εποχή του Τιβέριου μόνο την περιοχή έξι μεγάλων παραλιακών πόλεων από την Ηράκλεια ως την Αμισό, που διοικούσε ένας αντιστράτηγος, «propraetor». Το τμήμα από το Μελάνθιο ως τη Διοσκουριάδα δόθηκε από τη χήρα του Πολέμωνα, Πυθοδωρίδα, ως προίκα στο νέο σύζυγό της, βασιλιά της Καππαδοκίας, Αρχέλαο (μετά το 62 μ.Χ.), και ονομάστηκε Πόντος Καππαδοκικός. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 64 μ.Χ. η Τραπεζούντα ενσωματώθηκε ως ελεύθερη πόλη (liberum oppidum) στην επαρχία του Πολεμωνιακού Πόντου. Ο τελευταίος επανήλθε στο καθεστώς ρωμαϊκής επαρχίας επί Νέρωνα (64-65 μ.Χ.) με την ονομασία Μεσογειακός Πόντος (Pontus Mediterraneus). Επί Διοκλητιανού (284-305 π.Χ.) και των διαδόχων του τα ποντιακά εδάφη αποκαλούνταν Ποντική Διοίκηση (Dioecesis Pontica) και ήταν διαιρεμένα σε τρεις επαρχίες: το δυτικό τμήμα μέχρι το Θερμώδοντα ποταμό είχε την ονομασία Διόσποντος (αργότερα ονομάστηκε Ελενόποντος προς τιμή της μητέρας του Μ. Κωνσταντίνου). Κυριότερες πόλεις του Διόσποντου ήταν οι: Ίβωρα, Ευχάιτα, Ζήλα, Άνδραπα, Ζάλιχα, Σινώπη, Αμισός, και πρωτεύουσα η Αμάσεια. Τον Πολεμωνιακό Πόντο αποτελούσαν τα ανατολικά εδάφη πέρα από το Θερμώδοντα ποταμό με πρωτεύουσα τη Νεοκαισάρεια και άλλες πόλεις τις: Κόμανα, Πολεμώνιο, Κερασούντα και Τραπεζούντα. Τα δύο αυτά τμήματα ενώθηκαν επί Ιουστινιανού, μετά το 536 μ.Χ., και πήραν το όνομα Ελενόποντος. Η Μικρή Αρμενία ή Αρμενία Α' περιλάμβανε περιοχές του Άνω Ευφράτη μέχρι τη Νικόπολη με πρωτεύουσα τη Σεβάστεια και άλλες πόλεις τις: Νικόπολη, Κολωνία, Σάταλα και Διοσκουριάδα.
Όσο αφορά τη διοικητική οργάνωση των ποντιακών επαρχιών, η κύρια ευθύνη είχε περιέλθει στη Σύγκλητο, την οποία αντιπροσώπευαν αυτοκρατορικοί υπάλληλοι εντεταλμένοι για τη ρύθμιση της ομαλής διοίκησης και τον έλεγχο της οικονομικής κατάστασης. Το έργο αυτών ήλθαν να βοηθήσουν αργότερα ένας υπατικός πρεσβευτής και ένας στρατηγός. Η μορφή αυτή διοίκησης διατηρήθηκε μέχρι την εποχή του Διοκλητιανού και ως αποτέλεσμα είχε την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου, αφού την εποχή του Πομπήιου λόγω έλλειψης διοικητικής υποδομής ανάλογης προς τις ρωμαϊκές ανάγκες χρησιμοποιήθηκαν ελληνικά πρότυπα διοίκησης σε ό,τι είχε σχέση με τη θρησκευτική, οικονομική και πολιτική ζωή. Έτσι, οι ελληνικές πόλεις συνέχισαν να ακμάζουν και να ευημερούν με πρώτη από όλες την Τραπεζούντα, η οποία είχε ήδη εξελιχθεί σε μεγάλο εμπορικό κόμβο για το διαμετακομιστικό εμπόριο της Ευρώπης προς την Περσία και την Άπω Ασία. Σύμφωνα με μαρτυρίες των ιστοριογράφων Αμμιανού Μαρκελλίνου, Πλίνιου, Ζώσιμου και Πίτυου, η πόλη της Τραπεζούντας είχε αυτονομία και ελευθερία, ενώ συχνές ήταν σ’ αυτή οι επισκέψεις των αυτοκρατόρων, όπως του Τραϊανού και του διαδόχου του Αδριανού, ο οποίος επισκέφθηκε την Τραπεζούντα το 131 μ.Χ. και εκτός από το χτίσιμο θεάτρων και ιερών διέταξε την επέκταση του λιμανιού της με την προσθήκη ενός μόλου, γεγονός που συνέβαλε στην άνθηση της πόλης, ώστε να τη χαρακτηρίσει ο ιστοριογράφος Ζώσιμος ως «πόλη μεγάλη και πολυάνθρωπη».
Τη μακρά περίοδο σχετικής ειρήνης και οικονομικής ευημερίας, όμως, ήρθαν να διακόψουν το 257/8 οι Γότθοι, πραγματοποιώντας ληστρικές επιδρομές στη Νικομήδεια και τη Νίκαια της Βιθυνίας με την παρότρυνση κάποιου Χρυσογόνου, πολίτη της Νικομήδειας. Την επίθεση των Γότθων δέχτηκε και η Τραπεζούντα (257) με καταστροφικές για τη μέχρι τότε ευημερία της συνέπειες. Μετά τον 5ο αι. όμως έγινε σταθμός της Πρώτης Ποντικής Λεγεώνας (Legio Prima Pontica) και άρχισε να ανακτά πάλι τις χαμένες της δυνάμεις, με απόγειο τη βυζαντινή εποχή. Αλλά και η Νίκαια και οι άλλες πόλεις που δέχτηκαν τη γοτθική επίθεση συνήλθαν γρήγορα από το χτύπημα ανοικοδομώντας τα καταστραμμένα τείχη τους με την οικονομική βοήθεια των αυτοκρατόρων Γαλλιηνού και Κλαύδιου Β΄ και γνώρισαν, επί Διοκλητιανού και των διαδόχων του, μια νέα περίοδο ακμής, κατά την οποία μάλιστα ο Διοκλητιανός εγκατέστησε την έδρα της διοίκησής του στη Νικομήδεια της Βιθυνίας δείχνοντας έτσι το δρόμο στο Μ. Κωνσταντίνο να μεταφέρει την πρωτεύουσα του δικού του κράτους από τη Ρώμη στη «Νέα Ρώμη».






Από τις αρχαιολογικές έρευνες φαίνεται ότι οι Λατίνοι ήταν από τον 8ο αι. π.Χ. εγκαταστημένοι στους πρόποδες των ηφαιστειογενών λόφων του Λατίου και είχαν σχηματίσει μικρές πόλεις, περίπου τριάντα την εποχή αυτή, οι οποίες νωρίς αποτέλεσαν θρησκευτικές ομοσπονδίες. Οι αντιπρόσωποι των πόλεων της σπουδαιότερης ομοσπονδίας συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο, μια ορισμένη εποχή, στο όρος Αλβανό, όπου βρισκόταν το ιερό του Jupiter Latiaris (Λατιάρος Δίας). Η θρησκευτική ομοσπονδία των Λατίνων απέκτησε και πολιτικό χαρακτήρα. Προς τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. η Ρώμη κατέστρεψε την Άλβα Λόγγα και βρέθηκε επικεφαλής της ομοσπονδίας, στην οποία συμμετείχαν, εκτός από τις σπουδαιότερες πόλεις του Λατίου, και οι πόλεις των Αικούων και των Ουόλσκων. Η αντίθεση της Ρώμης με τις άλλες πόλεις του Λατίου προκάλεσε τη σύγκρουση στο Τούσκουλο, το 496 π.Χ., κατά την οποία οι Λατίνοι νικήθηκαν και αναγκάστηκαν εξαιτίας των επιδρομών των γειτονικών λαών να συνάψουν συνθήκη με τους Ρωμαίους (493 π.Χ.). Σύμφωνα με αυτή, οι συμβαλλόμενοι υποχρεώνονταν να διατηρούν στρατό σε ίση αναλογία και να αλληλοβοηθούνται σε καιρό πολέμου. Η πολεμική λεία θα μοιραζόταν εξίσου και το ιδιωτικό δίκαιο θα ήταν κοινό για τη Ρώμη και τις λατινικές πόλεις. Παρά τη συνθήκη αυτή όμως οι Λατίνοι το 484 π.Χ. ξαναπήραν, με τη βοήθεια των Ερνίκων, το Τούσκουλο. Το 360 π.χ. οι λατινικές πόλεις Τίβουρα και Πραίνεστο εκστράτευσαν, μαζί με τους Ερνίκους, κατά της Ρώμης. Νικήθηκαν όμως (358 π.Χ.), με αποτέλεσμα να αναθεωρηθεί η συνθήκη του 493 π.Χ. Τώρα οι Ρωμαίοι είχαν το στρατιωτικό έλεγχο της ομοσπονδίας και οι Λατίνοι από σύμμαχοι έγιναν υποτελείς της Ρώμης.
Μετά την αποτυχία της Ρώμης στον α’ σαμνιτικό πόλεμο (343-341 π.Χ.), οι Λατίνοι βρήκαν την ευκαιρία (340 π.Χ.) αποκατάστασης της ισότητας των δικαιωμάτων τους, η οποία είχε καταργηθεί με τη συνθήκη του 358 π.Χ. Η Ρώμη δε δέχτηκε το αίτημά τους και οι Λατίνοι συμμάχησαν με τους Καμπανούς και τους Ουόλσκους και παρέσυραν τους Ρωμαίους στον ονομαζόμενο μέγα λατινικό πόλεμο (340-338 π.Χ.). Μετά την αποφασιστική ήττα των Λατίνων στη Suessa Aurunca, στα σύνορα Λατίου και Καμπανίας, η Λατινική Συμμαχία διαλύθηκε και οι λατινικές πόλεις υποχρεώθηκαν να συνάψουν χωριστές συνθήκες με τη Ρώμη. Από τότε οι Λατίνοι συνέδεσαν τη ζωή τους με τους Ρωμαίους.
ό Έλλην Πυθέας φαίνεται ότι έφθασε στήν Αγγλία γύρω στόν 4ον πχ αιώνα. Ό Πυθέας μιλάει γιά δύο νησιά, τήν Άλβι (Albion = Λευκός) καί τήν Ιέρνη, πού αντιστοιχούν μέ τήν Μεγάλη Βρεττανία καί τήν Ιρλανδία. Ό Κυκλικός ναός τού stonehedge, ομφαλός τών Κελτών, δημιούργημα Ελλήνων Κασσιτεριστών πού από τήν Μινωική καί Μυκηναϊκή εποχή αποίκησαν τίς Κασσιτερίδες νήσους (Βρεταννικοί νήσοι).
Αργότερα τόν 4ον αιώνα πχ ό Πυθέας ό Φωκαεύς επικεφαλής εμπορικής αποστολής πλέοντας παράλληλα μέ τίς ακτές τής Ισπανίας καί Γαλλίας, έφθασε στήν Μάγχη καί κατόπιν στήν Σκοτία καί στήν Θούλη (Ισλανδία) καί τέλος στόν Αρκτικό κύκλο.
Ό ομφαλός τών Κελτών στό Coventry galway διεκοσμήθη μέ μαιάνδρους καί διπλές σπείρες.
Ή ηρωική Βασίλισσα τής Αγγλίας Boa Dicea αγέρωχη επί δρεπανοφόρου άρματος. Τό όνομα Βοa Dicea- βοα/δικέα – βοος = Διός, δηλαδή Δικαία Βασίλισσα.
Ή Αγγλία εκλήθη Αlbion –Αλφιος – αλφός = λευκός, άλφιτα = άλευρα, όπως καί οί Άλπεις = λευκά όρη. Αυτή ή ονομασία εδόθη διότι ή πρώτη από θάλασσα εικόνα της ήταν οί λευκοί βράχοι στό Dover.
Οί Ιππόται τής στρογγυλής τραπέζης είναι τό έπος τού Θησέως καί τής Αίθρας. Ή Ουαλία Wales = Αιολία διότι ή περιοχή μαστίζεται υπό Θυελλωδών ανέμων. Οί Έλληνες τό έλεγαν «Κέρας Αιόλου». Scotland = scot/land = ή χώρα τού σκότους. Επίσης οί αρχαιοέλληνες οπλίτες φορούσαν τήν φούστα τών Ευζώνων, τό «Κίλτ». Στίς μπάντες ό Σκώτος μέ «Κίλτ» κρατά τήν Ελληνική λύρα καί ακολουθεί ό άσκαυλος (γκάϊντα). Ό πολεμικός χωρός των, είναι είδος Πυρριχίου. Οί απομείναντες Έλληνες λέγονταν Tinkers δηλαδή Κασσιτερισταί. Γλώσσα των ήταν τά Gaelic.
Από το 600 π.Χ. άρχισαν ν’ αποβιβάζονται κατά κύματα οι Κέλτες, φυλή ποιμενική και πολεμική. Το 55 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας πραγματοποίησε μια πρόχειρη απόβαση, που όμως απέτυχε. Το 43 π.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κλαύδιος προχώρησε στην κατάκτηση των νησιών, για να εκμεταλλευτεί τα πλούσια κοιτάσματα μετάλλων. Το 2ο-3ο αι. ο Πλίνιος και ο γεωγράφος Μαρκιανός από την Ηράκλεια του Πόντου ονόμασαν τα δύο μεγάλα νησιά Αλβιόνα και Ιουρνία. Από τό 55πχ έως τό 408μχ οί Ρωμαίοι κατέχουν τήν Αγγλία. Ό Ιούλιος Καίσαρ μετά τήν υποδούλωση τής Γαλατίας πέρασε τήν Μάγχη τό 55πχ, περισσότερο από περιέργεια παρά γιά νά επεκτείνη ακόμα βορειότερα τήν κυριαρχία τής Ρώμης. Ή πρώτη όμως απόπειρα απέτυχε. Τόν επόμενο χρόνο ό Καίσαρ μέ μεγάλο στόλο ξαναδοκίμασε μέ μεγαλύτερη επιτυχία. Οί Βρεττανοί αναγκάζονται νά υποσχεθούν τήν πληρωμή φόρου υποτελείας. Τήν εποχή εκείνη βασίλεψε καί ό Κυμβελίνος (ήρως τού ομώνυμου Σεϊκσπηρικού έργου) από τό 5μχ έως 40μχ. Ό Κυμβελίνος επεξέτεινε τήν ηγεμονία του σέ όλο τό νησί καί έκοψε ασημένια νομίσματα μέ τό όνομά του καί τόν τίτλο Rex Brittonium. Στήν εποχή του άρχισε νά ξεπηδά μέσα από τά έλη τής νοτιοανατολικής περιοχής ή πόλις τού Λονδίνου. Τό 43μχ επί Αυτοκράτορος Κλαυδίου, οί Ρωμαίοι επιχείρησαν καί πάλι νά καθυποτάξουν οριστικά τήν Βρεττανία. Ό πόλεμος κράτησε οκτώ χρόνια καί τελείωσε μέ τήν συντριβή τών κατοίκων, τήν αιχμαλωσία τών ηγεμόνων καί τήν σφαγή ενός μεγάλου μέρους τού πληθυσμού. Οί αγριότητες τών Ρωμαίων προκάλεσαν τήν εξέγερσιν τού πληθυσμού. Μέ αρχηγό τήν Βοαδίκεια (ή Μπουντίκκα στά Κελτικά) οί ντόπιοι επεναστάτησαν καί σκότωσαν πολλούς Λατινίζοντες. Γρήγορα όμως οί Ρωμαίοι μέ αρχηγό τό Παύλο κατέπνιξαν τήν επανάστασιν καί ή Βοαδίκεια ήπιε δηλητήριο γιά νά μή συρθή ντροπιασμένη στούς δρόμους τής Ρώμης. Παρά τίς απώλειες ή αντίστασις συνεχίστηκε, γιά νά σταματήση μόνο τήν εποχή τού Ιουλίου Αγρικόλα πού υπέταξε τήν χώρα χρησιμοποιώντας τήν διπλωματία. Ή Ρωμαϊκή κατοχή άντεξε 4 αιώνες αλλά ποτέ οί Ρωμαίοι δέν κατάφεραν νά κυριαρχίσουν στήν ορεινή Καληδονία (Σκωτία). Ό Αυτοκράτωρ Ανδριανός τό 123μχ ύψωσε τό περίφημο τείχος σέ όλο τό μήκος τών βορείων συνόρων. Μέ τήν ενίσχυσιν τού μεγάλου αυτού οχυρωματικού έργου στήν εποχή τού Σεβήρου στά 210μχ, περιορίστηκαν οί επιδρομές από τό Βορρά αλλά δέν σταμάτησαν ολότελα.Από τό 448μχ οί Ρωμαίοι εγκαταλείπουν τήν μακρινή επαρχία καί οί Δανοί (Γιούτοι ή Jutes) αποβιβάστηκαν στό σημνερινό Λονδίνο. Στήν αρχή ώς σύμμαχοι βοήθησαν εναντίον τών Σκώτων, αλλά κατόπιν στρογγυλοκάθησαν στόν τόπο καί ίδρυσαν τό βασίλειο τού Κέντ. Τό παράδειγμα ακολούθησαν καί οί Άγγλοι καί Σάξονες, ιδρύοντας δικά των κράτη. Οί Άγγλοι επειδή κυριάρχισαν στό μεγαλύτερο μέρος τής χώρας, έδωσαν καί τό ονομά των στήν χώρα. Οί Βρεταννοί ύστερα από αγώνες αναγκάστηκαν νά αποσυρθούν στίς ορεινές περιοχές. Από τήν κρίσιμη αυτή περίοδο δέν έχουν διασωθή δυστυχώς γραπτές πηγές. Υπάρχουν μόνο θρύλοι πού ανάμεσά των δεσπόζει ό Βασιλεύς Αρθούρος μέ τούς Ιππότες τής στρογγυλής Τραπέζης (448-829μχ). Ένα μισομυθικό πρόσωπο πού ενσαρκώνει όλους τούς απελπισμένους αγώνες τών Βρεταννών κατά τών νέων κατακτητών.
Γαλλία.Ελληνικές πόλεις πού ιδρύθηκαν κατά τούς Ιστορικούς χρόνους από τήν μητρόπολιν τού απωτάτου Ελληνισμού τής Δύσεως, Μασσαλία καθώς καί από άλλους Έλληνες, είναι οί εξής :
Aeria Αερία
Alise Αλήσια
Orange Αραυσία
Arles Αρελάτε
Bourges Αναρικόν
Avignon Αυένιον
Bordeaux Βουρδίγαλα
Gergovia Γεργοβία
Nemausus Νέμαυσος
Lyon Λούγδουνον
Lucotokea Λουκοτόκια
Reims Δουριρκοτέρα
Toulouse Τολώσσα

Τό Διάνιον 3ος πχ επί τού Ακρωτηρίου de la Nao.΄Η Ρόη ή Ρόδος στά μεθόρια τής Ισπανίας καί Γαλλίας. Τό Εμπορείον στήν ίδια περιοχή μέ τήν Ρόδο. Τό Βάρκιον, ή σημερινή Βαρκελώνη, ή οποία κατεστράφη από τόν Αννίβα. Τό Τάρρακον αποικία Κρητών, ή σημερινή Ταρραγκώνα. Τό Σαγούντον αποικία Ζακυνθίων, ή οποία κατεστράφη επίσης από τόν Αννίβα. Ή Μαινάκη καί άλλες πού περιέχονται στόν Στράβων «Γεωγραφικά». Σπουδαία αποικία ήτο τών Φωκαέων ή Μασσαλία ή οποία υπήρξε μητρόπολις άλλων αποικιών στίς στήλες τού Ηρακλέους. Από τήν Μασσαλία διαδόθησαν τά Ελληνικά γράμματα είς τούς βαρβάρους.
Σύμφωνα μέ τόν Θωμόπουλον ή λέξης Γαλλία σημαίνει εκτεταμένη πεδινή χώρα. Ό Στράβων καλεί τήν Γαλατίαν Γαλλογραικίαν. Στήν Καθημερινή 17/02/89 «αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός στήν Γαλλία» ό Γάλλος Claude Roller καθηγητής πανεπιστημίου τής Dizon, κάνει αναφορά σέ ελληνικούς τάφους καί ευρήματα από τήν Βουργουνδία έως τήν Βυρτεβεργία καί τήν βόρεια Dizon. Τό 1937 ευρέθη στόν Σηκουάνα ορείχαλκο Ελληνικό αγαλματίδιο θεάς (Nationl Geographic april 1982). Επίσης υπάρχουν ευρήματα όπως : πήλινες πινακίδες τής Glozer μέ Ελληνική γραφή καί τά Βότσαλα τής Mas d’Azil, αλλά καί τά Μενίρ μέ επίσης Ελληνικά γράμματα. Τό 30πχ ό Σικελιώτης βρήκε τήν Αλύσια, μητρόπολι τών Γαλατών. Τό 58-51 κατεκτήθη υπό τούς Ρωμαίους ή Γαλατία έως καί τόν Ρήνο. Πέρα από τόν Ρήνο ζούσαν διάφορες βαρβαρικές Γερμανικές φυλές τίς οποίες πολλοί Ρωμαίοι στρατηγοί αναγκάστηκαν νά χτυπήσουν, διαβαίνοντας τόν Ρήνο.
Γιά πρώτη φορά ή Ανδεγαυϊα γίνεται γνωστή επί Ιουλίου Καίσαρος ό οποίος κάι τήν Καταλαμβάνει.
Τους πρώτους κατοίκους της Βουργουνδίας, Αίδουους, υπέταξε ο Ιούλιος Καίσαρας. Ιστορική περιοχή της Ανατολικής Γαλλίας.


Φιλανδία. Στο τέλος του 1ου αι. μ.Χ. τη χώρα κατέλαβαν οι Φίννοι, οι οποίοι προέρχονταν από την Εσθονία, και δημιούργησαν μία πρωτόγονη οικονομία βασισμένη στο κυνήγι των γουνοφόρων ζώων.
Η περιοχή της σημερινής Γερμανίας κατοικείται από την εποχή του λίθου. Οι πρώτες εγκαταστάσεις γερμανικών φύλων (Βάνδαλοι, Γεπίδες, Γότθοι, Χάττοι, Φρείσιοι, Καύχοι, Σουηβοί, Λογγοβάρδοι κ.ά.) ανιχνεύονται στους τελευταίους αιώνες π.Χ., περισσότερες πληροφορίες όμως γι’ αυτούς έχουμε από τον 1ο αι. π.Χ., οπότε η περιοχή κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους. Μέχρι το 2ο αι. μ.Χ. οι γερμανικές φυλές επεκτάθηκαν σε βάρος των Κελτών, τελικά όμως περιορίστηκαν στην περιοχή Β του Δούναβη και Α του Ρήνου.
Γύρω στόν 8 αιώνα πχ άρχισαν νά καταλαμβάνουν οί Κέλτες περιοχές ανάμεσα στίς Άλπεις, τήν βόρειο θάλασσα, τόν Δούναβη καί τόν Βέσερ ( Γερμανία ). Τούς επόμενους αιώνες εξαπλώθηκαν ακόμα μακρύτερα στήν Γαλλία, Βρεταννία καί Ισπανία. Οί Έλληνες συγγραφείς κάνουν λόγω γιά τούς Κέλτες, περιγράφοντάς τους ψηλούς, ανοιχτόχρομους, μέ γαλανά μάτια καί ξανθά μαλλιά. Αξιοσημείωτο είναι ότι οί αρχαίοι συγγραφείς δέν κάνουν διάκριση ανάμεσα σέ Κέλτες καί Τεύτονες. Οί πρώτοι δηλαδή κάτοικοι τής Γερμανίας άνοικαν σέ ψηλούς ΓερμανοΣκανδιναβούς Κέλτες. Περί τόν 3ον πχ αιώνα οί Κέλτες κυριαρχούν σέ όλη τήν Γερμανία καί Ουγγαρία. Ή παρακμή τής Κελτικής επικράτησης οφείλεται στήν βόρεια προέλαση τών Ρωμαίων καί τών Γερμανικών φύλων πού ξεχύνονται από τήν βόρειο Γερμανία. Ουδέποτε βέβαια σχηματίσθηκε κάπου στήν Ευρώπη Κελτικό κράτος μέ τήν έννοια τού Ελληνικού, Ρωμαϊκού, Περσικού κτλ. Τήν εντύπωσιν πάντος τού Μεσαίωνος γιά τούς Γερμανούς μάς τήν δίδει τό λεξικόν Σουϊδα ή Σούδα : «Γερμανικός ήτο ό Φράγκος».
Αλαμάνοι ή Αλαμαννοί. Γενική ονομασία των γερμανικών φύλων που εγκαταστάθηκαν, κατά τις αρχές του 3ου αιώνα στην περιοχή που βρίσκεται μεταξύ των ποταμών Μάιν και Δούναβη. Αρκετές φορές απείλησαν σοβαρά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία και κατέλαβαν εδάφη της. Πρώτος αυτοκράτορας της Ρώμης που πολέμησε εναντίον τους αναφέρεται ο Καρακάλλας, ο οποίος το 213 τους ανάγκασε να περιοριστούν στον Άνω Ρήνο. Στη συνέχεια συγκρούστηκαν διαδοχικά με τους αυτοκράτορες Σεβήρο Β’ το 234, Μαξιμίνο το 236, Αυρηλιανό το 271 και Πρόβο το 275. Μετά το θάνατο του Πρόβου (282), οι Αλαμάνοι κατέλαβαν πολλές περιοχές γύρω από το Ρήνο. Στις αρχές του 5ου αιώνα κατέλαβαν την περιοχή της σημερινής Αλσατίας και μεγάλο μέρος της Ελβετίας.Την προέλασή τους ανέκοψε το 496 ο βασιλιάς των Φράγκων Κλόβις Α’. Μετά την ήττα τους αυτή περιορίστηκαν στη Ραιτία, την οποία τους παραχώρησε ο βασιλιάς των Οστρογότθων Θεοδώριχος. Αργότερα υποτάχτηκαν στους Φράγκους και μετά τη διάλυση του φραγκικού κράτους δημιούργησαν το δουκάτο της Αλαμανίας.
Βάνδαλοι. Αρχαία γερμανική φυλή της Γιουτλάνδης, που μετανάστευσε στην κοιλάδα του ποταμού Οντέρ γύρω στον 5ο αι. π.Χ.. Κατά το 2ο και 3ο αι. μ.Χ. αι. οι Βάνδαλοι εγκαταστάθηκαν κατά μήκος του Δούναβη. Το 2ο αι., επειδή πιέζονταν από τους Γότθους, στράφηκαν νότια και κατέλαβαν την Παννονία (Ουγγαρία) και τη Δακία (Ρουμανία). Το 404 αναγκάστηκαν να κινηθούν δυτικά, επειδή πιέζονταν από τους Ούννους, και στη συνέχεια πέρασαν τον ποταμό Ρήνο.
Η περιοχή τής Βαυαρίας αρχικά κατοικήθηκε από τους Κέλτες. Τον 1ο αι. π.Χ. η Βαυαρία κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, ενώ κατά τον 5ο και 6ο αι. εγκαταστάθηκαν στην περιοχή γερμανικά φύλα.
Στις αρχές του 1ου αι. οι Γότθοι ήταν εγκαταστημένοι στις νότιες ακτές της Βαλτικής θάλασσας και, λόγω της γειτνίασής τους με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, την ενοχλούσαν συχνά με επιδρομές και λεηλασίες, παράλληλα όμως διδάχτηκαν πολλά από τους Ρωμαίους και αφομοίωσαν πολλά από τα στοιχεία του πολιτισμού τους. Την περίοδο αυτή οι Γότθοι χτύπησαν τη Δακία (σημερινή Ρουμανία). Η περιοχή στην εποχή του Τραϊανού αποτελούσε τα ανατολικά σύνορα του ρωμαϊκού κράτους. Η επίθεση προς τις επαρχίες αυτές υπήρξε το προοίμιο αδιάκοπων επιδρομών για εκατό ολόκληρα χρόνια. Την εποχή των επιδρομών αυτών το ρωμαϊκό κράτος βρισκόταν σε παρακμή. Οι Γότθοι στις σποραδικές επιθέσεις τους δεν μπορούσαν να κυριέψουν οχυρωμένες πόλεις ούτε είχαν την ικανότητα να ιδρύσουν κράτος στις περιοχές που κυρίευαν. Συνθηκολογούσαν με τους Ρωμαίους και πολλές φορές έμπαιναν στην υπηρεσία τους. Έτσι το ρωμαϊκό κράτος για αρκετό χρόνο μπορούσε με πολλούς τρόπους να αποφεύγει τον κίνδυνο.
Τόν 1ον αιώνα πχ από τήν Σκανδιναβία αρχίζουν νά έρχονται πρός τόν Βιστούλα. Περιλαμβάνουν τούς Οστρογότθους καί Βησιγότθους. Δέν διασώθηκαν αυθεντικές πηγές τών μετακινήσεών των, αλλά γιά τήν προέλευσή των μαθαίνουμε από τά άσματά των καί τούς Τάκιτο καί Κασσιοδώρο.
Το 2ο αιώνα ξεκινώντας από τις περιοχές τους προχώρησαν στα νότια κατά μήκος του ποταμού Βιστούλα και περνώντας από τις πεδιάδες του Κάτω Δούναβη έφτασαν στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου, κατακτώντας όλες τις χώρες της σημερινής ΝΑ Ευρώπης που βρίσκονταν ανάμεσα στους ποταμούς Δούναβη και Ντον. Οι Γότθοι συνέχισαν τις προσπάθειές τους να κατακτήσουν τη Δακία και παρόλο που νικήθηκαν το 214 από τον αυτοκράτορα Καρακάλλα, άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή αυτή. Από τη Δακία ένα μέρος Γότθων πέρασε τον Ίστρο, λεηλάτησε τη Μοισία (σημερινή Βουλγαρία) και τη Θράκη και πολιόρκησε τη Μαρκιανούπολη, την πρωτεύουσα της Μοισίας. Τα γοτθικά φύλα στη μεγάλη αυτή μετακίνησή τους διασπάστηκαν εθνικά και η τεράστια αυτοκρατορία τους χωρίστηκε σε δύο κράτη :
• το «Ανατολικό ή Οστρογοτθικό» κράτος και
• το «Δυτικό ή Βησιγοτθικό» κράτος
Στη συνέχεια οι Γότθοι νίκησαν τους Ρωμαίους στη Φιλιππούπολη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής, σκοτώθηκαν 100.000 άτομα στη μάχη εκείνη. Σε δεύτερη μάχη το 251 π.Χ. σκοτώθηκε και ο αυτοκράτορας Δέκιος με το γιο του. Στα χρόνια της βασιλείας του Ουαλεριανού (253-260), επειδή οι Γότθοι δεν μπόρεσαν να κυριέψουν τη Θεσσαλονίκη, γύρισαν στην Ιλλυρία. Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Γαλιηνού (267), γιου του Ουαλεριανού, νέα στίφη Γότθων έπλευσαν στη Μαιώτιδα Λίμνη (σημερινή Αζοφική θάλασσα) και τον Εύξεινο Πόντο, μπήκαν στο Θρακικό Βόσπορο, κυρίεψαν το Βυζάντιο και τη Χρυσούπολη. Επίσης έπλευσαν στην Προποντίδα, κατέστρεψαν την Κύζικο, πέρασαν στο Αιγαίο και αποβιβάστηκαν στη Λήμνο και στη Σκύρο. Τέλος χτύπησαν την Αττική και πολλά μέρη της Πελοποννήσου. Η Αθήνα, μολονότι είχε οχυρωθεί από τον Κλεοδάμη, δεν απέφυγε την άλωση. Κινδύνευσαν οι βιβλιοθήκες και μόλις μετά βίας σώθηκαν από την πυρπόληση χιλιάδες κώδικες. Οι Γότθοι διώχτηκαν από τον ιστοριογράφο Δέξιππο, που κατείχε την αρχή του βασιλιά ή του επώνυμου άρχοντα στην Αθήνα. Ωστόσο, το μεγαλύτερο κακό προξένησαν οι Βησιγότθοι.Εναντίον τους πολέμησαν οι αυτοκράτορες Κλαύδιος Β’(ο Γοτθικός) και ο Αυρηλιανός (269-270). Αυτοί κατάφεραν να αναχαιτίσουν τις επιδρομές τους και να σταματήσουν για δύο σχεδόν ακόμα αιώνες την προέλασή τους προς τα δυτικά. Αργότερα οι Γότθοι έγιναν σύμμαχοι του Μ. Κωνσταντίνου και δέχτηκαν το χριστιανισμό από τον επίσκοπο Ουλφίλα, που μετέφρασε τη Βίβλο στη γλώσσα τους.
Βησιγότθοι (Δυτικοί Γότθοι). Λαός γερμανικής καταγωγής, κλάδος των Γότθων. Οι Βησιγότθοι ζούσαν στην περιοχή των Καρπαθίων, πριν περάσουν το Δούναβη και εγκατασταθούν το 376 στη Μοισία, δηλαδή τη σημερινή Βουλγαρία, ως υποτελείς του ρωμαϊκού κράτους. Το 378 επαναστάτησαν και νίκησαν στη μάχη της Αδριανούπολης τον αυτοκράτορα Ουάλη. Ο Μ. Θεοδόσιος τους νίκησε και τους μετέβαλε σε «μισθοφόρους συμμάχους» του στη Θράκη, οπότε κατηχημένοι από τον αρειανό επίσκοπο Ουλφίλα εκχριστιανίστηκαν. Επειδή ο αυτοκράτορας Αρκάδιος, διάδοχος του Μ. Θεοδοσίου, ελάττωσε το μισθό τους, οι Βησιγότθοι με αρχηγό τον Αλάριχο λεηλάτησαν την Ελλάδα ως τη Σπάρτη. Τότε ο Αρκάδιος διόρισε τον Αλάριχο διοικητή της Ιλλυρίας, αλλά αυτός στράφηκε εναντίον της Ιταλίας, όπου νικήθηκε αρχικά από το στρατηγό Στιλίχωνα, τελικά όμως το 410 κυρίεψε τη Ρώμη. Τον Αλάριχο διαδέχτηκε (411) ο Ατάουλφος, που οδήγησε τους Βησιγότθους στη Γαλατία και από εκεί στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν δικό τους κράτος, το βασίλειο της Τολόσης (418-484). Τον Ατάουλφο διαδέχτηκε ο Βάλιας και αυτόν ο Θευδέριχος Α΄, που σκοτώθηκε στα Καταλαυνικά Πεδία (451) πολεμώντας τον Αττίλα, ως σύμμαχος των Ρωμαίων. Το 507 οι Βησιγότθοι νικήθηκαν στο Πουατιέ από το βασιλιά των Φράγκων Χλωδοβίκο, ενώ από το 548 κυβερνήθηκαν από εκλεγμένους βασιλιάδες, που συγκρούστηκαν σε εμφύλιους σπαραγμούς ως το 711. Τότε κατανικήθηκαν στον ποταμό Γουανταλέτε από τους Άραβες, που διέλυσαν το κράτος των Βησιγότθων. Από τότε οι Βησιγότθοι συγχωνεύτηκαν με τους ντόπιους και έπαψαν να υπάρχουν ως ανεξάρτητο φύλο.
Την 1η χιλιετία π.Χ. οι Έλληνες άρχισαν να ιδρύουν τις πρώτες αποικίες στήν Ισπανία. Τό ίδιο έκαναν καί τήν αρχαϊκή καί κλασσική περίοδο. Οι Ρωμαίοι ήταν εκείνοι που επιβλήθηκαν στον ανταγωνισμό με τους Έλληνες, για την κατοχή των δυτικών παραλίων της χώρας. Στο εσωτερικό, όμως, δεν επιβλήθηκαν παρά μόνο στα χρόνια του Αυγούστου (1ος αι. π.Χ.).
Ή Ταρτυσσός (όπως : Λυκαβητός, Αλικαρνασσός, Υμηττός, Αρδηττός κτλ) αναφέρεται από τήν εποχή τού Περσέως.
Ό ίδιος ό Ηρόδοτος (Κλειώ, 163) αναφέρεται στόν Βασιλέα της Αργανθώνιο, ό οποίος όταν έφθασαν Φωκαείς στήν Χώρα του, τούς ζήτησε άν θέλουν νά εγκατασταθούν εκεί. Πράγμα πού σημαίνει ότι δέν έχει καμία σχέση ή πόλις μέ Φοίνικες, οί οποίοι εκείνη τήν εποχή είχαν εκσημιτισθή καί ήσαν σύμμαχοι τών Περσών. Ή Ταρτυσσός κατεστράφη τό 533 πχ από τούς Καρχηδονίους.
Ό Αμερικάνος Τσάρλς επιμένει πώς τό αλφάβητο τής πόλεως ανήκει στά Ελληνικά καί έχει σχέσει μέ τήν γραφή τών Ετρούσκων (βλέπε λήμμα Τυρρηνοί, τομ ΚΒ «Ηλίου» σε 325-326).
Ή άλλη πόλις κοντά στήν Ταρτυσσό ήτο τά Γάδειρα, έκ τού Γή καί Δειρή, δηλαδή γή στενή κατά τόν Στέφανο Βυζάντιο.
Τό 535 πχ οί Ετρούσκοι καί Καρχηδόνιοι συγκρούνται μέ τούς Έλληνες (Φωκαείς), ενώ πολύ αργότερα επί Ρώμης ό Αμίλκας Βάρκα επικεφαλής τών Καρχηδονίων φθάνει έως τήν Βαρκελώνη. Τό 227 πχ οί Ρωμαίοι σταματούν τόν Ασδρούβα στό Έμπρε, όπου οί Καρχηδόνιοι ιδρύουν τήν σημερινή Καρθαγένη. Τήν νίκη στήν Ρώμη δίδει ό Σκιπιών ό Αφρικανός πού κυριεύει όλες τίς κτήσεις τών Καρχηδονίων. Οί Ισπανοί όμως δέν υποτάσσονται εύκολα στούς Ρωμαίους. Τό 147 πχ έχουμε τήν επανάσταση τού Βιριάθου, τόν πόλεμο τής Νουμαντίας κ.α. ό Σερτόριος νικά τόν Πομπήιο, αλλά δολοφονείται καί ή επανάσταση σταματά. Μετά τό 44 πχ ή Ισπανία αποτελεί Ρωμαϊκή επαρχία πού ήτο χωρισμένη στήν Εντεύθεν καί Εκείθεν. Ό Αύγουστος όμως χωρίζει τήν τελευταία στήν Λυσιτανία καί Βαιτική.
Ή περιοχή τής Ανδαλουσίας είναι ή αρχαία Βαιτική, από τό όνομα τού ποταμού Βαιτίου (σήμερα Γκουαλδακιβίρ). Η περιοχή διαιρείται στις επαρχίες Ουέλβα, Σεβίλλης, Κόρδοβας, Χαέν, Γρανάδας, Αλμερίας, Μάλαγας και Κάδιξ (τα αρχαία Γάδειρα), με πρωτεύουσες τις ομώνυμες πόλεις.Οι πρώτοι κάτοικοι της Ανδαλουσίας ήταν διάφορες ιβηρικές και κελτικές φυλές.
Τόν 4ον αιώνα π.χ. ή Ανδαλουσία έγινε επαρχία τής Καρχηδόνας. Ό Αμίκλας πατέρας τού Αννίβα, προχώρησε στό εσωτερικό τής χώρας καί ό γαμπρός του Ασδρούβας ίδρυσε τήν Καρθαγένη. Οί Ρωμαίοι διέλυσαν όμως τό κράτος τής Καρχηδόνας. Ό Σκιπίων καταλαμβάνει τήν Καρθαγένη καί τά Γέδειρα καί δημιουργεί Ρωμαϊκή αποικία, κοντά στήν σημερινή Σεβίλλη. Στήν Μούνδα τής Ανδαλουσίας εγένετο ή θρυλική μάχη μεταξύ Καίσαρα καί υιών Πομπήϊου τό 45π.χ.
Αργότερα η Ανδαλουσία πέρασε διαδοχικά στους Καρχηδόνιους, τους Ρωμαίους, τους Βανδάλους και τους Βησιγότθους.
Η περιοχή της Αραγονίας κατά την αρχαιότητα κατοικούνταν από τους Κελτίβηρες. Το 2ο αι. πέρασε στην κυριαρχία των Ρωμαίων και στη συνέχεια των Βησιγότθων.
Ή Αυστρία από τήν Αρχαϊκή περίοδο ήτο γνωστή είς τούς Έλληνας. Πρώτοι οί Ιλλυριοί στήν εποχή τού Χαλκού καί Ορειχάλκου κατοικούσαν στήν περιοχή. Μετά τόν 4ον αιώνα πχ άρχισαν νά έρχονται Κέλτες, Μαρκομάνοι, καί Κουάδαι, ώσπου ή χώρα εγένετο μέρος τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.Μετά τήν Ρωμαϊκή εποχή στήν περιοχή εγκαταστάθηκαν Ούννοι, Αλαμανοί, καί Βαυαροί.
Στά πρώτα χρόνια τής ιστορίας τού τό Βέλγιο κατοικήθηκε από Κέλτες καί Γερμανικά φύλα πού ήρθαν ανατολικά τού Ρήνου. Τό Βέλγιο πατρίς τών Τόγκρων, αλλιώς Κέλτες (οί Τόγκροι επροτιμούντο στό Βυζάντιο ώς μισθοφόροι διότι εγνώριζαν Ελληνικά). Ή πρωτεύουσαν τού Βελγίου, Βρυξέλλες ( βρύξ- έλλοι, θρακικής καταγωγής φυλή). Όταν ό Ιούλιος Καίσαρ επήγε εκεί συνάντησε μεγάλη αντίσταση από Κελτικές φυλές πού ζούσαν εκεί, Μεναπίους, Τρεβήρους, Μορίνους, Νερβίους κ.α. Μάλιστα ό Ιούλιους Καίσαρ αποκαλεί τούς Βέλγους γενναιότερους από όλους τούς Γαλάτες.
Οί Ελβετοί προσπάθησαν να αντισταθούν όταν οι Ρωμαίοι απείλησαν τη χώρα τους, αλλά τελικά τα στρατεύματα του Ιουλίου Καίσαρα τους υπέταξαν (1ος αι. π.Χ.). Λείψανα της ρωμαϊκής εποχής σώζονται ακόμη και σήμερα στο ελβετικό έδαφος. Από τον 4ο αι. μ.Χ. εμφανίστηκαν νέοι κατακτητές, οι Αλαμάνοι, οι οποίοι ίδρυσαν κράτος στην κοιλάδα του Ρήνου και του Άαρ. Αυτοί αφομοίωσαν τους ντόπιους και σχημάτισαν μια εθνότητα που μιλούσε τη γερμανική γλώσσα. Στις ΝΔ περιοχές εγκαταστάθηκαν οι Βουργουνδοί, γερμανικής καταγωγής και αυτοί, που επηρεάστηκαν όμως από τον πολιτισμό των εκρωμαϊσθέντων Ελβετών και αποτέλεσαν μια άλλη ενιαία εθνότητα, με ρωμαϊκά ήθη και έθιμα και κοινή γλώσσα τη λατινική.


Τόν 4ον αιώνα πχ στήν Ιρλανδία κατοικούσαν Κέλτες οργανωμένοι σέ μικρά βασίλεια, ανάμεσα στά οποία είχε επιβληθή μία πολιτική ιεραρχία. Στήν κορυφή τής κυριαρχίας ήταν ό υψηλός Βασιλιάς Aird Right. Στην αρχαιότητα ολόκληρη η Ιρλανδία ήταν κατοικημένη από Κέλτες, αλλά διάφορα ευρωπαϊκά φύλα έφτασαν στην περιοχή γύρω στα 500 π.Χ (Πυθέας).
Ιστορική περιοχή της κεντρικής Ευρώπης, είναι ή Βοημία, που καταλαμβάνει καί το μεγαλύτερο μέρος της Τσεχίας.
Η ονομασία της Βοημίας οφείλεται στη φυλή των Βοΐων, που ήταν οι πρώτοι γνωστοί κάτοικοι της περιοχής (5ος αι. π.Χ.). Αυτοί υποτάχτηκαν στους γερμανικής καταγωγής Μαρκομάνους κατά τον 1ο αι. μ.Χ., οι οποίοι με τη σειρά τους υποτάχτηκαν στους Ρωμαίους.
Ή Κορσική καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους, το 3ον αι. π.Χ., οι οποίοι ίδρυσαν αποικίες-κέντρα επεξεργασίας και αγοράς αγροτικών προϊόντων.
Η περιοχή του Λουξεμβούργου κατακτήθηκε αρχικά από τους Ρωμαίους. Στη θέση της σημερινής πρωτεύουσας οι Ρωμαίοι είχαν χτίσει το φρούριο Luciliburgum, από το όνομα του οποίου προέρχεται και η ονομασία του σημερινού κράτους.
Η Μασσαλία ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ. από Φωκαείς της Ιωνίας. Το πολίτευμά της ήταν αριστοκρατικό και τα πολιτικά δικαιώματα περιορίζονταν σε 600 άτομα. Αρχικά ήταν σταθμός ανεφοδιασμού αλλά κατόπιν εξελίχθηκε σε αποικία. Σύντομα έγινε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της περιοχής και ίδρυσε και δικές της αποικίες στις ακτές της Ιβηρίας και της Λιγυρίας. Η ανάπτυξη του εμπορίου της την έφερε σε σύγκρουση με την Καρχηδόνα (τέλη του 6ου αι. π.Χ.). Από τη σύγκρουση αυτή η Μασσαλία καί ό Ελληνικός στόλος εξήλθε νικητής, έναντι τών ερασιτεχνών Καρχηδονίων.
Αργότερα, σύμμαχος της Ρώμης, τη βοήθησε ενεργά στο β’ καρχηδονικό πόλεμο. Μετά τη συντριβή της Καρχηδόνας η Μασσαλία έφτασε σε μεγάλη ακμή.Από τις αρχές του 2ου αι. π.Χ. αντιμετώπισε διάφορες λιγυρικές επιδρομές, στην απόκρουση των οποίων τη βοήθησαν οι Ρωμαίοι, που ίδρυσαν ρωμαϊκή επαρχία στη Νότια Γαλατία, την Gallia Narbonensis. Από τότε η Μασσαλία άρχισε να παρακμάζει. Τον 1ο αι. π.Χ. ο Καίσαρας κυρίευσε την πόλη για να τη χρησιμοποιήσει ως στρατιωτική βάση της Γαλατίας. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Μασσαλία άλλαξε πολλούς κυρίαρχους, Βησιγότθους, Οστρογότθους και Φράγκους, ενώ αργότερα έγινε ιδιοκτησία του εκάστοτε υποκόμη της Προβηγκίας.
Αρχικά στη Νορμανδία κατοικούσαν Κέλτες στα ανατολικά και Λίγυρες και Ίβηρες στα δυτικά. Από τους Ρωμαίους κατακτήθηκε τον 1ο αι. π.Χ.
Στην αρχαιότητα η περιοχή της Ουγγαρίας αποτελούσε τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας Δακίας και Παννονίας. Μετά την κατάρρευση της Ρώμης, πολλοί βαρβαρικοί λαοί πέρασαν από την περιοχή. Ούννοι, Οστρογότθοι καί άλλοι.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Πορτογαλίας ήταν ένα συνοθύλευμα φυλών, μεταξύ των οποίων κυριαρχούσαν οι Λουζιτανοί. Είχαν δημιουργήσει φιλικές σχέσεις με τους Έλληνες καί κατόπιν Καρχηδόνιους. Πολέμησαν κατά των Ρωμαίων ως και τον 1ο αι. π.Χ., για να υποταχτούν τελικά και να αποτελέσουν τη ρωμαϊκή επαρχία της Λουζιτανίας. Την περίοδο εκείνη αξιόλογη ήταν η ανάπτυξη της μεταλλουργίας και η επεξεργασία του σιδήρου.
Η σημερινή Ρουμανία βρίσκεται στο έδαφος της αρχαίας Δακίας, κάτοικοι της οποίας ήταν σκυθικά φύλα, όπως οι Γέτες και οι Δάκες. Οι τελευταίοι δημιούργησαν και το πρώτο κράτος της Δακίας, που υποτάχθηκε στο Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό (107 μ.Χ.). Η χώρα αποτέλεσε ρωμαϊκή επαρχία και χιλιάδες Ρωμαίοι μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή. Οι άποικοι έλαβαν κλήρους γης και με τη μαζική μετοίκηση Ρωμαίων η εθνογραφική σύσταση του πληθυσμού μεταβλήθηκε. Η ρωμαϊκή περίοδος άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην ιδιοσυγκρασία των Ρουμάνων. Η λατινικότητα αυτή διατηρήθηκε ανέπαφη σε όλο το μεσαίωνα, αν και από τη Ρουμανία πέρασε πλήθος λαών, όπως ήταν οι Ούννοι, οι Γότθοι καί άλλοι.
Τσεχοσλοβακία. Κατά την αρχαιότητα στη Βοημία κατοικούσαν οι Βόιοι, φύλο Κελτών το οποίο έδωσε το όνομά του και στην περιοχή. Από τον 4ο αι. ξεκίνησε η μαζική εγκατάσταση γερμανικών φύλων στην περιοχή, τα οποία στην πορεία επέβαλαν την κυριαρχία τους.

Α Σ Ι Α

Ασσύριοι.Τό 911πχ στήν εξουσία έρχεται ό Αντάντ Νιράρι Β΄πού αναδιοργάνωσε τό Ασσυριακό Βασίλειο. Διάδοχος αυτού ό Σαλμανασάρ Γ’ 858πχ. Τό 824πχ αναλαμβάνει ό Σαλμανασάρ πού επεκτείνει τήν κυριαρχία του στήν Συρία καί τόν Ευφράτη. Μετά τόν θάνατό του ανεβαίνει στόν θρόνο ό Νιράρι Γ΄τόν οποίο επιτροπεύει λόγω τού νεαρού τής ηλικίας του, ή Σαμμουραμάτ ή Σεμίραμις. Από τό 782 πχ έως τό 727 πχ στόν θρόνο έρχονται οί Σαλμανασάρ Δ΄, Ασσούρ Ντάν, Νιράρι Ε΄, Τιγλάτ Γ΄. Ό Τελευταίος επενέβει στά μεταξύ Φιλισταίων καί Εβραίων, όπου τό 722πχ πέτυχε τήν παράδοση τής Σαμάρειας. Από τό 722πχ έως τό 705πχ αναλαμβάνει ό Σαργκών Β΄πού θά συγκρουστεί μέ τά Αιγυπτιακά στρατεύματα στό Καρκάρ καί θά νικήσει. Τό 709πχ καταλαμβάνει τήν Βαβυλώνα ενώ τό 706πχ ή προέλαση τών Κιμμερίων τόν αναγκάζει νά επέμβει στό Ταμπάλ. Όταν πεθάινει ό Σαργκών ή Βαβυλώνα περιέχεται καί πάλι στά χέρια τού Μεροντάχ – Μπαλαντάν Β΄. Ό Σεναχερίβ συνάπτει μάχη μέ αυτόν καί τόν αναγκάζει νά αποσυρθή στόν Τίγρη. Ό Σεναχερίβ τολμά πολεμικές επιχειρήσεις στήν Κιλικία εναντίον τών Ελλήνων, ενώ συγκρούεται καί μέ τούς Άραβες.
Τόν Σεναχερίβ τό 687 πχ διαδέχεται ό Ασσαρχαδδών ό οποίος ανοικοδομεί τήν Βαβυλώνα. Τό 677 πχ κυρίευσε τήν Σιδώνα, ενώ τό 675 πχ οί Ασσύριοι γιά πρώτη φορά μπάινουν στό δέλτα τού Νείλου. Τήν εποχή εκείνη αρχίζουν νά δυναμώνουν οί Μύδοι καί οί Σκύθες. Τό 671πχ οί Αιγύπτιοι έφθασαν στήν κάτω Αίγυπτο, ό Φαραώ τράπηκε πρός νότο ένω ό Ασσαρχαδδών μπήκε στήν Μέμφι. Τό 668πχ Βασιλέας γίνεται ό Ασσουρμπανιπάλ καί αναθέτει τόν πόλεμο στήν Αίγυπτο στόν Τουρτάνο. Ό τελευταίος φθάνει στίς Θήβες νικώντας τόν Φαραώ Νεκώ. Ό Υιός τού Νεκώ, Ψαμμήτιχος σέ συμμαχία μέ τόν Γύγη Βασιλέα τών Λυδών, ετοίμασε απάντηση στούς Ασσυρίους. Τήν ίδια εποχή ό Μήδης Φραόρτεω επιτίθεται στήν Ασσυρία. Τά πολλά όμως μέτωπα πού είχε ανοίξει ό Ασσουρμπανιπάλ φέρνει τό τέλος τής Ασσυρίας.
Ό Χαλδαίος Ναβοπολάσσαρ μαζί μέ Μήδους καί Σκύθες κυριεύει τήν Βαβυλώνα. Τό 614 πχ ό Κυαξάρης κατέλαβε τήν Ασσούρ, ενώ τό 612πχ οί Μήδοι καταλαμβάνουν τήν Νινευϊ. Τελευταίος Ασσύριος Βασιλέας φαίνεται πώς είναι ό Ασσούρ Ουμπαλλίτ Β΄έως τό 609πχ κατά τήν αποχώρηση τούς στρατού πρός Χαρράν. Οί Μήδοι καί οί Χαλδαίοι (κάτι σάν Εβραίοι) θά διαμοιράσουν τά Ασσυριακά εδάφη.
Βαβυλώνα. Ό Χαλδαίος Ναβοπολάσαρ περί τό 648πχ παίρνει τήν πόλιν υπό τήν ηγεμονία τού. Ό υιός τού Ναβουχοδονόσορας ανέλαβε τήν πόλιν καί εγένετο Βασιλέας. Ενίκησε σέ μάχες τόν Αιγύπτιο Φαραώ Άμασι καί έφθασε έως τήν Ιερουσαλήμ. Αυτόν ακολούθησε ό Μαρδούκ καί εκείνον ό Ναβωνίδ (555-538πχ). Μετά ή πόλις καταλαμβάνεται από τούς Πέρσες, οί οποίοι κατέστρεψαν επανειλημμένα καί λεηλάτησαν τήν πόλιν. Τελευταία ευκαιρία νά ξαναζήση ή πόλις ήτο όταν ό Μέγας Αλέξανδρος ελευθέρωσε τήν πόλιν, ευκαιρία πού εχάθη μαζί μέ τόν πρόωρο χαμό τού Κοσμοκράτορα.
Ο βασιλιάς Σεναχερίμ της Ασσυρίας την κατέστρεψε το 689 π.Χ. Ξαναχτίστηκε αργότερα και έγινε πρωτεύουσα των Χαλδαίων. Οι Έλληνες γνώριζαν τη Βαβυλώνα του Ναβουχοδονόσορα (6ος αι. π.Χ.). Τότε η πόλη είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της ακμής της. Ο Αισχύλος την ονομάζει «Βαβυλώνα την πολύχρυσον».Είχε σχήμα ορθογώνιου και την προστάτευε τείχος 126 μ. ύψους και 52 μ. πλάτους. Έξω από το τείχος υπήρχε τάφρος με νερό. Οι μεγάλοι δρόμοι οδηγούσαν σε πύλες που βρίσκονταν στις πλευρές του τείχους. Την πόλη στόλιζαν λαμπρά οικοδομήματα.
Όταν το κράτος των Ασσυρίων άρχισε να παρακμάζει, οι Χαλδαίοι, που ήταν εγκαταστημένοι στο μυχό του Περσικού κόλπου, κατέλαβαν τη Βαβυλώνα και ο ηγεμόνας τους Ναβοπολασσάρ (625-605 π.Χ.) αυτοδιορίστηκε βασιλιάς των Βαβυλωνίων. Κατόπιν ενώθηκε με τους Μήδους και κατέστρεψαν μαζί την πρωτεύουσα των Ασσυρίων Νινευί (612 π.Χ.), επιτυγχάνοντας έτσι τη διάλυση του ασσυριακού κράτους. Κατά τη διανομή της χώρας, ο Ναβοπολασσάρ πήρε τη Μεσοποταμία και τη Συρία και δημιούργησε το δεύτερο βαβυλωνιακό βασίλειο. Ο γιος και διάδοχός του Ναβουχοδονόσορ Β΄ (605-562 π.Χ.) υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της ασιατικής ιστορίας. Μεγάλος στρατηγός, ικανός κυβερνήτης, σπουδαίος μηχανικός και αρχιτέκτονας, δημιούργησε πάλι το μεγαλείο της Βαβυλώνας. Οχύρωσε την πόλη και τη στόλισε με λαμπρά ανάκτορα, ναούς, μεγάλα κτίρια και τους περίφημους «κρεμαστούς κήπους». Με πολλές νικηφόρες εκστρατείες επέκτεινε το κράτος του προς τη Συρία και την Παλαιστίνη. Κυρίευσε την Ιερουσαλήμ και οδήγησε τους Εβραίους στην αιχμαλωσία (βαβυλωνιακή αιχμαλωσία). Ήρθε σε σύγκρουση με τους Αιγυπτίους και τους νίκησε. Η αίγλη όμως αυτή διάρκεσε όσο και η βασιλεία του. Οι διάδοχοι του Ναβουχοδονόσορα ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλο. Με παρέμβαση του ιερατείου ο αρχιερέας Ναβονίδης ανακηρύχτηκε βασιλιάς. Δεν κατόρθωσε όμως να σταματήσει την παρακμή και τη διάλυση. Ο Κύρος ο Μέγας, βασιλιάς των Περσών και των Μήδων, αφού νίκησε τους Λυδούς, στράφηκε προς τους Βαβυλωνίους. Ο γιος και διάδοχος του Ναβονίδη, Βαλτάσαρ, δεν μπόρεσε να αντισταθεί και το 539 π.Χ. ο Κύρος κατέλαβε τη Βαβυλώνα, όπου το ιερατείο τον υποδέχτηκε ως ελευθερωτή. Το βαβυλωνιακό κράτος διαλύθηκε οριστικά και έγινε περσική σατραπεία.
Κατά τη διάρκεια της περσικής κυριαρχίας τοπικές εξεγέρσεις έγιναν αφορμή να καταστραφεί επανειλημμένα η Βαβυλώνα από τις περσικές επεμβάσεις. Το 330 π.Χ. ο Μ. Αλέξανδρος μπήκε στη Βαβυλώνα και το 323 π.Χ., όταν επέστρεψε από τις Ινδίες, την έκανε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του και ύστερα από λίγο πέθανε εκεί. Από την εποχή των Σελευκιδών η Βαβυλώνα άρχισε να παρακμάζει. Το 125 π.Χ. την κυρίεψε και την κατέστρεψε οριστικά ο Πάρθος σατράπης Ευήμερος. Η μελέτη των ερειπίων της πόλης έγινε ύστερα από τις ανασκαφές της Γερμανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (1899-1916), ενώ η Διεύθυνση Αρχαιοτήτων του Ιράκ αναστήλωσε τμήματα της πόλης το 1958.
Όταν, τέλος, ο βασιλιάς των Περσών Κύρος υπέταξε τη Βαβυλώνα (538 π.Χ.), επέτρεψε στους Εβραίους να ξαναγυρίσουν στη χώρα τους, που ήταν όμως τώρα πια περσική επαρχία.
Στην αρχή η χώρα τους ήταν περσική επαρχία, μετά ακολουθεί η μακεδονική κατάκτηση με αρχηγό το Μ. Αλέξανδρο. Έπειτα έρχονται οι Σελευκίδες, που τους καταδίωξαν για την πίστη τους. Χάρη σε μια επανάστασή τους το 164 π.Χ. οι Εβραίοι ξανάγιναν κύριοι της Ιερουσαλήμ και ανακήρυξαν αρχηγό τους το Σίμωνα Μακκαβαίο (Μακκάβ στην εβραϊκή σημαίνει σφυρί) (140 π.Χ.). Όμως δε στάθηκε δυνατό να αποφύγουν τους εμφύλιους πολέμους. Το κράτος τους εξασθένησε και εύκολα τότε οι Ρωμαίοι επενέβησαν και υπέταξαν το βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Στα 70 μ.Χ. ξεσηκώνεται η πρωτεύουσα Ιερουσαλήμ εναντίον των Ρωμαίων. Την καταλαμβάνει ο Τίτος και καταστρέφει το ναό του Σολομώντα. Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο και την καταστολή από τον Αδριανό της επανάστασης του Μπαρ Κοχμπά το 132, μεγάλο μέρος από όσους διασώθηκαν κατέφυγε σε χώρες της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Η περιοχή τής Φοινίκης πού λέγουν σήμερα κάποιοι ιστορικοί,δοκίμασε στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. και στη διάρκεια του 7ου αι. π.Χ. τη σκληρή κυριαρχία των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων και των Περσών. Τον 7ο αι. π.Χ. αναπτύχθηκε ως ανεξάρτητο κράτος η Καρχηδόνα και διεκδίκησε από τους Ετρούσκους και τους Έλληνες την κυριαρχία της δυτικής Μεσογείου. Το 332 π.Χ. οι φοινικικές πόλεις υποτάχτηκαν στο Μ. Αλέξανδρο και στα χρόνια που ακολούθησαν δεινοπάθησαν από τις διαμάχες των διαδόχων, ώσπου τέλος πέρασαν στην κυριαρχία των Ρωμαίων.Τέλος υποτάχτηκε και αυτή στους Ρωμαίους, που την κατέστρεψαν το 146 π.Χ.
Η θρησκεία των Φοινίκων είχε τις ρίζες της στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία. Σπουδαιότεροι θεοί ήταν ο Βάαλ, που στη Βύβλο είχε και την ονομασία Μελικέρτ, και η Βααλάτ, γνωστή και ως Αστάρτη. Ακόμα κάθε πόλη είχε τον προστάτη θεό της και στη λατρεία αναφέρονται και ανθρωποθυσίες.
Μετά τόν Μέγα Αλέξανδρο ή Συρία καί ή Παλαιστίνη στίς πόλεις τής Αντιοχείας, τής Σελεύκειας καί τής Λαοδικείας ακμάζουν. Τό 85πχ οί Αρμένιοι κατέλαβαν τήν Συρίας, ενώ τό 64πχ ό Πομπήιος βάζει τέλος στήν Ελληνιστική περίοδο τής περιοχής, καταλαμβάνοντας τήν Παλαιστίνη καί Συρία.
Τήν εποχή τών Μακκαβαίων αρχίζει καί ή σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων καί εβραίων. Ή μάχη τού λέοντος καί τού λαγού πού κακώς δέν υπέπεσε στήν αντίληψη τών Ελλήνων μέχρι τότε. Γεγονός πάντως είναι πώς οί εβραίοι τής Βαβυλώνας μισούσαν τόν Μ.Αλέξανδρο εξαιτίας τών προνομίων πού τούς στέρησε, πράγμα πού άργησαν νά δούν οί στρατηγοί καί φίλοι τού Έλληνος Βασιλέα.
Τό 168 πχ έχουμε μία φοβερή σύγκρουση μεταξύ Αντιόχου Δ΄καί Ματταθία, όπως καί τού Στρατηγού Λυσία μέ τόν Βαϊθζαχάρ. Οί εκλεκτοί τού Θεού τρέχουν νά σωθούν από τά πεδία τής μάχης. Τό 161 ό Νικάνορας, στρατηγός τού Δημητρίου τού Α΄, νικά κατακράτος τόν Ιούδα.
Τήν καταστροφή τών εβραίων διακόπτουν οί Ρωμαίοι, πού τό 65πχ καταλαμβάνουν τό κράτος τών Σελευκίδων καί τήν Συρία. Δυστυχώς όμως ή πολιτική τών Ρωμαίων απέναντι στούς εβραίους ήταν πολιτική ανοχής.
Ιορδανία. Στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., οι Ναβαταίοι, λαός της Βόρειας Αραβίας, κατέλαβαν την περιοχή ανάμεσα στη Νεκρή θάλασσα και τον στον κόλπο της Άκαμπα και όρισαν πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας τους την Πέτρα.
Τον 3ο αι. π.Χ. οι Πτολεμαίοι της Αιγύπτου κατέκτησαν την περιοχή της Υπεριορδανίας. Τον 2ο αι. π.Χ. οι Σελευκίδες κυριάρχησαν στην περιοχή, αφού κατέλαβαν την περιοχή του σημερινού Αμάν, το οποίο ονόμασαν Φιλαδέλφεια.
Το 106 μ.Χ. η περιοχή της επικράτειας των Ναβαταίων έγινε ρωμαϊκή επαρχία.
Περσία. Ιστορική ονομασία της χώρας όπου οι Πέρσες είχαν ιδρύσει το ομώνυμο αρχαίο ισχυρό κράτος τους, το οποίο, παρά τις συνοριακές αλλαγές διαμέσου των αιώνων, διατηρείται μέχρι σήμερα με την ονομασία Ιράν.
Ο πρώτος λαός που εγκαταστάθηκε στο περσικό έδαφος ήταν Έλληνες διά τού Περσέως. Αργότερα οι Μήδοι, ίδρυσαν τη Μηδία. Ακολούθησε ο συγγενής λαός των Περσών, η αρχική κοιτίδα του οποίου βρισκόταν στις περιοχές της Νότιας Ρωσίας και του Καύκασου. Οι Πέρσες, με βασιλιά τον Αχαιμένη, ιδρυτή της δυναστείας των Αχαιμενιδών, εγκαταστάθηκαν νότια από τη Μηδία, στην ορεινή περιοχή του Ανσάν της Περσίας (τέλη 8ου αι. π.Χ.) και μετά την παρακμή του κράτους των Ελαμιτών εξαπλώθηκαν σ' όλη την περιοχή του Ελάμ (640 π.Χ.). Στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. οι Πέρσες υποτάχθηκαν στους Μήδους του Κυαξάρη. Όταν, όμως, ανέβηκε στον περσικό θρόνο ο Κύρος Β' (βασ. 559-528 π.Χ.), γιος και διάδοχος του Καμβύση Α’ (βασ. περ. 600-559 π.Χ.), κατόρθωσε να προσεταιριστεί τη δυσαρεστημένη με το βασιλιά Αστυάγη μηδική αριστοκρατία, ανέτρεψε τον Αστυάγη και ανακηρύχθηκε βασιλιάς των Μήδων και των Περσών.
Αφού επιβλήθηκε στη μηδική επικράτεια (550 π.Χ.), κατέλυσε το λυδικό βασίλειο του Κροίσου (547 π.Χ.), κυρίευσε την Ιωνία (546 π.Χ.) και έγινε κύριος της νεοβαβυλωνιακής αυτοκρατορίας (539 π.Χ.). Έπειτα στράφηκε προς τα ανατολικά και κυρίευσε όλες τις περιοχές μέχρι τις Ινδίες (Βακτριανή, Μαργιανή, Σογδιανή). Μετά το θάνατό του σε μία μάχη στα βόρεια σύνορα του κράτους του εναντίον του λαού των Μασσαγετών, ανέβηκε στο θρόνο ο γιος του, ο Καμβύσης Β' (βασ. 528-522 π.Χ.), ο οποίος κυρίευσε την Αίγυπτο (525-522 π.Χ.). Ο διάδοχός του Δαρείος Α' (βασ. 522-486 π.Χ.), που ανήκε σε πλάγιο κλάδο των Αχαιμενιδών, υπήρξε ο σπουδαιότερος Πέρσης βασιλιάς μετά τον Καμβύση Β'. Κατά την περίοδο της βασιλείας του οργάνωσε διοικητικά την αυτοκρατορία του διαιρώντας τη σε 20 «σατραπείες», με διοικητές ισάριθμους «σατράπες». Ο ίδιος εγκαταστάθηκε στα Σούσα, που έγινε το ισχυρό κέντρο της περσικής διοικητικής μηχανής. Ο Δαρείος Α' αναδιοργάνωσε, επίσης, τον περσικό στρατό και τον ισχυροποίησε δημιουργώντας ικανά σώματα τοξοτών και ιππέων. Με το στρατό αυτόν επέκτεινε και σταθεροποίησε τα σύνορα της Περσίας έως τον Ινδό ποταμό. Στη συνέχεια επιχείρησε εκστρατεία εναντίον των Σκυθών (515 ή 513 π.Χ.), που απειλούσαν τα βορειοδυτικά σύνορα του κράτους του, και, αφού διαπεραιώθηκε από το Βόσπορο στην Ευρώπη, πέρασε το Δούναβη και μπήκε στη Βεσσαραβία, χωρίς όμως να μπορέσει να δώσει μάχη με τον εχθρό, που φυγομαχούσε. H περσική κυριαρχία εδραιώθηκε στη Θράκη, στη Μακεδονία και στα στενά του Ελλήσποντου και του Βόσπορου. Μετά την καταστολή της ιωνικής επανάστασης (498-494 π.Χ.) ο Δαρείος Α' επιχείρησε δύο ανεπιτυχείς εκστρατείες εναντίον της Ελλάδας (492-490 π.Χ.), οι οποίες κατέληξαν σε ήττα του περσικού στρατού στο Μαραθώνα.


Ο διάδοχός του, ο Ξέρξης Α΄ (βασ. 486-465 π.Χ.) κατέπνιξε την επανάσταση στην Αίγυπτο (484 π.Χ.) και επιχείρησε νέα εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, η οποία όμως κατέληξε σε νέες ήττες των Περσών στη Σαλαμίνα (480 π.Χ.), τις Πλαταιές και τη Μυκάλη (479 π.Χ.). Ο Αρταξέρξης Α' (βασ. 465-425 π.Χ.) δεν κατάφερε να εμποδίσει την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας (ειρήνη του Καλλία, 448 π.Χ.).
Αρχιστρατηγος της μηδικης εκστρατειας ηταν ο Μαρδονιος, γιος του Ουδαιου και αντρας της Εσθηρ, για την οποια υπαρχει ολοκληρο κεφαλαιο της παλαιας διαθηκης. Οι Μηδες ειναι απο τις "χαμενες" φυλες του Ισραηλ. Γι' αυτο αργοτερα οταν ο Αλεξανδρος εκστρατευσε εναντιον της Περσομηδικης αυτοκρατοριας θεωρηθηκε οτι εκανε απελευθερωτικο πολεμο και οχι κατακτητικο.
Για τους Ελληνες ο φιλομηδισμος ηταν βαρια κατηγορια, συνυφασμενη με την προδοσια, και συχνα επεφερε την θανατικη καταδικη. Οί Μήδοι ήτο καί αυτοί υποταγμένοι παλαιότερα στούς Ασσυρίους. Τό 633πχ ό Φραόρτης αρχηγός τών Μήδων επολέμησε στήν Νινευή (πρωτεύουσα) τούς Ασσυρίους, αλλά νικήθηκε καί σκοτώθηκε μάλιστα καί ό ίδιος στήν μάχη. Τό 620 πχ ό Κυαναξάρης βασιλέας τών Μήδων νικά τελικά τούς Ασσυρίους στήν Νινευή καί φτιάχνει στρατό στά Ασσυριακά πρότυπα. Ή τελική μάχη έγινε τό 612πχ όπου ό Κυαναξάρης σέ συμμαχία μέ τόν Ναβοπαλασάρ τής Βαβυλώνας πολιόρκησαν τήν Νινευή. Ό Σιν σάρ ισκούν πού υπήρξε ό τελευταίος βασιλέας τών Ασσυρίων, πυρπολήθηκε όταν είδε νά μπαίνουν οί Μήδοι καί Βαβυλώνιοι στήν πόλιν του. Βέβαια ό Ηρόδοτος αναφέρει ώς πρώτον Βασιλέα τών Μήδων τόν Δηιόκη τό 710πχ, ό όποίος επίσης επαναστάτησε εναντίον τών Ασσυρίων. Ό Δηιόκης θεωρείται αυτός πού σήμερα καλούν ώς Σαργκών. Ό Κυαναξάρης έκανε πρωτεύουσα τά Εκβάτανα καί κατόπιν εστράφη εναντίον τών Λυδών. Στά 585πχ συνεκρούσθησαν οί Μήδοι μέ τούς Λύδους. Ό Θαλής είχε προβλέψει έκλειψη ηλίου πράγμα πού εγένετο, κάνοντας τούς στρατούς νά πάψουν τήν μάχη καί φοβισμένοι νά υποχωρήσουν. Τό φαινόμενο εθεωρήθη από τούς Βασιλείς θεϊκό σημάδι καί τότε υπεγράφη ειρήνη μέ μάρτυρες τόν Ναβουχοδονόσορα τής Βαβυλώνας καί Συεννέσιο τής Κιλικίας. Τόν Κυαναξάρη διαδέχθη ό υιός του Αστυάγης. Οί Πέρσες ανακύρρηξαν Βασιλέα αυτών τόν Τεϊσπη (669-622) ό όποίος επαναστάτησε εναντίον τού Ασσουρμπανιπάλ καί κυρίευσε τήν επρχία τού Ελάμ. Επειδή ό πατέρας τού Τεϊσπη λεγόταν Αχαιμένης, ή Περσική δυναστεία ονομάσθη «δυναστεία τών Αχαιμενίδων». Οί υιοί του Κύρος Α΄καί Αριαράμνης επήραν από ένα μέρος τού Βασιλείου. Τό Ανσάν ό πρώτος καί τήν Περσίδα ό δεύτερος. Τό Ανσάν (Ελάμ) επί βασιλείας Καμβύση Α΄οί Μήδοι τό υπέταξαν, ενώ στήν Περσίδα μετά τόν Αριάρμνη βασίλευσε ό Αρσάμης. Τό 550 πχ ό Κύρος Β΄έγινε βασιλέας τού Ανσάν καί αμέσως επετέθη καί κατέλαβε τήν Περσίδα από τόν Αστυάγη.
Οί Μήδοι θεωρούσαν τόν Κύρο δικό τους άνθρωπο καί συμμάχησαν μαζί του, ενώ θά έπρεπε νά θεωρείτο Πέρσης. Επομένος ό Κύρος ή ήτο Μήδας ή Μήδισε καί στήν μάχη στά Εκβάτανα εναντίον τού Αστυάγη όλοι οί Μήδες, Χαλδαίοι καί εβραίοι ήτο μέ τό μέρος τού Κύρου. Ό Κύρος νικώντας καί μπάνοντας στά Εκβάτανα σκότωσε καί εξαφάνισε κάθε αντίπαλό του, αλλά δέν πείραξε ούτε Μήδα ούτε περιουσία αυτών. Τό Περσικό κράτος τού Κύρου λοιπόν, μάλλον Μηδικό πρέπει νά θεωρείται αφού οί Μήδες ευρέθηκαν στήν εξουσία κατακτώντας τό κράτος έκ τών έσω. Ό Κύρος μεγάλωνε τό κράτος του μέ μεγάλη ταχύτητα πράγμα πού φόβισε τούς γειτονικούς Βασιλείς. Ό Κροίσος (570-446) προσπάθησε νά οργανώση τό κράτος του, ζητώντας βοήθεια από τήν Ελλάδα καί συμμαχώντας μέ Αιγυπτίους καί Βαβυλωνίους. Ό Κροίσος συναντήθη μέ τόν Κύρο στήν Πτερία. Ό Κροίσος μέ Ίωνες συμμάχους κατά τήν μάχη προβλέπει τή ήττα καί υποχωρεί τακτικώς καί επέστρεψε στήν Λυδία. Ό Κροίσος οχυρώθηκε στίς Σάρδεις περιμένοντας βοήθεια. Ή Αίγυπτος ήτο πολύ μακρυά όμως καί οί ενισχύσεις θά αργούσαν. Ό Κύρος έστειλε στρατό καί κατέλαβε Βαβυλωνιακό έδαφος στήν Ορχόη. Ό Ναβοννήδης όμως Βασιλέας τής Βαβυλώνος εφοβήθη καί δέν έστειλε στρατό, όπως καί ό Άμασις τής Αιγύπτου. Έτσι ό Κροίσος έμεινε στίς Σάρδεις μέ μόνη βοήθεια τούς Έλληνες τής Ιωνίας. Ό Κύρος ύστερα από φοβερά μάχη νίκησε τούς Λύδους. Τόν Κροίσο τόν έστειλε στά Σούσα μέχρι τό τέλος τής Ζωής του. Κατόπιν ό Κύρος έστειλε μέ μεγάλο στρατό τόν Άρπαγο εναντίον τής Ιωνίας. Οί Έλληνες συγκεντρώθησαν στό Πανιώνιο γιά νά αποφασίσουν τί θά κάμουν. Ό Βίας ό Πριηνεύς βλέποντας τάς δυνάμεις πρότεινε νά φύγουν στήν Σαρδώ πρός τό παρόν. Τελικά δέν έγινε δεχτή ή πρότασις αυτή καί έμειναν όλοι στίς πόλεις των. Ό Άρπαγος λόγω τού πλούτου άφησε απείραχτη τής Μίλητο καί επετέθη στίς άλλες πόλεις. Ή μία μετά τήν άλλη οί πόλεις έπεφταν στά χέρια τών Περσών-Μήδων. Οί Φωκαείς μπήκαν στά πλοία των καί έφυγαν πρός Μάλτα καί Κορσική, ενώ άλλοι Ίωνες επήγαν στήν Θράκη στά Άβδηρα. Κατόπιν έπεσε ή Κιλικία, ή Καύνος καί όλη ή Μικρά Ασία. Στήν Συνέχεια ό Κύρος εξεστράτευσε εναντίον τών Βαβυλωνίων καί τού Ναβοννήδη. Ό Κύρος πολιόρκησε τήν πόλιν καί μέ τήν βοήθεια τών Ιουδαίων πού ουσιαστικά τού παρέδωσαν τήν πόλιν,τελικά μπήκε στήν Βαβυλώνα. Αργότερα ό Κύρος κατέλαβε τούς Σάκες, τούς Βακτριανούς, τούς Σογδιανούς καί τούς Μασσαγέτες πού είχαν αρχηγό τήν Τόμυρι. Μάλιστα ή Τομύρι εδέχθη πρόταση γάμου από τόν Κύρο αλλά ηρνήθη. Τότε οί διαφορές ελύθησαν μέ τά όπλα. Ό Κύρος έφθασε έως τό Τουρκμενιστάν καί ενίκησε τήν εμπροστοφυλακή τής Τομύρις. Τό 529πχ στήν τελική μάχη πού εγένετο ό Μέγας Κύρος ηττήθη από τήν Τομύρι καί μάλιστα έχασε καί τήν ζωή του. Ό Κύρος ετάφη μέ τιμές στίς Πασαργάδες. Τόν Κύρο Β΄διαδέχθη ό Καμβύσης Β΄ πού βλέποντας τά σύνορα έως τίς Ινδίες επέστρεψε πρός τήν δύση. Επί 4 χρόνια πρετοίμαζε τόν στρατό του γιά νά επιτεθή στήν Αίγυπτο. Τό 525πχ ό Καμβύσης νικά τόν Ψαμμήτιχο Γ΄στό Πηλούσιο, κατόπιν στήν Ηλιούπολιν καί τέλος στήν Μέμφιδα, όπου συνέλαβε τόν Ψαμμήτιχο καί εκτέλεσε στά βάθη τής Ασίας. Στήν συνέχεια παρεδόθη ή Λιβύη καί ή Κυρήνη. Τά επόμενα χρόνια θά είναι χρόνια αναρχίας καί παραφροσύνης. Ό Καμβύσης θάβη ζωντανούς ευγενείς, σκοτώνει τήν γυναίκα του Άτοσα καί τόν αδελφό του Σμέρδι, ενώ όλο τό κράτος βρίσκεται σέ αναταραχή. Ό Καμβύσης στέλνει 50.000 άνδρες νά κυριεύση τήν όαση τού Άμμωνος, ώστε νά δημιουργήσει έναν σταθμό γιά τήν δυτική Αφρική. Οί 50.000 άνδρες εχάθησαν στήν Σαχάρα καί κανείς ποτέ δέν έμαθε γιαυτούς. Ό Καμβύσης επέμεινε καί ό ίδιος ώς στρατηγός επήρε περισσότερο στρατό καί εβάδισε από τό Ασουάν πρός τήν έρημο. Τά τρόφιμά του εξαντλήθηκαν καί αφού οί άνδρες του έφαγαν τά άλογα καί τίς καμήλες μετά αλλησκοτώνονταν γιά νά έχουν νά φάνε. Ό Καμβύσης σταμάτησε τήν προέλαση καί γύρισε πίσω. Στόν δρόμο μέσα στήν έρημο τού επετέθησαν οί Ναπάτσοι καί κατέσφαξαν τόν εξαντλημένο στρατό τού Περσομήδου Βασιλέα. Μέ λίγους άνδρες έφθασε στήν Αίγυπτο όπου γιά νά εκδικηθή έσφαξε Αιγυπτίους καί βεβήλωσε τάφους Αιγυπτίων Φαραώ. Στά 521πχ ό Καμβύσης απέθανε από ατύχημα ή αυτοκτόνησε. Αυτόν τόν διαδέχθη ό Δαρείος Α΄υιός Υστάσπου υιού Αρσάμη, Βασιλέα Περσίδος. Ό Υστάσπης ήτο διοικητής τής Παρθίας, αλλά επειδή ήτο γέρος, έδωσε τήν αυτοκρατορία στόν υιό του. Οί Εβραίοι προσπάθησαν νά πάρουν τόν θρόνο παρουσιάζοντας τόν αδελφό τού Πατιζείθη (επίτροπος βασιλικής οικογενείας Καμβύση) ώς τόν Σμέρδι, επειδή τού έμοιαζε, καί προσεπάθησαν νά πάρουν τό θρόνο από τόν Δαρείο Α΄. Ό Δαρείος πού κατάλαβε τήν απάτη τόν βρήκε καί τόν σκότωσε μαζί μέ τούς συνεργούς του. Οί Μήδοι μέ αρχηγό κάποιον Φραόρτη επαναστάτησαν, αλλά ό Δαρείος οργάνωσε στρατό καί κατέπνιξε κάθε επανάσταση καί στάση από Πέρσες, Μήδους, Βαβυλωνίους κ.α. Επανακυρίευσε τήν Βαβυλώνα καί σταύρωσε 3000 ευγενείς γιά παραδειγματισμό. Ή Αυτοκρατορία του απεκαταστάθη τό 517πχ. Ή αυτοκρατορία του περιλάμβανε Ιωνία, Φρυγία, Καππαδοκία, Λυδία, Κιλικία, Αρμενία, Φοινίκη, Ασσυρία, Καυκασία, Μεσοποταμία, Αίγυπτο, Μηδία, Περσία, Παλαιστίνη, Αφγανιστάν, Βελουχιστάν, Δυτική Ινδία, Σογδιανή, Βακτριανή, Μασσαγέτη κ.α. Ίδρυσε ώς πρωτεύουσα τήν Περσέπολιν μαζί μέ τά Σούσα, ενώ οί Πασαργάδες ήτο γιά τίς στέψεις τών Βασιλέων.
Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. (401 π.Χ.) το περσικό κράτος διαταράχθηκε από την επανάσταση του Κύρου εναντίον του αδελφού του Αρταξέρξη Β' (βασ. 405-338 π.Χ.), γνωστή από το βιβλίο του Ξενοφώντα «Κύρου Ανάβασις». Ο ανταγωνισμός κατέληξε στη μάχη στα Κούναξα (401 π.Χ.) και στο θάνατο του Κύρου, ο οποίος είχε στην υπηρεσία του 13.000 Έλληνες μισθοφόρους («Μύριους»). Ο Αρταξέρξης Β' αποκατέστησε την περσική κυριαρχία στις ιωνικές πόλεις (Ανταλκίδειος ειρήνη, 387 π.Χ.), αλλά η Περσία είχε χάσει πια τη μεγάλη δύναμή της, λόγω των εσωτερικών ταραχών που τη μάστιζαν. Ωστόσο, διατήρησε κάποια επιρροή στα ελληνικά πράγματα, επιρροή που είχε εγκαθιδρυθεί ήδη τον προηγούμενο αιώνα κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου, την εποχή της βασιλείας του Δαρείου Β’ (βασ. 425-405 π.Χ.). Η σταδιακή παρακμή της περσικής δύναμης και η χαλάρωση της διοίκησης και της συνοχής της αυτοκρατορίας, χαρακτηριστικά που έγιναν αισθητά επί βασιλείας του Αρταξέρξη Γ’ (βασ. (358-338 π.χ.), συνέθεσαν ένα σκηνικό που εκμεταλλεύτηκε ο βασιλιάς των Μακεδόνων Μ. Αλέξανδρος, ο οποίος ηγήθηκε πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών. Ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος Γ' (βασ. 336-330 π.Χ.) νικήθηκε από τα μακεδονικά στρατεύματα στο Γρανικό ποταμό (334 π.Χ.), στην Ισσό (333 π.Χ.) και στα Άρβηλα (331 π. Χ.) και δολοφονήθηκε από στρατηγό του, ενώ το περσικό κράτος καταλύθηκε από τους νικητές.
Μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, η Περσία παραχωρήθηκε αρχικά στον Αντίοχο και κατόπιν στο Σέλευκο και τους διαδόχους του, το κράτος των οποίων όμως σύντομα κατέρρευσε. Στη συνέχεια η Περσία πέρασε στην εξουσία του βασιλιά των Πάρθων Αρσάκη, ο οποίος θεμελίωσε το 238 π.Χ. το παρθικό κράτος των Αρσακιδών, δυναστείας που ενσωμάτωσε στον τρόπο συμπεριφοράς της κάποια φιλελληνικά χαρακτηριστικά, ειδικά απέναντι στις ελληνίζουσες πόλεις της επικράτειας των Σελευκιδών, οι οποίες πέρασαν στην κυριαρχία τους. Η εκστρατεία του Αντίοχου Γ’ στην Ανατολή, το 212 π.Χ., είχε ως συνέπεια την πρόσκαιρη αναγνώριση από το κράτος των Πάρθων της επικυριαρχίας των Σελευκιδών στην περιοχή. Έως τα τέλη του επόμενου αιώνα οι Πάρθοι αύξησαν τη δύναμή τους επεκτείνοντας την εξουσία τους σε εκτεταμένα τμήματα της Συρίας. Με την ισχυροποίηση της ρωμαϊκής κυριαρχίας στην Εγγύς Ανατολή, η επικράτεια των Αρσακιδών βρέθηκε στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. να απειλείται από έναν ισχυρό ανταγωνιστή. Το 53 π.Χ. οι λεγεώνες του Μάρκου Λικίνιου Κράσσου υπέστησαν παροιμιώδη ήττα από τους Πάρθους, οι οποίοι με τη νίκη τους αυτή ανέκοψαν τη ρωμαϊκή επέκταση προς τα εδάφη τους. Στη διάρκεια του ρωμαϊκού εμφυλίου που ακολούθησε τη δολοφονία του Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος διεξήγαγε ανεπιτυχείς εκστρατείες εναντίον των Πάρθων. Το 20 π.Χ. ο Οκταβιανός Αύγουστος και οι Αρσακίδες συνήψαν συμφωνία και οι τελευταίοι απελευθέρωσαν τους Ρωμαίους αιχμαλώτους που κρατούσαν, καθώς και τις σημαίες και τα λάβαρα των ρωμαϊκών λεγεώνων που είχαν στην κατοχή τους, ως τρόπαια από τις αποτυχημένες εκστρατείες του Κράσσου και του Μάρκου Αντωνίου. Στα τέλη του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα το κράτος των Αρσακιδών άρχισε να εξασθενίζει. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός το 2ο αι. πέτυχε σημαντικές νίκες εναντίον των Πάρθων, όμως τα εδάφη που κατέλαβε η Ρώμη επεστράφησαν σχεδόν ολοκληρωτικά στο παρθικό κράτος από τον Αδριανό, ο οποίος επεδίωκε με διπλωματικά μέσα την ειρήνευση των συνόρων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Επί Μάρκου Αυρηλίου οι Πάρθοι εισέβαλαν στη ρωμαϊκή επικράτεια, αποκρούστηκαν, ωστόσο, επιτυχώς από τον Αβίδιο Κάσσιο. Το 216 ο αυτοκράτορας Καρακάλλας έχασε τη ζωή του κατά την εκστρατεία εναντίον των Πάρθων, οι οποίοι απέκρουσαν τις επιθέσεις των Ρωμαίων. Το 224 μ.Χ. κατέλαβε το θρόνο της Παρθίας η δυναστεία των Σασσανιδών, με ιδρυτή τον Αντασίρ, ο οποίος έλαβε τον περσικό τίτλο «βασιλεύς των βασιλέων». Η εισβολή των Σασσανιδών στα ρωμαϊκά εδάφη αποκρούστηκε με δυσκολία από τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο Σεβήρο. Στα χρόνια των Σασσανιδών η Περσία γνώρισε νέα ακμή με την αναγνώριση της προαιώνιας θρησκείας των Περσών, του ζωροαστρισμού, ως επίσημης θρησκείας του κράτους. Ο Σαπώρ Α' (βασ. 241-272) υπέταξε την Αρμενία και τη Μεσοποταμία και διέλυσε (250) το ρωμαϊκό στρατό του Βαλεριανού, τον οποίο αιχμαλώτισε.Ή Μεσοποταμία ονομάζεται Ιράκ στά χρόνια τής Αραβικής κατακτήσεως.
Το 652 π.Χ. το μηδικό κράτος κινδύνευσε σοβαρά από τους Σκύθες, συμμάχους των Ασσυρίων, οι οποίοι κυρίευσαν όλες σχεδόν τις περιοχές του. Ο βασιλιάς όμως των Μήδων Κυαξάρης Β' αναδιοργάνωσε το στρατό και το ιππικό και αποτίναξε το ζυγό των Σκυθών (625 π.Χ.). Στα χρόνια του η Μηδία γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της. Το 612 π.Χ., μαζί με τους Βαβυλώνιους, οι Μήδοι κατέλυσαν το κράτος των Ασσυρίων και άπλωσαν την κυριαρχία τους ως τον ποταμό Άλη, όπου με αρχηγό τον Αστυάγη συγκρούστηκαν με τους Λυδούς (585 π.Χ.). Μετά το θάνατο του Κυαξάρη, ο γιος του Αστυάγης (585-550 π.Χ.) συνέχισε την επεκτατική πολιτική του πατέρα του, αλλά προκάλεσε την αντίδραση της μηδικής αριστοκρατίας εξαιτίας του δεσποτισμού του. Οι αντίπαλοί του στράφηκαν προς τους Πέρσες, ο βασιλιάς των οποίων, Κύρος Β', τους προσεταιρίστηκε και ανακηρύχτηκε βασιλιάς των Μήδων και Περσών (559-529 π.Χ.). Από τότε το κράτος των Μήδων έπαψε να υπάρχει.
Η Μηδία αναφέρεται αργότερα ως επαρχία του περσικού κράτους. Επί Μ. Αλεξάνδρου κυβερνιόταν από Πέρση σατράπη. Στα χρόνια των διαδόχων διαιρέθηκε σε Μεγάλη Μηδία, την οποία πήρε ο Πείθωνας, και σε Μικρά Μηδία, την οποία πήρε ο Πέρσης Ατροπάτης και γι’ αυτό ονομάστηκε Ατροπατηνή.
Την περίοδο 333-364 π.Χ στήν Συρία ήκμασε το ελληνιστικό βασίλειο των Σελευκιδών.
Από το 64 π.Χ. ως την αραβική κατάκτηση το 636 μ.Χ. ανήκε στη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Αραβία.Τόν 6ον π.χ. αιώνα ό τελευταίος βασιλέας τής Βαβυλώνας εξτρατεύει εναντίον τής Αραβίας. Αργότερα ή Αραβία θά περάσει στά χρόνια τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου θά αρχίζει νά εκπολιτίζεται.Κατά τον 1 αι. μ.Χ. οι Χιμιαρίτες διαδέχθηκαν τους Σαβαίους, ενισχύοντας την οικονομική ευημερία του τόπου.Στη βόρεια Αραβία άκμασαν διάφορα βασίλεια το 2ο αι. π.Χ. και κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Το σημαντικότερο από αυτά ήταν το βασίλειο των Ναβαταίων. Η πρωτεύουσα των Ναβαταίων, η Πέτρα, ερείπια της οποίας βρέθηκαν στη σημερινή Ιορδανία, αποτελούσε οικονομικό και πνευματικό κέντρο του βασιλείου. Οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την περιοχή τό 27π.χ. οί Ρωμαίοι μέ στρατηγό τόν Αίλιο Γάλλο καί 130 πλοία αποβιβάζονται στίς ακτές τής ερυθράς θαλάσσης.Στις αρχές του 3ου αι. ονομαστό ήταν το αραβικό βασίλειο της Παλμύρας, η βασίλισσα του οποίου Ζηνοβία επέκτεινε τις κτήσεις του βασιλείου ως τις ακτές της Συρίας και τη νότια Μ. Ασία. Το βασίλειο της Παλμύρας κατέλυσε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αυρηλιανός, όταν το 273 νίκησε τη Ζηνοβία και κατέστρεψε την πόλη. Την ίδια περίοδο (3ος αι.) το νοτιοδυτικό τμήμα της Αραβίας πέρασε στην κυριαρχία των Αβησσυνών. Κατά τα τέλη του 4ου αι. το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας πέρασε στην κυριαρχία των Περσών.Παρόλο πού νίκησαν σέ όλες τίς μάχες τούς Άραβες, τελικά ποτέ δέν κατάφεραν νά υποτάξουν τήν χώρα. Οί Ρωμαίοι θά αποσυρθούν καί ποτέ στό μέλλον δέν θά διανοηθούν νά κατακτήσουν τήν χερσόνησο. Τά επόμενα χρόνια πολλοί Άραβες μετανάστες στήν Ερυθραία θά επιστρέψουν, ενώ αρκετοί κάτοικοι τής χώρας αποσπάστηκαν τόν Ιουδαϊσμό.
Τόν 8ον αιώνα πχ οί Αρμένιοι έχουν χωρισθή από τού Φρύγες καί προχωρούν πρός Καππαδοκία. Τήν εποχή εκείνη τά βασίλεια τών Ουραρτού καί τών Ασσυρίων έπεφταν ενώ ήκμαζαν οί πόλεις τών Ελλήνων στήν Μ.Ασία. Από τήν κυριαρχία στήν ανατολική Μ.Ασία τού Σαργκών τών Ασσυρίων, περνάμε στόν Κυαξάρη τών Μήδων. Ή περιοχή τού Ερξερούμ πού κατοικούσαν οί Αρμένιοι ήτο πλέον ή 13 σατραπεία. Από τόν Χωρηνό τόν πρώτο ιστορικό τής Αρμενίας μαθαίνουμε ότι ό Βασιλεύς των Βαλρασάκ είχε ασχοληθή μέ τήν εύρεση τής Αρμενικής καταγωγής καί ιστορίας (149πχ). Ό Γενάρχης τών Αρμενίων Χαϊκ φοβερός στήν δύναμη γίγαντας, διανοήθηκε μέ ομοίους του νά κτίση τόν πύργο τής Βαβέλ. Ή αρχή τού μύθου βέβαια είναι παρμένη από τήν παλαιά διαθήκη καί τήν μετάφραση τών Ο΄. Άλλη αρχαία παράδοση πού χρησιμοποιεί ό Χωρηνός συμπίπτει μέ τόν Ηρόδοτο καί τήν Μακεδονική των παράδοση.
Ό αρχηγός τών Ασσυρίων Βήλος νικήθηκε από τόν Χαϊκ στήν μάχη τού Χαϊοτζόρ. Τό όνομα τών Αρμενίων δέν αναφέρεται στά Ασσυριακά κείμενα. Άρα ή εισβολή τού Χαϊκ θά έγινε μετά τήν πτώση τών Ασσυρίων. Οί Αρμένια γραφή δέν φαίνεται νά είχαν, αλλά βέβαιο είναι πώς υποτάχθησαν στούς Πέρσες Αχαιμενίδες. Όταν πέθανε ό Κύρος επαναστάτησαν, αλλά ό Δαρείος έστειλε τόν Δάρδασο πού τούς νίκησε στό φρούριο Ζούρα. Οριστικά νικήθηκαν τό 518πχ από τόν Ομίση. Στήν εκστρατεία τού Ξέρξη κατά τής Ελλάδος πήραν καί αυτοί μέρος εναντίον τών Ελλήνων. Ό Ξενοφών περιγράφει τήν Αρμενία κατά τήν κάθοδο τών Μυρίων, ώς πλούσια καί ευημερούσα περιοχή. Ύπαρχος τής χώρας ήτο ό Τιρίβαζος ό Αρμένιος. Ό Μέγας Αλέξανδρος καταλύοντας τό Περσικό κράτος τού Δαρείου τού Κοδομάνου ενσωμάτωσε στήν Αυτοκρατορία του τήν Αρμενία. Από τό 322πχ διοικήθηκε από τόν Ορόντη. Ό Αρσάμης αργότερα έκοψε τό πρώτο νόμισμα ενώ σπουδαιότερος παό όλους ήτο ό Ορόντης Β΄(220πχ) πού ίδρυσε τήν Εριβάν , ακόμη καί σήμερα πρωτεύουσα τού Αρμενικού κράτους.Έως τό 190 πχ κράτησε ή Ελληνική κυριαρχία, όταν ό Αντίοχος ό Μέγας νικήθηκε στήν Μαγνησία από τούς Ρωμαίους. Ή Αρμενία τότε χωρίσθηκε στήν Μεγάλη ανατολικά από τόν Ευφράτη, καί τήν Μικρή δυτικά από τόν Ευφράτη. Τήν εποχή εκείνη ό ηγεμόνας Σάμης ή Σάμος ίδρυσε τήν πόλιν Σαμόσατα τό ανεξάρτητο βασίλειο τής Κομμαγηνής, πού συνδέθηκε ιστορικά μέ τήν Μικρή Αρμενία.
Πρώτος βασιλέας στήν Μεγάλη Αρμενία ήτο ό Αρταξίας Α΄, ενώ τής Μικρής ό Ζαριάδρις. Ό Στράβων αναφέρει καί τούς δύο. Στά χρόνια τού Αρταξία επικράτησε μία γλώσσα πού από τά νομίσματα πού έκοψε φαίνεται ότι ήτο ή Ελληνική καθώς είναι ή μόνη πού βρίσκεται σέ επιγραφές. Τόν 3ον πχ αιώνα ήτο ή γλώσσα πού χρησιμοποιούσαν επίσημα στήν Αρμενία. Στά χρόνια τής Βασιλείας τού Αρταουάσδου Β΄στά 112πχ σχηματίστηκε τό Βασίλειο τού Πόντου τό οποίο επί Μιθριδάτη ΣΤ΄ επέκτεινε τά όριά του έως τήν Κολχίδα καί Κριμαία. Στόν θρόνο τής Αρμενία τότε ήτο ό Τιγράνης Β΄ό οποίος έκλεισε συμμαχία μέ τόν Μιθριδάτη κατά τών Ρωμαίων. Όταν ό Μιθριδάτης ηττήθηκε έδωσε άσυλο στόν Μιθριδάτη. Οί Ρωμαίοι τότε φοβήθηκαν τήν δύναμή του καί έστειλα εναντίον του τόν Λούκουλλο. Στήν πόλιν Τιγρανούπολιν ό Τιγράνης ύστερα από σκληρά μάχη καί δυστυχώς από τραγικά λάθη του ηττήθηκε. Ό Λούκουλλος κατέστρεψε τήν πόλιν καί άφησε στήν θέσιν του τόν Πομπήιο. Τό 54 πχ τόν Τιγράνη διαδέχθη ό υιός του Αρτάβασδος πού είχε ελληνική μόρφωση. Όταν ό Κράσσος ηττήθηκε από τούς Πάρθους οί Ρωμαίοι έριξαν τήν αιτία στούς ώμους τού Αρτάβασδου, τόν οποίο καί σκότωσαν στέλνοντας τόν Μάρκο Αντώνιο. Τόν Αρτάβασδο τόν διαδέχθη ό υιός τού Αντωνίου καί Κλεοπάτρας Αλέξανδρος, ενώ στήν Μικρή Αρμενία έγινε Βασιλέας ό σύζυγος τής ανιψιάς τού Αντωνίου, Πολέμων (34πχ). Μετά τήν νίκη τού Οκτάβιου στό Άκτιο, Βασιλέας τής Αρμενία εγένετο ό Τιγράνης Γ΄ό φιλέλλην καί κατόπιν ό Τιγράνης Δ΄(20-5πχ). Στήν συνέχεια ακολούθησαν ό Αρτάβασδος Ε΄, ό Τιγράνης Ε΄, Ερατώ ή αδελφή τού Τιγράνη Δ΄ καί μετά έρχεται ή δυναστεία τών Αρσακιδών από τό 53 έως 100 μχ (ό Πάρθος Βονόνης, ό Ζήνων Γ΄, ό Αρσάκης Α΄, ό Γεωργιανός Μιθριδάτης καί ό επίσης Γεωργιανός Ραδαμιστέ).Το 114 μ.Χ. οι Ρωμαίοι κατέλαβαν και πάλι την περιοχή και την ανακήρυξαν ρωμαϊκή επαρχία. Οί Βασιλείς πού ακολουθούν τήν δυναστεία τών Αρσακιδών είναι : στήν Ρώμη στέφθηκε Βασιλείας τής Αρμενίας ό ό Θιριδάτης, αυτόν διαδέχθηκε ό Εξηδάρης καί αυτούς ακολούθησαν άλλοι επτά. Τήν δυναστεία τών Αρσακιδών διαδέχθησαν οί Σασανίδες μέ πρώτον τόν Αρτακσατέρ (Αρταξέρξης), κατόπιν οί Θιριδάτης Β΄, Χοσρόης Α΄(217-238μχ). Ακολούθησε σειρά Βασιλέων όπου ή Αρμενία διαμοιράσθηκε μεταξύ Ρωμαίων καί Περσών. Μετά τούς Βασιλείς Σαπώρ καί Αρτασές ή Αρμενία υποτάχθηκε στούς Πέρσες τοπάρχες Μαρτζμπάν. Στήν Βυζαντινή εποχή τήν Αρμενία διοικούσαν οί Κουροπαλάτες ή Πατρίκιοι. Αυτοί ήσαν Αρμένιοι Πέρσες ακόμα καί Έλληνες
Τόν 6ον πχ αιώνα εμφανίζεται τό Βασίλειο τής Ιβηρίας (Γεωργία) στήν περιοχή τής σημερινής Γεωργίας. Τήν περιοχή ανίχνευσαν από τό 3000πχ οί Έλληνες μέ τήν Αργοναυτική εξτρατεία. Αποτελεί εμπορικό δρόμο τών Ελλήνων Μινύων γιά χρυσό πρός τήν Κολχίδα. Ή περιοχή της Γεωργίας βρισκόταν η πόλη Κολχίδα, προορισμός της Αργοναυτικής εκστρατείας. Στον Καύκασο μαρτύρησε ο Προμηθέας. Στα ιστορικά χρόνια στην περιοχή ίδρυσαν αποικία οι Ίωνες (550 π.Χ.). Τον 4ο αι. π.Χ. η περιοχή ενώθηκε σε βασίλειο με πρωτεύουσα τη Μτσιέτα.
Ό πλούτος τής Γεωργίας καί ή ευνοϊκή θέση τών εμπορικών δρόμων τραβούσαν τήν προσοχή τών ξένων κατακτητών από τά πολύ παλιά χρόνια. Ή Γεωργία κατακτήθηκε από τήν Ρώμη, τούς Πέρσες, τό Βυζάντιο, τούς Άραβες καί τούς Σελτζούκους.
Αφγανιστάν. Ή Μπάχαντι πού θεωρείται ή πατρίδα τού Ζαρατούστρα, περί τόν 6ον πχ αιώνα, ανήκει στό Αφγανιστάν. Στήν περιοχή εβασίλευσαν οί Αχαιμενίδες από τά μέσα τού 6ου πχ αιώνος καί μετά. Τό 330πχ φθάνει ό Μέγας Αλέξανδρος καί νικά τού Πέρσες Αχαιμενίδες, καί κοντά στήν Χεράτ ίδρυσε μία Αλεξάνδρεια. Πολλοί Έλληνες έζησαν εκεί καί έμειναν, έως τήν κοιλάδα τής Καμπούλ. Ή Περιοχή μετά τόν θάνατο τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήρθε στά χέρια τών Σελευκίδων καί τής Ελληνιστικής περιόδου. Τό 250 πχ ό Διόδοτος Α΄, ό Έλληνας απόγονος τών Σελευκίδων, ίδρυσε τό Βασίλειο τής Βακτριανής γιά 100 γκόλ. Από τό 140πχ εμφανίζονται στήν περιοχή οί Πάρθοι καί οί Γιονετσί. Έτσι αρχίζει ή Βουδδιστική περίοδος στήν Βακτριανή έως καί τόν 7ον μχ αιώνα.Έως καί τόν 7 μχ αιώνα τό Αφγανιστάν είναι υπό Βουδδιστική επιρροή. Τόν 1ον αιώνα Βασιλέας ήτο ό Κανίσκα, πού μαζί μέ τούς Βασιλείς πού ακολούθησαν τής δυναστείας τών Κανσένα, ήσαν υποτελείς στούς Πέρσες Σασανίδες.
Ο Κύρος ο Μέγας, όταν στερέωσε το κράτος του, έκανε τη Βακτριανή, μαζί με τη Βόρεια Σογδιανή, σατραπεία, στην οποία ονόμασε διοικητή το γιο του Τανοξάρχη. Από τότε, σατράπες της Βακτριανής διορίζονταν πρίγκιπες από το βασιλικό οίκο των Αχαιμενιδών. Μετά τη νίκη του Μ. Αλεξάνδρου στα Γαυγάμηλα και τη διάλυση του περσικού κράτους, οι Βάκτριοι με το σατράπη Βήσσο και οι Σογδιανοί αντιστάθηκαν γενναία κατά του Μ. Αλεξάνδρου, αλλά τελικά η Βακτριανή κυριεύτηκε (323 π.Χ.). Από το Μ. Αλέξανδρο διορίστηκε στην αρχή σατράπης ο Αρτάβαζος, ύστερα ο Αμύντας και αργότερα ο Φίλιππος, τον οποίο μετατόπισε στην Παρθία ο Αντίγονος (321 π.Χ.). Στη συνέχεια, η Βακτριανή πέρασε στους Σελευκίδες. Ο Σέλευκος Α΄ εξασφάλισε την κατοχή της Βακτριανής με συμφωνίες φιλίας προς τους Ινδούς και ο γιος του Αντίοχος Α΄ έχτισε πολλά φρούρια στην περιοχή.
Όταν ο Αντίοχος Β΄ ήρθε σε σύγκρουση με τον Πτολεμαίο Β΄, ο διοικητής της Βακτριανής Διόδοτος ανακήρυξε τη χώρα ανεξάρτητη και ονομάστηκε βασιλιάς της (256-243 π.Χ.). Το ανεξάρτητο αυτό βασίλειο με Έλληνες βασιλιάδες κράτησε μέχρι το 127 π.Χ. (τελευταίος βασιλιάς ο Ηλιοκλής).
Στην εποχή του Ευθύδημου (221-200 π.Χ.) και του γιου του Δημήτριου (200-195 π.Χ.) γνώρισε μεγάλη ακμή. Το κράτος μεγάλωσε και απλώθηκε μέχρι τη βόρεια Ινδία και ο ελληνικός πολιτισμός από εκεί έφτασε μέχρι την Κίνα και τη Μογγολία. Στην πρωτεύουσα της Βακτριανής Αλεξάνδρεια - Βάκτρα ο μισός πληθυσμός ήταν ελληνικός. Δεν εξασφαλίστηκε όμως η διαδοχή των Ελλήνων στο θρόνο. Οι διάφοροι έπαρχοι σφετερίζονταν το θρόνο, όπως μαρτυρούν επιγραφές στα νομίσματά τους. Οι διάφορες μετακινήσεις των Ούννων και των Πάρθων συντέλεσαν και αυτές στην εξασθένηση του κράτους. Αργότερα οι Σκύθες κατέλαβαν το βασίλειο της Βακτριανής (130 π.Χ.-560 μ.Χ). Τον 7ο αι. την κατέλαβαν οι Άραβες που εισήγαγαν στην περιοχή το ισλάμ.
Τον 6ο αι. π.Χ. και για πολλούς αιώνες μετά η περιοχή του σύγχρονου Καζακστάν κατοικούνταν από κινεζικές νομαδικές φυλές.
Τόν 3ον πχ αιώνα εμφανίζεται τό κράτος τού Νάμ Βιέτ(Γή τού Νότου) , μέ ιδρυτή έναν Κινέζο στρατηγό πού ανακηρύχθηκε Βασιλιάς τού γνωστού σήμερα Βιετνάμ. Τό 111πχ κατακτήθηκε από τήν δυναστεία τών Χάν καί απετέλεσε Κινεζική επαρχία.
Τό 4ον πχ αιώνα εμφανίζονται οί πρώτες κοινωνίες στήν Βιρμανία. Τό πρώτο κράτος μέ πρωτεύουσα τήν Προμέ ή Πιού στίς αρχές τού 3ου αιώνα πχ. Τόν 1ον αιώνα πρωτεύουσα έγινε ή πόλις Παγκάν. Τόν 2ον αιώνα πχ ό Πτολεμαίος τήν αναφέρει ώς χρυσή χερσόνησο ενώ τακτικά αναφέρεται καί από τά Κινεζικά χρονικά ώς Μιέν.
Άβαροι ή Άβαρες, οι. Λαός ασιατικός, ουννικής ή τουρκοταταρικής καταγωγής. Αρχικά ζούσαν ως νομάδες στις στέπες μεταξύ Μαντζουρίας και Τουρφάν. Στην ίδια φυλή ανήκαν οι Τούρκοι και οι Ουγγρομαγιάροι.
Οι Άβαροι στην εμφάνιση ήταν αγριωποί, βρόμικοι, με πλατιές μύτες, με εξογκωμένα, όπως σ’ όλους τους Τατάρους, ζυγωματικά και με μακριά πλεγμένα σε κοτσίδες μαλλιά, που τα έδεναν με ταινίες. Πολεμούσαν συνήθως έφιπποι.Για τις επιθέσεις και τις εκστρατείες τους χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριά τους οχυρές θέσεις που ονομάστηκαν rings (δαχτυλίδια), γιατί ήταν κατασκευασμένες από διαδοχικές κυκλικές σειρές τειχών. Ανάμεσα στις σειρές των τειχών βρίσκονταν οι σκηνές των Αβάρων, ενώ στο κέντρο χτιζόταν η κατοικία του αρχηγού και των αξιωματούχων. Αυτοί ήταν και οι τόποι της κατοικίας τους, γιατί οι Άβαροι δεν είχαν πόλεις ούτε χωριά.
Από την αρχαιότητα η Ινδία είχε εμπορικές σχέσεις με μακρινούς λαούς, όπως π.χ. τη Βαβυλωνία. Αργότερα η αναζήτηση νέων αγορών για τα προϊόντα της βιοτεχνίας της και για πρώτες ύλες την οδήγησε μέχρι την Αίγυπτο, τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Κίνα. Ο ινδικός πολιτισμός απλώθηκε σε πολλές χώρες, όπως το Αφγανιστάν, η Περσία (σημ. Ιράν), η Κεϋλάνη (σημ. Σρι Λάνκα), η Ινδονησία, η Βιρμανία (σημ. Μιανμάρ), το Σιάμ (σημ. Ταϊλάνδη), η Καμπότζη και η Κίνα.
Τον 6ο αι. π.Χ. ήρθε η περσική κατάκτηση, όταν ο Δαρείος όρισε σατραπεία της αυτοκρατορίας του τη χώρα γύρω από τον Ινδό ποταμό. Γύρω στο 500 π.Χ. επικρατεί στην Ινδία ο βουδισμός.
Ο Μ. Αλέξανδρος κυρίεψε την Ινδία γύρω στο 327 π.Χ.. Η δυναστεία των Μορία κυριάρχησε στη χώρα από το 322 ως το 185 π.Χ. Ωστόσο, οι Έλληνες παρέμειναν στο Αφγανιστάν (βασίλειο της Βακτριανής) ως το 50 και στο Παντζάμπ ως το 58 π.Χ. Στο τέλος του 1ου αι. π.Χ. η Ινδία δέχτηκε πολλά κύματα Ασιατών επιδρομέων από το βορρά, με κυριότερους τους Σκύθες. Στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. η περιοχή του Γάγγη έγινε το κέντρο της δυναστείας των Γκούπτα, που καταστράφηκε από τους Ούννους.
Οι πρώτες ιστορικές ενδείξεις για την εγκατάσταση του βασιλείου των Χμερ στην Καμπότζη ανάγονται γύρω στον 1ο αι. μ.Χ..
Το Κασμίρ είναι ορεινή περιοχή. Περιλαμβάνει τις ψηλότερες κορυφές του κόσμου. Στο βόρειο τμήμα του εκτείνεται η οροσειρά Καρακόρουμ και τα Ιμαλάια στο νοτιοδυτικό του τμήμα. Παρ’ όλα αυτά έχει μεγάλες κοιλάδες που διαρρέονται από τον ποταμό Ινδό και τους παραπόταμους Τζέλουμ, Τσενάμπ και Σιοκ. Στην περιοχή των κοιλάδων καλλιεργούνται δημητριακά και οπωρικά, ενώ στα ορεινά εκτρέφονται αιγοπρόβατα.Η ιστορία της περιοχής είναι μακραίωνη καθώς αναφορές υπάρχουν σε πολλά γραπτά μνημεία γραμμένα στη σανσκριτική γλώσσα. το 145 π.Χ. εισήχθη στην περιοχή ο βουδισμός, ενώ ως τότε στην περιοχή επικρατούσε ο ινδουισμός. Από τα μέσα του 14ου αι. στην περιοχή επικρατούσαν μουσουλμάνοι σουλτάνοι.
Κίνας. Η αποδιοργάνωση του κράτους και η δύναμη των τοπικών φεουδαρχών έφτασε το 771 π.Χ. σε σημείο να είναι σε θέση οι φεουδάρχες να κατακτήσουν την πρωτεύουσα του βασιλείου και να σκοτώσουν το βασιλιά. Αν και αργότερα η δυναστεία των Τσου δημιουργήθηκε και πάλι (γνωστή στη δεύτερη αυτή φάση της ως Ανατολική Δυναστεία Τσου), δεν μπόρεσε ποτέ να αποκτήσει αρκετή ισχύ. Έτσι, μέχρι το 221 π.Χ. η Κίνα μαστιζόταν από εμφύλιους πολέμους μεταξύ μικρών πολεμοχαρών κρατών. Το 221 π.Χ. ένα από αυτά τα κράτη, το κράτος των Τσιν, επέβαλε την ηγεμονία του δημιουργώντας έτσι την πρώτη πραγματική κινεζική αυτοκρατορία. Ωστόσο, η στρατοκρατική δυναστεία των Τσιν δεν κράτησε παρά 15 μόνο χρόνια και το 206 π.Χ. αντικαταστάθηκε από τη δυναστεία των Χαν (206 π.Χ.-220 μ.Χ.). Η δυναστεία των Χαν διατήρησε τη συγκεντρωτική γραφειοκρατική διοίκηση των Τσιν και υιοθέτησε επίσημα την ουμανιστική κομφουκιανική ιδεολογία. Με την πτώση των Χαν (220 μ.Χ.) επακολούθησαν τρεισήμισι σχεδόν αιώνες χάους στην Κίνα με εμφύλιους πολέμους, αναταραχές, εξεγέρσεις κ.ά.



Οί Κινέζοι αρχαιολόγοι στό Ξιάν, έχουν βρεί περισσότερους από 6000 πολεμιστές στήν τερακότα. Οί Κινέζοι έκαναν ανθρωποθυσίες γιά τόν νεκρό βασιλέα των, όπου στόν τάφο του έβαζαν 160 αποκεφαλισμένους στρατιώτες.
Οί θεοί τών Κινέζων, τών Μότσε, Μάγιας καί Αζτέκων στήν αμερική, απαιτούσαν πολύ αίμα.
Στα νησιά που αποτελούν το σύγχρονο κράτος Κιριμπάτι κατοικούσαν μικρονησιακοί πληθυσμοί περίπου από τον 1ο αι. μ.Χ.
Η ιστορία των Κιργίσιων, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, ξεκινά τον 1ο αι. π.Χ. Θεωρείται ότι αρχικά κατοικούσαν στην κοιλάδα του ποταμού Γενισέι, στην κεντρική Σιβηρία, και άρχισαν να μετακινούνται προς το νότο, υπό την πίεση μογγολικών φύλων,
Ήδη από το 2ο αι. είχαν σχηματιστεί στην ευρύτερη περιοχή της Μαλαϊκής Χερσονήσου μικρά τοπικά βασίλεια υπό την επικυριαρχία της ινδοκινέζικης αυτοκρατορίας Φουν Ναν (μέχρι τον 5ο αι.) και του νησιωτικού βασιλείου της Σριβιζάζια (μέχρι το 14ο αι.).
Φιλιππίνες.Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή μεταβολή σημειώθηκε μετά τον 3ο αι. π.Χ. με πληθυσμούς που μετακινήθηκαν από τη Μαλαϊκή και την Ινδική χερσόνησο.
Μιανμάρ. Από τον 1ο μέχρι τον 8ο αι. ο λαός Πγιου από την Κεντρική Ασία εγκαθίσταται στη Βόρεια Βιρμανία με κέντρο την Πρόουμ. Η Νότια Βιρμανία κυριαρχείται από τους Μον που δημιουργούν μια ομοσπονδία πριγκιπάτων με πρωτεύουσα την Πεγκού.
Η περιοχή του Ουζμπεκιστάν κατοικήθηκε από το λαό των Ουζμπέκων. Παλιά αποτελούσε τμήμα του περσικού κράτους και τον 4ο αι. π.Χ. κατακτήθηκε από το Μ. Αλέξανδρο. Το ανατολικό Ουζμπεκιστάν είναι η αρχαία Σογδιανή. Εκεί ο Μ. Αλέξανδρος έχτισε την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη και εκεί παντρεύτηκε τη Ρωξάνη. Η Σαμαρκάνδη και η Μπουχάρα είναι αρχαίες πόλεις και κέντρα του ισλαμισμού με λαμπρά μνημεία. Η Μπουχάρα μάλιστα χαρακτηρίζεται ως δεύτερη Μέκκα.
Σρι Λάνκα. Η περιοχή κατοικείται από την προϊστορική εποχή. Η φυλή των Σινάλα κατοικούσε στη περιοχή της Βεγγάλης, κατέλαβε το νησί και ίδρυσε το βασίλειό της (6ος αι. π.Χ.), ενώ ονόμασαν την Κεϋλάνη «Νησί των λιονταριών». Μετέφεραν στην περιοχή τις συνήθειές τους και τις τεχνολογικές τους κατακτήσεις, εγκαταστάθηκαν στις κοιλάδες των ποταμών και κατασκεύασαν πολλά αρδευτικά φράγματα (έχουν καταμετρηθεί 12.000 φράγματα-δεξαμενές). Επιγραφές του 3ου αι. π.Χ. του αυτοκράτορα της Ινδίας Ασόκα μάς πληροφορούν ότι αυτός ο μεγάλος ηγεμόνας διατηρούσε ειρηνικές σχέσεις με το βασίλειο της Κεϋλάνης, όπως ονομαζόταν η περιοχή. Αυτή την εποχή έκαναν την εμφάνισή τους στο νησί οι πρώτοι βουδιστές ιεραπόστολοι. Η παράδοση αναφέρει ότι ο προσηλυτισμός των Σιναλέζων στο βουδισμό έγινε από τον ίδιο το γιο του Ασόκα. Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν το νησί και το ονόμαζαν Ταπροβάνη. Κατά το 2ο αι. π.Χ. οι Ταμίλ ήρθαν σε σύγκρουση με τους Σιναλέζους και η διαμάχη διάρκεσε περισσότερο από χίλια χρόνια.





Ταϊλάνδη. Οι παλιότεροι κάτοικοι της περιοχής ανήκαν στις φυλές των Μον και των Χμερ. Το 2ο αι. άρχισαν να κατεβαίνουν από τη Νότια Κίνα οι φυλές Λάο και Τάι (λέξη η οποία σημαίνει «ελεύθεροι» στην τοπική γλώσσα), που απλώθηκαν και κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας.
Στο χώρο του σημερινού Τουρκμενιστάν αρχικά ζούσαν διάφορα ιρανικά φύλα, τα οποία όμως υποσκελίστηκαν από Τουρκομάνους νομάδες, προγόνους των σημερινών Τουρκμένιων, που ήταν λαός νομαδικός χωρισμένος σε φυλές. Από την περιοχή πέρασαν πολλοί κατακτητές, όπως Πέρσες, Έλληνες και Άραβες.
Υεμένη. Με τον καιρό τα εμπορικά βασίλεια της Υεμένης υπέκυψαν στην πολιτική και οικονομική δύναμη των Ναβαταίων. Οι Χιμιαρίτες, διάδοχοι του βασιλείου των Σαβαίων, είχαν ήδη ενοποιήσει τον 5ο αι. π.Χ. τις μικρότερες ηγεμονίες και είχαν εγκαταστήσει την πρωτεύουσά τους στη Σανά και έφτασαν στη μεγαλύτερη ακμή τους τον 3ο αι. π.Χ. Διατηρούσαν εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις που έφθαναν έως την Αφρική και την Ινδία. Από το γραφικό σύστημα που χρησιμοποιούσαν προήλθε η αιθιοπική γραφή. Η τελευταία χιμιαριτική δυναστεία Τομπά ανήλθε στην εξουσία τον 1ο αι. π.Χ. και παρέμεινε στο θρόνο έως την κατάλυση του βασιλείου. Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο το 70 μ.Χ. συνέρρευσαν στη χώρα Εβραίοι πρόσφυγες, ενώ οι πρώτες χριστιανικές ιεραποστολές ανέπτυξαν δραστηριότητα κατά τον 4ο αι. Το χιμιαριτικό βασίλειο μεταξύ των ετών 330 και 378 υποτάχθηκε στο αιθιοπικό βασίλειο του Αξούμ.Στα τέλη του 6ου αι. την περιοχή κατέλαβε το περσικό βασίλειο των Σασσανιδών.

Α Φ Ρ Ι Κ Η

Σενεγάλη Γύρω στα 500 π.Χ. εγκαταστάθηκαν εκεί φυλές από τη βορειοανατολική Αφρική.
Μετά τό 523π.χ. ό Κύρος ξεκινά τήν κατάκτησιν τής Αιγύπτου καί ή Περσική Αυτοκρατορία συγκρούεται μέ τήν Αίγυπτο τού Φαραώ Ψαμμίτιχου Γ΄. Ό Σατράπης Καμβύσης νικά καί αυτοονομάζεται Φαραώ. Κατόπιν τό θάνατο καί τά λάθη του, ό Δαρείος Α΄πιό προσπαθώντας επιδέξια νά κερδίση τό ιερατίο, χτίζει κτίρια καί αναπτύσσει αφάνταστα γιά πρώτη φορά τίς συγκοινωνίες τόσο όσο ποτέ στήν ιστορία τής Αιγύπτου. Ό Ξέρξης πού διαδέχεται τόν Δαρείο χρησιμοποιεί τήν Αίγυπτο γιά προπαρασκευές εναντίον τών Ελλήνων. Ή ήττα τής Περσικής Αυτοκρατορίας στήν Σαλαμίνα ανακουφίζει τούς Αιγυπτίους, σέ αυτούς φαίνεται νά ξεσπά ό Ξέρξης γιά τήν ήττα του, αφού ή δουλεία τά επόμενα χρόνια στήν Αίγυπτο θά γίνει αβάσταχτη. Ό Αρταξέρξης (464-424) βάζει τούς Εβραίους νά διοικούν τήν Αίγυπτο καί εκείνοι προσπαθούν νά επιβάλλουν τήν αραμαϊκή των γλώσσα (Ηρόδοτος). Ό Σαϊτης Πρίγκιπας Αμυρταίος μέ τήν βοήθεια τών Αθηναίων θά ελευθερώσει γιά λίγο τήν Αίγυπτο καί ιδρύει τήν 28η δυναστεία. Εκείνος πού θά διώξει ολοκληρωτικά τούς Πέρσες είναι ό Νεφερίτης τό 398π.χ. ιδρυτής τής 29η δυναστείας. Τό τελευταίο Φαραωνικό φεγγοβόλημα είναι ό Νεκτανεβώ Α΄ιδρυτής τής 30η δυναστείας. Ό Νεκτανεβώ Β΄(359-341) αφήνει μία Αίγυπτο ηνωμένη καί σύγχρονη στούς νέους καιρούς. Ό Αρταξέρξης Γ΄τό 343π.χ. θά καταλάβει τήν Αίγυπτο. Τά 9 αυτά χρόνια Περσικής κατοχής πού θά ακολουθήσουν θά είναι αρκετά γιά νά καταστραφούν έργα τέχνης, ναοί καί νά εκτελεσθούν χιλιάδες άνθρωποι. Το 342 π.Χ. όμως νικήθηκαν ολοκληρωτικά, και οι Πέρσες λεηλάτησαν τα πάντα.
Δέκα χρόνια αργότερα (το 332 π.Χ.) παρουσιάζεται ως ελευθερωτής στην Αίγυπτο ο Μέγας Αλέξανδρος καί βάζει τέλος στήν Περσική βαρβαρότητα.Αφού θά νικήσει τούς Πέρσας στήν μάχη τής Ισσού τό 333π.χ. μπαίνει στήν Αίγυπτο ώς Φαραώ. Όπως πολύ παλαιότερα ό Αιγυπτιακός πολιτισμός πήρε από τούς Μινωϊτες τήν τέχνη καί άλλαξε τό μονοκόμματο Αιγυπτιακό ξόανο σέ θαυμαστούς κούρους, έτσι καί τώρα ή υπό εξαφάνιση Αίγυπτος, δέχεται τόν Μέγα Αλέξανδρο ώς ελευθερωτή. Ό Μέγας Αλέξανδρος μετά τήν νίκη τής Τύρου τό 332π.χ. στέφεται διάδοχος Φαραώ, ενώ στήν όαση Σίουα ακούει από τόν ίδιον τόν Θεό Άμμωνα , νά καλείται υιός αυτού. Ή θεϊκή καταγωγή τού δίδει τό δικαίωμα νά θεωρείται κληρονόμος καί Φαραώ τής Αιγύπτου. Τό ίδιο εγένετο καί στήν Ελλάδα αφού ήτο απόγονος τού Μεγάλου Αχιλλέως. Οί επίγονοι καί διάδοχοι τού Μεγάλου Αλεξάνδρου στήν Αίγυπτο άφησαν σπουδαίο έργο.
Μια καινούρια Αίγυπτος εμφανίζεται στο πολιτιστικό προσκήνιο, η Αίγυπτος των Πτολεμαίων και των Σωτήρων, που η ιστορία της είναι στενά δεμένη με την ιστορία του ελληνιστικού κόσμου, της Ελληνικής αυτοκρατορίας των Μακεδόνων. Τελευταία βασίλισσα της Αιγύπτου υπήρξε η Κλεοπάτρα Ζ’. Στην εποχή της η ισχύς των Πτολεμαίων έφτασε στην ύψιστη ακμή της. Ύστερα έρχεται η ρωμαϊκή κατάκτηση και η βυζαντινή αυτοκρατορία.
Τό 323 π.χ. Βασιλέας εγένετο ό Πτολεμαίος ό σωτήρ Α΄πού κατασκεύασε τό Αλεξανδρινό Μουσείο. Τό 285π.χ. ό Πτολεμαίος ό Φιλάδελφος δημιουργεί τήν γιγάντια βιβλιοθήκη, πού άν σωζόταν ή ανθρωπότητα θά εγνώριζε τά πάντα γιά τό παρελθόν τού ανθρώπου στήν γή καί ότι εγένετο πού σήμερα δέν ημπορούμε νά καταλάβουμε. Μέ τήν φροντίδα τού Καλλίμαχου τού Κυρηναίου, τού Ζηνόδωτου από τήν Έφεσο, τού Ερατοσθένη τού Απολλώνιου, τού Αριστοφάνη τού Βυζάντιου καί τού μεγάλου Αριστάρχου, ταξινόμησε τό υλικό πού συγκέντρωσε από όλα τά φωτεινά πνεύματα τής αρχαίες Ελλάδος καί συγκέντρωσε 400000 χειρόγραφα, πού επί Πτολεμαίου Γ΄εγένετο 700000. Ό Πτολεμαίος ό ευεργέτης 247π.χ. είναι ό τελευταίος από τούς Λαγίδες.
Τό 30π.χ. οί Ρωμαίοι ορίζουν όλη τήν Μεσόγειο καί μαζί μέ αυτήν καί τήν βόρεια Αφρική. Οί Ρωμαίοι πού ενδιαφέρονται μόνο γιά στρατιωτικές βάσεις ούτε στήν γλώσσα τών Αιγυπτίων παρεμβαίνουν ούτε στήν θρησκεία των. Παρόλο τήν Ρωμαϊκή κατοχή οί Έλληνες παραμένουν είς τά θέσεις τών καί διοικούν όπως καί επί Πτολεμαίων. Οί Αιγύπτιοι αναγκάζονται νά δουλεύουν όλη μέρα γιά νά ταϊζουν τίς Ρωμαϊκές λεγεώνες. Ή Κλεοπάτρα εβασίλεψε από τό 60 π.χ. έως καί τό 30 π.χ. κόρη τού Πτολεμαίου τού Αυλητή υπήρξε καί τελευταία Βασίλισσα τής Αιγύπτου. Ή Κλεοπάτρα μετά τήν σχέσιν της μέ τό Ιούλιου Καίσαρα, ερωτεύεται τόν Αντώνιος καί πολεμά εναντίον τού Οκτάβιου όπου καί θά ηττηθεί στήν Ναυμαχία τού Ακτίου τό 31π.χ. εξαιτίας τών τραγικών λαθός τού Αντωνίου. Ό Οκτάβιος σκότωσε τό υιό τής από τόν Ιούλιου, Καισαρίωνα αλλά δέν είχε τήν ευχαρίστησιν νά σκοτώση καί αυτήν, αφού αυτοκτόνησε γιά νά μήν συρθή στήν Ρώμη ώς σκλάβα τού Οκτάβιου. Ή κόρη της από τόν Αντώνιο Ιούβα, παντρεύτηκε τόν Βασιλέα τής Μαυριτανίας. Τό 269μ.χ. ή Ζηνοβία βασίλισσα τής Παλμύρας ανακηρύσσεται βασίλισσα τής Αθγύπτου. Ό Αυρηλιανός τήν συντρίβει. Από τό 274 έως 292 επικρατεί αναρχία. Από τόν 4ον αιώνα οί αιρέσεις τής νέας θρησκείας ταράζουν όλη τήν Αίγυπτο. Ό Αρειανισμός διαδόθηκε έντονα καί ό Κωνσταντίνος στήν Α΄οικουμενική σύνοδο έπληξε τήν αίρεση. Μέ τήν κήρυξη τού χριστιανισμού ώς μόνη θρησκεία τού κράτους, ή Αίγυπτος υφίσταται τίς σχετικές καταστροφές από τούς χριστιανούς, όπως ή Ελλάδα καί γενικά ό πολιτισμένος κόσμος.
Αιθιοπία. Περί τόν 4ον αιώνα ανέβηκε στόν θρόνο ό πρώτος Χριστιανός βασιλέας, ό Εζανά. Ό Εζανά δραστήριος, οδηγεί τόν λαό σέ νέα εκπολιτιστικά ρεύματα. Ή Αιθιοπία γίνεται μία από τίς δυνάμεις τής εποχής. Ό Εζανάς συνέτριψε τούς νομάδες Μπετζά καί κυρίευσε τό βασίλειο τής Μερόης.
Αλγερία. Το 814 π.Χ. Φοίνικες από την Τύρο ιδρύουν την Καρχηδόνα. Κατά τη διάρκεια των καρχηδονιακών πολέμων (3ος-2ος αι. π.Χ.), ο Μασανάση, ένας Βέρβερος φύλαρχος, συμμαχεί με τους Ρωμαίους και ιδρύει το πρώτο βασίλειο της Αλγερίας, τη Νουμιδία. Το 146 π.Χ. οι Ρωμαίοι καταστρέφουν την Καρχηδόνα και σταδιακά επιβάλλονται σε όλη τη χώρα, η οποία τελικά έγινε ρωμαϊκή επαρχία (46 π.Χ.). Οι αστικοί πληθυσμοί εκρωμαΐζονται.
Γουϊνέα. Οί ιστορικές πηγές αρχίζουν νά αναφέρουν τά Βασίλεια τής Γκάνα, τού Μαλί καί τών Σονράϋ από τόν 4ον πχ αιώνα.
Γκαμπόν. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για την ιστορία της περιοχής παρόλο που κατοικούνταν από τα προϊστορικά χρόνια.
Μαυριτανοί. Ονομασία των αρχαίων κατοίκων της Μαυριτανίας και αργότερα των μωαμεθανών της Ισπανίας και άλλων ισλαμικών εθνοτήτων. Ως εθνικό όνομα χρησιμοποιούνταν για την ονομασία των ημινομάδων κατοίκων της βορειοδυτικής Αφρικής (της περιοχής που καταλαμβάνουν σήμερα το Μαρόκο και η Αλγερία). Οι ηγεμόνες των τοπικών βασιλείων που αρχικά βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής της Καρχηδόνας έγιναν υποτελείς στη Ρώμη. Κατά την περίοδο των εμφύλιων πολέμων η περιοχή υποτάχτηκε οριστικά σ’ αυτήν και συγκρότησε έως την εποχή του Κλαύδιου τη ρωμαϊκή επαρχία της Μαυριτανίας, η οποία έπειτα διαιρέθηκε στις επαρχίες Mauritania Tingitana και Mauritania Caesariensis.
Ή Νουβία ώς τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., δηλαδή για έναν αιώνα περίπου, το βασίλειο των Ναπάτων πέρασε μια περίοδο μεγάλης ακμής. Γύρω στα 660 π.Χ. όμως καταλήφτηκε από τους Ασσύριους, οι οποίοι ανάγκασαν πολλούς από τους κατοίκους της Νουβίας να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Μετά την κατάληψη της Αιγύπτου από τους Πέρσες (τέλος του 6ου αι. π.Χ.), δέχτηκε και η Νουβία την περσική επίθεση και έχασε σημαντικό μέρος από τα εδάφη της. Στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε νοτιότερα από τα Νάπατα, στη Μερόη. Τότε διαχωρίστηκε η Νουβία στο κάτω και πάνω τμήμα της· το πρώτο παρουσίαζε έντονη αιγυπτιακή επίδραση (τότε διαδόθηκε εκεί και ο ελληνικός πολιτισμός). Το δεύτερο άρχισε να δέχεται την επίδραση των αφρικανικών λαών του νότου, εναντίον των οποίων έκανε μια σειρά από σκληρούς αγώνες.
Τον 1ο αι. π.Χ. η Κάτω Νουβία καταλήφτηκε από τους Ρωμαίους. Τότε καταστράφηκαν τα Νάπατα. Αντίθετα η Μερόη άκμαζε ως τον 4ο αι. μ.Χ., οπότε καταστράφηκε από το βασιλιά της Αξώμης. Τον 6ο αι. διαδόθηκε στη Νουβία ο χριστιανισμός. Από τον επόμενο αιώνα οι Άραβες άρχισαν επιθέσεις εναντίον της περιοχής, την οποία και κυρίεψαν το 12ο αι. και εξισλάμισαν τους κατοίκους της.
Από την εποχή της 18ης δυναστείας και έπειτα σώζονται σημαντικοί ναοί. Σπουδαιότεροι απ' αυτούς είναι οι ναοί του Αμπού Σίμπελ και του Τζέμπελ Άντα. Από την εποχή της 25ης δυναστείας είναι οι νεκροπόλεις της παλιάς πρωτεύουσας Νάπατα. Τέλος η ακμή της νεότερης νουβιακής πρωτεύουσας Μερόης φανερώνεται από τη νεκρόπολή της με τις πυραμίδες που προορίζονταν για τάφοι των βασιλιάδων και που παρουσιάζουν έντονη αιγυπτιακή επίδραση. Από τη μεταχριστιανική περίοδο σώζονται σε διάφορα μέρη τα ερείπια ναών με βυζαντινές τοιχογραφίες. Το 2003 αρχαιολογικές ανασκαφές στην κοιλάδα του Νείλου έφεραν στο φως αγάλματα που αναπαριστούν ηγεμόνες της κουσιτικής δυναστείας.
Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για την αρχαία ιστορία της Σομαλίας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Σομαλία βρισκόταν υπό την επιρροή της Αιγύπτου των φαραώ, ενώ από το 2ο αι. μ.Χ. ως τον 7ο αι. μ.Χ. ήταν τμήμα του βασιλείου του Αξούμ.
Η Ζανζιβάρη πιστεύεται ότι διατηρούσε επικοινωνία με τη Νότια Αραβία ήδη από την αρχαιότητα. Αιγύπτιοι, Έλληνες, Μαλαίοι και Κινέζοι είχαν αναπτύξει κάποιου είδους εμπορικές σχέσεις με το νησί.
Στήν Τυνησία το 814 π.Χ. χτίστηκε στις ακτές, η Καρχηδόνα, η οποία σύντομα εξελίχθηκε σε ισχυρή ναυτική δύναμη κυριαρχώντας στη δυτική Μεσόγειο και τη Σικελία. Το 146 π.Χ., ύστερα από σκληρούς πολέμους, υποτάχθηκε στη Ρώμη. Το 44 π.Χ. με την ολοκληρωτική του επικράτηση στον εμφύλιο πόλεμο ο Ιούλιος Καίσαρας ξανάχτισε την Καρχηδόνα, η οποία είχε εκθεμελιωθεί στη διάρκεια των καρχηδονιακών πολέμων.

Ω Κ Ε Α Ν Ι Α

Τό Βανουάτου είναι ένα μικρό κράτος της Ωκεανίας. Τα νησιά βρίσκονται ανατολικά της Αυστραλίας καί κατοικούνται από το 5000 π.Χ. από λαούς της Μελανησίας.

No comments:

Post a Comment